Παλαιά Ελληνικά δάνεια στην Ρουμανική Γλώσσα

Η Ρουμανική γλώσσα, όπως και η Αλβανική, έχει καμιά 30αριά παλαιά Ελληνικά δάνεια που έχουν εισέλθει πριν το 1000 μ.Χ. με κάποια από αυτά να ανάγονται στην αρχαιότητα πριν από το 500 μ.Χ. . Ο συνήθης μηχανισμός εισαγωγής των αρχαιότερων δανείων είναι η Λατινική γλώσσα, αλλά λίγα έχουν εισέλθει και από τη Σλαβική. Δηλαδή μπήκαν πολύ παλιά στην Λατινική όπου διατήρησαν την αρχαία ελληνική προφορά ενός ήχου και αργότερα κληροδοτήθηκαν στις λατινογενείς γλώσσες διατηρώντας την αρχαία προφορά του ήχου. Ο αριθμός των παλαιών ελληνικών δανείων της Ρουμανικής είναι πάνω κάτω ίδιος με αυτόν της Αλβανικής: τα πιο σίγουρα γλωσσολογικά για την «αρχαιότητά» τους (ο Du Nay ορθά μιλάει για παλαιά ελληνικά δάνεια) είναι καμιά 10αριά, όπως και στην Αλβανική. Για τα υπόλοιπα, το καλύτερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι εισήλθαν πριν από το 1000 μ.Χ. .

Θα παραθέσω δυο σελίδες από το pdf που έχω του Andre Du Nay “The Origins of the Rumanians“, αλλά ζητώ συγγνώμη γιατί αυτός που ψηφιοποίησε το βιβλίο σε pdf τα έχει κάνει θάλασσα και με τα ειδικά σύμβολα Ρουμανικής και Αλβανικής και με την ελληνική ορθογραφία.

Για να διορθώσω λίγο τα πράγματα θα παραθέσω λίγες εικόνες από το πως φαίνονται στο πρωτότυπο βιβλίο, για να καταλάβετε την διαφορά.

grk-loanwords1

grk-loanwords

Αυτά που δίνει ο Du Nay μαζεμένα είναι τα broatec, bunceag, ciul, ciumă, ciutură, busuioc, colibă, corabie, farmec, frică, jur, martur, papură, proaspăt, putină, sterp, stup, stur, trufă.

Τα δικά μου επισημασμένα είναι τα υπογραμμισμένα του Du Nay που υπάρχουν και στα Αλβανικά.

Τα καλύβα> colibă και καράβιον > corabie έχουν εισέλθει από την Σλαβική όπως δείχνει η τροπή a>o (σλαβ. koliba, korab). Ρουμάνοι και Αλβανοί (koljubë) λ.χ. έμαθαν την λέξη καλύβα από τους Σλάβους. Οι Σλάβοι με τη σειρά τους δεν παρέλαβαν φυσικά αυτές τις λέξεις απευθείας από τους σύγχρονούς τους ελληνόφωνους (διότι τότε το /b/ θα ήταν /v/), αλλά από τους λατινόφωνους κατοίκους των Βαλκανίων, οι οποίοι κληρονόμησαν από τη Λατινική την αρχαία προφορά του ελληνικού «β» ως /b/. Με άλλα λόγια, τα colibă, corabie είναι καλύτερα απώτερης ελληνικής καταγωγής σλαβικά αντιδάνεια στην Ρουμανική. Παράδειγμα αντιδανείου από την Τουρκική στην Ελληνική είναι λ.χ. το τεφτέρι (διφθέριον > tefter > τεφτέρι).

Πολλά ρουμανικά και βλαχικά δάνεια διατηρούν την παλαιά προφορά του «υ» ως /ju/ η /u/ αντί για την μεταγενέστερη (μετά το 1000 μ.Χ.) προφορά ως /i/. Παραδείγματα:

– στλος > βλαχικό και ρουμανικό stur ~ Αλβανικό shtyllë . Αυτή η λέξη έχει εισέλθει στην ΑΒΡ πριν το 600 μ.Χ. γιατί έχει υποστεί τον ρωτακισμό της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ, λ.χ. Θεσσαλονίκη > runã , solem > soare, salem > sare κλπ) που δεν απαντά στα σλαβικά δάνεια (η μόνη εξαίρεση είναι το πρώιμο σλαβικό magyla > măgură).

