Η Ρουμλουκιώτικη διάλεκτος #3

(συνέχεια από μέρος #2)

B) ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΙΝΔΥΝΕΥΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

1) ματιά = λουκάνικο που φτιάχνεται από το παχύ έντερο του γουρουνιού.

Ο συγγραφέας το ετυμολογεί από το αρχαίο μακεδονικό ματτύα/ματτύη, το οποίο συνδέει με την αἱματία (= αιματοζωμός) που έτρωγαν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες.

matia

Η ματτύη ήταν η επιτομή της κρεατοφαγίας και, στα μάτια των λιτοδίαιτων Αθηναίων, συμβόλιζε την υπερβολή της μακεδονικής δίαιτας. Το επιδόρπιο αυτό το ήξεραν αργότερα και οι Ρωμαίοι ως mattya/mattea. Το γράφω αυτό, διότι η ρουμλουκιώτικη ματιά είναι ολόιδια με τον λατινικό  αναδομημένο όρο *matia = «έντερα, εντόσθια» που είναι ο κοινός πρόγονος του ναπολιτάνικου mattse = «έντερα, εντόσθια», του σαρδινικού matta = «στομάχι, μήτρα», του  βλαχικού matsã/matsu = «έντερα, εντόσθια» και του ρουμανικού maț/mațe = «έντερα, εντόσθια».

Latin-matia

Άρα υπήρχε σίγουρα ένας λατινικός όρος *matia/*mat(t)ea = «έντερα, εντόσθια», που συνεχίζει αυτούσιος στο ρουμλουκιώτικο ματιά, χωρίς να έχει υποστεί τον υστερολατινικό «τσιτακισμό» -tj->-ts- (όπως λ.χ. το λατινικό cancellus πέρασε στην ελληνική ως κάγκελον χωρίς να υποστεί την υστερολατινική προστριβοποίηση -ke->-tše- του ιταλικού cancello), ενώ στις διάφορες Λατινογενείς γλώσσες διαφοροποιήθηκε στις διάφορες μορφές που εξήγησα. Λ.χ. οι Βλαχο-Ρουμανικοί όροι υπέστησαν τον παραπάνω φυσιολογικό υστερολατινικό «τσιτακισμό», όπως το λατινικό puteus = «πηγάδι» έγινε putju > putsu το οποίο συνεχίζει στο βλαχικό putsu , στο ρουμανικό puț , στο αλβανικό pus ,  στο ιταλικό pozzo κλπ.

Ως εδώ καλά. Τώρα η ερώτηση είναι η εξής: ο αναδομημένος λατινικός όρος *matia/*mat(t)ea = «έντερα, εντόσθια» είναι ο ίδιος με την λατινική εκδοχή mattya/mattea της Θεσσαλο-μακεδονικής ματτύης  και/ή της Σπαρτιατικής αἱματίας ;

Παραθέτω μια σελίδα όπου περιγράφεται η ματτύη και η υπερβολική κρεατοφαγία των Μακεδόνων (στα μάτια των λιτοδίαιτων Αθηναίων).

mattye

Λοιπόν, ο Αθήναιος μιλάει για ένα Μακεδονικό πιάτο το οποίο χαρακτηρίζεται «πλοῦτος ἀντὶ δείπνου» όπου η γαστέρα του «ὑπτίου» στην αργυρόχρυση πιατέλα γουρουνιού («χοῖρος») ήταν γεμάτη με κρέας πάπιας («νήττα») και τσίχλας («κίχλα») και άλλες λιχουδιές (μέχρι και επικεχυμένες λεκίθους αυγών είχε), αλλά δεν το ονομάζει ματτύη.

