Η λατινική ορολογία στα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού

Ο αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός έγραψε τα «Τακτικά» του γύρω στο 900 μ.Χ. , σε μια εποχή όπου οι μεσαιωνικοί Ρωμαίοι («Βυζαντινοί») αναδιοργανώνονται στρατιωτικά. Το προϊόν αυτής της αναδιοργάνωσης ήταν η καλά κουρδισμένη στρατιωτική μηχανή με την οποία ο Νικηφόρος Φωκάς και ο διάδοχός του Ιωάννης Τσιμισκής εγκαινίασαν την επεκτατική πολιτική της αυτοκρατορίας. Η εξέλιξη του βυζαντινού στρατού κατά τον 10ο αιώνα είναι το θέμα ενός πολύ ωραίου βιβλίου του Eric McGeer: “Sowing the Dragon’s teeth: Byzantine Warfare in the Tenth Century” («Σπέρνοντας τα δόντια του Δράκου», Harvard University Press, 2008):

McGeer

Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει να το βρει σε pdf για να το παραθέσω, αλλά εδώ ίσως μας βοηθήσει η Σπυριδούλα, όπως δεν γνωρίζω αν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, κάτι που συνήθως πληροφορούμαι από τον Simplizissimus.

Όπως καταλαβαίνετε, ο 10ος αιώνας είναι μεστός «τακτικογραφίας». Μετά από τα «Τακτικά» του Λέοντος ακολούθησαν η «Στρατηγική Ἔκθεσις» (οι δυτικοί το ονομάζουν Praecepta Militaria) και τα «Τακτικά» του στρατηγού Νικηφόρου Ουρανού.

Ο μακαρίτης George Τ. Dennis ευθύνεται για την μετάφραση στην αγγλική πολλών από αυτά τα κείμενα όπως λ.χ.:

1) Το Στρατηγικόν του Μαυρίκιου

2) Τα Τακτικά του Λέοντος (ελληνικό πρωτότυπο, αγγλική μετάφραση, σημειώσεις) με νεότερη έκδοση σε paperback και λογική τιμή.

3) Τρία Βυζαντινά Στρατηγικά Συγγράμματα

Ο Λέων ο Σοφός γράφει πως σκοπός των Τακτικών του είναι να ανακτηθεί η παλαιά Ρωμαϊκή στρατιωτική υπεροχή. Ο Λέων βασίστηκε για την συγγραφή στο Στρατηγικόν του αυτοκράτορα Μαυρίκιου και στα συγγράμματα αρχαίων συγγραφέων όπως ο Αιλιανός ο Τακτικός. Το αναγνωστικό κοινό που έχει κατά νου είναι οι Στρατηγοί των Θεμάτων, επομένως συχνά το κείμενο παίρνει τη μορφή συμβουλών για το πως πρέπει να συμπεριφερθούν οι Στρατηγοί στις διάφορες περιστάσεις. Ο κύριος εχθρός που έχει κατά νου ο Λέων είναι οι Άραβες, αλλά αφιερώνει και ένα κεφάλαιο για τις παρατάξεις και τρόπο μάχης και των άλλων «εθνικών» (Σλάβοι, Βούλγαροι, «Τούρκοι»/Ούγγροι, Φράγκοι), που πιστεύω πως αξίζει μία μελλοντική ανάρτηση.

Ακριβώς επειδή προόριζε το εγχειρίδιό του για τον Θεματικό Στρατηγό, ξεκαθαρίζει πως η γλώσσα του είναι εσκεμμένα λιτή επειδή θέλει να γίνει κατανοητός και πως, από τους όρους των παλαιότερων συγγραμμάτων, οι Ρωμαϊκοί (= Λατινικοί) μεταφράστηκαν και οι Ελληνικοί επεξηγήθηκαν.

Α) Λόγος Συγγραφής: η παρακμή της Τακτικής /Στρατηγικής τέχνης και ο πόλεμος με τους Άραβες

[Προοίμιον,3] Ἀλλὰ τῶν μὲν ἄλλων περὶ τὴν πολιτείαν πραγμάτων μικράν τινα δεξαμένων ἴσως ἐλάττωσιν οὐ τοσαύτην κατανοοῦμεν τὴν βλάβην, τῆς δὲ στρατηγικῆς μεθόδου διαπεσούσης τοσούτῳ κατόπιν τὰ Ῥωμαίων συνηλάθη πράγματα, ὅσον ἡ πεῖρα τοῦ νῦν χρόνου πᾶσιν ἅπαντα κατ΄ὀφθαλμούς ὁρώμενα παρίστησι πρόδηλα.

