Το ΙΕ επίθημα *-went- των κτητικών επιθέτων

Το ινδο-ευρωπαϊκό (ΙΕ) επίθημα *-(w)ent- χρησιμοποιείται για να σχηματίσει κτητικά επίθετα (possessive adjectives), δηλαδή επίθετα που προσδιορίζουν ένα αντικείμενο ή πρόσωπο ως κάτοχο μιας ιδιότητας. Το επίθημα είναι πάρα πολύ συχνό στην Ελληνική και στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο (λ.χ. Σανσκριτική ή αρχαία Ινδική), αλλά εμφανίζεται και στην Χεττιτική (η κύρια γλώσσα του Ανατολιακού κλάδου της ΙΕ οικογένειας).

Οι βαθμοί ablaut είναι το ε-βαθμο *-(w)ent- , το ο-βαθμο *-(w)ont- και το μηδενόβαθμο *-(w)n.t-. Για όσους δεν γνωρίζουν, το ΙΕ ablaut είναι ένα σύστημα μετάπτωσης του βασικού φωνήεντος *e της ΙΕ συλλαβής. Υπάρχουν 4 δυνατοί βαθμοί: ο ε-βαθμός (e-grade), o ο-βαθμός (o-grade), ο μηδενικός βαθμός (όπου το *e εξαφανίζεται και αν υπάρχει ένηχο κοντά αυτό γίνεται συλλαβικό λ.χ. το n. παραπάνω ή αν υπάρχει ημιφωνικό j,w φωνηεντοποιείται πλήρως σε i,u αντίστοιχα) και, τέλος, υπάρχουν και οι δύο μακροί ή εκτεταμένοι βαθμοί (long ē/ō grade).

Λ.χ. η άμεση ρηματική ρίζα είναι κατά κανόνα στον ε-βαθμό, το άμεσο παράγωγο ουσιαστικό στον ο-βαθμό και το παράγωγο που έχει επαυξηθεί με νέο επίθημα είναι κατά κανόνα στον μηδενικό βαθμό, εκτός από τα ουδέτερα σε *-mn. που σχηματίζονται κατά κανόνα στον ε-βαθμό.

*sreu- «ρέω» > ῥέϝ-ω > έω , ῥοϝ-ή > οή , *sru-tos > υτός , *sru-ak-s > ύαξ και *sreu-mn. > εῦμα

*g’heu- «χέω»> χέϝ-ω > χέω ,  χοϝ-ή > χοή , *g’hu-tos > χυτός , *g’hu-treh2 > χύτρα και *g’heu-mn. > χεῦμα

Η ίδια ιστορία κρύβεται πίσω από τα τρέπω, τρέμω, αντέχω, τρέφω > τροπή, τρόμος, αντοχή, τροφή.

Από τους άλλους κλάδους παραθέτω το εξής σλαβικό παράδειγμα:

ΙΕ ρίζα *tekw- «ρέω» > ρήμα *tekw-tei > teći = «ρέω» , αλλά το ουσιαστικό *tokw-os > to = «ροή».

Στους ρηματικούς χρόνους, ο μηδενικός βαθμός είναι τυπικός του β-αορίστου:

*bheug-: φεύγω , *h1e-bhug-om > ἔφυγον , *leikw-: λείπω , *h1e-likw-om > ἔλιπον (και το μηδενόβαθμο επίθετο *en-likw-es- > ἐλλιπής δίπλα στο ο-βαθμο *loikw-> υπόλοιπος)

τρέπω > *h1e-tr.p-om > ἔτραπον *tken- > κτέν-jω (συνέβη μετάθεση) ~ κτείνω > *h1e-tkn.-om > ἔκτανον , *derk’- > δέρκομαι > *h1e-dr.k’-om > ἔδρακον .

O παρακείμενος σχηματίζεται από τον ο-βαθμό του θέματος συχνά με διπλασιασμό:

*derk’- > dork’-: δέρκομαι, ἔδρακον , δέδορκα (= σανσκριτικό dadarsa)

Στην Ελληνική και στην Σλαβική το ρήμα «γνωρίζω» είναι ο παρακείμενος του «βλέπω» (δηλαδή γνωρίζω κάτι = «το έχω δει»).

