Η αλβανορουμανική «άμπελος/κληματίδα» και η ΙΕ ρίζα *kwerp- «γυρίζω,στρέφομαι»

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω έναν ακόμα υποστρωματικό όρο της Ρουμανικής  που υπάρχει και στην Αλβανική γλώσσα. Ο όρος είναι το Ρουμανικό curpen = «άμπελος, κληματίδα» και το αλβανικό του ανάλογο είναι το πρωτοαλβανικό *kurpena που εξελίχθηκε στο Γκεγκικό kurpën και στο Τοσκικό kulpër. Η ετυμολογική περιγραφή του όρου που θα παραθέσω είναι του συνεργάτη του Joachim Matzinger, Stefan Schumacher.

curpen

Λοιπόν, οι «Κληματίδες» ονομάστηκαν έτσι στην Ελληνική γλώσσα επειδή, όπως και η άμπελος, είναι αναρριχητικά φυτά. Το ελικοειδές κλήμα ή έλικα είναι το βασικό όργανο των φυτών αυτών που τους επιτρέπει την αναρρίχηση.

helix

Η πιο γνωστή έλικα των ημερών μας είναι η διπλή έλικα του DNA (DNA double helix). Πριν περάσω στον κοινό αλβανο-ρουμανικό όρο θα πω δυο λόγια για την ετυμολογία των ελληνικών όρων. Η αιολική εκδοχή κλάμμα του αττικο-ιωνικού όρου κλῆμα, δείχνει ότι ο πρωτο-ελληνικός όρος ήταν *κλάσμα (< *klas-mn. , λ.χ. ΠΙΕ *h1esmi > πρωτοελληνικό *ἐσμί >  εἰμί ~ αιολικό ἔμμι) κάτι που σημαίνει ότι η απώτερη ρίζα του κλήματος είναι το ρήμα κλάω (< *κλάσω) = «σπάω». Το «σπάω» έγινε «λυγίζω» και το «λυγίζω» έγινε «στρέφομαι». Αυτή η ετυμολογία εξηγεί και το επίθετο κλαστόθριξ = «κατσαρομάλλης». Η λέξη ἕλιξ με τη σειρά της, μαζί με το ρήμα εἴλω (< ϝέλϝω , ορισμός C ~ λατινικό volvō) ανάγονται στην ΙΕ ρίζα *wel- «γυρίζω, στρέφομαι». Η δασεία της ἕλικος προέρχεται από το δίγαμμα όπως λ.χ. αυτή του όρου ἕσπερος.

Μία άλλη ΙΕ ρίζα με τη σημασία «γυρίζω, στρέφομαι» είναι η *kʷerp-.  Από τον μηδενικό βαθμό της ρίζας προέκυψε το ελληνικό *kʷr.p-os > καρπός (του χεριού όχι του δένδρου που προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *(s)kerp-) που είναι η άρθρωση που επιτρέπει στην παλάμη να «γυρίζει» τόσο ευκίνητα. Την ίδια σημασιολογική σκέψη με τους Έλληνες έκαναν και οι Άγγλοι, γιατί το Αγγλικό wrist = «καρπός (του χεριού)» συγγενεύει ετυμολογικά με το ρήμα writhe = «γυρίζω, στρέφομαι» (< ΙΕ *wert-). Άλλοι γνωστοί απόγονοι της ρίζας *kʷerp- είναι το αγγλικό wharf (< παλαιοαγγλικό hweorfan < πρωτογερμανικό *hwerbaną) και το παλαιονορβηγικό hvarf = «κύκλος».

kwerp

Από τον μηδενικό βαθμό *kʷr.p- αυτής της ρίζας *kʷerp- προέρχεται κατά τον Schumacher το πρωτο-αλβανικό **kʷr.p-enos >*kurpena «άμπελος, κληματίς» (για την αλβανική εξέλιξη *r.>ur εκτός από την τυπική *r.>ri παραθέτω το *k’r.H- > tsura > thur και το *skr.d- > *skurda > hurdhë). Ο όρος επιβιώνει πρακτικά αναλλοίωτος στο ρουμανικό curpen και το γκεγκικό kurpën, ενώ το τοσκικό kulpër έχει υποστεί δύο επιπλέον αλλαγές:

1) Τον τυπικό τοσκικό ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού -n- *kurpënë > *kurpërë >kurpër όπως λ.χ. στο PA *serpena > γκεγκ. gjarpën ~ τοσκ. gjarpër και το λατινικό arēna > γκεγκ. rânë ~ τοσκ. rë = «άμμος».

