Το σύμπλεγμα *tw στην Ιλλυρική γλώσσα: Σάρδος και Σάβος

Στην χθεσινή ανάρτηση ανέφερα την εξέλιξη ΙΕ *tw>ts>s στην Ελληνική γλώσσα. Σε μία παλαιότερη ανάρτηση έκανα μια ετυμολογική υπόθεση για το μάλλον Ιλλυρικό τοπωνύμιο Σάρδος (Sarda, Shurdhah) στην βόρεια Αλβανία και την πιθανή σχέση του με το μάλλον Δακο-Θρακικό τοπωνύμιο Σαρδική/Σερδική (το αρχαίο όνομα της βουλγαρικής Σόφιας). Η ετυμολογική μου υπόθεση ήταν να ανάγουμε τα τοπωνύμια αυτά στην ΙΕ ρίζα *twer- «έχω, κρατώ» που, επαυξημένη με οδοντικό επαύξημα (*twer-d/t-), έδωσε λέξεις για «οχυρό» στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο (λ.χ. σρβ-κρ. tvrd > tvrđa/tvrđava , σλοβακ. tvrdza, λιθουανικό tvirtovė κλπ). H ετυμολογία αυτή βασίζεται στην αναπόδεικτη υπόθεσή μου ότι οι παλαιοβαλκανικές γλώσσες δείχνουν την ίδια εξέλιξη *tw>ts>s με την ελληνική.

IE *twor-d-eh2 ~ *twordā > *tsardā > Sardā

Τα ελληνικά παραδείγματα της τροπής *tw>ts>s είναι τα εξής:

-*teuh2- «αυξάνομαι/φουσκώνω, γίνομαι δυνατός» > *twh2-wos > *twawos > *tsawos > σάϝος ~ σῶς = «σώος» (= ακέραιος, πλήρης σε δύναμη) και σάϝοκος > σῶκος = «δυνατός».

Η ίδια ρίζα *teuh2- έχει δώσει τον αριθμό 1000 («μεγάλος αριθμός») στις βόρειες ΙΕ γλώσσες: αγγλικό thousand (< πρωτο-γερμ. þūsundī) , πρωτο-σλαβικό tysǫti , λιθουανικό tūkstantis.

– *twer- «έχω, κρατώ» > *twer-jeh2 > *tserjà > *σερjά > σειρά = «σχοινί» (= μέσο κατακράτησης) και Σειρήνες = «Σαγηνεύτριες».

– *tweis- «σείω, ταρακουνώ» > *tweis-ō > tseih-ō > σείω ( με το /s/ της ρίζας να διατηρείται σε μη μεσοφωνηεντική θέση λ.χ. σεισμός, σειστός).

teuh2

twawos

tw

Η σημασιολογική εξέλιξη από το «έχω, κρατώ» στο «οχυρό» είναι ανάλογη με το ελληνικό ἔχω > ἐχυρός/ὀχυρός > οχυρό (αντέχω, ανθεκτικός, Ἕκτωρ = «αυτός που κρατάει τη θέση του, αμύντωρ») και το αγγλικό hold > stronghold.

Νομίζω πως στην περίπτωση της Ιλλυρικής, η υπόθεση μου για τροπή IE *tw>ts>s μπορεί να στηριχθεί σε λίγο πιο στέρεη βάση. Υπάρχει ένα Ιλλυρικό υδρωνύμιο που είναι πολύ πιθανόν να δείχνει την εξέλιξη IE *tw>ts>s. Το υδρωνύμιο αυτό είναι ο ποταμός Σᾶβος ~ Σαοῦος/Sāvus (ο νυν Sava των Σλάβων). Ο Σάβος είναι ο μεγαλύτερος παραπόταμος του Δούναβη από άποψη παροχής ύδατος.

The Sava is 990 kilometres (615 miles) long, including 45-kilometre (28 mi) Sava Dolinkaheadwater rising in Zelenci, Slovenia. It is the greatest tributary of the Danube by volume of water, and second-largest after Tisza in terms of catchment area (97,713 square kilometres (37,727 square miles)) and length.

Ο Σάβος , όπως και ο κάθε μεγάλος ποταμός της αρχαιότητας, λατρευόταν ως ποτάμιος θεός. Τα νομίσματα της Σισκίας (λατινικό Siscia, σρβ-κρ. Sisak) δείχνουν την προσωποποιημένη πόλη ανάμεσα στους ποτάμιους θεούς Σάβο και Κόλαπι (Colapis, σημερινός ποταμός Kupa/Kolpa). Ένα τέτοιο νόμισμα μπορείτε να δείτε εδώ.

Savus-Colapis

Γιατί η προσωποποιημένη Siscia βρίσκεται ανάμεσα στους δύο Ποτάμιους Θεούς; Μόλις δείτε την θέση της πόλης θα το καταλάβετε αμέσως:

