Εθνολογικές παρατηρήσεις στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής #Α5: Ρωμαϊκή ιδεολογία και Ελληνική παιδεία

Σε αυτήν την ανάρτηση θα περιγράψω την θέση που έχουν η Ρωμαϊκή Ιδεολογία και η Ελληνική Παιδεία στα πρώτα 8 βιβλία της Αλεξιάδας.

 

Α) Ρωμαϊκή Ιδεολογία

 

Η παραδοσιακή «βυζαντινή» ιδεολογία βασίζεται στην ιδέα της translatio imperii που επιτέλεσε ο πρώτος Χριστιανός Ρωμαίος αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος από την παλαιά και γηραιά Ρώμη στην Νέα Ρώμη που ο ίδιος ίδρυσε και φέρει το όνομά του (Κωνσταντινούπολη). Ο σχεδόν σύγχρονος της Κομνηνής Κωνσταντίνος Μανασσής στην έμμετρή του Χρονική Σύνοψη περιγράφει αυτή την translatio imperii με τα λόγια:

[στίχοι 2313-2332]

Ὁ Κωνσταντῖνος τοιγαροῦν τοῦ Κώνσταντος τὸ λάχος ὡς πατρικὸν παραλαβών, καὶ βλέπων τὰ Ῥωμαίων κακῶς περιστροβούμενα ζάλαις ἀλλεπαλλήλοις ὡς τῆς ἀρχῆς εἰς πλείονας ἀρχὰς διῃρημένης (ἦρχε καὶ γὰρ Μαξέντιος, καὶ μεταὐτοῦ Σεβῆρος, καὶ Μαξιμῖνος σὺν αὐτῷ μετὰ τοῦ Γαλλερίου), ἐγείρει μάχας καταὐτῶν, κατατροποῦται πάντας, καὶ βασιλεὺς καθίσταται καὶ κράτωρ μονοκράτωρ, καὶ θρέμμα γίνεται Χριστοῦ σεπτῆς ἀγελαρχίας, πρῶτος ἀνάκτων τῷ Χριστῷ προσκολληθεὶς γνησίως. οὗτος καθεῖλε τοὺς βωμούς, ἔκλεισε τὰ τεμένη ἐν οἷς προσῆγον Ἕλληνες δαίμοσι τὰς θυσίας, καὶ τῶν αἰσχρῶν ἐναγισμῶν καὶ ῥυπαρῶν ὀργίων σχολὴν κατεψηφίσατο καὶ πάσης βδελυρίας. καὶ γέγονε περίτρανος σάλπιγξ ἀργυροσάλπιγξ, ἀπἄκρων γῆς εἰς ἄκρα γῆς ἠχοῦσα καὶ βοῶσα, καὶ πανταχῇ σαλπίζουσα τὴν εἰς τὸν κτίστην πίστιν. πόλεως δὲ βουλόμενος δομήτωρ χρηματίσαι τὴν τῶν τυφλῶν κατέλαβε Χαλκηδονίων πόλιν. καὶ κτίζειν ἀπαρξάμενος πρᾶγμα κατεῖδε ξένον· καὶ γὰρ μεγαλοπτέρυγες ὄρνιθες ἐπιπτάντες τοὺς λίθους ἀφαρπάσαντες μετήνεγκαν ἐκεῖθε ἐπὶ τὴν πόλιν Βύζαντος τὴν περικαλλεστάτην. ὁ τοίνυν θεοφρούρητος αὐτάναξ Κωνσταντῖνος οὐκ ἀπὸ τύχης ἐγνωκώς, ἀλλοὐδἐκ ταυτομάτου συμβῆναι τὸ γενόμενον τοῦτο περὶ τοὺς λίθους, ἐκεῖθεν μεταθέμενος στρέφει τὴν γνώμην ὅλην ἐπὶ τὴν πανευδαίμονα πόλιν τῶν Βυζαντίων, καὶ πόλιν ὀλβιόπολιν αὐτῇ προσανεγείρει, πόλιν τὴν μεγαλόπολιν, πόλιν τὴν νέαν Ῥώμην, Ῥώμην τὴν ἀρρυτίδωτον, τὴν μήποτε γηρῶσαν, Ῥώμην ἀεὶ νεάζουσαν, ἀεὶ καινιζομένην, Ῥώμην ἀφἧς προχέονται χαρίτων αἱ συρμάδες, ἣν ἤπειρος προσπτύσσεται, θάλασσα δεξιοῦται, ἠπίως ἀγκαλίζονται παλάμαι τῆς Εὐρώπης, ἀντιφιλεῖ δἑτέρωθεν τὸ τῆς Ἀσίας στόμα.

Ο «πρῶτος ἀνάκτων τῷ Χριστῷ προσκολληθεὶς γνησίως» λοιπόν «θεοφρούρητος αὐτάναξ Κωνσταντῖνος» (στην πραγματικότητα βέβαια παίζει να μην βαπτίστηκε ποτέ ή να ψευτοβαπτίστηκε) που «ἔκλεισε τὰ τεμένη ἐν οἷς προσῆγον Ἕλληνες δαίμοσι τὰς θυσίας» (στην πραγματικότητα ο Μέγας Θεοδόσιος τα έκανε αυτά), «ἐκεῖθεν μεταθέμενος στρέφει τὴν γνώμην ὅλην ἐπὶ τὴν πανευδαίμονα πόλιν τῶν Βυζαντίων» και «πόλιν ὀλβιόπολιν αὐτῇ προσανεγείρει, πόλιν τὴν μεγαλόπολιν, πόλιν τὴν Νέαν Ῥώμην, Ῥώμην τὴν ἀρρυτίδωτον, τὴν μήποτε γηρῶσαν, Ῥώμην ἀεὶ νεάζουσαν, ἀεὶ καινοζομένην, Ῥώμην ἀφ΄ἧς προχέονται χαρίτων αἱ συρμάδες».

Αυτός είναι εν ολίγοις ο ιδρυτικός μύθος των Ρωμαίων της Ανατολής που, από ένα σημείο και έπειτα, είναι οι μόνοι επιβιώσαντες Ρωμαίοι. Τα πράγματα αλλάζουν στα τέλη του 8ου αιώνα όταν το Βατικανό παρουσιάζει το αποδεδειγμένα πλαστό έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Δωρεά του Κωνσταντίνου» (Donatio Constantini) σύμφωνα με το οποίο, ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγνώρισε όχι μόνο το εκκλησιαστικό πρωτείο του Πάπα, αλλά και την ιδιότητα του επιτρόπου (= αυτός που ασκεί την πολιτική εξουσία ελλείψεως ενήλικα αυτοκράτορα). Δηλαδή, βάσει αυτού το πλαστού εγγράφου, ο Πάπας είχε πλέον την ιδιότητα να στέψει ως Imperator Romanorum όποιον επιθυμούσε, κάτι που φυσικά έκανε λίγο αργότερα, όταν τα Χριστούγεννα του 800 έστεψε τον Καρλομάγνο ως Ρωμαίο Αυτοκράτορα (σε μια εποχή που στην Ρωμαΐδα δεν υπήρχε αρσενικός αυτοκράτορας, αλλά η αυτοκράτειρα Ειρήνη). Η θέση των Ρωμαίων της Ρωμαΐδας φυσικά ήταν να μην αναγνωρίσουν τον τίτλο Imperator Romanorum = Βασιλεύς Ρωμαίων του Καρλομάγνου και των διαδόχων του, αλλά να τους βλέπουν ως «ῥῆγες» (< ῥῆξ < rēx) Δύσεως/Φραγκίας/Αλαμανίας/Νεμιτζίας κλπ. H αντίδραση των Δυτικών ήταν ν΄απαρνηθούν την Ρωμαϊκότητα των -μέχρι τότε μοναδικών- Ρωμαίων και να τους αποκαλούν «Γραικούς». Μόλις ο Πάπας αποφάσισε να εμπλακεί στα πολιτικά, η πολιτική ηγεσία της Κωνσταντινούπολης πήρε ακραία θέση και στα εκκλησιαστικά, διακηρύττοντας το Πρωτείο του Πατριαρχείου έναντι του Βατικανού. Όταν ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας ήρθε στην Κωνσταντινούπολη ως πρέσβης του Πάπα και του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α΄ ζητώντας να δει τον «αυτοκράτορα των Γραικών» Νικηφόρο Φωκά, πήρε την ακόλουθη απάντηση στα Ελληνικά που ο ίδιος στο βιβλίο του μετέφρασε στα Λατινικά:

Papa fatuus, insulsus, ignorat Constantinum sanctum imperialia sceptra huc transvexisse, senatum omnem, cunctamque Romanam militia. Romae vero vilia mancipia, piscatores scilicet, cupedinarios, aucupes, nothos, plebeios, servos tantummodo dimisisse“.

