Το ινδοευρωπαϊκό ρήμα #2

(συνέχεια από το μέρος #1)

Σε αυτό το μέρος θα περιγράψω ορισμένα κοινά ρηματικά επιθήματα και ενθήματα που απαντούν στις ΙΕ γλώσσες.

1) Το συχνό ρηματικό επίθημα *-je/oh2 (*-jō)  (“je/o presents”) προστίθεται στη ρίζα για τον σχηματισμό του πρώτου προσώπου στην οριστική της ενεργητικής φωνής του ενεστώτα. Αυτό το ρηματικό επίθημα είναι η πηγή πολλών γνωστών μας ελληνικών ρημάτων.

α) -ίζω/-άζω. Αυτά τα ρηματικά επιθήματα προέκυψαν από την προσάρτηση του ρηματικού επιθήματος *-jō στα επιθήματα *-id-/-ad-. Έτσι από την λέξη γλῶττα προκύπτει η γλωττ-ίδ– > γλωττίς/τὴν γλωττίδα και το ρήμα γλωττ-ίδ-jω > γλωττίζω = φιλάω παθιασμένα (το «γαλλικό» φιλί), ενώ από την λέξη μόνϝος > μόνος προκύπτει η μον-άδ– > μονάς/τὴν μονάδα και το ρήμα μον-άδ-jω > μονάζω . Η τροπή -dj- > -dz- > -zd- = «ζ/σδ» είναι η ίδια με την *kwtwr.-ped-jeh2 > τρα-πέδ-jα > τράπεζα/τράπεσδα .

Μία άλλη οικογένεια ρημάτων σε -ζω προέκυψαν από την προσάρτηση του *-jō σε θέματα που τελείωναν σε -γ-:

ὁ ἅρπαξ/τὸν ἅρπαγα, ἡ ἁρπαγή > ἁρπάγ-jω > ἁρπάζω

σφυγ-μός > σφύγ-jω > σφύζω/σφύσδω

Η τροπή -gj->-dz->-zd- = «ζ/σδ» είναι ίδια με την φυγ-ή > φύγ-jα > φύζα = «ἡ μετὰ δειλίας φυγή».

β) -σσω/-ττω. Αυτά τα ρηματικά επιθήματα προέκυψαν από την προσάρτηση του ρηματικού επιθήματος *-jō σε θέμα που τελείωνε σε k(h) ή t(h), δηλαδή σε θέμα που τελείωνε σε κ,χ,τ,θ.

φύλακ-ς > φύλαξ και φυλάκ-jω > φυλάσσω/φυλάττω (το -ττ- είναι τυπικό του Αττικο-Βοιωτικού χώρου)

κήρυκ-ς > κήρυξ και κηρύκ-jω > κηρύσσω/κηρύττω

ὁρυχ, ὀρυχ-είον , τυμβωρύχ-ος > ὀρύχ-jω > ὀρύσσω/ὀρύττω

Η τροπή -k(h)j- >- ts- > ss/tt ολοκληρώθηκε μετά την μυκηναϊκή περίοδο, διότι στην Γραμμική Β το ενδιάμεσο –ts– υπήρχε ακόμα και συμβολιζόταν με το ίδιο σύμβολο που απέδιδε το -dz- (=”z”).

Έτσι βρίσκουμε *k’jā-wetes > Γραμμική Β za-we-te (= tsāwetes) > μεταγενέστερο σῆτες/σᾶτες

καθώς και σῡκία > σῡκιαί > σῡκjαί = su-za (= /sūtsai/) = «συκιές»

zawetes

γ) -αίνω. Αυτό το ρηματικό επίθημα προέκυψε από την προσάρτηση του *-jō σε ένα συλλαβικό ένηχο *-n.-:

-n.-jō > -an-jō > -αίνω με μετάθεση του τύπου *mn.-jeh2 > μανία > μαίνομαι/μαινάς

Ρίζα *webh- «υφαίνω» (λ.χ. αγγλικό web = ιστός) με μηδενικό βαθμό *ubh-:

*ubh-n.-jō > ὑφάν-jω > ὑφαίνω εξού και ὕφανσις

Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το *h1neh3-mn. ~ *h1no-mn. «όνομα» σχημάτισε το ρήμα *h1neh3mn-jō «ονομάζω» σε τρεις διαφορετικούς κλάδους:

Ελληνικό *enomn.-jōὀνομαίνω, πρωτο-γερμανικό namnjan (Γοτθικό namnjan και Γερμανικό nennen) και Χεττιτικό lamn-iya-zzi = «ονομαίνει»

δ) -είνω. Συνέβη η ίδια διαδικασία μετάθεσης με την παραπάνω:

*gwhen- «σφάζω» > *gwhen- > θέν-jω > θείνω  , αλλά gwhon-os > φόνος και *gwhn.-tos > φατός = «σφαγμένος/σκοτωμένος»

*ten- > *ten-jō > τείνω , αλλά tn.-tis > τάσις

ε) -πτω. Στην ελληνική γλώσσα στο σύμπλεγμα -p(h)j- συνέβη επένθεση -p(h)tj- > -pt– και στο σύμπλεγμα -mj- > -mnj- > -mn-.

*klep- (κλοπ-ή) > κλέπ- > κλέπτω

κρυφ-ός > κρύφ-jω > κρύπτω

*tem- (τόμ-ος, τομ-ή) > τέμ- > τέμνω (προσέξτε ότι όταν λέτε Ρωμιός στην πραγματικότητα λέτε Ρωμɲός).

Οι Πρωτο-Σλάβοι στις ίδιες θέσεις έκαναν L-επένθεση που διατηρείται σήμερα στην Σερβο-Κροατική, στην Σλοβενική και στον Ανατολικό σλαβικό κλάδο:

Λ.χ. Skopje > σερβ. Skoplje  , zem-ja > zemlja κλπ.

στ) -είρω/-αίρω. Η διαδικασία μετάθεσης είναι η ίδια με αυτήν των επιθημάτων -είνω/-αίνω:

φθέρ- > φθείρω (αλλά αιολικό φθέρρω και το ουσιαστικό φθορ-ά)

ἀγέρ-jω > ἀγείρω (αλλά αιολικό ἀγέρρω και το ουστιαστικό ἀγορ-ά)

καθαρ-ός > καθάρ- > καθαίρω

ζ) -αϝ-jω > -αίω.

κα-σις, ἔγκαυμα > κάϝ-jω > κάjjω > καίω

κλαμα (= κλάμα) > κλάϝ-jω > κλάjjω > κλαίω

δαλον > δάϝ-jω > δάjjω > δαίω (= καίω)

Γράφει ο Fortson γι΄αυτό το τόσο σημαντικό για την Ελληνική ρηματικό επίθημα:

je-verbs

2) Τα ρινικά ενθήματα (nasal infix).

Ένας κοινός τρόπος σχηματισμού του ενεστώτα είναι η ρινική ένθεση, δηλαδή η προσθήκη ενός n-ενθήματος στον μηδενικό βαθμό της συμφωνόληκτης ρίζας. Υπάρχουν τρία ρινικά ενθήματα *-n-,*-ne-,*-neu- από τα οποία το παλαιότερο και ο πρόγονος των άλλων δύο είναι το τελευταίο. Η αρχική του σημασία ήταν ως δείκτης του παρόντος (*neu(H)- «τώρα» > νῦν, αγγλικό now κλπ).

Το πλήρες ρινικό ένθημα *neu- εμφανίζεται με τον μηδενικό βαθμό του *-nu- στα ελληνικά αθεματικά ρήματα σε –νῡ-μι (με μακρό ῡ όπως στο νν):

*wreh2g’- «σπάω» (λ.χ. ῥήξις, ῥήγμα) > *wreh1g’--mi > ῥήγνῡμι

*wag’- «σπάω» (λ.χ. κάταγμα, ἀγμός, ἄγος = κλάσμα) > *wag’--mi > ἄγνῡμι

*wes- «ντύνομαι» (λ.χ. λατινικά vestis, vestimentum > αγγλικό investment = επένδυση και ελληνικό *wes-mn. > εἷμα > ἱμάτιον):

*wes--mi > ἔννῡμι/εἰνῡμι

*jeh3s- «περιζώνω» (λ.χ. αλβανικό *jōs- > gjesh , παλαιοσλαβωνικό po-jas-ati) > Ελληνικό *jōs--mi > ζώννῡμι

Το ρινικό ένθημα *-ne- απαντά στο Σανσκριτικό *jeug- «ζεύγνῡμι» > *jug- > ju-na-g-ti > yunàkti

O μηδενικός βαθμός του *-ne- > *-n- είναι το πιο συχνό ρινικό ένθημα:

Έτσι, από τους απογόνους της ρίζας *jeug- στον τελευταίο σύνδεσμο προσέξτε την παράγωγη ρίζα *ju-n-g- που απαντά στο Λιθουανικό jungti, στο Λατινικό iūngō και στο Κελτικό *kom-jungis > Ιρλανδικό cuing.