[129b-c] δύο συνδεδεμένας ἱμάντι χρυσῷ, τὴν μὲν ἀργυρᾶν, τὴν δὲ χρυσῆν, κοτυλιαίας, καὶ ἑκάστῳ προσέδωκαν. ἔπειτ᾽ εἰσφέρεται πλοῦτος ἀντὶ δείπνου, πίναξ ἀργυροῦς ἐπὶ πάχος οὐκ ὀλίγον περίχρυσος, ὅσος δέξασθαι μέγεθος χοίρου τινὸς ὀπτοῦ καὶ σφόδρα μεγάλου, ὃς ὕπτιος ἐπέκειτο τὴν γαστέρα δεικνὺς ἄνω πλήρη οὖσαν πολλῶν ἀγαθῶν ἦσαν γὰρ ἐν αὐτῷ συνωπτημέναι κίχλαι καὶ νῆτται καὶ συκαλλίδων πλῆθος ἄπειρον καὶ ᾠῶν ἐπικεχυμέναι λέκιθοι καὶ ὄστρεα καὶ κτένες: καὶ ἑκάστῳ πεπυργωμένα αὐτοῖς πίναξιν ἐδόθη. μετὰ δὲ ταῦτα πιόντες ἐλάβομεν ἕκαστος ἔριφον ζέοντα ἐφ᾽ ἑτέρῳ πάλιν πίνακι τοιούτῳ σὺν μύστροις χρυσοῖς. ὁρῶν οὖν τὴν δυσχωρίαν ὁ Κάρανος κελεύει σπυρίδας ἡμῖν καὶ ἀρτοφόρα διὰ ἱμάντων ἐλεφαντίνων πεπλεγμένα δοθῆναι, ἐφ᾽ οἷς ἡσθέντες ἀνεκροταλίσαμεν τὸν νυμφίον ὡς καὶ τῶν δοθέντων ἡμῖν ἀνασεσωσμένων. ἔπειτα στέφανοι πάλιν καὶ ’

Άρα υπήρχε ένα μακεδονικό πιάτο όπου το στομάχι/γαστέρα του γουρουνιού/χοίρου γέμιζε με ένα σωρό πράγματα («τὴν γαστέρα … πλήρη οὖσαν πολλῶν ἀγαθῶν») αλλά, όπως είπα, δεν το ονομάζει ματτύη. Την ματτύη ο Αθήναιος την βάζει στην συζήτηση αμέσως μετά από μια συζήτηση για ένα φαΐ που γίνεται με «κρέατα, αίματα και πολλά άλλα αρτύματα» και μιλάει για λιανισμένα (διαθρύπτω = λιανίζω) «σπλάγχνα καὶ τὸ ἔντερον καὶ τὸ αἷμα»:

[662d] ἐγὼ δὲ τοιουτονὶ βρῶμα ὑμῖν, ἄνδρες φίλοι, τὸ μῦμα φέρω. περὶ οὗ Ἀρτεμίδωρος μὲν ὁ Ἀριστοφάνειος ἐν Ὀψαρτυτικαῖς Γλώσσαις φησὶν ὅτι σκευάζεται ἐκ κρεῶν καὶ αἵματος, πολλῶν ἀρτυμάτων συνεμβαλλομένων. ‘ Ἐπαίνετος δ᾽ ἐν Ὀψαρτυτικῷ λέγει ταῦτα: ‘μῦμα δὲ παντὸς ἱερείου, καὶ ὄρνιθος δὲ χρὴ ποιεῖν τὰ ἁπαλὰ τῶν κρεῶν μικρὰ συντεμόντα καὶ τὰ σπλάγχνα καὶ τὸ ἔντερον καὶ τὸ αἷμα διαθρύψαντα καὶ ἀρτύσαντα ὄξει, τυρῷ ὀπτῷ, σιλφίῳ, κυμίνῳ, θύμῳ χλωρῷ καὶ ξηρῷ, θύμβρᾳ, κοριάννῳ χλωρῷ τε καὶ ξηρῷ, καὶ γητείῳ καὶ κρομμύῳ καθαρῷ πεφωσμένῳ ἢ μήκωνι καὶ σταφίδι ἢ μέλιτι καὶ ῥόας ὀξείας κόκκοις. εἶναι δέ σοι τὸ αὐτὸ μῦμα καὶ ὄψου.’.

Μετά από αυτήν την συζήτηση, ο Αθήναιος αναφέρει την ματτύη λέγοντας ότι ήταν Θεσσαλική «εφεύρεση» που την είχαν και οι Μακεδόνες, οι οποίοι την εισήγαγαν στην Αθήνα κατά την περίοδο της ηγεμονίας τους και, τέλος, ετυμολογεί την λέξη «ματτύη» από το μάσσω/μάττω = «λιανίζω μαλάσσοντας» (θυμίζω το «διαθρύπτω» = λιανίζω).