Ο χαζός και ανόητος Πάπας αγνοεί ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος μετέφερε εδώ τα σκήπτρα της αυτοκρατορικής εξουσίας, μαζί με όλη τη σύγκλητο και όλους τους Ρωμαίους Ιππείς και δεν άφησε πίσω στην παλαιά Ρώμη παρά τους ασήμαντους ψαράδες, μάγειρες, τους κυνηγούς, τα νόθα παιδιά, τους πληβείους και τους δούλους».

«Αν είναι δυνατόν ο Αύγουστος Νικηφόρος ν΄αποκαλείται προσβλητικά αυτοκράτωρ «των Γραικών» και ο σισυρένδυτος βάρβαρος από την Σαξονία (Όθων Α΄) ν΄αποκαλείται αυτοκράτωρ «των Ρωμαίων» !!!» είναι η απάντηση που έλαβε ο Λιουτπράνδος σε άλλο σημείο των συνομιλιών.

Ποια είναι η θέση της Άννας Κομνηνής στο θέμα της Ρωμαϊκής Ιδελογίας των «βυζαντινών»;

1) Δήλωση της translatio imperii του Κωνσταντίνου και του Πατριαρχικού Πρωτείου:

[1.13.1] Ξυμπίπτει δὲ μεταξὺ καί τι τοιοῦτον, ὅπερ ἄξιον ἀφηγήσασθαι· ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο εἰς εὐτυχίαν τούτου ἀνα φερόμενον. Καὶ γὰρ καὶ τοὺς τῆς δύσεως ἅπαντας ἀρχηγοὺς ἀναχαιτίζεσθαι τῆς πρὸς τοῦτον φορᾶς σφόδρα τῆς τῶν πραγμάτων εὐροίας τῷ βαρβάρῳ λογίζομαι, ἁπαν ταχόθεν τῆς τύχης αὐτῷ συνεργούσης καὶ ἐπαιρούσης εἰς τυραννίδα καὶ πᾶν τὸ ἐπωφελὲς περαιουμένης. Ὁ γάρ τοι πάπας τῆς Ῥώμης (γενναία δὲ αὕτη ἀρχὴ καὶ στρατεύμασι παντοδαποῖς περιφραττομένη) μετὰ τοῦ ῥηγὸς Ἀλαμανίας Ἐνερίχου διαφορὰν ἐσχηκὼς ἐβούλετο πρὸς συμμαχίαν ἑλκύσαι Ῥομπέρτον ἤδη περιφανέστατον γεγονότα καὶ πρὸς μεγάλας ἀρχὰς ἀκμάσαντα.

[1.13.2] Ἡ δὲ διαφορὰ ῥηγός τε καὶ πάπα τοιαύτη τις ἦν. Ὁ μὲν γὰρ κατῃτιᾶτο τὸν ῥῆγα Ἐνέριχον ὡς τὰς ἐκκλησίας οὐ προῖκα διδόντα, ἀλλὰ δωρημάτων ἀποδιδόμενον καί που καὶ ἀναξίοις ἀνδράσι τὴν ἀρχιερωσύνην καταπιστεύοντα καὶ τοιούτων ἐγκλημάτων ἐδίωκεν. Ὁ δέ γε ῥὴξ Ἀλαμανίας τυραννίδος τὸν πάπαν ἐγράφετο, ὡς ἄτερ γνώμης αὐτοῦ τὸν ἀποστολικὸν ἐξαρπάσειε θρόνον. Καί που καὶ ἀπηναισχυντήκει πρὸς τοῦτον καὶ ἰταμωτέροις ἐχρήσατο λόγοις, ὡς, εἰ μὴ ἐκσταίη τῆς αὐθαιρέτου προεδρίας, μεθ’ ὕβρεως ἐκεῖθεν ἀπελαθήσεται.
[1.13.3] Τούτων οὖν ἀκούσας ὁ πάπας τῶν λόγων κατὰ τῶν πρέσβεων εὐθὺς ἐμεμήνει καὶ αἰκισάμενος πρότερον ἀπανθρώπως, εἶτα καὶ κείρας τὰς κεφαλὰς καὶ ἐπικείρας τοὺς πώγωνας, τὰς μὲν ψαλίσι, ξυρῷ δὲ τοὺς πώγωνας, καὶ ἄλλο τι προσεξεργασάμενος ἀτοπώτατον καὶ βαρβαρικὴν ὕβριν ὑπερελαῦνον ἀφῆκεν. Εἶπον ἂν καὶ τὴν ὕβριν, εἰ μή με καὶ γυναικεία καὶ βασιλικὴ ἐπεῖχεν αἰδώς. Ἐκεῖνο γὰρ οὐχ ὅπως ἀνάξιον ἀρχιερέως τὸ παρ’ ἐκείνου πραχθέν, ἀλλ’ οὐδ’ ὅλως ἀνθρώπου Χριστιανικὸν ἐπιφερομένου καὶ τοὔ νομα. Ἐβδελυξάμην καὶ τὸ ἐνθύμημα τοῦ βαρβάρου, μὴ ὅτι γε τοὖργον, ἐπεὶ καὶ τὸν γραφέα κάλαμον καὶ τὸν χάρτην ἐμόλυνα ἄν, εἰ τὸ πραχθὲν κατὰ μέρος διεξῄειν. Ἀλλ’ εἰς παράστασιν καὶ βαρβαρικῆς ὕβρεως καὶ ὅτι ὁ χρόνος ῥέων ἤθη ἀνδρῶν παντοδαπὰ πρὸς κακίαν ἀναφύει καὶ πάντολμα, ἀρκέσει αὐτὸ τοῦτο τὸ μηδὲ μικρόν τι τοῦ πραχθέντος ἀνασχέσθαι ἡμᾶς παρεμφῆναι ἢ διηγήσασθαι.
[1.13.4] Καὶ ταῦτα ἀρχιερέως, ὦ δίκη, καὶ ταῦτα πρώτου ἀρχιερέως καὶ ταῦτα προκαθημένου τῆς οἰκουμένης ἁπάσης γενομένου, ὥσπερ οὖν καὶ οἱ Λατῖνοι λέγουσί τε καὶ οἴονται· ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο τῆς ἀλαζονείας αὐτῶν. Μεταπεπτωκότων γὰρ τῶν σκήπτρων ἐκεῖθεν ἐνθάδε εἰς τὴν ἡμεδαπήν τε καὶ ἡμετέραν βασιλίδα πόλιν καὶ δὴ καὶ τῆς συγκλήτου καὶ ἅμα πάσης τῆς τάξεως μεταπέπτωκε καὶ ἡ τῶν θρόνων ἀρχιερατικὴ τάξις. Καὶ δεδώκασιν οἱ ἀνέκαθεν βασιλεῖς τὰ πρεσβεῖα τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ μάλιστα ἡ ἐν Χαλκηδόνι σύνοδος εἰς περιωπὴν πρωτίστην τὸν Κωνσταντινουπόλεως ἀναβιβασαμένη τὰς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην διοικήσεις ἁπάσας ὑπὸ τοῦτον ἐτάξατο.

Η Κομνηνή λοιπόν, αφού μας ξεκαθαρίζει ότι ο Πάπας είναι βάρβαρος (= μη Ρωμαίος) διακατεχόμενος από βαρβαρική ύβρη που διαφώνησε με τον «ῥήγα» (= όχι Imperator Romanorum) της Αλαμανίας Ενέριχο, περιγράφει την translatio imperii ως «μεταπεπτωκότων γὰρ τῶν σκήπτρων ἐκεῖθεν ἐνθάδε εἰς τὴν ἡμεδαπήν τε καὶ ἡμετέραν βασιλίδα πόλιν καὶ δὴ καὶ τῆς συγκλήτου καὶ ἅμα πάσης τῆς τάξεως» και προσθέτει «μεταπέπτωκε καὶ ἡ τῶν θρόνων ἀρχιερατικὴ τάξις. Καὶ δεδώκασιν οἱ ἀνέκαθεν βασιλεῖς τὰ πρεσβεῖα τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ μάλιστα ἡ ἐν Χαλκηδόνι σύνοδος εἰς περιωπὴν πρωτίστην τὸν Κωνσταντινουπόλεως ἀναβιβασαμένη τὰς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην διοικήσεις ἁπάσας ὑπὸ τοῦτον ἐτάξατο».

Δηλαδή μας λέει ότι το Πατριαρχείο της Κων/πόλεως απέκτησε το εκκλησιαστικό πρωτείο ταυτόχρονα με την translatio imperii από την Παλαιά στην Νέα Ρώμη και ότι η πρωτοκαθεδρία του αναγνωρίστηκε στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας που έγινε το 451. Η αλήθεια βέβαια είναι λίγο διαφορετική. Ο πρώτος Πατριάρχης που προσέθεσε επίσημα στον τίτλο του το επίθετο «Οικουμενικός» ήταν ο Ιωάννης Νηστευτής στα τέλη του 6ου μ.Χ. αι., δύο αιώνες μετά την translatio imperii και, φυσικά, αμέσως ξέσπασε διαφωνία με το Βατικανό.

