Οι Ανατολιακές Γλώσσες #2: γλωσσολογικά

Μετά την πρώτη εισαγωγική στο θέμα ανάρτηση περνάω στο γλωσσολογικό μέρος.

1) Η αρχαϊκότητα του Ανατολιακού Κλάδου

Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κάποιος όταν αρχίζει να μελετάει τον Ανατολιακό κλάδο είναι η αρχαϊκότητά του εντός της ΙΕ οικογένειας. Η ΠΙΕ γλώσσα που αναδομούμε εξετάζοντας όλες τις άλλες θυγατρικές γλώσσες έχει:

-τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό ουδέτερο)

– δυικό βαθμό και υποτακτική και ευκτική έγκλιση

– αόριστο και παρακείμενο χρόνο και θεματικά ρήματα

– ενεργητική μετοχή σε *-nt (λ.χ. *bher-ont– > φέρων/φέροντος ~ ferens/ferentem , αγγλικό friend = «φιλοῦν» κλπ)

– ρηματικά επίθετα σε *-tos (λ.χ.ὁράω > ὁρατός/ἀόρατος ~ vincō > victus/invictus , barbātus κλπ) και συγκριτικό επίθημα σε *-jos- (η πηγή των ελληνικών συγκριτικών του τύπου μείζων, ἐλάσσων).

– υπερανεπτυγμένο λεξιλόγιο για «τροχό» και «κάρο» (νεωτερισμοί που άρχισαν να διαχέονται μετά το ~3500 π.Χ.)

Όταν εξετάζουμε τον Ανατολιακό κλάδο βρίσκουμε ότι έχει:

– δύο γένη: «έμψυχο» και «ουδέτερο»

– δεν έχει δυικό βαθμό ούτε υποτακτική και ευκτική έγκλιση

– δεν έχει τον ΙΕ αόριστο και παρακείμενο ούτε έχει τα ΙΕ θεματικά ρήματα (φέρω), αλλά μόνο τα αθεματικά σε *-mi

– δεν έχει  ρηματικά επίθετα σε *-tos ούτε συγκριτικά σε *-jos-.

– η μετοχή σε *-nt έχει παθητική σημασία (με άλλα λόγια το «φέρων» σημαίνει «φερόμενος»)

–  ισχνή συμμετοχή στην κοινή ΠΙΕ ορολογία του «τροχού» και του «κάρου». Υπάρχουν δύο μόνο όροι, αλλά δεν είναι όροι από τον πυρήνα του λεξιλογίου.

Όλα αυτά δείχνουν ότι ο Ανατολιακός κλάδος αποσχίστηκε πολύ νωρίς σε σχέση με τις άλλες θυγατρικές γλώσσες και, η ισχνή συμμετοχή στο λεξιλόγιο του «τροχού» και του «κάρου», δείχνει ότι είχε ήδη αποσχιστεί πριν το ~3500 π.Χ. Αυτό ώθησε τον Sturtevant να θεωρήσει τον Ανατολιακό κλάδο όχι θυγατέρα της ΠΙΕ, αλλά αδελφή της από κάποια «Ινδο-Χεττιτική» μητέρα. Η θέση του Sturtevant εν τέλει κρίθηκε υπερβολική και οι περισσότεροι γλωσσολόγοι σήμερα θεωρούν τον Ανατολιακό κλάδο ως την παλαιότερη κόρη της ΠΙΕ γλώσσας. Η μητέρα του Ανατολιακού κλάδου ονομάζεται «Αρχαϊκή ΠΙΕ» και οι άλλες θυγατρικές γλώσσες κατάγονται από την «Μέση» και «Ύστερη» ΠΙΕ. Προφανώς, ο σχηματισμός του τροχο-καρικού λεξιλογίου συνέβη στην Μέση ΠΙΕ (~μετά το ~3500), ενώ η σατεμοποίηση και ο κανόνας RUKI αποτελούν νεωτερισμούς της Ύστερης ΠΙΕ.

Sturtevant

wheel-vocabulary

2) Πρωτο-Ανατολιακές και Χεττιτικές φωνολογικές εξελίξεις

α) Η διατήρηση των ΠΙΕ λαρυγγικών *h2 και *h3 ως .