2) Την ρωτική ανομοίωση (“Dissimilationsprodukte r..r” στο κείμενο του Schumacher) που άλλαξε το πρώτο r>l στο kurr >kulr.

Η ρωτική ανομοίωση είναι γνωστό φαινόμενο σε πολλές γλώσσες. Απ΄ότι φαίνεται, τα δύο γειτονικά /r/ δεν πολυαρέσουν στους ομιλητές των διαφόρων γλωσσών και έχουν την τάση ν΄αποβάλλουν το ένα εκ των δύο ή να το μετατρέπουν σε άλλο ένηχο ήχο (/n/,/l/ κλπ). Θα περιγράψω 5 γνωστά παραδείγματα από την Ελληνική:

– ἄροτρον > αρότριον > αρότρι > αλέτρι

– IE *ghrendh- > *χρονδ-ρός > χονδρός

– *δρύ-φρακτος > δρύφακτος

*deru- (δόρυ και *druh2- > δρῦς) > διπλασιασμένη ρίζα *der-drew-om > δένδρεϝον > δένδρον.

– *drep- (δρέπω, δρέπανον) > διπλασιασμένη ρίζα *der-dr.p- > δαρδράπτω > δαρδάπτω

rhotic-dissimilation

Σχετικά με την διπλή τροπή στην Αλβανική του ΙΕ συλλαβικού ένηχου */r./ σε /ur~ru/ εκτός από /ir~ri/ ο Vladimir Orel γράφει:

alb-iR

Έχω υπογραμμίσει με μπλε και ερωτηματικό την δική του ετυμολογία του kulpër, γιατί διαφέρει από αυτήν του Schumacher. O Orel αναδομεί την πρωτοαλβανική μορφή *kulpa, χωρίς να εξηγεί πως από το *kulpa προέκυψε το *kulpena. Υποθέτω πως η ΙΕ ρίζα που έχει κατά νου ο Orel είναι το *kwel- «γυρίζω» (η ρίζα που μάλλον κρύβεται πίσω από το Λιθουανικό *kwl.-pa > kilpa που παραθέτει) που στην διπλασιασμένη μορφή της *kwe-kwl-os έχει δώσει το ελληνικό κύκλος και το αγγλικό wheel. H ίδια ρίζα στην Αλβανική έχει δώσει το ρήμα sjell.

Η ίδια διτυπία iR ~ uR στα υγρά συλλαβικά ένηχα */r./ και */l./ έχει παρατηρηθεί και στον Δακο-Θρακικό κλάδο με το αναπτυκτικό /u/ να εμφανίζεται στην Θρακική και το αναπτυκτικό /i/ στην Δακο-Μυσική:

Θρακικά *bhr.dh- > burda = «πόρος, διάβαση ποταμού» (λ.χ. σλαβικό brod, λιθουανικό bradas) και *bhl.n-int- > bullint ~ βόλινθος «ταύρος, βίσονας» (~ αγγλικό bull και ελληνικό *bhl.nos > φαλλός)

Δακικό *kwr.s-os «μαύρος» > Kriša = Κρίσος ποταμός, ο σημερινός Crișul Negru των Ρουμάνων (λ.χ. *kwr.s-nos «μαύρος» > βαλτο-σλαβικό kirsnas , πρωτοαλβανικό *kwērs-nos > *tšērna > αλβ. sorrë ~ ρουμανικό cioară)

Daco-Thracian-R

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s