2) Ο θεοφύλακτος Αλέξιος

Σύμφωνα με την Κομνηνή, ο Θεός προστάτευε τον Αλέξιο σαν πολύτιμο αγαθό, γιατί μέσω αυτού είχε σκοπό ν΄αναβιώσει την Ρωμαϊκή εξουσία (τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα):

[1.6.9] Ἔνεστι δὲ τῷ βουλομένῳ ἐντεῦθεν κατανοεῖν, ὅπως τὸν Κομνηνὸν ἐς μείζονα ἀξίαν παρεφυλάττετο ὁ Θεὸς καθάπερ τι χρῆμα τίμιον τὰ Ῥωμαίων σκῆπτρα δι’ αὐτοῦ ἐπανακαλέσασθαι θέλων.

3) Τα παλαιά θρυλικά Ρωμαϊκά σύνορα

Αφού μας εξηγεί ότι τα παλαιά θρυλικά Ρωμαϊκά σύνορα ήταν οι Στύλες του Ηρακλέους (Ατλαντικός Ωκεανός) και αυτές του Διονύσου (σύνορα Ινδίας), η Κομνηνή προσθέτει πως ο Αλέξιος παρέλαβε τα Ρωμαϊκά σύνορα συρρικνωμένα «μέχρι την Αδριανούπολη στα δυτικά και μέχρι τον Βόσπορο στα ανατολικά» και κατάφερε να τα επεκτείνει μόνο μέχρι την Αδριατική και μέχρι τον Ευφράτη, επειδή είχε ν΄αντιμετωπίσει τεράστιες δυσκολίες. Αν όμως δεν υπήρχαν αυτές οι δυσκολίες, Ο Αλέξιος θα είχε καταφέρει ν΄αποκαταστήσει τα παλαιά θρυλικά σύνορα.

[6.11.3] Ἦν μὲν γὰρ ὅτε οἱ ὅροι τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας αἱ ἀμφότεραι στῆλαι ἦσαν ἀνατολὴν καὶ δύσιν περιορίζουσαι, ἐξ ἑσπέρας μὲν αἱ τοῦ Ἡρακλέους ὀνομαζόμεναι, ἐξ ἕω δὲ αἱ ἀγχοῦ που ἱστάμεναι τοῦ Ἰνδικοῦ πέρατος αἱ τοῦ Διονύσου. Κατὰ γὰρ πλάτος οὐκ ἔστιν εἰπεῖν ὅσον ἦν τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλείας τὸ κράτος Αἴγυπτος καὶ Μερόη καὶ Τρωγλοδυτικὴ πᾶσα καὶ τὰ ἐγγύθεν τῆς διακεκαυμένης καὶ τὰ ἐξ ἑτέρου μέρους ἡ περιθρύλλητος Θούλη καὶ ὅσα ἔθνη βόσκει τὸ κλίμα τὸ Βόρειον, οἷς κατὰ κορυφὴν ὁ Βόρειος ἵσταται πόλος. Ἀλλ’ ἐπ’ ἐκείνῳ γε τοῦ καιροῦ ἐκ μὲν ἀνατολῆς ὁ γείτων Βόσπορος ὅριον τῶν Ῥωμαϊκῶν σκήπτρων, ἐκ δὲ τῆς ἑσπέρας ἡ Ἀδριανοῦ καθίστατο πόλις. Ἀλλ’ ὅ γε βασιλεὺς Ἀλέξιος ἀμφοτέραις ὥσπερ παίων χερσὶ τοὺς ἑκατέ ρωθεν ἐπιτιθεμένους βαρβάρους καὶ καθάπερ ἀπὸ κέντρου τῆς Βυζαντίδος περιορχούμενος ηὐρύνετο τὸν κύκλον τῆς βασιλείας καὶ ἐκ μὲν ἑσπέρας τὸν Ἀδρίαντος πόντον ἔθετο ὅριον, ἐκ δὲ τῆς ἀνατολῆς Εὐφράτην καὶ Τίγρητα. Καὶ ἂν εἰς τὴν προτέραν εὐδαιμονίαν τὴν βασιλείαν ἀνενεώσατο, εἰ μή γε οἱ ἐπάλληλοι ἀγῶνες καὶ οἱ πυκνοὶ πόνοι καὶ κίνδυνοι (ἦν γὰρ καὶ ἀμφότερα ὁ αὐτοκράτωρ μεγαλοκίνδυνός τε καὶ πυκνοκίνδυνος) τοῦτον ἀπέστησαν τοῦ ὁρμήματος.

4) Οι Πορφυρογέννητοι και η Πορφύρα

Η Κομνηνή μας εξηγεί ότι τα παιδιά των αυτοκρατόρων που γεννιούνται όσο οι γονείς τους είναι εν ενεργεία αυτοκράτορες ονομάζονται Πορφυρογέννητα, επειδή γεννιούνται στον θάλαμο του παλατιού που ονομάζεται Πορφύρα. Αυτός ο θάλαμος ονομάζεται έτσι επειδή είναι φτιαγμένος από τον λίθο πορφύρα, τον οποίον οι πρώτοι («ἀνέκαθεν») βασιλείς [της Νέας Ρώμης] έφεραν μαζί τους από την [παλαιά] Ρώμη. Αυτός ο μύθος προφανώς πλάστηκε για να ενισχύσει την αρχή της translatio imperii: Οι Πορφυρογέννητοι γεννιούνται σε έναν χώρο, τα υλικά του οποίου είχαν έρθει μαζί με τα Ρωμαϊκά σκήπτρα της εξουσίας από την αρχαία Ρώμη

[7.2.3-4] Σὺν οἷς καὶ οἱ δύο υἱεῖς Διογένους τοῦ αὐτοκράτορος, Νικηφόρος τε καὶ Λέων, οἳ μετὰ τὸ ἀνενεχθῆναι αὐτὸν εἰς τὴν τῆς βασιλείας περιωπὴν ἐν τῇ πορφύρᾳ ἐξ αὐτοῦ ἐτέχθησαν κἀντεῦθεν πορφυρογέννητοι προσηγορεύθησαν. Ἡ δὲ πορφύρα οἴκημά τί ἐστι κατὰ τὰ ἀνάκτορα ἐξ αὐτῆς τῆς βάσεως μέχρι τῆς τοῦ ὀρόφου κινήσεως διὰ τετραγώνου συμπληρούμενον σχήματος, ἐκεῖθεν δὲ εἰς πυραμίδα ἀποτελευτῶν, ἀφορῶν μὲν ὡς πρὸς θάλατταν πρὸς τὸν λιμένα, οὗπερ οἱ πέτρινοι βόες καὶ οἱ λέοντες, διὰ μαρμάρων δὲ τό τε ἔδαφος κατέστρωτο καὶ οἱ τοῖχοι περιεστέλλοντο, οὐ τῶν τυχόντων οὐδὲ τῶν ἄλλων ὁπόσοι εὐποριστότεροι τῶν τιμιωτέρων λίθων εἰσίν, ἀλλ’ ἐξ ὧν ἀπὸ Ῥώμης οἱ ἀνέκαθεν βασιλεῖς ἐπεσύροντο. Ἔστι δὲ οὗτος ὁ λίθος τὸ ὅλον εἰπεῖν πορφυροῦς δι’ ὅλου καὶ οἷον στίγματά τινα ψαμμοειδῆ λευκὰ αὐτῷ περιτρέχουσιν. Ἐκ τουτωνὶ τῶν λίθων, οἶμαι, πορφύραν τὸ οἴκημα οἱ ἀνέκαθεν ὠνόμασαν.