μάρτυρ > λατινικό martyr > ρουμανικό martur

κμα > λατινικό cyma > ρουμανικό ciu

τρυφή > tru (με σημασιακή αλλαγή από την καλοπέραση στην αλαζονία)

κύτος > *cytola > ρουμανικό ciutură ~ ιταλικό ciotola (σημειώνω ότι η προφορά του «υ» παρέμεινε /u/ και στο νεοελληνικό κυτίον > κουτί)

πτίνη > Λατινικό pytina > ρουμανικό putină

στύπος , στυπάζω > Λατινικό stypus/stupus > ρουμανικό stup

– πάπρος > Λατινικό papyrus > papu

– γρος > λατινικό gyrus > βλαχικό giur (= /dzur/) ρουμανικό jur (=/žur/, με κανονικό gj>ž, όπως iocus > gjoku > džoku > jok (= /žok/)

Υπάρχουν δύο παραδέιγματα όπου το αρχαίο ελληνικό «φ» αποδώθηκε ως /p/ που σημαίνει ότι είχε εισέλθει στην Λατινική πριν από την ελληνική τριβοποίηση ph>f.

πρόσφατος > ρουμανικό proaspăt

στέριφος = στείρος (ορισμός ΙΙ) > ρουμανικό sterp, βλαχικό sterpu , αλβανικό  shterp

Αντίθετα, έχουμε νεοελληνική προφορά του γράμματος «φ» = /f/ στα δάνεια:

φάρμακον > λατινικό pharmacum > ρουμανικό farmec ~ βλαχικό fărmac ~ ιταλικό farmaco ~ αλβανικό farmak

τρυφή > trufă

φρίκη > frică

Άλλα ενδιαφέροντα δάνεια είναι τα:

βασιλικός (το φυτό, ορισμός IIe)> Λατινικό basilicum > παλαιοσλαβωνικό *bosilĭkŭ (λ.χ. βουλγαρικό bosilek, σρβ-κρ. bosiljak) >  ρουμανικό busuioc , αλβανικό borzilok

μάγος, μαγεύω > λατινικό magus, *magire > ρουμανικό amăgi ~ βλαχικό ama(y)iă (στο βλαχικό λήμμα είναι εμφανής η μεταγενέστερη ελληνική φωνολογία g>γ>∅ λ.χ. ὑπάγω > παώ, λέγω > λέω).

κοτταβίζω , κοττίζω > λατινικό cottizare ρουμανικό cuteza ~ βλαχικό cutidzari ~ αλβανικό kuxoj (x = /dz/)

μαγγανεία, μαγγανεύω > ρουμανικό mîngîia ~ Αλβανικό mengji, mëngjim

– ὀσμή > λατινικό osma «ίχνος» (> ισπανικό husma) και ρωτακισμένο orma > ιταλικό orma, βλαχορουμανικό urmă και μάλλον το αλβανικό gjurmë αν και απαιτείται ο ρωμανικός τύπος *iurma (λ.χ. aurum > δαλματ. jaur)

μανδραγόρας > λατινικό mandragoras ~ matragonem  > ρουμανικό mătrăgună ~ αλβανικό matërgonë (το ιταλικό martagone μάλλον σχετίζεται)

βρόταχος (ιωνική ποικιλία της λέξης βάτραχος) > λατινικό brotacus > ρουμανικό broatec/brotac ~ αλβανικό bretëkë . Περιέργως, η ελληνική λέξη βρόθακος (μετάθεση δασείας στο βρόταχος) απέκτησε τη σημασία «χελώνα» στην δημώδη λατινική *brothacus > *brothcu ~ *brosco/*brosca > βλαχορουμανικό broască ~ αλβανικό breshkë ~ παλαιογαλλικό bruesche ~ μιλανέζικο brosco.

Το κυβερνώ/εκυβέρνησα εισήλθε στην Ρουμανική και στην Αλβανική με ιωτακισμένο «u»: ρουμανικό chivernisi ~ αλβανικό qivërris. Ωστόσο, η Αλβανική διετέλεσε την αφομοίωση -rn- > -r(r)- (furnus > furrë, infernus > ferr όπως και στα σλαβικά τοπωνύμια  Tomornica > Tomor(r)icë, rnovo (Αγκαθότοπος) > Tër(r)ovë και το λήμμα σλαβ. gorĭnica > βουλγ.  gornica > αλβ. gorricë > ελλην. «γκορτσιά». Η ρουμανική δείχνει ιωτακισμένο «υ» και στο θύμβρα > λατινικό thymbra > ρουμανικό cimbru = «θυμάρι» ~ σλαβικό > čubar/čubrica/čubrika = «θρουμπί» κλπ. Η Αλβανική έκανε την ίδια σημασιακή αλλαγή με την ρουμανική θρουμπί > θυμάρι, αλλά το αλβανικό trumzë δείχνει την ίδια μετάθεση θύμβρα > θρύμβα με τον πρόγονο του νεοελληνικού θρουμπί (λ.χ. τάφρος ~ τράφος).