[662f-663b] ματτύην κομίζων. ὑπὲρ ἧς καὶ ζητήσεως γενομένης καὶ τοῦ Οὐλπιανοῦ εἰπόντος τὰ ἐκ τῶν Ὀψαρτυτικῶν Γλωσσῶν τοῦ προειρημένου Ἀρτεμιδώρου, Αἰμιλιανὸς Δωροθέῳ ἔφη τῷ Ἀσκαλωνίτῃ σύγγραμμα ἐκδεδόσθαι ἐπιγραφόμενον Περὶ Ἀντιφάνους καὶ περὶ τῆς παρὰ τοῖς νεωτέροις κωμικοῖς ματτύης: ἣν Θετταλῶν φησιν εἶναι εὕρημα, ἐπιχωριάσαι δὲ κἀν ταῖς Ἀθήναις κατὰ τὴν Μακεδόνων ἐπικράτειαν. ὁμολογοῦνται δὲ οἱ Θετταλοὶ πολυτελέστατοι τῶν Ἑλλήνων γεγενῆσθαι περί τε τὰς ἐσθῆτας καὶ τὴν δίαιταν ὅπερ αὐτοῖς αἴτιον ἐγένετο καὶ τοῦ κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπαγαγεῖν τοὺς Πέρσας, ἐζηλωκόσι τὴν τούτων τρυφὴν καὶ πολυτέλειαν. ἱστορεῖ δὲ περὶ τῆς πολυτελείας αὐτῶν καὶ Κριτίας ἐν τῇ Πολιτείᾳ αὐτῶν. ὠνομάσθη δὲ ἡ ματτύη, ὡς μὲν ὁ Ἀθηναῖος Ἀπολλόδωρός φησιν ἐν τῷ πρώτῳ τῶν Ἐτυμολογουμένων, ἀπὸ τοῦ μασᾶσθαι, ὥσπερ καὶ ἡ μαστίχη καὶ ἡ μάσταξ, ἡμεῖς δέ φαμεν ἀπὸ τοῦ μάττειν, ἀφ᾽ οὗ καὶ ἡ μᾶζα αὐτὴ ὠνομάσθη καὶ ἡ παρὰ Κυπρίοις καλουμένη μαγίς, καὶ τὸ τρυφᾶν καθ᾽ ὑπερβολὴν ὑπερμαζᾶν. κατ᾽ ἀρχὰς μὲν οὖν τὴν δημοτικὴν καὶ κοινὴν ταύτην τροφὴν τὴν ἐκ τῶν ἀλφίτων μᾶζαν ὠνόμαζον καὶ μάττειν τὸ παρασκευάζειν αὐτήν.

Επομένως, αν δεχτούμε την ετυμολογική πρόταση του Αθήναιου (που την βρήκε στα Ἐτυμολογούμενα του Απολλόδωρου του Αθηναίου) τότε η ματτύη δεν σχετίζεται με την λακωνική αἱματία, αλλά σημαίνει «λιανισμένη μάζα» (προφανώς η γέμιση της γαστέρας) από το θέμα του ρήματος μάττω = λιανίζω και το θηλυκό επίθημα -υα, όπως η τριττύα = «θυσία Ἐνυαλίῳ, θύεται δὲ πάντα τρία καὶ ἔνορχα» (θυσία στον Ενυάλιο ~ Άρη όπου θυσιάζονται πάντοτε τρία αρσενικά («ἔνορχα») ζώα).

Αυτά είναι τα στοιχεία για την ματτύη.