 

Β) Ελληνική Παιδεία

 

1) Εκτός όμως από την Ρωμαϊκή κληρονομιά της, η Άννα Κομνηνή είναι υπερήφανη και για το «Ἑλληνίζειν» που σπούδασε «ἐς ἄκρον» μαζίμε την ρητορική, τις Αριστοτελικές τέχνες και τους Πλατωνικούς διαλόγους, όπως μας εξηγεί στην αρχή του προοιμίου της:

[Προοίμιο, 1.2] Ταῦτα δὲ διεγνωκυῖα ἐγὼ Ἄννα, θυγάτηρ μὲν τῶν βασιλέων Ἀλεξίου καὶ Εἰρήνης, πορφύρας τιθήνημά τε καὶ γέννημα, οὐ γραμμάτων οὐκ ἄμοιρος, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἑλληνίζειν ἐς ἄκρον ἐσπουδακυῖα καὶ ῥητορικῆς οὐκ ἀμελετήτως ἔχουσα καὶ τὰς Ἀριστοτελικὰς τέχνας εὖ ἀναλεξαμένη καὶ τοὺς Πλάτωνος διαλόγους καὶ τὸν νοῦν ἀπὸ τῆς τετρακτύος τῶν μαθημάτων πυκάσασα

Η αποκατάσταση της Ελληνικής Παιδείας και των [αρχαίων] Ελλήνων ως προτύπων αρετής ξεκίνησε τον 11ο αιώνα από τους Ιωάννη Μαυρόποδα και Μιχαήλ Ψελλό οι οποίοι ξεκινάνε ένα νέο ρεύμα που, κατά τον επόμενο αιώνα θα δημιουργήσει ακμαίους ελληνιστές όπως ο Ιωάννης Τζέτζης και ο Ευστάθιος της Θεσσαλονίκης . Ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Τζέτζης, θα φτάσουν στο σημείο να φλερτάρουν με την Ελληνική εθνοτική ταυτότητα. Περιγράφοντας την καταγωγή των γονιών του, ο Τζέτζης γράφει πως η μητέρα του ήταν «Ιβηρίδα» (= Γεωργιανή) αριστοκράτισσα και ο πατέρας του «καθαρός Έλληνας» από την Κων/πολη. Αλλού γράφει ότι είναι παράλογο και αντιστόρητο «εμείς του Ελληνικού γένους» να χρησιμοποιούμε τον [κλασικίζοντα] όρο «Αύσονες» (όρος που στην ύστερη αρχαιότητα σήμαινε Ρωμαίος εξ Ιταλίας). Για τον Τζέτζη «Αύσονες» ήταν οι βάρβαροι (= μη ελληνόφωνοι) Ρωμαίοι του παλαιού καιρού. Γράφει ο Αντώνης Καλδέλλης για την περίπτωση του Τζέτζη:

Tzetzes

Βέβαια, όπως γράφει και ο Καλδέλλης, αυτές οι ρητορικές χρήσεις του όρου «Ἕλληνες» δεν είχαν καμία σημασία στην πραγματική ζωή. Αυτοί οι αττικίζοντες «Ἕλληνες» ήταν μια τριανταριά νοματαίοι σε έναν πληθυσμό 8-10 εκατομμυρίων που συγκεντρώνονταν στα «θέατρα» της Κωνσταντινουπόλεως και χρησιμοποιούσαν την Ελληνική παιδεία (= αττικίζουσα γλώσσα και γνώση των κλασικής γραμματείας) όχι ως εθνοτικό δείκτη, αλλά ως κοινωνικό. Με άλλα λόγια, δεν τους ενδιέφερε να θέσουν τις βάσεις ενός «Ελληνικού» γένους, αλλά να χρησιμοποιήσουν την Ελληνική τους παιδεία για να ξεχωρίσουν από το «απαίδευτο» και «βάρβαρο» πλήθος.

theatra

2) Για την Άννα Κομνηνή οι «Ἕλληνες» ήταν ένας λαός του παρελθόντος. Στα 8 πρώτα βιβλία της Αλεξιάδας μας πληροφορεί ότι:

– Ο παραλίγο σύζυγός της Κωνσταντίνος Δούκας ήταν τόσο όμορφος, σαν να καταγόταν από το «χρυσό γένος» που έλεγαν οι  «Ἕλληνες» (= αρχαίοι συγγραφείς, ειδικότερα ο Ησίοδος και ο Πλάτων):

[1.12.3] Πάλιν δὲ μεμνημένη τοῦ νεανίσκου τούτου παθαίνομαι τήν τε ψυχὴν καὶ τοὺς λογισμοὺς συγχέομαι· Ἀνακόπτομαι δὲ τὴν ἀμφὶ τοῦτον διήγησιν φυλάττουσα πάντα καιρῷ τῷ προσήκοντι. Τοῦτο δὲ μόνον οὐχ ὑπομένω μὴ λέγειν, κἂν ἔξω τοῦ καιροῦ λέγοιμι, ὡς ἄγαλμα φύσεως ἦν ὁ νεανίας ἐκεῖνος καὶ Θεοῦ χειρῶν, ὡς οὕτως εἰπεῖν, φιλοτίμημα. Εἰ γὰρ καὶ μόνον ἐθεάσατό τις αὐτόν, εἶπεν ἂν ὡς τοῦ παρ’ Ἕλλησι μυθευομένου χρυσοῦ γένους ἀπορροή· οὕτως ἀμήχανον εἶχε τὸ κάλλος.

– Ο Ιωάννης Ιταλός, την περίπτωση του οποίου θα εξετάσω πιο κάτω, έγινε μαθητής του Μιχαήλ Ψελλού που είχε γίνει περιβόητος για την σοφία του, μιας και είχε «εἰς ἄκρον» μελετήσει λεπτομερώς «καὶ τὰ Ἑλλήνων καὶ Χαλδαίων».

[5.8.3] Οὕτως οὖν τοὺς ἐνταῦθα ἔχοντας ὁ Ἰταλὸς εὑρηκὼς καὶ ἀνδράσιν ὁμιλήσας σχολαστικοῖς καὶ ἀμειλίκτοις καὶ τὸ ἦθος ἀγρίοις (ἧσαν γὰρ τότε καί τινες περὶ τὴν βασιλεύου σαν τοιοῦτοι) παιδείας τοίνυν ἐξ ἐκείνων λογικῆς μετασχὼν καὶ Μιχαὴλ ἐκείνῳ τῷ Ψελλῷ ἐν ὑστέρῳ προσωμίλησεν, ὃς οὐ πάνυ τι παρὰ διδασκάλοις σοφοῖς ἐφοίτησε, διὰ φύσεως δὲ δεξιότητα καὶ νοὸς ὀξύτητα, τυχὼν μέντοι καὶ Θεοῦ ἀρωγοῦ πρὸς τούτοις διὰ τὴν τῆς μητρὸς θερμοτά την ἱκεσίαν ἐπαγρυπνούσης συχνῶς τῷ ἐν τῷ ναῷ τοῦ Κύρου τῆς θεοτόκου σεπτῷ εἰκονίσματι καὶ θερμοῖς τοῖς δάκρυσιν ὑπὲρ τοῦ παιδὸς ἐκκαλουμένης, εἰς ἄκρον σοφίας ἁπάσης ἐληλακὼς καὶ τὰ Ἑλλήνων καὶ Χαλδαίων ἀκριβωσάμενος γέγονε τοῖς τότε χρόνοις περιβόητος ἐν σοφίᾳ.

Στα παραπάνω χωρία, ο όρος «Ἕλληνες» χρησιμοποιείται με τον κανονικό βυζαντινό τρόπο: «Ἕλληνες» ήταν οι αρχαίοι παγανιστές με τους οποίους «εμείς» οι Χριστιανοί Ρωμαίοι δεν σχετιζόμαστε.

3) Ο Αλέξιος ενθάρρυνε τους φιλομαθείς προς την μελέτη, συμβουλεύοντάς τους πρώτα ν΄ασχοληθούν με την μελέτη των «θείων βίβλων» και ύστερα ν΄αποκτήσουν «Ἑλληνική παιδεία»:

[5.9.4] Ἀλλὰ ταῦτα μὴν ἦσαν πρὸ τοῦ ἀναχθῆναι τὸν ἐμὸν πατέρα εἰς τὴν τῆς βασιλείας περιωπήν· ἐπεὶ δὲ τὰ ὡδὶ παιδείας εὗρεν ἁπάσης ἐνδεῶς ἔχοντα καὶ τέχνης λογικῆς, τοῦ λόγου πόρρω που ἀπελαθέντος, αὐτὸς εἴ που σπινθῆρές τινες ἦσαν τούτου ὑπὸ σποδιᾷ κρυπτόμενοι, ἀναχωννύειν ἠπείγετο. Καὶ τοὺς ὅσοι περὶ τὰ μαθήματα ἐπιρρεπῶς εἶχον (ἦσαν γάρ τινες καὶ οὗτοι βραχεῖς, καὶ οὗτοι μέχρι τῶν Ἀριστοτελικῶν ἑστηκότες προθύρων), τούτους πρὸς μάθησιν ὀτρύνων οὐκ ἐνεδίδου, προηγεῖσθαι δὲ τὴν τῶν θείων βίβλων μελέτην τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας ἐπέτρεπε.