Ενώ πιστεύουμε ότι η παρακμή («βλάβη») των άλλων πραγμάτων της πολιτείας είναι μικρή, ο καθένας βλέπει προδήλως με τα μάτια του πως η παρακμή της Στρατηγικής Μεθόδου έχει προκαλέσει το χάλι των Ρωμαϊκών πραγμάτων που βιώνουμε αυτή τη στιγμή.

[Προοίμιον, 4 και 8] […] ἀλλὰ ταῖς στρατηγικαῖς μεθόδοις τὴν σωτηρίαν πορίζεσθαι καὶ δι΄αὐτῶν φυλάττεσθαι μὲν ἀπὸ τῶν ἐπερχομένων πολεμίων, δρᾶν δὲ κατ΄αὐτῶν ὅσα παθεῖν ἐκεῖνοι ἄν εἶεν ἄξιοι […] Πἀντως δὲ χρή, εἴτε ἐπὶ πλέον εἴτε ἐπ΄ἔλαττον, τοὺς βουλομένους στρατηγεῖν ταῖς τακτικαῖς τε καὶ στρατηγικαῖς ἐνδιατρίβειν μελέταις. Οὐδὲ γάρ, ὥς τινες τῶν ἀπείρων ἔχουσι, διὰ πλήθους ἀνδρῶν καὶ θράσους οἱ πόλεμοι κρίνονται, ἀλλά δι΄ευμενείας Θεοῦ καὶ στρατηγίας καὶ τάξεως, ἧς μᾶλλον ἐπιμελητέον ἥ συλλογῆς πλήθους ἀκαίρου.

Αλλά πρέπει να εξασφαλίσουμε την σωτηρία μας μέσω των στρατηγικών μεθόδων και δι΄αυτών να φυλαγόμαστε από τους επιδρομούντες εχθρούς, αλλά και να αντιδρούμε εναντίον τους ώστε να παθαίνουν αυτό που τους αξίζει. […] Πάντως είναι απαραίτητο, αυτοί που προορίζονται για στρατηγοί να ασχοληθούν, είτε σε μείζονα είτε σε ελάσσονα βαθμό, με τις στρατηγικές μελέτες. Διότι δεν αληθεύει αυτό που μερικοί ανίδεοι («ἄπειροι») πιστεύουν, ότι δηλαδή οι πόλεμοι κρίνονται από το θάρρος και το πλήθος των ανδρών, αλλά κρίνονται από την ευμένεια του Θεού ( και λίγο προπαγάνδα περί του Περιούσιου Λαού 🙂 ) και την στρατηγία και την τάξη. Καλύτερα να έχει αυτά ως μέλημα κάποιος παρά την συλλογή άκαιρου πλήθους (δηλαδή τα υπεράριθμα στρατεύματα είναι «άκαιρα», γιατί είναι ανέφικτα στον καιρό μας, επομένως είναι ορθότερο να μεριμνήσουμε για τα πράγματα που μπορούμε να πραγματοποιήσουμε, όπως η βελτίωση των τακτικών μας μεθόδων).

[Ὑπόθεσις ἐν Ἐπιλόγῳ,71] […] καὶ μάλιστα ἐν τῷ νῦν ἡμῖν ἐνοχλούντι Σαρακηνῶν ἔθνει, δι΄ὅπερ, ὡς εἴρηται που ἡμῖν, καὶ τὸ παρὸν συντέτακται βιβλίον, εἰ καὶ μὴ πάντα συλλαβεῖν ἐδυνήθημεν […]

[…] και ειδικά για το έθνος των Σαρακηνών που μας ενοχλεί τώρα, για το οποίο, όπως έχει ήδη ειπωθεί από εμάς, συγγράφθηκε το παρόν βιβλίο, αν και δεν μπορέσαμε να συμπεριλάβουμε τα πάντα …

Β) Για το λιτό γλωσσικό ύφος του κειμένου:

[Προοίμιον,6] […] οἷον εἰσαγωγὴν τινα τακτικὴν τοῖς ἡμετέροις ὑποστρατήγοις καὶ τὰς πολεμικὰς ἑμπεπιστευμένοις χρείας, δι΄ὑμῶν ὑπαγορεύοντες ὡς εὔκολον ἐντεύθεν εἶναι τοῖς βουλομένοις καὶ ἐπὶ τὰ μείζω τῶν παλαιῶν ἐκείνων τακτικῶν καὶ ἀρχαίων θεωρημάτων τάξει τινὶ καὶ βαθμῷ προϊέναι, φράσεως μὲν ἀκριβοῦς ἤ κόμπου ῥημάτων οὐδεμίαν ποιησάμενοι φροντίδα, πραγμάτων δὲ μᾶλλον καὶ σαφηνείας λόγου καὶ λέξεως ἁπλῆς πεφροντικότες. Ὅθεν ταύτας παλαιὰς τῆς τακτικῆς πολλάκις Ἑλληνικὰς μὲν ἐσαφηνίσαμεν λέξεις, Ῥωμαϊκὰς δὲ διερμηνεύσαμεν, καὶ τισιν ἑτέραις στρατιωτικῇ συνηθείᾳ λελεγμέναις ἐχρησάμεθα λέξεσιν ἕνεκεν τῆς σαφοῦς καταλήψεως τῶν ἐντυγχανόντων, […]

[Το βιβλίο] είναι ένα είδος εισαγωγής στην Τακτική για τους υποστρατηγούς μας (ο Λέων ονομάζει τους θεματικούς Στρατηγούς Υποστρατηγούς, γιατί θεωρεί ότι ο αυτοκράτορας είναι ο Αρχιστράτηγος των Ρωμαϊκών δυνάμων) και για αυτούς στους οποίους εμπιστευτήκαμε τις πολεμικές μας ανάγκες, και έχει σκοπό να διευκολύνει την εμπέδωση των παλαιών εκείνων τακτικών και των αρχαίων θεωρημάτων για εκείνους που επιθυμούν να προχωρούν με τάξη και βαθμό. Δεν επιδείξαμε την παραμικρή φροντίδα για την «ακριβή φράση» και τις εύηχες λέξεις, αλλά φροντίσαμε να επιτύχουμε σαφήνεια λόγου με τη χρήση «απλών λέξεων». Συχνά, από τις παλαιές λέξεις της Τακτικής, τις Ελληνικές τις αποσαφηνίσαμε και τις Λατινικές τις μεταφράσαμε και χρησιμοποιήσαμε άλλες συνηθισμένες στρατιωτικές λέξεις ένεκα της σαφούς κατανόησης των αναγνωστών.

Εδώ φαίνεται ότι ο Λέων θεωρεί την μεσαιωνική ελληνική γλώσσα των αναγνωστών του σαν συνέχεια της αρχαίας Ελληνικής, διότι οι αρχαίοι Ελληνικοί όροι απλώς αποσαφηνίζονται, ενώ οι αντίστοιχοι Λατινικοί διερμηνεύονται.

Βέβαια, έχει ενδιαφέρον ότι συχνά οι αρχαίοι Ελληνικοί όροι αποσαφηνίζονται μέσα από τη χρήση των Λατινικών όρων, κάτι που δείχνει ότι οι αρχαιοελληνικοί όροι είχαν ξεχαστεί και οι λατινικοί είχαν περάσει στην δημώδη μεσαιωνική Ελληνική. Έτσι λ.χ. για να εξηγήσει τι σημαίνει «ὁπλίτης» πρέπει να χρησιμοποιήσει τον λατινικό όρο «σκουτᾶτος» (scūtātus = «ασπιδοφόρος»).

[4.58] Οἱ μὲν γὰρ ἀρχαῖοι πολυπληθίας εὐποροῦντες ἴσως στρατευμάτων τῶν ποτε λεγομένων ὁπλιτῶν, νῦν δὲ σκουτάτων καλουμένων, μᾶλλον δὲ καὶ αὐτοὺ τοῦ ὀνόματος διὰ τὴν ἄγαν τῆς τακτικῆς μελέτης καὶ πράξεως ἀμελείας παρὰ μικρόν παρὰ πάντων ἀγνοουμένου, […]

Οι αρχαίοι είχαν την τύχη να διαθέτουν πολυπληθία στρατευμάτων, αποτελουμένων από τους τότε ονομαζόμενους οπλίτες που τώρα ονομάζονται σκουτάτοι, όρος άγνωστος σε όλους εκτός από λίγους εξαιτίας της μεγάλης αμέλειας που χαρακτηρίζει την μελέτη και πράξη της Τακτικής.

