Η Ρουμλουκιώτικη διάλεκτος #2

(συνέχεια από το μέρος #1)

Σε αυτό το δεύτερο μέρος θα περιγράψω ορισμένα ζωωνύμια από το λεξικό.

Α) ΖΩΩΝΥΜΙΑ

1) Χαμώργκας = τυφλοπόντικας

Ο χαμώργκας πιστεύω πως είναι από τα πιο ενδιαφέροντα λήμματα του λεξικού. Ο χαμώργκας (= χαμώρυγας, χαμῶρυξ) είναι ο κατωρύχος (χάμαι + ὀρύγ-/ὀρύχ- λ.χ.  ἀπωρυγίζω , διῶρυξ ~ διώρυγα), δηλαδή αυτός που σκάβει κατώρυγες (= υπόγεια ορύγματα). Ο όρος απαντά και σε άλλες  περιοχές της Ελλάδος (λ.χ. Πιερία, Ριζώματα, Επανομή, Σιάτιστα, Γιάννενα, Πελοπόννησος) σε παρεμφερείς τύπους (λ.χ. χαμόραγας, χαμώραγκας, χαμώρυγας κλπ).

khamorgas

Οι Τζιτζιλής και Δουγά-Παπαδοπούλου, στο βιβλίο τους για το ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, γράφουν για το ζωωνύμιο χαμώργκας.

xamorgas

2) Νήσσους = η αρσενική πάπια και Νησσάρ΄ = το παπί

Ο όρος προέρχεται από το ελληνιστικό νῆσσα = πάπια (αττικό νῆττα, δωρικό νᾶσσα) που με τη σειρά του ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *h2neh2tjeh2 ~ h2nātjā = «πάπια» από την οποία προέρχεται το λατινικό anās/anātem και, μέσω ρωτακισμού του μεσοφωνηεντικού -n-, το πρωτοαλβανικό *arātja > rātsa που επιβιώνει στο ρουμανικό rață και στο αλβανικό rosë. Ο όρος δεν έχει καμία σχέση με το ρήμα νήχω = κολυμπώ, όπως γράφει ο Δελιόπουλος και όπως πίστευαν ορισμένοι αρχαίοι γραμματικοί.

nissus

3) Πέρπιρας = πεταλούδα

Ο όρος είναι γνωστός και σε άλλες νεοελληνικές διαλέκτους. Το ενδιάφερον με αυτόν τον όρο είναι πως, ενώ γνωρίζω την απώτερη ΙΕ καταγωγή του (οι γλωσσολόγοι έχουν ανασυνθέσει την διπλασιασμένη ΙΕ ρίζα *pel-pel- = «πεταλούδα» από την οποία προέρχεται το λατινικό pāpiliō [ο πρόγονος του γαλλικού papillonπαπιγιόν/παπιόν»] και το ιταλικό farfalla μέσω των γερμανικών τύπων fīfalde/fīfaltra), αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι πως κατέληξε στα νεοελληνικά ιδιώματα. Στα λεξικά της αρχαίας ελληνικής υπάρχει μόνο ο όρος πέρπερος = καυχησιάρης και το ρήμα περπερεύομαι = καυχιέμαι, αλλά δεν έχουν σχέση με την «πεταλούδα». Ο Δελιόπουλος παραθέτει και την παροιμία «σι τριουρνάει ι πέρπιρας» (= σε τριγυρνάει ο πέρπιρας = «πας γυρεύοντας»).