4) Υπάρχει όμως ένα χωρίο στο οποίο η Κομνηνή δείχνει μια ενδιαφέρουσα καινοτομία. Όλοι οι συγγραφείς πριν από αυτήν διαχωρίζουν την «Ἑλληνικὴν» παιδεία από την «ἡμετέρα» Χριστιανική ως «ἔξω/ἔξωθεν/θύραθεν» (= από έξω/όχι δική μας). Λ.χ. ο Σκυλίτσης που έγραψε γύρω στο 1090 μ.Χ. αναφέρει ότι ο Καίσαρ Βαρδάς που ίδρυσε την Μαγναύρα αναβίωσε την «ἕξω» σοφία, που παρακάτω την ονομάζει «Ἐλληνικὰ μαθήματα» όταν γράφει ότι Αλ Μαμούν ενδιαφερόταν γι΄αυτήν:

[Μιχ. 3.14-15] ὁ Βάρδας δὲ διεῖπε τὰ πολιτικὰ καὶ τῆς βασιλείας κατεστοχάζετο, ὡς αὐτὴν εὐκαίρως παραληψόμενος. ἐπεμελήθη δὲ καὶ τῆς ἔξω σοφίας (ἦν γὰρ ἐκ πολλοῦ χρόνου παραρρυεῖσα
καὶ πρὸς τὸ μηδὲν ὅλως χωρήσασα τῇ τῶν κρατησάντων ἀγροικίᾳ καὶ ἀμαθίᾳ), διατριβὰς ἑκάστῃ τῶν ἐπιστημῶν ἀφορίσας, τῶν μὲν ἄλλων, ὅπῃ περ ἔτυχε, τῆς δ’ ἐπὶ πᾶσιν ἐπόχου φιλοσοφίας κατ’ αὐτὰ τὰ βασίλεια ἐν τῇ Μαγναύρᾳ. καὶ οὕτως ἐξ ἐκείνου ἀνηβάσκειν αἱ ἐπιστῆμαι ἤρξαντο. τοῦτο τὸ ἔργον κάλλιστόν τε καὶ περιβόητον ὂν οὐκ ἴσχυσεν ἀποπλῦναι τὰς ἐνούσας ἄλλας τῷ Βάρδᾳ κῆρας. […] ὁ δὲ τοῦδε
καιροῦ τῶν Ἰσμαηλιτῶν κατάρχων Μαμοὺμ ἄλλοις τε μαθήμασιν Ἑλληνικοῖς σχολάζων, καὶ δὴ καὶ γεωμετρίας διαφερόντως ἐξεχόμενος ἦν.

Ο δε Λέων ο Παφλαγόνιος που έγινε αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας κατείχε τόσο την «ἡμετέραν» όσο και την «θύραθεν» παιδεία:

[Μιχ. 4.10] καὶ Ἰωάννου δὲ τοῦ Βουλγαρίας ἀρχιεπισκόπου κοιμηθέντος, ἕτερον ὁ βασιλεὺς προχειρίζεται, Παφλαγονίας μὲν ὁρμώμενον, κἂν τῇ μεγάλῃ δὲ ἐκκλησίᾳ διαπρέψαντα, καὶ τὸ τοῦ χαρτοφυλάκου διακόνημα ἐν πολλοῖς ἔτεσιν διανύσαντα, ἔρωτι δὲ ἡσυχίας καὶ τῷ (τὸ U) μὴ καλῶς τὰ θεῖα οἰκονομεῖσθαι παραιτησάμενον τοὺς ἐν μέσῳ θορύβους, καὶ διὰ τὸ μὴ θέλειν τῷ πατριάρχῃ προσκρούειν ἡσυχάζοντα καὶ ἰδιοπραγοῦντα. οὗτος Λέων μὲν ἐκαλεῖτο, πᾶσαν δὲ παιδείαν ἐξήσκητο τήν τε θύραθεν καὶ τὴν ἡμετέραν, ἐπιστὰς δὲ τῇ Βουλγαρίᾳ πολλὰ μνημεῖα τῆς αὐτοῦ ἀρετῆς καταλέλοιπεν.

Αυτή η αντιπαράθεση της «ἔξω/ἔξωθεν/θύραθεν» Ελληνικής σοφίας/παιδείας προς την «ἡμετέραν» στην ουσία μας θυμίζει ότι οι Χριστιανοί Ρωμαίοι δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση με τους «δυσσεβείς» Ἕλληνες.

Η Κομνηνή όμως μας πληροφορεί ότι ο σύζυγός της ο Καίσαρ Νικηφόρος Βρυέννιος ο Νεότερος κατείχε τόσο την «ἡμετέραν» παιδεία όσο και την «ποτὲ ἡμετέραν» (= αυτή που κάποτε ήταν δική μας)!!!

[7.2.6] Ὁ γὰρ Καῖσαρ οὗτος τοῦ μὲν Ἀλεξίου ἤδη τὰ Ῥωμαίων διέποντος σκῆπτρα γαμβρὸς ἐγεγόνει, τοῦ δὲ Βρυεννίου ἐκείνου ἀπόγονος. Ἀλλ’ ἐνταυθοῖ γενομένη συγχέομαι τὴν ψυχὴν καὶ πάθους ἐμπίπλαμαι. Σοφὸς μὲν γὰρ τὴν γνώμην ἧν οὗτος ὁ ἀνὴρ καὶ τὸν λόγον σοφώτατος. Πάντα γὰρ καὶ ῥώμη καὶ τάχος καὶ κάλλος σώματος καὶ ἁπλῶς ἐς ταὐτὸ συνελθόντα ὅσα ψυχῆς καὶ σώματος ἀγαθά, τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον ἐκόσμησεν. Ἕνα γὰρ αὐτὸν ἐν τοῖς ἅπασιν ἐξοχώτατον καὶ ἡ φύσις ἀνεβλάστησε καὶ ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε. Καὶ οἷον τὸν Ἀχιλλέα ὕμνησεν Ὅμηρος ἐν τοῖς Ἀχαιοῖς, τοιοῦτον ἄν τις εἶπε τὸν ἐμὸν Καίσαρα ἐν τοῖς ὑπὸ τὸν ἥλιον ἅπασιν ἀναπεφηνότα. Οὗτος τοίνυν ὁ Καῖσαρ καὶ τὰ στρατιωτικὰ γεγονὼς ἄριστος οὐκ ἀμελετήτως ἔσχε πρὸς λόγους, ἀλλὰ πᾶσαν βίβλον ἀναπτυξάμενος καὶ εἰς πᾶσαν ἐπιστήμην ἐγκεκυφὼς πολλὴν σοφίαν ἐκεῖθεν ἠρύσατο, ὅση τε ἡμετέρα καὶ ὅση ποτὲ ἡμετέρα.

Εδώ η Ελληνική παιδεία αντιπαραβάλλεται στην «ἡμετέραν» ως «ποτὲ ἡμετέραν» κάτι που σημαίνει ότι ναι τώρα δεν είναι δικιά μας, αλλά κάποτε ήταν! Αυτό σημαίνει ότι ναι μεν εμείς τώρα δεν είμαστε Ἐλληνες, γιατί είμαστε Χριστιανοί Ρωμαίοι, αλλά κάποτε είμασταν. Με άλλα λόγια, η Κομνηνή σε αυτό το χωρίο συνδέει γενεαλογικά τους Χριστιανούς Ρωμαίους με τους αρχαίους Έλληνες, κάτι που κανένας πριν από αυτήν δεν είχε κάνει.

5) Ο Ιωάννης ο Ιταλός

Η Κομνηνή αφιερώνει ένα χωρίο στον Ιωάννη τον Ιταλό και μας πληροφορεί ότι ζούσε στην Ιταλία όταν οι Σικελοί σκέφτονταν ν΄αποστατήσουν, με τη βοηθεία των Ιταλών, κατά των των Ρωμαίων και τελικά ήρθε στην Κων/πολη για να μάθει «τὰ τῶν Ἑλλήνων» (= ελληνική παιδεία) ως μαθητής του Ψελλού, τον οποίο και διαδέχτηκε ως Ύπατος των Φιλοσόφων. Όταν οι Λατίνοι (= Νορμανδοί) και οι Ιταλοί στασίασαν κατά των Ρωμαίων, ο Ιταλός στάλθηκε στην Επίδαμνο ως γνώστης των ιταλικών πραγμάτων. Τελικά πρόδωσε τους Ρωμαίους και κατέφυγε στην Ρώμη. Αργότερα επέστρεψε στην Κωνστατινούπολη στην παλιά του θέση. Αφού μας εξηγεί ότι τα ελληνικά του ήταν αυτά που θα περιμέναμε ν΄ακούσουμε από έναν Λατίνο που ήρθε «εἰς τὴν ἡμεδαπὴν» και ότι η σκέψη του ήταν βάρβαρη, μιλάει για τον αναθεματισμό του από τον Αλέξιο και τους ανθρώπους της εκκλησίας. Κατηγορήθηκε για την διαφθορά των νέων και για το ότι προσπάθησε να εξηγήσει τις διδαχές της εκκλησίας μέσα από τις αρχές της ελληνικής φιλοσοφίας.