Το  πιο γνωστό χαρακτηριστικό των ανατολιακών γλωσσών είναι η διατήρηση των λαρυγγικών φθόγγων που στις άλλες θυγατρικές γλώσσες ή χάθηκαν ή φωνηεντοποιήθηκαν. Στην μεταγραφή των Χεττιτικών και Λουβιανών επιγραφών ο ήχος αποδίδεται με το γράμμα . Στις άλλες γλώσσες αυτό το υπέστη περεταίρω εξέλιξη προς την πλήρη συμφωνοποίηση (λ.χ. στην Λυκική, που καταγράφεται πολύ αργότερα, το λαρυγγικό εξελίχθηκε σε υπερωικό σύμφωνο που αποδίδεται ποικίλως ως χ,k,q).

PrAnatolian

Παραδείγματα:

– *terh2– > *tr.h2-u-nt- > Χεττιτικό και Λουβιανό Taruntaš ~ Λυκικό Trqqas (θέμα Trqqñt- , q~kw < +u) ~  interpretatio graeca Τροκόνδας (ισαυρικό όνομα).

Ο ελληνικός απόγονος της ρίζας *terh2- «διαβαίνω, υπερβαίνω» είναι το επίθετο *tr.h2-nos > τρᾱνός

*h2enti (ελληνικό ἀντὶ, λατινικό ante) > Χεττιτικό anza (< *ant-) ~ Λυκικό χñt = «μπροστά»

– *h3er- «πουλί/αετός» (ελληνικό ὄρνῑς/ὄρνῑθα ~ ὄρνεον, πρωτοσλαβικό orĭlŭ) > Χεττιτικό, Λουβικό και Παλαϊκό āran- = «αετός»

*peh2ur (ελληνικό *puh2r > *pūr > πῦρ) > Χεττιτικό pàḫḫur = «φωτιά»

-*pl.h2– (ελληνικό *p(e)lh2-k- > πλάξ, πέλαγος) > Χεττιτικό pali- ~ «εὐρυ-»

-*h2eru- «κατάρα» (ελληνικό ἀράομαι, κατάρα) > PrAnat. ērut- > λουβιανό īrut- «κατάρα»

 pelh2k

Trqqas

h2eru

h2eru2

β) Τα ΠΙΕ ηχηρά δασέα κλειστά *{bh,dh,gh} έχασαν την δασύτητά τους και τράπηκαν σε Πρωτο-Ανατολιακά *{b,d,g}. Οι Χεττίτες είχαν έναν περίεργο τρόπο για να δηλώσουν την ηχηρότητα ή αηχότητα των συμφώνων (b/p, g/k, d/t). Στην μέση της λέξης η αηχότητα δηλωνόταν με διπλό σύμφωνο. Έτσι, η γραφές a-ta και a-da απέδιδαν την προφορά /ada/, ενώ οι γραφές at-ta και ad-da απέδιδαν την προφορά /ata/. Σε αρκτική θέση το σύμφωνο ήταν πάντοτε μονό και, επομένως, δεν υπάρχει τρόπος για να ξεχωρίσουμε τα ηχηρά σύμφωνα από τα άηχα ανάλογά τους. Αυτός ο γραφικός κανόνας ονομάζεται νόμος του Sturtevant.

hittite-cc

*dheg’hōm «γη» > Χεττιτικό te-e-kàn = tēkan , μάλλον προφερόταν /dēgàn/

*nebhes- «νέφος» > Χεττιτικό pis, μάλλον προφερόταν /nēbis/

*g’hesr. «χέρι» > Χεττιτικό keššar, μάλλον προφερόταν /gesar/

Αντίθετα, βρίσκουμε:

*kat-h2e (ελληνικό κατά, κάτω) > Χεττιτικό katta

*h4èpo (ελληνικό ἀπὸ, ινδο-ιρανικό apa) > Χεττιτικό appa

*h2ēk-r. (λατινικό acer, έλληνικό ἄκαστος) > Χεττιτικό hiqqar

katta

γ) Η Πρωτο-Ανατολιακή διατήρησε αυτούσια τα τρία ΠΙΕ υπερωικά *k,*k’,*kw. Αργότερα, οι διάφορες θυγατρικές γλώσσες ακολούθησαν διαφορετικές πορείες. Ενώ, η Χεττιτική έτρεψε το ουρανωμένο *k’>k , η Λουβιανή το έτρεψε σε *k’>ts (“z”). Η Χεττιτική διατήρησε τα χειλοϋπερωικά *kw,*gw (<*gw και *gwh) τα οποία συμβόλιζε ως ku: λ.χ. *gwhen-ti > kuenzi = «θείνει», *kwis > kuiš = «ποιός, τίς». Η Λουβιανή και η Λυκική έτρεψαν το *gw>w λ.χ. *gwen- > λουβ. wāna = «γυναίκα», *gwous > λύκ. wawa = «βοῦς».