Άλλα Λατινικά παραδείγματα είναι τα παρακάτω:

*weik- «πολεμώ» (γερμ. wig, ομηρικό οὐκ ἐπι-ϝεικ-τός = ανένδωτος, απτόητος κλπ) > *wi-n-k-ō > vincō και, χωρίς το ρινικό ένθημα, victōr και η καισάρειος ρήση “vini, vidi, vici .

*g’heu- «χέω» > επαυξημένο *g’heu-d- (λ.χ. πρωτο-γερμανικό geutaną) > *g’hu-n-d-ō > *hundō > fundō

*skeh1i-d- (σχίζω ~ τέμνω και μακεδονικό σκοῖδος =ταμίας) > *skh1i-n-d-ō > scindō

*leikw- (λ.χ. λείπω) > *li-n-kw-ō > linquō

Από την Ελληνική αναφέρω τα παραδείγματα:

*leikw- > λείπω και *li-n-kw-n.-ō > λιμπάνω

*dheugh- «παράγω» > τεύχω/τεῦχος και *dhu-n-gh-n.-ō > τυγχάνω

*leh2p- «φέγγω» > *lh2-n-p-ō > λάμπω

Από τον Γερμανικό κλάδο αναφέρω το *steh2- (λ.χ. ἵστημι) > *sth2-tos (λ.χ. στάσις, στατός) > *sth2-n-t- > πρωτο-γερμανικό standaną > Αγγλικό stand

Από την Αλβανική αναφέρω το ρήμα *skeut- > skut- > sku-n-t- > shkund «ταρακουνώ, κινώ πέρα δώθε»

shkund

Και εδώ μπορώ να κλείσω το θέμα «ΙΕ ρινικά ενθήματα» με τα λόγια του Fortson:

nasal-infix

3) Το ρηματικό επίθημα *-sk’-

Άλλο ένα ευρέως διαδεδομένο ρηματικό επίθημα που συνήθως προσαρτάται στον μηδενικό βαθμό της ρίζας.

α) Ελληνικά:

*dhwenh2- > dhwn.h2-sk’-ō > θνήσκω

*g’neh3- «γνωρίζω» >  *g’i-g’n.h3-sk’-ō > γιγνώσκω

*peh3(i)- «πίνω» > *pi-ph3i-sk’-ō > πιπίσκω

β) Λατινικά:

*kom-g’n.h3-sk’-ō > conōscō = γιγνώσκω

Ιδιάιτερα παραγωγικό ήταν το επίθημα -ēscō  (και -īscō) που σχηματίζει ρήματα που δηλώνουν την έναρξη/εξέλιξη μιας ρηματικής πράξης.

calidus = «ζεστός» > cal-ēsc = «ζεσταίνομαι»

*h1reudh- «κόκκινος» > ruber και rub-ēsc = «κοκκινίζω»

adol-ēsc = «ενηλικιώνομαι» , minu-īscō = «μικραίνω» και long-īscō = «μακραίνω»

Αυτό το λατινικό επίθημα αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγικό στην Βλαχική/Αρουμανική και κατέληξε να είναι το βασικό βλαχικό ρηματικό επίθημα:

Σλαβικό zbor = «λέξη» > Βλαχικό zburãscu = «μιλώ»

Και τα παρακάτω ελληνικά δάνεια:

αγαπώ > αγαπισέσκου

αγιάζω > αγιασέσκου

αγριεύω/αγρίεψα > αγριψέσκου

αδυνατίζω > αδυνατσέσκου

αλλάζω/άλλαξα > αλαξέσκου

ανταμώνω > ανταμουσέσκου

γ) Αλβανική:

Το ρηματικό επίθημα *-sk’a της πρωτο-αλβανικής τράπηκε κανονικά σε -h. Η εξέλιξη ήταν *sk>ks>h όπως στα παραδείγματα:

*ksōnwja > huaj ~ huej (ελληνικό ξένϝος, φρυγικό ξεῦνος) , *skenHes- > *skina > hi

*skr.d- > *skurda > hurdhë ~ hudhër (ελληνικό σκόρδον), *skuna > hu και *skunta > hundë