[5.8.1] Καταλαβὼν δὲ ταύτην καὶ ἐν συγχύσει τὰ κατὰ τὴν ἐκκλησίαν εὑρὼν οὐδὲ πρὸς βραχύν τινα χρόνον ἀνέ σεως ἔτυχεν. Ἀλλ’ ὁποῖος ἐκεῖνος ἀποστολικὸς ὤν, ἐπεὶ κυμαινομένην τοῖς τοῦ Ἰταλοῦ δόγμασι τὴν ἐκκλησίαν εὗρε, κἂν καὶ κατὰ τοῦ Βρυεννίου ἐβουλεύετο (Κελτὸς δὲ οὗτος τὴν Καστορίαν κατασχών, ὡς εἴρηται), ἀλλ’ οὐδ’ οὕτως ἠμέλει τοῦ δόγματος. Ἐπὶ τούτοις γὰρ καὶ τὰ κατὰ τὸν Ἰταλὸν ἐβλάστησαν μεγάλως τὴν ἐκκλησίαν συνταράττοντα. Οὗτος δὲ ὁ Ἰταλός (δεῖ γὰρ τὰ κατ’ αὐτὸν ἐξ ἀρχῆς αὐτῆς διηγήσασθαι) ὥρμητο μὲν ἐξ Ἰταλίας καὶ ἐν τῇ Σικελίᾳ ἐφ’ ἱκανὸν διέτριψε· νῆσος δὲ αὕτη ἀγχοῦ τῆς Ἰταλίας διακειμένη. Οἱ γὰρ Σικελοὶ ἀποστάντες τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς καὶ εἰς πόλεμον κατ’ αὐτῶν καὶ μάχας ἀπονενευκό τες τοὺς Ἰταλοὺς εἰς συμμαχίαν προὐκαλέσαντο, μεθ’ ὧν καὶ ὁ τοῦ Ἰταλοῦ πατὴρ ἦν ἔχων καὶ τὸν παῖδα μεθ’ ἑαυτοῦ, κἂν μὴ στρατεύσιμον εἶχε τὴν ἡλικίαν, συνεφε πόμενον τούτῳ καὶ συμπαρασκαίροντα καὶ τὰ πολεμικὰ οἷα τὰ τῶν Ἰταλῶν, παιδευόμενον. Τὰ μὲν οὖν πρῶτα τῆς ἡλικίας οὕτως εἶχε τῷ Ἰταλῷ καὶ ἡ πρώτη τοιαύτη τούτῳ καταβολὴ τῆς παιδεύσεως. [5.8.2] Ἐπεὶ δὲ ὁ κλεινὸς ἐκεῖνος Γεώργιος ὁ Μανιάκης τοῦ Μονομάχου τὰ σκῆπτρα τῆς Ῥωμαίων διέποντος τυραννήσας τὴν Σικελίαν κατέσχε, μόλις ἐκεῖθεν ὁ τοῦ Ἰταλοῦ πατὴρ καὶ τὸν παῖδα ἐπιφερόμενος πέφευγε. Καὶ εἰς Λογγιβαρδίαν φυγάδες ἄμφω κατήχθησαν ἔτι ὑπὸ Ῥωμαίους τελοῦσαν. Ἐκεῖθεν δὲ οὗτος ὁ Ἰταλός, οὐκ οἶδ’ ὅπως, τὴν Κωνσταντίνου κατέλαβε παιδείας ἁπάσης καὶ τέχνης λογικῆς οὐκ ἐνδεῶς ἔχουσαν. Καὶ γὰρ ἀπὸ τῆς αὐτοκρατορίας Βασιλείου τοῦ πορφυρογεννήτου καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς τοῦ Μονομάχου βασιλείας ὁ λόγος, εἰ καὶ τοῖς πλείοσιν ἐρρᾳθύμητο, ἀλλ’ οὖν γε πάλιν οὐ καταδεδυκὼς ἀνέλαμψε καὶ ἀνέθορε καὶ διὰ σπουδῆς τοῖς φιλολόγοις ἐγένετο ἐπὶ τῶν χρόνων Ἀλεξίου τοῦ αὐτοκράτορος, τὰ πρὸ τούτου χλιδώντων τῶν πλειόνων καὶ παιζόντων ἀνθρώπων καὶ ὀρτυγίαις καὶ ἄλλοις αἰσχίοσι παιγνίοις ἐνασχολουμένων διὰ τὴν χλιδήν, λόγον δὲ καὶ παίδευσιν ἅπασαν τεχνικὴν ἐν παρέργῳ τιθεμένων. [5.8.3] Οὕτως οὖν τοὺς ἐνταῦθα ἔχοντας ὁ Ἰταλὸς εὑρηκὼς καὶ ἀνδράσιν ὁμιλήσας σχολαστικοῖς καὶ ἀμειλίκτοις καὶ τὸ ἦθος ἀγρίοις (ἧσαν γὰρ τότε καί τινες περὶ τὴν βασιλεύου σαν τοιοῦτοι) παιδείας τοίνυν ἐξ ἐκείνων λογικῆς μετασχὼν καὶ Μιχαὴλ ἐκείνῳ τῷ Ψελλῷ ἐν ὑστέρῳ προσωμίλησεν, ὃς οὐ πάνυ τι παρὰ διδασκάλοις σοφοῖς ἐφοίτησε, διὰ φύσεως δὲ δεξιότητα καὶ νοὸς ὀξύτητα, τυχὼν μέντοι καὶ Θεοῦ ἀρωγοῦ πρὸς τούτοις διὰ τὴν τῆς μητρὸς θερμοτά την ἱκεσίαν ἐπαγρυπνούσης συχνῶς τῷ ἐν τῷ ναῷ τοῦ Κύρου τῆς θεοτόκου σεπτῷ εἰκονίσματι καὶ θερμοῖς τοῖς δάκρυσιν ὑπὲρ τοῦ παιδὸς ἐκκαλουμένης, εἰς ἄκρον σοφίας ἁπάσης ἐληλακὼς καὶ τὰ Ἑλλήνων καὶ Χαλδαίων ἀκρι βωσάμενος γέγονε τοῖς τότε χρόνοις περιβόητος ἐν σοφίᾳ. Τούτῳ γοῦν ὁ Ἰταλὸς προσομιλήσας ἐν ἀπαιδεύτῳ ἤθει καὶ βαρβαρικῷ οὐκ ἠδύνατο φιλοσοφίας εἰς βάθος ἐλθεῖν διδασκάλων ὅλως μηδ’ ἐν τῷ μανθάνειν ἀνεχόμενος, θράσους ὢν μεστὸς καὶ ἀπονοίας βαρβαρικῆς πάντων τε καθυ περτερεῖν καὶ πρὸ τοῦ μαθεῖν οἰόμενος καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Ψελλὸν ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἀντετάξατο. Ἐμβαθύνας δὲ τῇ διαλεκτικῇ καθημερινοὺς θορύβους ἐν πανδήμοις συνελεύσεσιν ἐποιεῖτο σοφιστικὰς συνείρων ἐρεσχελίας καὶ πᾶν εἴ τι τοιοῦτον προτιθεὶς καὶ αὖθις ὑπέχων λόγον τοιουτότροπον. [5.8.4] Τοῦτον προσηταιρίσατο καὶ ὁ τηνι καῦτα βασιλεύων Μιχαὴλ ὁ Δούκας καὶ οἱ τούτου ἀδελφοί· καὶ δευτέρου μὲν λόγου τοῦτον πρὸς τὸν Ψελλὸν ἐτίθεντο, ὅμως δὲ περιείχοντό τε αὐτοῦ καὶ ἐν λογικαῖς συνεχρῶντο ἁμίλλαις. Ἦσαν γὰρ φιλολογώτατοι οἱ Δοῦκαι καὶ οἱ τοῦ αὐτοκράτορος ἀδελφοὶ καὶ αὐτὸς δὴ ὁ βασιλεὺς Μιχαήλ. Ὁ δὲ Ἰταλὸς θερμὸν ἀεὶ καὶ μανικὸν πρὸς τὸν