2) μουργκίζ΄ (μουργκίζει) = αρχίζει να σκοτεινιάζει (η μέρα σμίγει με τη νύχτα). Ο Δελιόπουλος ετυμολογεί το παραπάνω λήμμα «από το αιολικό μόργος».

murgiz

Το «αιολικό» μόργος που παραθέτει ο συγγραφέας δεν έχει την σημασία του ρουμλουκιώτικου «μουργκίζει» αν και το λήμμα του Ησυχίου μοργυλλεῖ = χρονουλκεῖ (~ καθυστερώ/χρονοτριβώ) θα μπορούσε κάπως να συσχετιστεί. Μια πιο πιθανή ετυμολογία είναι ο όρος «ἀμολγός» (ἐν νυκτός ἀμολγῷ = στο μαύρο σκοτάδι/λυκόφως/αρχή της νυκτός) όπως λ.χ. στους παρακάτω στίχους της Ιλιάδος:

[11.173]

οἳ δ᾽ ἔτι κὰμ μέσσον πεδίον φοβέοντο βόες ὥς,
ἅς τε λέων ἐφόβησε μολὼν ἐν νυκτὸς ἀμολγῷ
πάσας: τῇ δέ τ᾽ ἰῇ ἀναφαίνεται αἰπὺς ὄλεθρος:

μ᾿ αυτοί στον κάμπο ακόμα εβρίσκουνταν και φεύγαν, σα γελάδες
που λιόντας κυνηγάει χιμίζοντας μες στην καρδιά της νύχτας,
σ᾿ όλες μαζί, μα μια είναι που ‘λαχε για να ‘βρει ο Χάρος

[22.317]

χρύσεαι, ἃς Ἥφαιστος ἵει λόφον ἀμφὶ θαμειάς.
οἷος δ᾽ ἀστὴρ εἶσι μετ᾽ ἀστράσι νυκτὸς ἀμολγῷ
ἕσπερος, ὃς κάλλιστος ἐν οὐρανῷ ἵσταται ἀστήρ,
ὣς αἰχμῆς ἀπέλαμπ᾽ εὐήκεος, ἣν ἄρ᾽ Ἀχιλλεὺς

χρυσές, για φούντα που ‘χεν ο Ήφαιστος πυκνές στεριώσει απάνω.
Πώς ξεπροβαίνει στ᾿ άστρα ανάμεσα μες στην καρδιά της νύχτας
ο Αποσπερίτης, τ᾿ ομορφότερο ψηλά στα ουράνια αστέρι’

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Στο δεύτερο χωρίο ο «νυκτός ἀμολγός» είναι η ώρα που ξεπροβαίνει ο «Αποσπερίτης» (Αφροδίτη), δηλαδή η αρχή της νυκτός και όχι «η καρδιά της νύχτας»:

Αποσπερίτης = λαϊκή ονομασία του πλανήτη Αφροδίτη που εμφανίζεται πρώτος όταν αρχίζει να νυχτώνει και είναι, ουσιαστικά, ο ίδιος με τον Αυγερινό

Σε αυτόν το στίχο, λοιπόν, ο «νυκτός ἀμολγός» είναι η ίδια στιγμή που περιγράφει το ρουμλουκιώτικο «μουργκίζ΄» = «αρχίζει να νυχτώνει».

Ο Ησύχιος είναι πιο αβέβαιος για το ποια στιγμή είναι ο «ἀμολγός» αλλά λέει κάτι πολύ ενδιαφέρον:

ἀμολγάζει· μεσημβρίζει

ἀμολγὸν νύκτα· Εὐριπίδης Ἀλκμήνῃ (fr. 104) ζοφερὰν καὶ

σκοτεινήν. οἱ δὲ μέρος τῆς νυκτός, καθ’ ὃ ἀμέλγουσιν

ἀμολγοί· οἱ ἀμέλγοντες τὰ δημόσια (Eratosth. fr. 9 Str.)

ἀμολγῷ· τῷ μεσονυκτίῳ, ἤτοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, ἐν ᾗ ἀμέλγουσιν (Λ 173)

Δηλαδή έχει το ρήμα «ἀμολγάζει» = μεσημβρίζει και «ἀμολγῷ» = «τῷ μεσονυκτίῳ», δηλαδή η ώρα που αμέλγουν (= αρμέγουν)! Ναι αλλά το άρμεγμα γινόταν «μόλις μούργκιζε» (= άρχιζε να σκοτεινιάζει), γιατί την ημέρα τα ζώα ήταν έξω για βοσκή. Άρα ο ορισμός του Ησυχίου «ἀμολγῷ = ἤτοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, ἐν ᾗ ἀμέλγουσιν» είναι ακριβώς η ίδια στιγμή που λάμπει ο Αποσπερίτης, δηλαδή η αρχή της νύχτας.