*skeh3los (ελληνικό σκῶλος) > *skōla > hell

Τρία ρήματα σε *-sk’a > -h είναι τα

*g’n.h3-sk’a > *gnāska > njoh (γιγνώσκω, cognosco)

*gwher- «ζέστη» (λ.χ. θέρος, θερμός, zjarr) > *en-gwhr-ē-sk’a > ngroh

*h1ed- «τρώω» > *h1ed-sk’a > edska > eska > eha > ha

ha-ngroh

Κλείνω με την περιγραφή του ρηματικού επιθήματος *-sk’- από τον Fortson:

sk-verbs

4) To αιτιακό-επαναληπτικό επίθημα *-eje- (causative-iterative).

Είναι ένα επίθημα που κατά κανόνα προσαρτάται στον ο-βαθμό της ρίζας και οι σημασίες του κυμαίνονται από «προκαλώ κάτι» ως «κάνω κάτι συνεχώς, από συνήθεια». Η ρίζα *bher- έχει δώσει το ελληνικό ρήμα *bher-eh2 > φέρω, αλλά και το ρήμα *bhor-ej-eh2 > φορέω = «κουβαλώ πάνω μου συνεχώς/από συνήθεια». Η ρίζα *sed- «κάθομαι» έχει δώσει το πρωτο-γερμανικό *sitjaną > αγγλικό sit, αλλά και το  *sod-éje- > satjaną = «εγκαθιστώ, φυτεύω». Από την Αλβανική αναφέρω το παράδειγμα *dhegwh- «καίω» > dega > djeg, αλλά και το *en-dhogwh-eje > *endagwja > ndadža >  ndez =  «ανάβω φωτιά». Από τον σλαβικό κλάδο αναφέρω το *nes-ti «μεταφέρω» > *nos-eje- > nosi-ti = «φορέω».

caus-iter

ndez

Advertisements

10 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

10 responses to “Το ινδοευρωπαϊκό ρήμα #2

  1. Nikolaos

    Το (1β) με το -κj- να εναλλάσσεται με το -τ- είναι χαρακτηριστικό ακόμη και σε σύγχρονες διαλέκτους (“πάρ’ κυρί, όχ’ αυτό που ανάβ’ αλλ’ αυτό που τρων'”, δηλαδή τυρί, όχι κερί που θα το έλεγε ομόηχα “κιρί”)

    Ωστόσο άλλο θέλω να ρωτήσω. Παρατηρώ μια συστηματική αποβολή του ημιφώνου -j- από την αρχαία ελληνική γλώσσα. Επίσης ουρανικά σύμφωνα μάλλον δεν υπήρχαν. Πιστεύουμε ότι ήταν πράγματι έτσι η αρχαία ελληνική; Δεν υπήρχε το ημίφωνο -j- καθόλου πια; Υπάρχει καμιά θεωρία για το πώς αποβλήθηκε, δεδομένου ότι στη σύγχρονη γλώσσα επανήλθε; Τι γνώμη επικρατεί;

    Ενδεικτικό να πω ότι αυτός ο φθόγγος έχει μια αίσθηση “κακόηχου”, επειδή τον απέφευγε και η καθαρεύουσα.

    • Γειά σου Νικόλαε.

      Έχεις δίκαιο ότι το tj τείνει να εναλλάσσεται με το kj λ.χ. φτιάχνω > φτιάνω = φκιάνω, φτυάρι > φκυάρι).

      Το ίδιο συνέβη και με τις σλαβομακεδονικές διαλέκτους. Το πρωτοσλαβικό -(k)tj- ήδη στην Εκκλησιαστική παλαιοσλαβωνική έχει υποστεί την τροπή: (k)tj > ts > št (το δεύτερο βήμα είναι μετάθεση) λ.χ. στην λέξη για την «νύκτα», το πρωτοσλαβικό *noktĭ έγινε πρώτα *nojtĭ > *notjĭ > *notsĭ , για να προκύψει το παλαιοσλαβωνικό noštĭ.

      Ωστόσο, το σλαβομακεδονικό nokʲ (ќ = kʲ) δείχνει ότι, σε κάποιες τουλάχιστον διαλέκτους (αν και είναι πολύ δύσκολο να εξακριβωθεί το κέντρο/κοιτίδα της αλλαγής, γιατί σε διαλεκτικό επίπεδο το λεξικό είναι ένα μωσαϊκό που δείχνει και τις δύο μορφές λ.χ. και gakʲi και gašti για «παντελόνια») έγινε η τροπή tj > kj.