Ψελλὸν ἔβλεπε, κἂν ἐκεῖνος ὡς ἀετὸς τῶν τοῦ Ἰταλοῦ ἐρεσχελιῶν ὑπερίπτατο. [5.8.5] Τί τὸ μετὰ ταῦτα; Ἐσφάδᾳζε τὰ τῶν Λατίνων τε καὶ Ἰταλῶν κατὰ Ῥωμαίων καὶ ἡ τῆς Λογγιβαρδίας ὅλης ὁμοῦ καὶ Ἰταλίας ἐμελετᾶτο κατάσχεσις. Καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος τὸν Ἰταλὸν ὡς οἰκεῖον δῆθεν καὶ ἄνδρα ἀγαθὸν καὶ τὰ τῶν Ἰταλῶν ἐπιστάμενον εἰς Ἐπίδαμνον ἀπέστειλε. Καὶ ἵνα συντέμω τὸν λόγον, ὡς κἀκεῖ ἐφωρᾶτο τὰ ἡμέτερα προδιδοὺς καὶ ἀπεστέλλετο ὁ μέλλων αὐτὸν μετακινεῖν ἐκεῖθεν, τούτου αἰσθόμενος φυγὰς εἰς Ῥώμην ᾤχετο. Εἶθ’ ὁποῖος ἐκεῖνος μεταμεληθεὶς πρὸς τὸν βασιλέα παρακλήσει χρησάμενος κατὰ κέλευσιν ἐκείνου τὴν Κωνσταντίνου κατέλαβε τὴν μονὴν τὴν οὕτω καλουμένην Πηγὴν ἐνδιαίτημα λαβὼν καὶ τὴν ἐκκλησίαν τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα. Ἔνθα καὶ τοῦ Ψελλοῦ μεταχωρήσαντος Βυζαντόθεν μετὰ τὴν ἀπόκαρσιν αὐτὸς φιλοσοφίας ἁπάσης προέστη διδάσκαλος, ὕπατος τῶν φιλοσόφων χρηματίσας, καὶ τάς τε Ἀριστοτελικὰς βίβλους καὶ τὰς Πλατωνικὰς ἐξηγεῖσθαι ἐσπούδαζε. [5.8.6] Καὶ ἦν μὲν τῷ δόξαι πολυμαθέστατος, δεινὸς δὲ μᾶλλον εἴπερ τις ἄλλος διερευνήσασθαι τῶν ἀνθρώπων τὴν δεινοτάτην περιπατητικὴν καὶ ταύτης πλέον τὴν διαλεκτικήν. Πρὸς δὲ τὰς ἄλλας τέχνας τῶν λόγων οὐ πάνυ τι εὐφυῶς εἶχεν, ἀλλὰ περί τε τὴν γραμματικὴν ἐχώλευε τέχνην καὶ τοῦ ῥητορικοῦ νέκταρος οὐκ ἐγεύσατο· οὐδ’ ἐκεῖθεν ὁ λόγος τούτῳ ἐφήρμοστο καὶ εἰς κάλλος ἀπέξεστο. Ἔνθεν τοι καὶ τοῦ χαρα κτῆρος εἶχε στρυφνῶς καὶ τὸ πᾶν ἀνεμπεριβόλως. Καὶ συνενενεύκει ὁ λόγος αὐτῷ τὰς ὀφρῦς, καὶ διόλου ἀπέπνει ἰδριμύτητος. Διαλεκτικῶν δὲ ἐφόδων ἐμεμέστωτο τούτῳ τὸ ξύγγραμμα, καὶ ἡ γλῶττα τῶν ἐπιχειρημάτων ἐπεφόρητο τῷ διαλεγομένῳ ἐν ταῖς ὁμιλίαις μᾶλλον ἢ ταῖς γραφαῖς. Οὕτως εἶχεν ἰσχυρῶς πρὸς τὰς διαλέξεις καὶ τοσοῦτον ἄφυκτος ἦν ὡς τὸν ἀποκρινόμενον αὐτομάτως συνενεχθῆναι πρὸς τὴν σιγὴν καὶ εἰς ἀμηχανίαν ἐλθεῖν. Ἑκατέρωθεν γὰρ τῆς ἐρωτήσεως βόθρον ὤρυττε καὶ εἰς φρέαρ ἀποριῶν ἐνέβαλλε τὸν προσδιαλεγόμενον. Οὕτως ἐμπείρως εἶχε τῆς διαλεκτικῆς ὁ ἀνὴρ καὶ ταῖς ἐπαλλήλαις ἐπερω τήσεσι κατέπνιγε τοὺς διαλεγομένους συγχέων αὐτῶν καὶ συνταράττων τὸν νοῦν. Καὶ οὐκ ἦν τὸν ἅπαξ αὐτῷ συντυχόντα τοὺς λαβυρίνθους τούτου διελθεῖν. [5.8.7] Ἀμουσότατος δὲ ἄλλως ἦν καὶ θυμὸς αὐτοῦ κατεκράτει· καὶ ἥντινα προσεκτήσατο ἀρετὴν ἀπὸ τοῦ λόγου κατέλυε καὶ ἠφάνιζεν ὁ θυμός. Διελέγετο γὰρ καὶ ἔπεσι καὶ χερσὶν ὁ ἀνὴρ καὶ τὸν προσδιαλεγόμενον οὐκ ἠφίει πρὸς ἀπορίαν ὅλως ἐλθεῖν οὐδ’ αὔταρκες ἦν αὐτῷ τὸ ἐπιρράψαι τοῦ ἀντικειμένου τὸ στόμα καὶ σιγὴν αὐτοῦ καταψηφιεῖσθαι, ἀλλ’ εὐθὺς ἡ χεὶρ κατά τε τοῦ πώγωνος καὶ τῶν τριχῶν προσεφήλλετο καὶ ὕβρις εὐθὺς ξυνεπόδιζεν ὕβριν· καὶ ἀκάθεκτος ἦν ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰς χεῖρας ὁμοῦ καὶ τὴν γλῶτταν. Τοῦτο δὲ μόνον ἀφιλόσοφον εἶχεν, ὅτι μετὰ τὴν πληγὴν κατελίμπανε τοῦτον ὁ θυμὸς καὶ τὸ δάκρυον κατελάμβανε καὶ εἰς λαμπρὸν μετάμελον ἤρχετο. [5.8.8] Εἰ δέ τῳ φίλον καὶ περὶ τῆς ὄψεως αὐτοῦ μαθεῖν, μεγάλη μὲν αὐτοῦ ἡ κεφαλή, τὸ μέτωπον προπετέστατον, <τὸ> πρόσωπον ἐμφανὲς καὶ ὁ μυκτὴρ ἐλεύθερόν τε καὶ ἄνετον ἀπέπνει τὸν ἀέρα καὶ περιφερὴς ὁ πώγων, τὰ στέρνα εὐρὺς καὶ εὐπαγὴς τὰ μέλη τοῦ σώματος, τὴν δὲ τῆς ἡλικίας ἀναδρομὴν τῶν εὐμηκεστέρων ἥττων, τὴν δὲ φωνὴν τοιοῦτος οἷος ἂν ἀπὸ τῶν Λατίνων ἐληλυθὼς νεανίας εἰς τὴν ἡμεδαπὴν γῆν τὰ Ἑλλήνων μὲν ἐκμάθοι, οὐ πάνυ δὲ καθαριεύοι τι τὴν φωνήν, ἀλλ’ ἔστιν οὗ καὶ κολοβωτέρας ἐκφέροι τὰς συλλαβάς. Ἀλλ’ οὔτε τὸ τοῦ στόματος οὐκ εὐαγὲς οὔτε τὸ εἰς ἄκρον ἄφωνον ἐλάνθανε τοὺς πολλούς, τοῖς δὲ ῥητορικωτέροις ἀγροικίζων κατελαμβάνετο. Ἔνθεν τοι καὶ τὰ συγγράμματα τούτου συνέσφιγκτο μὲν ἁπανταχόθεν τοῖς διαλεκτικοῖς τόποις, ἀσυνταξίας δὲ κακίαν καὶ σολοικισμὸν σποράδην διερριμμένον παντάπασιν οὐκ ἐξέφευγον.