Η ΙΕ ρίζα για το «βλέπω» είναι *weid- με παρακείμενο ο-βαθμό *woid- > ελληνικό ϝοἶδα και πρωτο-σλαβικό věděti και τα δύο «γνωρίζω».

Θυμίζω στο παραπάνω παράδειγμα ότι η ΙΕ δίφθογγος *oi στην πρωτο-σλαβική έγινε yat (ě) λ.χ. *kwoi-neh2 > ποινή ~ PrSlv cěna .

Πιστεύω ότι πήρατε μια ιδέα για αυτό το IE ablaut που διαβάζετε συχνά στις αναρτήσεις μου. Ας γυρίσουμε στο κυρίως θέμα. Παραθέτω μια σελίδα όπου έχω μαζέψει μερικά πράγματα τα οποία θα αναλύσω παρακάτω.

went

Στην Χεττιτική η ρίζα *peru- «πέτρα» έχει δώσει το επίθετο perunant- «πετρώδης», ενώ το ρήμα ḫuiš «ζω» έχει δώσει το επίθετο ḫuišwant = «ζωντανός». Πιστεύω ότι οι Mallory-Adams έχουν δίκαιο που ανάγουν το Χεττιτικό ρήμα στην σπάνια ΙΕ ρίζα *Hwed- «ζω» που έχει δώσει το ουδέτερο r/n-ληκτο παράγωγο *Hwed-r. «άγριο ζώο > θηρίο ~ λύκος», που στον σλαβικό κλάδο έχει δώσει έναν σπάνιο όρο για «λυκάνθρωπο» (λ.χ. το σλοβενικό vedevec). Ο συχνότερος και πιο γνωστός σλαβικός όρος για τον «λυκάνθρωπο» είναι ο *vĭlkŭ-dlakŭ > βουλγ. vərkolak που εισήλθε στην μεσαιωνική Ελληνική σαν βρυκόλακας. Πριν από τους Mallory-Adams κάποιοι επιχείρησαν να συνδέσουν το Χεττιτικό ḫuiš με τη βασική ΙΕ ρίζα *gweih3- «ζω», αλλά το πρόβλημα είναι ότι το χειλοϋπερωικό *gw στην Χεττιτική γίνεται ku και όχι ḫu. Επιπρόσθετα, στην αδελφή της Χεττιτικής την Λουβιανή, το χειλοϋπερωικό *gw γίνεται w (λ.χ. *gwous > λουβ. wawa) ωστόσο το ρήμα «ζω» είναι ḫuid-. H μόνη διαφορά ανάμεσα στο Χεττιτικό και στο Λουβιανό ρήμα είναι ότι το πρώτο έχει επαυξηθεί με *s κάτι που προκάλεσε την απώλεια του *d πριν του *s:

*Hwed- > *ḫuid-s- > ḫuiš-

όπως χάθηκε το *d σε εμάς στον αόριστο των ρημάτων σε -ιδ-jω λ.χ. ὁρίδ-jω > ὁρίζω και ὥριδ-σα > ὥρισα ή στο κελτικό whiskey: *ud-skiom > uisce.

vedevec

Επομένως, κλείνω τα Χεττιτικά παραδείγματα συνοψίζοντάς τα:

*peru- «πέτρα» > perunant– «πετρώδης»

*Hwed- > ḫuiš- «ζω» > ḫuišwant- «ζωντανός»

Περνώντας τώρα στον Ελληνο-Άριο κλάδο, το επίθημα *-went- γίνεται ιδιαίτερα συχνόχρηστο! Ξεκινάω από την Σανκριτική με τα παραδείγματα που αναφέρει ο Sihler στην πρώτη εικόνα που παρέθεσα. Σημειώνω ότι στους Σανσκριτικούς όρους το γράμμα j= /dz/ όπως στο αγγλικό Joker.

prajā = γόνος (σύνολο απογόνων) > prajāvant– (< *-went-) και prajāvat– (< *-wn.t-) «ἔντεκνος» ή, όπως λέει ο Λέων o Σοφός, «ἐχέπαιδος».