      Όσον αφορά στην δεύτερη σου ερώτηση, όντως η αρχαία ελληνική δείχνει μια τάση αποβολής των ημιφωνικών /j/ και /w/.

      Στην γραμμική Β απαντά η γενική i-je-ro-jo (= /hijerojo/) που είναι η ομηρική γενική ἱερόιο της λέξης ἱερός. Η γραφή στην ΓραμμΒ δείχνει ότι υπήρχε ημιφωνική «ουρά» μετά το πρώτο /i/ που αργότερα χάθηκε. Μετά την γραφή των επών χάθηκε και το μεσοφωνεηντικό ημιφωνικό /j/ της γενικής -ojo > -oo με αποτέλεσμα να συμπέσουν τα δύο /o/ και να συναιρεθούν στην γνωστή μας κατάληξη γενικής -ου (τοῦ ἱεροῦ).

      Πάντως σε διαλεκτικό επίπεδο (δηλαδή στις μη αττικο-ιωνικές διαλέκτους) η προφορά των ημιφωνικών διατηρήθηκε όπως μαρτυρούν τα επιγραφικά δεδομένα (λ.χ. στην γενική «τῆς πόλιιος», το δεύτερο «ι» είναι μια προσπάθεια απόδοσης της ημιφωνικής ουράς.

      Ανάλογα φαινόμενα απαντούν και στις νεοελληνικές διαλέκτους, όπου βρίσκουμε ένα με ετυμολογικό μεσοφωνηεντικό «γ» που προσπαθεί να αποδώσει την ημιφωνική ουρά. Λ.χ. η γραφή Ρωμέγικα για τον όρο Ρωμέικα.

      Σε ορισμένες διαλέκτους (λ.χ. αιολική) η πρόθεση διά πήρε την μορφή δjά > dza > zda = ζα. Λ.χ. διά-πλουτος > ζάπλουτος, διάλευκος > ζάλευκος, ενώ στην αρχαία Λέσβο ο Διώνυσος/Διόνυσος απαντά ως Ζώνυσος.

  2. Χρήστος

    Καλησπέρα. Τώρα ανακάλυψα τα δύο αυτά άρθρα και μου έλυσαν μερικές απορίες. Παρήγγειλα το βιβλίο που μου είπες του Χριστίδη “Ιστορία της ελληνικής γλώσσας από τις αρχες ως την ύστερη αρχαιότητα και κατέβασα και το βιβλίο του Fortson .
    Μελετάω τον Παρακείμενο κι έχω καταγράψει σε excell όλα τα ρήματα σε Ενεστώτα και Παρακείμενο και σημιώνω τα διάφορα χαρακτηριστικά και ανωμαλίες. Μεταπτώσεις, αύξηση ε, αύξηση ει, καταλήξεις κλπ. Τα ρήματα σε ίζω και άζω δεν ήξερα που να τα κατατάξω και με βοήθησες.
    Έχω όμως απορίες. Σχηματίζονται όλα έτσι? Δηλαδή το εθίζω είναι εθ-id-jω? Ο παρακείμενος γιατί είναι είθικα? Τα επιθήματα (το id) δεν είναι μόνο για τον ενεστώτα και δεν φεύγουν στον παρακείμενο? Γιατί εδώ διατηρείται? Δηλαδή έχουμε εθ-id-κα>είθικα? Σωστά? Το d αποβάλλεται προ του κ και το ι παραμένει. Δηλαδή το πρώτο ερώτημα είναι γιατί τα επιθήματα id/ad συμμετέχουν στον παρακείμενο. Τα υπόλοιπα επιθήματα ν,αν,νυ,σκ,τ αποβάλλονται πάντα. Επίσης η κατηγορία αυτή είναι η πιο ομαλή.Δεν υπάρχει καμία ανωμαλία. Το μόνο περίεργο είναι το σῴζω που δίνει σέσωκα στον πρκ. Εξαφανίζεται δηλαδή το ι.
    Η δεύτερη απορία είναι για την αύξηση ει αντί για η. Πχ έχω – είχον(πρτ) αντί ήχον, εθίζω-είθικα (πρκ). Αυτή εμφανίζεται σε 5-6 ρήματα περίπου.
    Τρίτο. Γιατί τα χειλικόληκτα Π,Β,Φ τρέπονται σε Φ και δεν χρησιμοποιούν το γνωστό πρόσφυμα Κ που χαρακτηρίζει τον παρακείμενο? Και τα ουρανικόληκτα δασύνονται σε Χ. Κι επίσης κάποια οδοντικόληκτα δεν αποβάλλουν το οδοντικό προ του Κ αλλά αναπτύσσουν ένα Η. Πχ βλαστάνω-βεβλάστηκα (αντί βεβλασκα), κερδαίνω-κεκέρδηκα (αντί κεκερκα).
    Και η τελευταία για τα επιθήματα ν και αν. Το αν έχει σημασία του τώρα, ενεστωτική. Το ν τι σημασία έχει? Και κυρίως τι σημασία έχει όταν χρησιμοποιούνται και τα δυο ? πχ τυγχάνω (Τυ-ν-χ-αν-ω).