δ) Όλες οι Ανατολιακές γλώσσες πλην της Λυκικής έχουν κάνει τις τροπές *o>a και *ō>ā. H Λυκική, από την άλλη, έκανε την τροπή *ο>e (λ.χ. η κατάληξη ουδετέρων *-om > –em > –). Αυτό σημαίνει ότι η Πρωτο-Ανατολιακή γλώσσα διατήρησε τα ΠΙΕ  *o και *ō αυτούσια.

ε) Ένα χαρακτηριστικό της Χεττιτικής που δεν συμμερίζεται η Λουβική είναι η τροπή *ti > tsi (“zi”). Έτσι, οι ΠΙΕ καταλήξεις των αθεματικών ρημάτων *-ti (3° ενικό) και *-nti (3° πληθυντικό) είναι -ti, -nti στην Λουβική, αλλά -zi, -nzi στην Χεττιτική. Ο διαχωρισμός θυμίζει αυτόν της ταξινόμησης Risch-Porzig στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους (βόρεια δίδωτι, φέροντι, νότια δίδωσι, φέρονσι > φέρουσι λόγω τροπής *ti>tsi>si).

Hittite-zi

ζ) Στην Χεττιτική, μερικές φορές, το ΠΙΕ *e τρέπεται σε a, συχνά πριν από ένηχα (m,n,r,l), λ.χ. *terkw- «χορεύω» > tarku- , *endo (ελληνικό ἐνδο-)> anda ενώ, ενίοτε, το τονισμένο *ò>ā, λ.χ. *wòdr. > wātar και ένα παράδειγμα μετοχής σε -nt με παθητική σημασία (αντί για την ενεργητική όλων των άλλων ΙΕ γλωσσών): *gwhn-ònt- > kunānt- «φονευμένος».

3) Οι φωνολογικές εξελίξεις των άλλων Ανατολιακών γλωσσών.

Ι) Λουβική

α) Όπως είπα παραπάνω, η Λουβική έχει τρέψει το ΠΙΕ ουρανωμένο υπερωικό *k’>ts (“z”), λ.χ. :

*h1èk’wos > Σφηνοειδής Λουβ. azzu-/aššu- ~ Ιερογλυφική Λουβ. asuwa «ἵππος»

*k’ei- «κεῖμαι» > ziyari = «κεῖται»

*k’is (λατ. cis) > zi «αυτό»

β) Το ηχηρό χειλοϋπερωικό *gw>w: *gwen- > wāna

γ) Τα ΠΙΕ *g(h) και *g'(h) απωλέσθηκαν πριν από i,e και j : *g’hesr. «χέρι» > Χεττιτικό keššar/kiššar , αλλά Λουβιανό iššara, *geibh- «αριστερός» (λ.χ. νορβ. keiva) > Λουβιανό ipala = «αριστερός»

δ) Ο Νόμος του Bojan Čop (Čop’s law): Το τονισμένο *è πριν από από ηχηρό, ένηχο και συριστικό σύμφωνο (b,d,g,m,n,l,r,s) τράπηκε σε /à/ και το επόμενο σύμφωνο γράφεται διπλό:

*mèdhu- (μέθυ) > PrAnat. *mèdu > λουβ. màddu «κρασί» , *mèlit- (μέλι) > PrAnat *mèlit- > λουβ. màllit- , *wès– «καλός» > λουβ. waššar- «χάρη»

ε) Το μεσοφωνηεντικό (και ενίοτε το αρκτικό) ιερογλυφικό λουβιανό d είχε μια περίεργη προφορά (μάλλον τριβόμενου /δ/) και μερικές φορές γράφεται ως r (λ.χ. κλαδί > κλαρί), ενώ σε πολλά Λουβιανά δάνεια της Χεττιτικής γίνεται σύγχυση L~D, κάτι που ξανά υποδηλώνει λουβιανή προφορά τριβόμενου /δ/.