Επομένως, είναι πάρα πολύ πιθανόν το ρουμλουκιώτικο «μουργκίζ΄» (μουργκίζει) να συνεχίζει το ρήμα «ἀμολγίζει» (= ἀμολγάζει) (= νυχτώνει/έρχεται η ώρα της αμολγής/αρμέγματος). Οι φωνολογικές τροπές που χρειάζονται για να πάμε από το «ἀμολγίζει» στο «μουργκίζει» είναι απλούστατες:

1) Απώλεια του άτονου αρκτικού φωνήεντος (λ.χ. ημέρα > μέρα)

2) Τροπή /λ/>/ρ/ πριν από το /γ/ (λ.χ. Βούλγαροι > Βουργάρ΄)

3) Τροπή του «γ» σε κλειστό /g/ μετά από «ρ» (λ.χ. Χαμώρυγας > Χαμώργας > Χαμώργκας)

4) Τροπή του άτονου /ο/> /u/ (αναμενόμενο για κάθε βόρεια ελληνική διάλεκτο λ.χ. άρρωστος > άρρουστους)

Με άλλα λόγια, η ετυμολογία του «μουργκίζ΄» πρέπει να αναζητηθεί στα λήμματα «ἀμολγός/ἀμολγάζει» και όχι σε κάποιο «αιολικό» μόργος όπως γράφει ο Δελιόπουλος.

Σε αυτό το σημείο βέβαια πρέπει να κάνω και τον δικηγόρο του διαβόλου. Μία εναλλακτική ετυμολογία θα μπορούσε να συσχετίσει το μουργκίζει = σκοτεινιάζει με το αλβανο-βλαχο-ρουμανικό murg[u] = «μαύρος», που φαίνεται να προέρχεται από την ΠΙΕ ρίζα *h2merHgw- «μαύρος» που έχει δώσει και το ελληνικό ἀμορβός = «μαύρος».

amorbos

3) Αργάτς = εργάτης , Αργατίνα = εργάτρια και Θαραπεύουμι = θεραπεύομαι

Σε αυτά τα λήμματα, ο συγγραφέας παρουσιάζει μια άποψη που σίγουρα δεν ευσταθεί. Η άποψη αυτή προσπαθεί να συσχετίζει το «ανώμαλο» /α/ των όρων, με την ιδιότητα των αρχαίων βορείων διαλέκτων (ΒΔ Ελληνική και ελλαδική αιολική) να τρέπουν την συλλαβή ερ/ρε > αρ/ρα (και πιο σπάνια ελ/λε > αρ/λα) όπως λ.χ. ἱερός >αρός, δρέπανον > δράπανον , θεραπεύω > θαραπεύω και πύελος > πύαλος. Έτσι σε μία επιγραφή της Ήλιδος, η λέξη ϝἔργον απαντά ως ϝργον. Η άποψη που παραθέτει ο Δελιόπουλος είναι αυτή του καθηγητή Τσοπανάκη, ο οποίος προσπαθεί να συσχετίσει τα νεοελληνικά αργάτς, αργατεύω, αργατίνα και θαραπεύουμι με αυτό το αρχαίο φαινόμενο, παρουσιάζοντάς το ως «συνέχειά» του.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους.

Το αρχαίο φαινόμενο των βορείων διαλέκτων (δωρική, ΒΔ Ελληνική, Ελλαδική αιολική):

hiaros

Ο ισχυρισμός «συνέχειας» του καθηγητή Τσοπανάκη που παρουσιάζει ο Δελιόπουλος:

argatina

Σύμφωνα με την άποψη του Τσοπανάκη λοιπόν, τα ρουμλουκιώτικα αδουκιούμι = «θυμάμαι» (μονολεκτοποίηση του «δοκεῖ μοὶ» = «μου φαίνεται», όπως Κύριε ἐλέησον > το «κυρελέησον») και αργατίνα = εργάτρια «συνεχίζουν» στοιχεία της αρχαίας Μακεδονικής διαλέκτου.