    • Καλησπέρα. Σου απαντώ τώρα σε εκείνες τις ερώτησεις που ξέρω την απάντηση.

      1) Το εἶχον είναι φυσιολιογικό γιατί πρέπει να ξεκινήσεις από την ρίζα *segh- που με την αύξηση e- γίνεται *esegh- > *ehekh- > eekh- το οποίο σου δίνει εἶχ- λόγω συναίρεσης.

      Ανάλογο είναι το εἶπον. *wekw- > ἔπος αλλά με την αύξηση *e-wekw- > εϝεπ- > εεπ- > εἶπον

      Η συναίρεση είναι όπως το *trejes > trees > αττικο-ιωνικό τρεῖς καιτο βασιλέϝ-ες > βασιλέες > βασιλεῖς.

      2) Τα ρινικά ενθήματα έχουν ενεστωτική σημασία (και το -ν- και το -νῡ- του τύπου ὄρνῡμι) και προστίθενται στον μηδενικό βαθμό της ρίζας:

      τεύχω > μηδενικός βαθμός τυχ- > ρινικό ένθημα τυ-ν-χ = τυγχ-άνω
      λείπω > μηδενικός βαθμός λιπ- (λ.χ. εν-λιπ-ής > ελλιπής) > ρινικό ένθημα λι-ν-π- > λιμπάνω (λιμπάνω)
      *h1reug- > ἐρεύγομαι και με ρινικό ένθημα στον μηδενικό βαθμό *h1ru-n-g- > ἐρυγγάνω.

      Για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω, στην ελληνική η ρινική ένθεση συσχετίστηκε με την ρηματική κατάληξη -αν-(j)-ω (-άνω, -αίνω) που με τη σειρά της ανάγεται στο *-n.-jō (λ.χ. ὑφαίνω, ὕφανσις).

      Λ.χ. *leh2dh- > λᾱθ ~ λήθη , μηδενικός βαθμός *lh2dhes- > λάθος και ρήμα με ρινικό ένθυμα στον μηδενικό βαθμό *lh2-n-dh- > λανθάνω

      Για τα άλλα που ρωτάς δεν έχω κάποια απάντηση τώρα. Θα δω στα «τεφτέρια» μου μήπως βρω κάτι.

      • Χρήστος

        Τότε γιατί τα περισσότερα που αρχίζουν από ε όταν παίρνουν και την αύξηση ε γίνονται η? εγείρω-ήγειρα, ελαύνω-ήλασα, έψω-ήψησα. Μήπως δεν αρχίζουν από e αλλά από h1?

      • Λοιπόν, σε όσα ρήματα άρχιζαν στην πρωτο-ελληνική από φωνήεν (α,ε,ο,ι) η παρελθοντική αύξηση προκάλεσε φωνηεντική έκταση, όπως το αρνητικό μόριο *ne-

        e+a > ā λ.χ. αυξάνω > ηὖξον, ηὔξασα, όπως ἄνεμος > νηνεμία
        e+e > ē λ.χ. ερεύγομαι > ἤρυγον/ἠρευξάμην όπως ἔλεος > νηλεής
        e+o > ō λ.χ. ορύσσω > ὤρυξα όπως ὄνυμα > νώνυμνος

        Αυτές οι συναιρέσεις είναι τόσο παλιές στην ελληνική γλώσσα που το προϊόν τους συνέπεσε με το προϊόν έκτασης του νόμου του Szemerényi στην ΠΙΕ (λ.χ. *ph2ters > *ph2tēr > πατήρ).