perpiras

4) Μπάλιους (= bάλιους) = παρδαλόχρωμο σκυλί που έχει και λίγο άσπρο στο μέτωπο

Δεν ξέρω κατά πόσο ο όρος συνεχίζει το αρχαιοελληνικό βαλιός = «παρδαλόχρωμος, πιτσιλωτός», που απαθανατίστηκε στην Ιλιάδα ως το όνομα ενός από τα άλογα του Αχιλλέα (Βάλιος). Ο αρχαίος όρος βαλιός/Βάλιος είναι ενδιαφέρων διότι παρουσιάζει «ανώμαλο» (= «μακεδονίζον» λ.χ. Φερενίκη > Βερενίκη , Φίλιππος > Βίλιππος κλπ) «β» αντί για το αναμενόμενο «φ» (*bhel- «λευκός, φωτεινός» > *bhl.-jos > φαλιός = φάλᾱρος = «εν μέρει λευκός» λ.χ. «ὁ κύων ὁ φάλᾱρος»). Η ρίζα *bhel- έχει δώσει, συν τοις άλλοις, το πρωτο-σλαβικό *bělŭ = «λευκός» (Belgrad = «Λευκό Κάστρο») και τα αλβανικά balë = «άσπρο σημάδι στο μέτωπο» και bal με την ίδια σημασία με το «μπάλιος», δηλαδή «ζώο με άσπρη πιτσιλιά. Οι αλβανικοί όροι σχετίζονται με τον ρουμανικό υποστρωματικό όρο băl = «ξανθός», ενώ υπάρχει πλήρης αντιστοιχία στο ζεύγος: ρουμανικό bălaș = αλβανικό balosh , όροι που ανάγονται σε έναν κοινό πρόγονο *balās- με το μακρό /ā/ να τρέπεται κανονικά σε /o/ στην αλβανική (λ.χ. *arātsa > rață ~ rosë παραπάνω). Όπως μπορείτε να διαβάσετε στο λήμμα φαλός = λευκός, η ίδια ρίζα έδωσε το σανκριτικό bhālam = «λάμψη, μέτωπο» και το ουαλικό (κελτικό) bal = «ζώο με άσπρο σημάδι στο μέτωπο».

balius

5) Λατινικά ζωωνύμια

Αρίτσιους = σκαντζόχοιρος. Δάνειο από την Βλαχική (βλαχ. ariciu < λατιν. ēricius)

Βιτούλ΄ (βιτούλι) = κατσικάκι 1 έτους (< βλαχικό vitulju < λατινικό vetuleus/vetulus, από την ΙΕ ρίζα *wet- που έδωσε το ελληνικό ϝἔτος > ἔτος και ἔτελον = «ζώο ενός έτους»)

Λαχτέdου = θηλάζον γουρουνάκι. Τον όρο αυτό τον έχει σχολιάσει και ο Νίκος Σαραντάκος, όπου σωστά το ετυμολόγησε από το λατινικό lactēns/lactentem = «ο,η θηλάζων, το θηλάζων».  Γράφει ο Νίκος:

Λαχτέντο: το γουρουνάκι του γάλακτος (προφανώς λατινική ετυμολογία, ίσως βλάχικη, λέω εγώ)

Για να λύσω την απορία του Νίκου, ο όρος είναι λατινικός, αλλά δεν είναι βλαχικός. Η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ο πρόγονος της Βλαχικής και της Ρουμανικής) έχει τρέψει το λατινικό -ct- (/kt/) > -pt- (και ενίοτε -ft-), όπως στα παρακάτω παραδείγματα:

lac/lactem > lapte

nox/nòctem > noapte

lucta > luptă (βλαχικό luftã ~ αλβανικό luftë)

dīrectus > drept[u]

Επομένως, το lactentem > λακτέντον > λαχτέdου εισήλθε κατευθείαν από την λατινική στην ελληνική χωρίς βλαχική διαμεσολάβηση. Το ίδιο συνέβη με το τοπωνύμιο Aquaeductus («υδραγωγός»)>Κεδούκτος (Κηδόκτος στην Κομνηνή) κοντά στην Ηράκλεια/Πέρινθο που αναφέρεται συχνά από τους Βυζαντινούς ιστορικούς, αλλά και με το στρατιωτικό αξίωμα campiductōr > καμπιδούκτωρ .