*pod- «πόδι» > padvant– «αυτός που έχει πόδια»

Tώρα σας παραθέτω την παρακάτω σελίδα για να καταλάβετε πόσο συχνόχρηστο ήταν το επίθημα στην Σανσκριτική:

skt-went

*h2ner- «άνδρας»: *h2nr.-went– > nr.vant = «ανθρώπινος»

Indra > Indrasvant– «αυτός που σχετίζεται/μοιάζει με τον Indra»

Višnu > Višnuvant– «αυτός που έχει τον θεό Vishnu με το μέρος του»

*h1ek’wos «ἵππος» > *h1ek’wo-went– > asvavant– «αυτός που έχει άλογα»

*h3rēg’s «βασιλιάς» > rājan « βασιλιάς» και *h3rēg’-i-went– > rājivant– «πλούσιος, βασιλικός»

*temHes- «σκότος» > tamas = «σκότος» και  *temΗes-went– > tamasvant «σκοτεινός»

Εδώ αξίζει να πω πως ο ποταμός Τάμεσης (Thames) του Λονδίνου είναι κελτικό υδρωνύμιο από την ίδια ρίζα και σημαίνει «Μαύρος/Θολός [Ποταμός]»:

tomHes

*bhlag’h-men- «ιερέας» (λ.χ. λατ. flāmēn, παλαιοπερσικό brazman- κλπ) > σανσκριτικό brahman- και το επίθετο:

*bhlag’hmen-went- > brahmanvant = «λατρευτικός»

brahman

*g’hel- «λάμπω» > σανσκριτικό hiraṇ- «χρυσός» (ουσιαστικό) και haritvant = «φτιαγμένος από χρυσό» και hiranvant = «χρυσός» (επίθετο).

*Hn.gwhnis «φωτιά» (λ.χ. λατ. ignis) > σανσκριτικό agni = φωτιά, Agni = «θεός της φωτιάς» και agnivant = «διάπυρος, πυρφόρος».

Περνώντας τώρα στον αδελφό κλάδο του Ινδικού, τον Ιρανικό, αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα, γιατί τα περισσότερα είναι σαν τα Σανσκριτικά.

*pek’u- «κινητή περιουσία, ζώα» > Περσικό *pk’u-went– > fšuvant- «αυτός που έχει κοπάδια».  Την τελευταία λέξη και την ετυμολογική της σχέση με τις λέξεις Κύκλωψ και Τσομπάνος θα την διαβάσετε σε αυτήν εδώ την ανάρτηση.

Άφησα για το τέλος την περιγραφή του επιθήματος *-went-  στην Ελληνική.

O ε-βαθμός *-went- έχει σχηματίσει την κατάληξη των αρσενικών (-ϝενς > –ϝεις) και των ουδετέρων (ϝεν). Η εξέλιξη του αρσενικού επιθήματος καθορίστηκε από την Δεύτερη Αναπληρωματική Έκταση της Ελληνικής (ΑΕ2 λ.χ. γεροντία > γερονσία > γερουσία).

Το θηλυκό επίθημα –ϝεσσα έχει πιο πολύπλοκη ιστορία. Σύμφωνα με τον Andrew Sihler προέρχεται από τον μηδενικό βαθμό *-wn.t-jeh2 > *-watsa > *-wassa που στην πορεία λόγω αναλογικής προσαρμογής άλλαξε το *n.> /a/ με /e/ για να εξαρμονιστεί με τα άλλα γένη. Έτσι προέκυψε το τελικό –ϝεσσα . Το διπλό σσ (Αττικο-Βοιωντικό ττ) είναι τυπικό των συμπλεγμάτων *-t(h)j- και *k(h)j- λ.χ. :

*totjos > τόσ(σ)ος

*melit-jeh2 > melitja > μέλισσα

*n.-bhudh-jos > ἀβύθjος > ἄβυσσος

*medhjos > μέθjos > μέσ(σ)ος

γλωχίς > γλώχjα > γλώσσα/γλώττα

φύλακ-ς > φύλαξ και φυλάκjω > φυλάσσω/φυλάττω

Στα τοπωνύμια, το αρσενικό επίθημα -ό-ϝεις > -οεις λόγω συναίρεσης έγινε -οῦς λ.χ. ὁ Ῥαμνοῦς/τὸν Ῥαμνοῦντα , ὁ Ἀνθεμοῦς/τὸν Ἀνθεμοῦντα κλπ.