Siscia

Η πόλη ιδρύθηκε σε έναν ελώδη τόπο όπου ενώνονται 3 ποταμοί: Ο Σάβος και ο μικρότερος Odra κατεβαίνουν από το βορρά, ενώ ο Κόλαπις έρχεται από τα δυτικά περιβάλλοντας την πόλη πριν ενωθεί με τον Σάβο. Η θέση της Siscia μας επιτρέπει να ετυμολογήσουμε το Ιλλυρικό της όνομα. Το μέρος στο οποίο είναι χτισμένη είναι το μόνο «στεγνό/ξηρό» σημείο (~ ξηρός > ξηρά, *ters- > terra) και υπάρχει η διπλασιασμένη ΙΕ ρίζα *si-sk-us = «ξηρός» που έχει δώσει το λατινικό siccus και το αβεστικό hišku ενώ, στην Παλαιά Ιρλανδική, ο όρος sesc σημαίνει «στείρος», μία σημασιολογική συσχέτιση που συνέβη και στα ελληνικά στεῖρος ~ στερεύω. Δεδομένης της θέσεως της Siscia βέβαια, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν πρόκειται για Ιλλυρικό ή Κελτικό τοπωνύμιο. Έχω διατυπώσει στις δύο ανάρτησεις μου για την Ιλλυρική γλώσσα το πρόβλημα πιθανής «νοθεύσεως» του τοπωνυμικού και ανθρωπωνυμικού υλικού εκτός της «μικρής» Ιλλυρίας.

siskos

Αλλά ας αφήσουμε την Siscia και ας επανέλθουμε στο υδρωνύμιο Σᾶβος. Μπορούμε να το ετυμολογήσουμε ως «Δυνατός, Τρανός, με δυνατή ροή» μέσα από την ρίζα *tewh2- που αναφέρθηκε παραπάνω και που έδωσε τα ελληνικά *twawos > *tsawos > σάϝος ~ σῶς «ακέραιος, πλήρης σε δύναμη» και σάϝοκος ~ σῶκος = «δυνατός». «Δυνατός/με Ιερή Δύναμη/Ἀγάρροος» άλλωστε ήταν και ο Ίστρος στην γλώσσα των Θρακών (*ish1ros > *isros > Ἴστρος).

ish1ros

Η μόνη λεπτομέρεια που πρέπει να ξεκαθαριστεί στον Σᾶβο είναι το μακρό /ᾱ/. Το /α/ του ελληνικού *twh2wos > twawos > tsawos > σάϝος είναι βραχύ επειδή προέκυψε από την φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού *h2>a (λ.χ. *ph2tēr > πατήρ). Το μακρό /ᾱ/ του Σάβου μπορεί να εξηγηθεί με δύο τρόπους:

1) Μετάθεση του /e/ στην αρχική ρίζα *teuh2 > *tweh2– > *twā-wos (όπως λ.χ. *meh2tēr ~ mātēr , θυμίζω την μετάθεση *swel-h2– (λ.χ. σέλας, σελάσ-νᾱ > σελήνη) >*seh2wel- > *hāwèljos > έλιος).

2) Παραγωγή του υδρωνυμίου από την επαυξημένη ρίζα *teuh2-s– που απαντά στην ρίζα *teuh2s-ont- “1000” του Γερμανο-Βαλτο-Σλαβικού κλάδου (thousand, tysǫti). Σε αυτήν την περίπτωση, το πρωτο-ιλλυρικό υδρωνύμιο μπορεί να ήταν *twh2s-wos > *twaswos > *tsaswos με το μακρό /ᾱ/ να προκύπτει αργότερα, μετά από την αναπληρωματική έκταση που συνόδεψε την απλοποίηση του συμπλέγματος -sw- του τύπου -asw- > -āw-, όπως στα μη αιολικά ελληνικά παραδείγματα:

*h2ewsōs > awsōs > āwōs > ϝώς ~ ώς   και *naswos > nāwos > νϝός ~ νηός > νεώς (το τελευταίο μέσα από την αττικο-ιωνική ποσοτική μετάθεση όπως λᾱός > ληός > λεώς).

naswos-awsos

Το υδρωνύμιο Σᾶβος δεν απαντά μόνο στην Ιλλυρία. Στην Καλαβρία της Ιταλίας υπάρχει ο ποταμός Savuto , ο οποίος συνήθως ταυτίζεται με τον ελληνικό ποταμό Ὠκύνᾱρο της Μεγάλης Ελλάδος στην όχθη του οποίου ήταν κτισμένη η Τεμέση. Το ελληνικό όνομα Ὠκύνᾱρος δεν είναι δύσκολο να ετυμολογηθεί: Ὠκύνᾱρος = Ὠκύρροος (ὠκύς, νάω = ρέω), δηλαδή «γοργοπόταμος», όπως ο Σπερχειός και τα πάμπολλα σλαβικά Bistrica. Το θέμα όμως δεν είναι το πως έφτασε το ελληνικό όνομα Ὡκύνᾱρος στην «Μεγάλη Ελλάδα», αλλά το πως έφτασε το Ιλλυρικό Sāvutus. Η λύση πιστεύω είναι οι Ιλλυρικής καταγωγής Μεσσάπιοι. Είναι οι μόνοι που μπορούν να συνδέσουν πειστικά τα υδρωνύμια Σᾶβος στην Ιλλυρία και Sāvutus στην Νότια Ιταλία. Βέβαια πρέπει να επισημανθεί ότι ο Savuto δεν βρίσκεται στην Απουλία όπου κατοικούσαν οι Μεσσάπιοι, αλλά δυτικότερα στην Καλαβρία. Δεν αποκλείεται όμως ορισμένοι Μεσσάπιοι να εγκαταστάθηκαν δυτικότερα από την Ιαπυγία/Απουλία.

Και τα δύο υδρωνύμια στην ουσία σημαίνουν το ίδιο πράγμα: Οι μεν Έλληνες θεωρούσαν την ροή του ποταμού «ὠκεία», ενώ οι Μεσσάπιοι την θεωρούσαν «δυνατή» (*teuh2- > tweh2wos/twh2swos > tsāwos > Sāwos/Sāwutus, όπως το ελληνικό ζεύγος σάϝος/σῶς και σάϝοκος/σῶκος).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s