Kedouktos

Γράφει η Κομνηνή:

[1.4.5] Ὁ δὲ τὴν ξυμμαχίαν μὴ περιμείνας ὀξέως ἐπερχόμενον τὸν ἐχθρὸν ἀκούων κἀντεῦθεν καλῶς καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς ξυν επομένους φραξάμενος ἔξεισι τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων καὶ κατὰ τὴν Θρᾴκην γεγονὼς περὶ τὸν Ἁλμυρὸν ποταμὸν στρατοπεδεύει ἄνευ τάφρων καὶ χάρακος. Μανθάνων γὰρ τὸν Βρυέννιον ἐν τοῖς Κηδόκτου πεδίοις αὐλιζόμενον ἐβούλετο ἑκάτερα τὰ στρατεύματα αὐτοῦ τε καὶ τῶν ἐναν τίων ἀξιόλογον ἀπέχειν διάστημα.

Βούρτουρας/Βουρτούρι= μεγάλο αρπακτικό πουλί (γύπας, αετός κλπ). Από το λατινικό vultur (βλαχο-ρουμανικό vultur και η πηγή του αγγλικού vulture). Ο λατινικός όρος, με την σειρά του, είναι ΙΕ συγγενής των ελληνικών όρων βλοσυρός και βλοσυρῶπις = «που έχει ματιά αρπακτικού πουλιού». Οι Mallory-Adams δίνουν την κοινή αναδομημένη ΙΕ ρίζα ως *gwl.tur-.

Όταν θυμήθηκα ότι ξέχασα να το φωτογραφήσω, δεν είχα πια το βιβλίο μαζί μου. Ευτυχώς κατάφερα να το βρω στο διαδίκτυο σε ένα ιταλικό βιβλίο καταχωρημένο ώς «μούρτουρας» με /μ/:

ο μούρτουρας/το μουρτούρι = “specie di ucello rapace”, Rumluki, distretto di Ematia («είδος αρπακτικού πουλιού», Ρουμλούκι Ημαθίας).

murturas

μλιόρ΄ (μλιόρι) = πρόβατο 2 ετών. Βλαχο-ρουμανικής καταγωγής: βλαχικό njior ~ ρουμανικό mior = «πρόβατο 2 ετών». Οι όροι αυτοί κατάγονται από το λατινικό agnellus > *mnjelu > miel ~ njel και υπέστησαν την τυπική ΑΒΡ τροπή gn>mn όπως στα lignum > lemn[u] και cognātus > cumnat .

mlior

6) Σλαβικά ζωωνύμια

γκουστέρα/γκουστερίτσα = η σαύρα (σλαβ. gušter)

κούρκα = η γαλοπούλα (σλαβ. kurka < *kura = «κότα»). Το επαύξημα -ka θυμίζει την εξέλιξη *g’hansis > gǫsĭ > gǫsĭka > guska/gəska = «χήνα»).

ζιάμπα = μεγάλος πράσινος βάτραχος (σλαβ. žaba)

ματσόπλου, ματσούδ΄ (ματσόπουλο, ματσούδι) = το γατί (σλαβ. mačka = γάτα)

μπριάνα = ποταμίσιο ψάρι με δυνατό τράβηγμα στο μέγεθος της πέστροφας. Από τον γιακαβικό τύπο mryana < mrěna. Οι Σλαβομακεδόνες δυτικά του Αξιού σήμερα χρησιμοποιούν τον γιακαβικό τύπο mrena, αλλά στα έγγραφα του αρχιεπισκόπου Οχρίδος και πάσης Βουλγαρίας Δημητρίου Χωματηνού (13ος μ.Χ. αι.) το Tetovo απαντά ως «Χτεάτοβον» (< Χtjatovo < Xtětovo). Έχω κάνει ειδική ανάρτηση για τον «γιακαβισμό» της Καστοριάς.

htjatovo

πούρτσιους (πούρτσιος) = προσηγορία για τον τράγο. Η λέξη σημαίνει «οχευτής» («μπουγάς») και είναι παράγωγο του ρήματος πουρτσιαλνώ = οχεύω, γονιμοποιώ. Το ρήμα πουρτσιαλνώ, καθώς και το συνώνυμό του μουρκαλνώ/μαρκαλνώ, είναι σλαβικής καταγωγής (prcati , mrŭkati se) και τα έχω αναλύσει σε παλαιότερη ανάρτηση. Εδώ θα παραθέσω ορισμένα παράγωγά τους που αναφέρει ο Δελιόπουλος:

αμουρκάλτστη (αμουρκάλιστη)/απουρτσιάλτστη (απουρτσιάλιστη) = η γίδα που δεν έχει ακόμα μουρκαλευτεί/πουρτσιαλιστεί.