gortsia

chivernisi

Στην ουσία λοιπόν, Ρουμανική και Αλβανική έχουν απορροφήσει τα ίδια πάνω κάτω παλαιά Ελληνικά δάνεια. Τα δύο τωόντι αρχαία ελληνικά δάνεια της Αλβανικής που δεν απαντούν στην Ρουμανική είναι τα:

μηχανή > mokër ~mokën «μυλόπετρα» που δείχνει την εξέλιξη του μακρού ē>ā>o του τύπου *plētos > *plāta > plotë (~ Δακo-Μυσικό -dēva > – dāva > -dova όπως Pulpudēva, Pōlōndāva > Pelendova = «πόλη των αλόγων/φοράδων» (όπως η γερμανική Stuttgard), αλβανικό *pōlos > pelë (~ ΙΕ συγγενής με τα πῶλος, κλυτοπῶλος, foal). To δάνειο εισήλθε με το μακρό ελληνικό φωνήεν, δηλαδή πριν από το 200 AD. Η ίδια τροπή εμφανίζεται και στα λατινικά δάνεια: allēgoria > logori , ciēre > qoj και implēre > mbloj. Η ετυμολογική εξήγηση της εξέλιξης Pōlōndāva > Pelendova του Georgiev ήταν ιδιοφυής όχι μόνο γιατί το τοπωνύμιο δείχνει αλβανικές τροπές των μακρών φωνηέντων, αλλά και γιατί είδε στο πρώτο συνθετικό *pōlōm (= τῶν πώλων) την ΠΙΕ γενική πληθυντικού (*-ōm) των ονομάτων σε *-os.

Pelendova

moker

δράπανον > drapën ~ drapër

Τα άλλα που παραθέτει ο Orel είναι αμφιλεγόμενης «αρχαιότητας». Το λάχανον > lakër απλώς υπέστη τον τοσκικό ρωτακισμό, άρα εισήλθε στην πρωτο-άλβανική κάποια στιγμή πριν από το 650 μ.Χ. , ενώ το πράσον > presh απλώς δείχνει πάχυνση s>sh που ήταν ενεργή μέχρι το 800 μ.Χ. Μπορεί κάλλιστα να έχει υπάρξει σλαβική διαμεσολάβηση μιας και το πράσο στα βουλγαρικά είναι praz (προφέρεται /pras/) και στα Ρουμανικά praz, όπως μας θυμίζει πολύ ωραία ο Baj-Ganjo Balkanski στο παρακάτω βίντεο:

[23:40]

Τέλος, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να θεωρήσουμε, όπως κάνει ο Orel, ότι το αλβανικό lëpjetë προέρχεται άμεσα από το αρχαιοελληνικό λάπαθον. Το λάπαθον εισήλθε στην Λατινική ως lapathum/lapathium και συνεχίζει στην Ισπανική ως lapato και *lapathia > labaza (με tj>ts>z [=/θ/] κανονικά για την ισπανική λ.χ. puteus > putju > putsu > pozo , Martius > Marzo κλπ).

Castellano: aceda, aceda de burro, aceda de culebra, aceda de lagartija, aceda de lobo (2), aceda de perro, aceda de sapo, acedera (4), acedera de burro, acedera de lobo, acedera de perro, acedera de sapo (2), acederones, acederón (3), acedón (2), acerón, acerún, aciderones, alborraza, azadera, azaderones, balaera, calbernia, calbeña, carbanas, carbaza (3), carbazana, carbazón, carbaña, carbena, carbey, cardeña, carpaza (2), espinaca de campo, espinaca silvestre, espinaca vinagrera, hojas de sapo, labaza, lamparda, lampaza, lapato, lengua de perro, lápato, mastranzo, paniega (3), paradella, parpucha, romanza (3), romanzas, romaza (5), romaza aglomerada (3), romaza aguda, romaza blanca, romaza borracha, romaza de hoja aguda, romaza silvestre, romaza vulgar (4), romazas, romazón, vinagrera, vinagrera amarga, yoreira.[5] (El número entre paréntesis indica las especies que tienen el mismo nombre en España).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s