Πάμε τώρα να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει με αυτήν την επιπόλαιη άποψη. Φυσικά είναι ενδιαφέρων ο όρος δοκεῖ μοὶ > αδουκιούμι = «θυμάμαι», αλλά δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να υποθέσουμε ότι το «δοκεῖ μοὶ» είναι αυτό της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου και όχι αυτό της Ελληνιστικής Κοινής που ήταν στο στόμα όλων των ανθρώπων της ανατολικής Μεσογείου. Άρα το δοκεῖ μοὶ > αδουκιούμι δεν φέρει καμία απολύτως πληροφορία σχετικά με την αρχαία μακεδονική διάλεκτο. Ο όρος θα μπορούσε κάλλιστα να είχε σχηματιστεί στην Ελληνιστική Αίγυπτο και, φυσικά, δεν θα παρείχε καμία πληροφορία για την «γηγενή» Κοπτική της Αιγύπτου.

Πάμε τώρα στην «Αργατίνα». Φυσικά υπάρχει η αρχαία ποικιλία ἐργατίνης = εργάτης, αλλά είναι αρκετά απίθανο οι νεοελληνικοί τύποι αργάτης, αργατίνα, αργατεύω και θαραπεύομαι να συνδέονται με τους αρχαίους διαλεκτικούς όρους, με τους οποίους μάλλον μοιάζουν μόνον φαινομενικά. Οι νεοελληνικοί όροι προέκυψαν κατά το μεσαίωνα εξαιτίας της τάσης της μεσαιωνικής ελληνικής για αφομοίωση του τύπου ε/ο..α > α..α , όπως στα παραδείγματα:

μοναχός > μαναχός   , ελαφρύς > αλαφρός και ομφαλός > αφαλός

Η αφομοίωση εργάτης > αργάτης ήταν τόσο κοινή στην μεσαιωνική Ελληνική, ώστε ο τύπος που απαντά ως δάνειο στις άλλες βαλκανικές γλώσσες είναι ΠΑΝΤΟΤΕ ο αργάτης !!!

argatis

Στον παραπάνω πίνακα του Andre Du Nay βλέπετε ότι το μεσαιωνικό ελληνικό αργάτης απαντά στην Αλβανική και στην Ρουμανική ως argat και στις σλαβικές γλώσσες ως argatin !!! Με άλλα λόγια, η ρουμλουκιώτική «αργατίνα» όχι μόνο δεν μας παρέχει καμία πληροφορία για την αρχαία μακεδονική διάλεκτο, αλλά υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι πρόκειται για ΑΝΤΙΔΑΝΕΙΟ στην Ελληνική από τις σλαβικές γλώσσες των Βαλκανίων !!!

Οι Σλάβοι πήραν το μεσαιωνικό εργάτης > αργάτης που κυκλοφορούσε σε όλα τα βαλκάνια ως argat και κόλλησαν το επίθημα Hoffmann -inŭ > -in (Srbin , Bugarin) όπως ο Baj Ganjo Balkanski λέει στα Βουλγαρικά “golyam dzanabetin” για «μεγάλος τζαναμπέτης» (τουρκ. canābat) στο παρακάτω βίντεο:

[00:40]

Το παραπάνω παράδειγμα της «αργατίνας» που μπορεί να συσχετιστεί τόσο με το αρχαίο ἐργατίνης όσο και με το σλαβικό argatin, πρέπει τουλάχιστον να μας διδάξει πως, πριν αποφασίσουμε να συνδέσουμε έναν νεοελληνικό όρο με έναν διαλεκτικό αρχαιοελληνικό, πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα μεσαιωνικού δανεισμού από κάποια άλλη γλώσσα.