*pod– «πόδι» > λουβ. para

λουβ. dabar- «δυνατός» > Χεττ. labar- «βασιλιάς, άρχων»

Luwian-d

Το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και στην Λυδική και στην Λυκική γλώσσα λ.χ. Σαδυάττης ~ Αλυάττης , Δήμητρα, Ζεύς/Δεύς > Lamẽtru, Lev, Labarna ~ Tabarna, Λύγδαμις ~ Tugdamme. Επίσης συνέβη και με την προελληνική λέξη λαβύρινθος που απαντά στην Γραμμική Β ως da-pu2-ri-to, αλλά και στο όνομα δυσσεύς ~ Ὀλυττεύς (> λατιν. Ulix).

Lametru

ε) Η κατοχή στην Λουβιανή δεν δείχνεται με την γενική πτώση, αλλά με τα συσχετιστικά επίθετα σε  -ašša και *-ejo > -ija. H λειτουργία αυτών των επιθέτων είναι όπως το ομηρικό Αἴας ὁ Τελαμώνιος = τοῦ Τελαμῶνος. Έτσι *dheg’hom- > λουβ. tiyamm(i) = «χθών» και tiyammašša = «χθόνιος». Αντίστοιχα γίνεται στα τοπωνύμια: Taruntašša«η πόλη του Taruntaš». Όταν χρειάζεται να δειχθεί κατοχή στον πληθυντικό αριθμό ενός ουσιαστικού τότε προστίθεται πριν από τις καταλήξεις ένας τροποποιητής σε -anz- (που κατάγεται από μία παλαιά ανατολιακη αιτιατική των εμψύχων). Έτσι, η λέξη malašša «τελετή» συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό αριθμό και, επομένως, δίνει το συσχετιστικό επίθετο malašš-anz-ašša «αυτό που σχετίζεται με τις τελετές».

assa

στ) Η Λουβιανή χρησιμοποιεί ένα επίθημα -wanni- για να δηλώσει γεωγραφική καταγωγή. Το επίθημα αυτό προέρχεται από το ΙΕ *-wen- μέσω εφαρμογής του νόμου του Čop. Έχει προταθεί ότι, το μεταγενέστερο ελληνικό επίθημα -ηνός (λ.χ. Λακαπηνός = από την Λάκαπα) που ήταν τόσο συχνό στην Μικρά Ασία προέρχεται από αυτό το λουβιανό επίθημα είτε μέσω απλοποίησης του διπλού nn συνοδευόμενης από αναπληρωματική έκταση: -ανν- > -ᾱν- > -ην- είτε επειδή, σε κάποια φάση, το τονισμένο /α/ εκτάθηκε για άλλους λόγους.

wanni

II) Παλαϊκή

Δεν υπάρχουν πολλά να γράψω εδώ, γιατί στα περισσότερα η Παλαϊκή συμφωνεί με την Χεττιτική, εκτός από το ότι διατηρεί αυτούσιο το *ti και έχει τρέψει τα χειλοϋπερωικά σε ḫu (λ.χ. ΠΙΕ *h1ēgwh > παλ. auwanti = χεττ. akuwanzi = «πίνουν»). Τέλος, ο Ben Fortson πιστεύει ότι πίσω από το όνομα Παφλαγονία μπορεί να κρύβεται μια διπλασιασμένη μορφή της Pala (λ.χ. *Pa-pla).

Palaic

III) Λυκική

Απαντά σε δύο μορφές: Λυκική Α (η «κανονική») και Λυκική Β ή Μιλιανή. Αν και στενά συγγενική με την Λουβική, κατά τον Fortson δεν κατάγεται από την δεύτερη.

α)  Το γράμμα «χ» που χρησιμοποιείται στο αλφάβητο, λέει ο Fortson, δεν ήταν τριβόμενο αλλά κλειστό. Αντίθετα, αυτά που γράφονται b,d,g είχαν τριβόμενη προφορά (όπως τα νεοελληνικά β,γ,δ). Υπάρχει ένα γράμμα “z” που έχει την ίδια φωνητική αξία με το Χεττιτικό “z”= /ts/.