        Κατά την ίδια περίοδο σχηματίστηκαν λ.χ. όροι όπως ο h2endhes > ἄνθος > ἀνθεσ-ρός > ἀνθηρός.

        Αργότερα, γύρω στο 1100 π.Χ. και έπειτα το προϊόν έκτασης της ελληνικής δεν είναι πια ομοιόμορφο, αλλά εξαρτάται από την διάλεκτο. Στην Αττικο-Ιωνική το νέο προϊόν έκτασης έδωσε τις λεγόμενες νόθες διφθόγγους:

        The earlier Old Attic alphabet had certain differences. Attic Greek of the 5th century BC likely had 5 short and 7 long vowels: /a e i y o/ and /aː eː ɛː iː yː uː ɔː/.

        Το πρωτοελληνικό ἐσμί έγινε εἰμί [/ε:mi/] στην Αττικο-Ιωνική και όχι ἠμί [/ēmi/] όπως λ.χ. συνέχισε να γίνεται στις Δωρικές διαλέκτους.

        Επομένως οι ρίζες που έχασαν το δίγαμμα ή την δασεία σε αυτήν την ύστερη φάση στην Αττικο-Ιωνική έδωσαν «νόθες διφθόγγους»:

        wekw- > ewekw- > eekw- > /ε:pon/ εἶπον.

        Σε αυτήν την περίοδο σχηματίστηκαν όλα τα επίθετα σε *-εσ-νός > -εινός στην αττικο-ιωνική λ.χ. ἄλγος > ἀλγεσ-νός > ἀλγεινός τα οποία δεν δείχνουν το ίδιο προϊόν έκτασης με το ἀνθεσ-ρός > ἀνθηρός.

        Σε αυτήν πάντα την περίοδο η συναίρεση ε+ο δίνει «ου» και όχι «ω» λ.χ. πληρέοντες > πληροῦντες.

        Άρα η διαφορά στο προϊόν έκτασης (ει/η και ου/ω) στην αττικο-ιωνική έχει να κάνει με την χρονολογία της συναίρεσης.

      • Σου δίνω ακόμα ένα παράδειγμα από αυτά που δίνει ο Carl Buck.

        To ρήμα λαμβάνω προέρχεται από την ρίζα *lambh- (και η σανσκριτική έχει lambhati), αλλά στην ελληνική θεωρήθηκε ρινικό ένθημα της ρίζας *sleh2gw- που έδωσε το ρήμα *slagw-j-omai > λάζομαι.

        Στα ομηρικά έπη απαντά ο αιολικός τύπος *e-slagw-om > ἔλλαβον (με αιολική αφομοίωση σλ>λλ όπως αγά-σνιφος > αγάννιφος, *sneigwh-).

        Ο Αττικο-ιωνικός παρακείμενος εἴληφα προέρχεται από το διπλασιασμένο *σέσλᾱφα (*se-sleh2gw-) και ή εξέλιξη ήταν:

        seslāpha > heslāpha > hehlāpha > ehlāpha (ψίλωση λόγω Grassmann) > ε:lāpha > είληφα. Με την απλοποίηση ehl>ε:l να γίνεται σχετικά αργά ώστε το αποτέλεσμα να είναι η νόθος δίφθογγος.

        Ότι το h του *sleh2gw- > hlab- προφερόταν ακόμα κατά την πρώιμη αλφαβητική περίοδο φαίνεται από την γραφή ΛΗΑΒΩΝ = λαβών και ΛΗΑΒΕΤΟΣ σε πρώιμες επιγραφές της Αίγινας και της Αθήνας αντίστοιχα.

        http://postimg.org/image/xnhnosnyv/

  3. Χρήστος

    Τέλειος. Απολύτως ξεκάθαρο τώρα.

    (Μια κι έφερες όμως και το παράδειγμα με το ρήμα αυτό. Πως από το se-sleh2gw πάμε στο seslāpha? Δηλαδή από το gw στο ph)

    • Αυτό είναι η ίδια ερώτηση που έκανες με το «φ» στο πρώτο σχόλιο. Δεν έχω ακόμα την απάντηση, το ψάχνω.

      Αν κατάλαβα ρωτάς γιατί έχουμε γράφω > γέγραφα αλλά όχι **sleh2gw- > **se-sleh2gw-h2 > **εἴληβα. Έτσι δεν είναι;

      • Χρήστος

        🙂 Ναι την ίδια ερώτηση ξαναέκανα. Αυτό ακριβώς ρωτάω.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s