4) γλʲέπου = βλέπω και γκλʲέφαρους = μέτωπο

Παρουσιάζοντας τους παραπάνω όρους ο Δελιόπουλος, συνδέει το ρουμλουκιώτικο γκλʲέφαρου ως «συνέχεια» του αρχαίου δωρικού γλέφαρον = βλέφαρον.

glefarus

Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Εξετάζοντας το γενικό λεξιλόγιο προκύπτει το συμπέρασμα ότι πριν από το γράμμα /λ/ υπάρχει μια τάση μετατροπής των χειλικών (b,p,f,v) συμφώνων σε υπερωικά (g,k,χ,γ). Επειδή αυτή η τροπή απαντά σε λατινικά δάνεια, αυτό σημαίνει πως σίγουρα συνέβη μετά το 300 μ.Χ. (και μάλλον πάρα πολύ αργότερα). Παραθέτω δύο παραδείγματα λατινικών δανείων:

Λατινικό subula/subla > νεοελληνικό σούβλα, αλλά ρουμλουκιώτικο σούγκλα [bl > gl].

Λατινικό flammula (τελευταία σημασία, «σημαιάκι ιππικού στο χρώμα της φωτιάς») > νεοελληνικό φλάμπουρο > ρουμλιουκιώτικο χλάμπουρου (fl > hl)

Λ.χ. στο λήμμα «μπράτμοι/μπρατίμια» (μπράτιμος < βουλγ. bratim < brat = «αδελφός») = «οι φίλοι του γαμπρού που κρατώντας «χλάμπουρα» ηγούνται της γαμπρο-πομπής που πάει να πάρει την νύφη απ΄το σπίτι».

bratmus

Τα παραπάνω παραδείγματα μας δείχνουν ότι έχουμε κάθε λόγο να υποψιαζόμαστε ότι ο γκλʲέφαρους ΔΕΝ κατάγεται από το δωρικό γλέφαρον, αλλά από το βλέφαρον την ελληνιστικής κοινής με την τροπή βλ>γλ>gλ να γίνεται κατά τον μεσαίωνα όταν το φλάμπουρο έγινε χλάμπουρου.

Κλείνω λοιπόν την ανάρτηση ανακεφαλαιώνοντας.

i) Η ρουμλουκιώτικη ματιά = «λουκάνικο από το παχύ έντερο χοίρου» και τα βλαχο-ρουμανικά matsã ~ mațe «έντερα, εντόσθια» ΣΙΓΟΥΡΑ συνεχίζουν τον λατινικό όρο *matia = «έντερα, εντόσθια». Το ερώτημα είναι κατά πόσο το λατινικό *matia μπορεί να ταυτιστεί με την λατινική εκδοχή mattya/mattea της θεσσαλομακεδονικής ματτύης η οποία, αν δεχτούμε την ετυμολογία που μας παρέχει ο Αθήναιος, δεν σχετίζεται με την Σπαρτιατική αἱματία, αλλά με το ρήμα μάττω/μάσσω = «λιανίζω με μάλαξη».

ii) Το μουργκίζει = «αρχίζει να νυχτώνει» είναι πάρα πολύ πιθανό να συνεχίζει το αρχαίο ελληνικό ἀμολγίζει/ἀμολγάζει = «αρχίζει να νυχτώνει, πλησιάζει ο νυκτός ἀμολγός» και όχι κάποιο «αιολικό» μόργος όπως έγραψε ο Δελιόπουλος. Φυσικά, εναλλακτικές ετυμολογήσεις, όπως λ.χ. από το βλαχο-αλβανικό murg[u] = «μαύρος» δεν μπορουν να αποκλειστούν.

iii) Οι τύποι αργάτς, αργατίνα , αργατεύου και θαραπεύουμι ΣΙΓΟΥΡΑ ΔΕΝ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ με τους αρχαίους διαλεκτικούς τύπους που δείχνουν την τροπή ερ/ρε > αρ/ρα, αλλά είναι μεταγενέστερα προϊόντα φωνηεντικής αφομοίωσης του τύπου μοναχός > μαναχός και ελαφρός > αλαφρός. Το αργατίνα, ειδικότερα, είναι αντιδάνειο από την σλαβική (argatin = αργάτης).

iv) O τύπος γκλʲέφαρους , κατά πάσα πιθανότητα, ΔΕΝ προέρχεται από το αρχαίο δωρικό γλέφαρον, αλλά κατάγεται από το ελληνιστικό κοινό βλέφαρον και σχηματίστηκε την ίδια εποχή που το φλάμπουρο έγινε χλάμπουρο και η σούβλα σούγκλα.

(συνέχεια στο μέρος #4)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s