[…]

[5.9.6] Τί τὸ ἐντεῦθεν; Ὁ δῆμος ἅπας τῆς Κωνσταντίνου πρὸς τὴν ἐκκλησίαν συγκεκίνητο τὸν Ἰταλὸν ἀναζητοῦντες. Καὶ τάχα ἂν ἀφ’ ὕψους εἰς μέσον τῆς ἐκκλησίας ἔρριπτο, εἰ μὴ λαθὼν ἐκεῖνος εἰς τὸν ὄροφον τουτουῒ τοῦ θείου τεμένους ἀνελθὼν ἔν τινι φωλεῷ ἑαυτὸν συνεκάλυψεν. Ὡς δὲ τὰ παρ’ ἐκείνου κακῶς δογματισθέντα πολλοῖς τῶν περὶ τὰ ἀνάκτορα ἐθρυλλεῖτο καὶ μεγιστᾶνες οὐκ ὀλίγοι διεφθάρησαν ὑπὸ τῶν φθοροποιῶν τούτων δογμάτων καὶ μεγάλως ἡ τοῦ βασιλέως ψυχὴ διὰ τοῦτο ἐδάκνετο, εἰς ἕνδεκά τινα κεφά λαια τὰ δογματισθέντα κακῶς παρὰ τοῦ Ἰταλοῦ συνεκεφαλαιώσαντο καὶ τῷ βασιλεῖ ἐξαπέστειλαν. Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ αὐτὰ ταῦτα τὰ κεφάλαια τὸν Ἰταλὸν ἀναθεματίσαι ἐπ’ ἄμβωνος ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ ἐκέλευσεν ἀνακεκαλυμμένῃ τῇ κεφαλῇ τοῦ πλήθους ἅπαντος ἀκροωμένου καὶ ἐπιλέγοντος αὐτοῖς τὸ ἀνάθεμα. [5.9.7] Ὡς οὖν ἐγένετο ταῦτα καὶ ὁ Ἰταλὸς ἀκάθεκτος ἦν καὶ πάλιν ἐν πολλοῖς τὰ τοιαῦτα ἔλεγεν ἀναφανδὸν καὶ παραινούμενος παρὰ τοῦ βασιλέως ἄτακτόν τι καὶ βαρβαρικὸν ἀπεπήδα, ἀνεθεματίσθη καὶ αὐτός, κἂν ἐς ὕστερον αὖθις ἐκείνου μεταμεληθέντος μετριώτερος καὶ ὁ τούτου γέγονεν ἀναθεματισμός. Καὶ τὰ μὲν δόγματα ἀπεντεῦθεν ἀναθεματίζεται, τὸ δὲ ἐκείνου ὄνομα πλαγίως πως καὶ ὑποκεκρυμμένως καὶ οὐδὲ τοῖς πολλοῖς γνωρίμως ὑπάγεται τῷ ἐκκλησιαστικῷ ἀναθέματι. Καὶ γὰρ οὗτος ἐν ὑστέροις καιροῖς μετεβέβλητο περὶ τὸ δόγμα καὶ ἐφ’ οἷς ποτε πεπλάνητο, μεταμεμέλητο. Ἠρνεῖτο δὲ καὶ τὰς μετεμψυχώσεις καὶ τὸ ὑβρίζειν τὰς σεπτὰς εἰκόνας τῶν ἁγίων καὶ τὸν περὶ τῶν ἰδεῶν λόγον μεθερμηνεύειν πως πρὸς τὸ ὀρθόδοξον ἔσπευδε καὶ δῆλος ἦν καὶ αὐτὸς καταγινώσκων ἑαυτοῦ ἐφ’ οἷς πρῴην τοῦ εὐθέος μετετέτραπτο.

Advertisements

3 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

3 responses to “Εθνολογικές παρατηρήσεις στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής #Α5: Ρωμαϊκή ιδεολογία και Ελληνική παιδεία

  1. Εσχατόγερος

    Θερμά συγχαρητήρια, κ. Σμερδαλέε. Υπερέβητε τας προσδοκίας μου. Είσθε μέγας Βυζαντινολόγος, ασχέτως αν το βρωμερό Ρωμέηκο σάς αρνείται μίαν πανεπιστημιακήν έδραν, με το φτηνό επιχείρημα πως είσθε ανθέλλην και πράκτωρ των Σλάβων.
    Ασχολούμαι πολλά έτη με την Άνναν Κομνηνήν και ουδέποτε είχα αναγνώσει τοιαύτην εξαίρετον εργασίαν. Αν ήμην υπουργός Παιδείας, θα έκαμνα υποχρεωτικόν μάθημα τας αναρτήσεις σας αυτάς και θα υπεχρέωνα όλους τους Δεσποτάδες να τας μελετήσουν επισταμένως, διά να σταματήσουν τας παπαρολογίας των περί Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού.
    Ιδίως θα υπεχρέωνα τον υιόν Μαλτέζας λαθρομετανάστριας, παπα-Γιώργην Μεταλληνόν να τας απομνημονεύσει, διά να πάψη να μάς φλομώνει με τας ιουδαιοχριστιανικάς ασυναρτησίας του περί Ρωμηοσύνης, που έχει ξεσηκώσει από τον διδάσκαλόν του, παπα-Γιάννην Ρωμανίδην, όστις είχε κατέβει υποψήφιος βουλευτής της Βασιλοχουντικής «Εθνικής Παρατάξεως» εις τας Εκλογάς του 1977.

    Θά σάς είμαι ισοβίως ευγνώμων διά τας αναρτήσεις σας αυτάς.

    Περαίνων, θα σάς παρακαλούσα να μάς είπητε πού ημπορούμε να βρούμε (δωρεάν) ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ το πρωτότυπον κείμενον της “Αλεξιάδος”, δεδομένου ότι αυτό εις το οποίον σάς παρέπεμψα την άλλην φοράν
    http://bookzz.org/book/1178425/da03dc

    δεν είναι το πλήρες. Ή μήπως κάμνω λάθος;

    • Σ΄ευχαριστώ πολύ για τα θερμά σου λόγια αγαπητέ Εσχατόγερε, αλλά ούτε Βυζαντινολόγος είμαι ούτε μέγας είμαι ούτε ακαδημαϊκός είμαι για να μου δώσουν έδρα.

      Ένας απλός «Ρωμηός καρπαζοεισπράκτωρ» -όπως λες και εσύ- είμαι που απλά έχει μάθει πέντε πράγματα διαβάζοντας Καλδέλλη, Gill Page και εθνολόγους όπως ο Fredrik Barth και ο Anthony Smith.

      Απλώς συνδυάζω αυτά που έμαθα από τους παραπάνω με την γνώση των πρωτογενών πηγών … εκείνες που μιλάνε για Ρωμαίους και Ρωμανία και όχι για «βυζαντινούς» και “Greeks”.
      Δεν ξέρω αν το βιβλίο πυο παρέθεσες είναι πλήρες, διότι μου ζητάει να φτιάξω λογαριασμό για να το κατεβάσω. Αν μπορείς έλεγξε και πες μας. Πάντως σ΄ευχαριστώ για το βιβλίο που παρέθεσες.

      ΥΓ: Βρήκα ένα βίντεο με τον αγαπημένο σου Παπαμεταλληνό στο οποίο ισχυρίζεται πως οι Σιωνιστές Εβραίοι -μέσω του ψευτοχριστιανού πράκτορά τους Ορέστη- και όχι ο Κύριλλος Αλεξανδρείας και οι σκληροπυρηνικοί Χριστιανοί οπαδοί του ευθύνονται για το λιντσάρισμα της Υπατίας. 🙂 🙂 🙂

      Βάλτο στο [38:00] όπου ο Παπαμεταλληνός μας λέει το συμπέρασμά του για το λιντσάρισμα. 🙂 🙂 🙂

  2. Εσχατόγερος

    Πολύ καλό βίδεο, κ. Σμερδαλέε, ευχαριστώ.
    1) Ο παπα-Ρωμηός Μεταλληνός στο 39:45 του βίδεο αναγκάζεται να ομολογήση πως η αρχαιοτέρα μαρτυρία δια την ύπαρξιν της Αγίας Αικατερίνης είναι τον 7ον αιώνα. Πρόκειται δι’ άλλην μίαν περίπτωσιν ψευδοαγίου, κ. Σμερδαλέε: Είναι δυνατόν επί 300 έτη (η Αγία Αικατερίνη υποτίθεται ότι εμαρτύρησε το 305) να μή εγνώριζον οι Γαλιλαίοι την ύπαρξίν της; Ακριβώς το ίδιο συνέβη και με τον παντελώς ανύπαρκτον Άγιον Δημήτριον, ως κάλλιστα γνωρίζετε κι όπως άριστα έχει αποδείξει εις την Βυζαντινήν του Ιστορίαν ο Κύριλλος Mango http://en.wikipedia.org/wiki/Cyril_Mango

    2) Εις το 42:25 μαθαίνομε ότι οι απατεώνες Γαλιλαίοι είχον συνθέσει και Ακολουθίαν διά την Υπατίαν, διότι (42:38 του βίδεο) είχε δηλώσει «βούλομαι καγώ χριστιανή αποθανείν»! Σάς υπενθυμίζω, κ. Σμερδαλέε, ότι αύτη είναι συνήθης τακτική των απατεώνων Ναζωραίων: Ο ίδιος παπα-Μεταλληνός ισχυρίζεται πως ο άθεος κομμουνιστής Βασίλης Ραφαηλίδης εζήτησε να βαπτισθή χριστιανός προ του θανάτου του!..
    http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/gewrgios_metallhnos/the_end_of_an_atheist.htm

    Συνεχίσατε την εκπληκτικήν σας προσπάθειαν, αγαπητέ κ. Σμερδαλέε,διά να μάθη όλος ο κόσμος την απατεωνιά των Γαλιλαίων. Τεσσαράκοντα αιώνες σάς κυττούν από ψηλά (που έλεγε και ο Μέγας Ναπολέων εν Αιγύπτω) και κλαίουν από συγκίνησιν διά τον ωραίον αγώνα σας…

    ΥΓ: Με την ευκαιρίαν,προσφέρω εις υμάς και τους εκλεκτούς αναγνώστας σας δύο σπάνια δοκουμέντα: 1) Την χρονογραφίαν του Θεοδοσίου Μελιτηνού

    και ολόκληρον τον Κεδρηνόν και τον Ιωάννην Σκυλίτζην

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s