Συγγενικά είναι τα θηλυκά τοπωνύμια σε *-o-went-eh2 (χωρίς το *j της κατάληξης *-wn.tjeh2 > –ϝεσσα που αναφέρθηκε παραπάνω) όπως ἡ Τραπεζοῦς/τὴν Τραπεζοῦντα (Ποντιακή και Αρκαδική) , ἡ Ἀμαθοῦς/τὴν Ἀμαθοῦντα κλπ.

Πριν  περάσω στην παρουσίαση τέτοιων ελληνικών επιθέτων ,πρέπει να μιλήσω για μια καινοτομία της Ελληνικής. Ενώ οι άλλες γλώσσες που περιέγραψα προσαρτούν το επίθημα *-went- στο θέμα της λέξης, η Ελληνική παρεμβάλλει ανάμεσα ένα θεματικό φωνήεν -o-. Η απευθείας προσάρτηση απαντά μόνο στην Γραμμική Β΄, η οποία όμως μας δίνει και παραδείγματα «έμμεσης» προσάρτισης όπως τα μεταγενέστερα ελληνικά. Ο Roger Woodard περιγράφει τις δύο περιπτώσεις με τα παραδείγματα της Γραμμικής Β΄:

i-to-we-sa = /histowessa/ = ἱστόϝεσσα = «ἱστιοφόρος [ναῦς]»

pe-de-we-sa = /pedwessa/ = πέδϝεσσα = «που διαθέτει πόδια» (θυμίζω το Σανσκριτικό padvant με την ίδια σημασία).

χάρις > ὁ χαρίϝεις/τὸν χαρίϝεντα , ἡ χαρίϝεσσα/χαρίϝεττα , τὸ χαρίϝεν

Από εδώ και κάτω δεν γράφω το δίγαμμα γιατί έχετε πια καταλάβει που υπήρχε.

*samh2dhos > ἄμαθος > ομηρικό ὁ ἠμαθόεις/τὸν ἠμαθόεντα και ἡ ἠμαθόεσσα Πύλος

φοῖνιξ = «κόκκινος, πορφυρός» > ὁ φοινῑκόεις/τὸν φοινῑκόεντα , ἡ φοινῑκόεσσα , τὸ φοινῑκόεν

*h2ster- > ἀστήρ > ὁ ἀστερόεις/τὸν ἀστερόεντα , ἡ ἀστερόεσσα , τὸ ἀστερόεν

*stenh2- > στόνος > ὁ στονόεις/τὸν στονόεντα , ἡ στονόεσσα , τὸ στονόεν (επιγραφικά απαντημένο στην Κέρκυρα το στονόϝεσσα)

ἰχθυόεις = «που έχει ψάρια» (~ σανσκ. asvavant = «που έχει άλογα» και περσ. fšuvant = «που έχει κοπάδια»)

ἀετόεις = «αετήσιος» (~ σανσκ. nr.vant = «ανθρώπινος»)

ἀνθεμόεις = «που έχει άνθη»

ἠνεμόεις = «[τόπος] που έχει άνεμο» λ.χ. ἡ ἠνεμόεσσα Ἴλιος (= Τροία)

νιφόεις = «[τόπος] που έχει χιόνι» λ.χ. Κρήτης ὄρεα νιφόεντα

πτερόεις = «που έχει πτερά, πτερωτός» λ.χ ἔπεα πτερόεντα ~ «λόγια που ταξιδεύουν στον αέρα»

ἠιόεις = «[τόπος/ποταμός] που έχει ἠιόνες = όχθες/ακτές» (λ.χ. [Ιλ,5.36] τὸν μὲν ἔπειτα καθεῖσεν ἐπ᾽ ἠϊόεντι Σκαμάνδρῳ,)

Δεν συνεχίζω, γιατί πιστεύω πως τα παραπάνω αρκούν.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s