μουρκάλους (μουρκάλος) = το «σμίξιμο» των ζώων.

7) Άλλα ζωωνύμια

-σπρόιτας = σπουργίτι (σπόργιτας > σπρόγιτας > σπρόιτας με αποβολή του μεσοφωνηεντικού -γ- όπως στα λέγω > λέω και ὑπάγω > πάω)

αρνίθια = ορνίθια (τα κοτόπουλα)

κουκκνουγκούηζ΄ = κοκκινογκούσης = κοκκινολαίμης (πουλί, βλαχο-ρουμανικό gushã ~ gușă και αλβανικό gushë , όλα «λαιμός»)

μπλιάγκουρας/πλιάγκουρας και μπλιαγκούρ΄ = είδος πουλιού με ψηλά πόδια, «πλιαγκούρα» = «η ψηλή και λιγνή γυναίκα».

κουκλίκα = η νερόκοτα

πλάρ΄ = το πουλάρι (πωλάριον < πῶλος)

γούτους (γούτος) = αρσενικό περιστέρι. Δεν έχω καταφέρει να επιβεβαιώσω την αρχαιοελληνική καταγωγή του όρου, όπως ισχυρίζεται ο Δελιόπουλος. Ο μόνος αρχαιοελληνικός όρος από γουτ- που έχει το LSJ είναι το γουττᾶτον = είδος κέικ.

gutus

(συνεχίζεται στο μέρος #3)

Advertisements

5 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα

5 responses to “Η Ρουμλουκιώτικη διάλεκτος #2

  1. Dimitris

    Χαμόραγκας ή Χαμώραγκας (δεν ξέρω ποια είναι η σωστή ορθογραφία), χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα στα χωριά της περιοχής Λάκκας Σουλίου στο νομό Ιωαννίνων. Σημαίνει ακριβώς τον τυφλοπόντικα και το χρησιμοποιούν όλοι οι κάτοικοι από κάποια ηλικία και πάνω (ίσως το γνωρίζουν και πιο νέοι στην ηλικία μου). Η μόνη διαφορά είναι πως η λέξη προφέρεται ολόκληρη, όπως την έγραψα καθώς οι ντόπιοι κάτοικοι για κάποιον ανεξήγητο για εμένα λόγο έχουν προφορά πολύ ισχνή, δεν κόβουν πολύ τις λέξεις ούτε μιλούν έντονα με βάση τα φωνητικά χαρακτηριστικά των βορειοελληνικών ιδιωμάτων.
    Τέλος με μια απλή αναζήτηση στο Google πέρα από τα χωριά που ανήκουν στη Λάκκα Σουλίου, το βρήκα και
    στην Επανομή Θεσσαλονίκης: Χαμόραγκας http://epanomh.blogspot.gr/2007/12/blog-post_19.html
    καθώς και στη Σιάτιστα Κοζάνης: χάμουργκας http://www.siatistanews.gr/ekdiloseis-ekatontaetias/ekdiloseis_ekatontaetias-imerida_rogga.html

  2. Λοιπόν, ο φίλος Είλωτας με πληροφόρησε ότι ο «χαμώρυγας» απαντά και στην Πελοπόννησο. Επομένως πρόκειται για πανελλήνιο όρο.

    • Dimitris

      Μόνο στα νησιά δεν ξέρουμε αν υπάρχει… Λογικά μια τόσο αρχαιοπρεπής λέξη θα υπάρχει και σε κάποια νησιά θεωρώ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s