β) Μετά από έρρινα σύμφωνα (n,m) και μετά από έρρινα φωνήεντα (ã,ẽ) τα άηχα κλειστά ηχηροποιούνται (λ.χ. nt>nd όπως και στην ελληνιστική και μεσαιωνική ελληνική δόντι = /δό(n)di/) λ.χ. το *-went- > -wãt- προφερόταν ως /wãd/.

γ) Όπως και η Λουβική έτσι και η Λυκική έτρεψε το ΠΙΕ ουρανωμένο *k’>ts και στην συνέχεια το συριστικοποίησε σε ts>s, λ.χ. *k’ei- «κεῖμαι» > si- (~ λουβ. zi-).

δ) Σε αντίθεση με όλες τις άλλες Ανατολιακές γλώσσες, έτρεψε το χειλοϋπερωικό *kw>t πριν από /i/, όπως λ.χ. η Ελληνική (*kwi-meh2 >  τιμή, *kwis > τις). Έτσι η Λυκική έχει *kwis > ti «ποιος».

ε) Το ηχηρό χειλοϋπερωικό, όπως και στην Λουβική, έγινε *gw(h)>w, λ.χ. *gwous > *gwawa > wawa = «βοῦς».

στ) Έχω ήδη αναφέρει ότι τα λαρυγγικά που στην Χεττιτική και στην Λουβική έγιναν , στην Λυκική έγιναν υπερωικά σύμφωνα που γράφονται, ανάλογα με το περιβάλλον που βρίσκονται, ως χ,k,q:

– *h2enti > Χιττ. anza ~ Λυκικό χñt , *tr.h2-unt- > Χεττ. Taruntaš ~ Λυκ. Trqqas (θέμα Trqqñt-) ~ Ισαυρικό Τροκόνδος (ελληνική απόδοση)

ζ) Η Λυκική φαίνεται να έχει τρέψει το μεσοφωνηεντικό *-s->-h- πάλι όπως και η Ελληνική, λ.χ. *h1s-ont- >*asant- > ahãntãi  > ahñtãi «περιουσία», Σιδητικό masara = Λυκικό mahãna = «θεοί».

η) Η Λυκική είναι η μόνη Ανατολιακή γλώσσα που δεν έχει τρέψει το ΠΙΕ *o>a, αλλά *o>e, λ.χ. *endo > Λουβ. anda ~ Λυκ. ñte και ουδέτερα σε *-om > –em > –.

θ) Μία από τις πιο περίεργες τροπές της Λυκικής είναι η εξέλιξη *dw>kb: *dwi- > kbi- = δι- (όπως διφασικός) και *dhugh2tēr > *duγatra > *duatra > *dwatra > kbatra = «θυγάτηρ»

ι) Το ελληνικό όνομα Ἀπολλόδοτος σε δίγλωσση επιγραφή αποδώθηκε στην Λυκική ως Natrbbijẽmi. Επειδή pijẽmi = «δοτός», είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι Natr είναι ο Λυκικός Απόλλων.

Lycian

IV) Λυδική

Η Λυδική έχει καταγραφεί σε καμιά 100αριά επιγραφές, αλλά η πρόοδος στην μετάφρασή τους ήταν σχετικά αργή.

α) Τα άηχα κλειστά φαίνεται να ηχηροποιούνται μετά από έρρινα και το μεσοφωνηεντικό d φαίνεται να είχε τριβόμενη αξία (/δ/), όπως και στην Λυκική.

β) Μία περίεργη Λυδική τροπή ήταν η εξέλιξη j(=/y/)>d (= /δ/). *piyom > bidv, *yont- > dẽt και, κατά ορισμένους, Luwiya > Lūda ~ Λυδοί, Λυδία.

γ) Υπήρχε ένα συσχετιστικό επίθετο σε *-li > -λ (=lʲ), λ.χ. Bakillλ = «Βάκχιος».

Lydian

V) Καρική

Η πρόοδος στην γνώση της Καρικής υπήρξε χειρότερη και από αυτήν της Λυδικής. Θα το καταλάβετε από το ότι ο Fortson βάζει σε δύο παραγράφους Καρική, Πισιδική και Σιδητική. Το μόνο αξιοπερίγραπτο είναι η τροπή του χειλοϋπερωικού στην λέξη *kwis > χi = «τις», χωρίς όμως να ξέρουμε πως προφερόταν το γράμμα «χ».

Carian

Advertisements

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Οι Ανατολιακές Γλώσσες #2: γλωσσολογικά

  1. Χρήστος

    Καλησπέρα, θα είχε ενδιαφέρον να αναφερθείς στα τοπωνύμια στην Ελλάδα που αναφέρονται ότι προέρχονται από την λουβική. Δηλαδή σε -νθ και -νδ. Όπως Κόρινθος, Ζάκυνθος και Σίνδος, Λίνδος κλπ Ποιά η σχέση τους με την λουβική.

    Και μια ερώτηση πάνω σ’ αυτό. Το milawanda γιατί γίνεται Μίλητος και όχι Μίληνθος?

    Και τα τοπωνύμια με το -assa. Παρνασσός, Κηφισσός, Λαρισσα Αλισσος, Άμφισσα. Προέρχονται από το λουβικό -assa που ανέφερες? Και πως διαφοροποιούνται?

    • Γειά σου Χρήστο.

      Η Μίλητος στα Χεττιτικά κείμενα εμφανίζεται με δυο μορφές Milawanda και Milawata. Ο Ελληνικός όρος προέρχεται από τον δεύτερο.

      Για τα προελληνικά τοπωνύμια, έχω κάνει μια ανάρτηση πολύ παλαιότερα.

      Διάβασε αν θέλεις και το κεφάλαιο «Προελληνικές Γλώσσες» στην Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής.

      Για το -σσος, συνήθως σχετίζεται με το ανατολιακό συσχετιστικό επίθημα -ssa λ.χ. Παρνασσός = Parnassa (τοπωνύμιο στην χώρα των Χεττιτών). Γνωρίζοντας ότι parna = «σπίτι, ναός», αλλά προέρχεται από μια ΙΕ ρίζα *peru- που σημαίνει «πέτρα», το Parnassa μπορεί να σημαίνει «το βουνό που σχετίζεται με το ναό κάποιου θεού», όπως μπορεί να σημαίνει «πέτρινο» (αν πάμε πιο πίσω στην σημασία της ρίζας).

      Αντίστοιχα Tarhuntassa = «η πόλη του θεού Tarhuntas» (όπως λ.χ. το ελληνικό Δίον).

  2. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Καλησπέρα Σμερδ.

    Στην Λυκαονία της Μ.Ασίας μήπως γνωρίζεις τι γλώσσα μιλούσαν ; Κάποια λουβική ή ίσως την ισαυρική ;

    11 οἱ δὲ ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ Παῦλος ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· Οἱ θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς·
    http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/14.asp

    (παίζει βέβαια η περίπτωση να εννοείται κάποια τοπική ελληνική διάλεκτος της Λυκαονίας κατά τον 1ο-2ο αι. μ.Χ. στο παράθεμα).
    —————————————————-
    Και μια δεύτερη απορία αν δεν σε κουράζω. Το παρακάτω ισχύει ετυμολογικά ;

    Ιδάλιον=«ιδού άλιον» =είδα τον ήλιο

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%B4%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%BD

    • Υποθέτω ότι στα χρόνια του Παύλου στην Λυκαονία θα μιλιόταν κάποια ύστερη μορφή της Λουβικής. Βλέπω γειτόνευε με την Ισαυρία όπου η Ισαυρική γλώσσα (επίσης λουβικού τύπου) άντεξε τουλάχιστον μέχρι το 500 μ.Χ.

      Χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σημαίνει το τοπωνύμιο Ιδάλιον, σίγουρα δεν ευσταθεί το «είδα τον ήλιο», γιατί δεν υπάρχει ελληνικό όνομα (ουσιαστικό ή επίθετο) που να έχει φτιαχτεί με αυτόν τον τρόπο. Αν περιέχει ως δεύτερο συνθετικό τον όρο ᾱέλιος > ἅλιος = ἥλιος τότε ρίξε μια ματιά εδώ σε όλα τα ελληνικά επίθετα σε -ήλιος (με ουδέτερο -ἠλιον).

      ανήλιος, ευήλιος, δυσήλιος, πολυήλιος κλπ Το πλησιέστερο που ταιριάζει στη φράση «μέρος από το οποίο βλέπω τον ήλιο» είναι το επίθετο προσήλιος (~ «προς την μεριά του ήλιου»).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s