Γ) Λατινική Ορολογία:

Όταν ο Λέων μεταφέρει αθεματικούς λατινικούς όρους στην Ελληνική, κατά κανόνα διατηρεί το μακρό /ō/ των λατινικών πλαγίων πτώσεων, αλλά στην ονομαστική ενικού χρησιμοποιεί το ελληνικό μακρό -ωρ (το οποίο κάποτε είχε και η Λατινική αλλά το βράχυνε δευτερογενώς σε-or):

δώτωρ > τὸν δώτορα > οἱ δώτορες

dator > datōrem > datōres

Αν ο Λέων πρέπει να αποδώσει έναν όρο όπως το λατινικό dator τον παραθέτει ως ὁ δάτωρ/οἱ δάτωρες.

1) Τσεκούρια , Ματσούκια και Σουβλιά. Οι πασίγνωστοι αυτοί νεοελληνικοί όροι είναι λατινικής καταγωγής.

Το τσεκούρι προέρχεται από το λατινικό securis που με τη σειρά του ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *sek- «κόβω,τέμνω» (λ.χ. secō = τέμνω, sectōr = τομέας/τόμος, dissectiō το πλησιέστερο λατινικό ανάλογο του ελληνικού όρου ανατομία).

Οι Σλάβοι χρησιμοποίησαν την ίδια ακριβώς ρίζα ανεξαρτήτως από τους Λατίνους, για να φτιάξουν το «τσεκούρι» τους: *sek- > *sēk-tei > PrSlv. sěťi = «κόβω» και *sek-ūr-eh2 > *sekyra = «τσεκούρι».

Το τσεκούρι απαντά στον Λέοντα ως «τζικούριν» και «τζικούριον»:

[5.2] […] τὸ γὰρ κατὰ τὴν ἑκάστου τῶν μεταχειριζομένων δύναμιν ὅπλον σύμμετρον τε καὶ χρήσιμον -ῥικτάρια, τζικούρια καὶ ἕτερα τζικούρια ἀμφίστομα, ἐφ΄ἕν μέρος οἱονεὶ σπαθίον, ἐπὶ δὲ τὸ ἕτερον οἷον ξίφος κονταρίου.

[6.11] Πάντως δὲ ἔχειν τὸν καβαλλάριον στρατιώτην καὶ τζικούριν δίστομον, τὸ ἕν στόμα τάξιν σπαθίου ἐπίμηκες καὶ τὸ ἕτερον τάξιν ξίφους κονταρίου μακρὸν καὶ ὀξύ, ἀποκρεμάμενον μετὰ θηκαρίου δερματίνου ἐν τῇ σέλλᾳ.

Το ασύμμετρο δίστομο/αμφίστομο τσεκούρι που περιγράφει παραπάνω είναι το παρακάτω:

distomon

Το νεοελληνικό ματσούκι έχει επίσης λατινική καταγωγή, αλλά το Νεοελληνικό Λεξικό της Πύλης για την Ελληνική Γλώσσα σφάλλει όταν γράφει πως είναι μεταγενέστερο βενετσιάνικο δάνειο. Από τη στιγμή που απαντά στα «Τακτικά» του Λέοντος (~900 μ.Χ.) έχουμε κάθε λόγο να το θεωρήσουμε λατινικό όρο που επιβίωσε στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως το τσεκούρι, με δεύτερη πιθανότητα την γερμανοσλαβική ετυμολογία όπως θα φανεί σε λίγο.

Ο αρχικός λατινικός όρος ήταν matea = «ρόπαλο» (λ.χ. mateola = «είδος σφυριού/σκεπαριού») και είναι ΙΕ συγγενής του Σανσκριτικού matya = «ρόπαλο». Από το λατινικό matea προέκυψε το δημώδες υστερολατινικό matja > matsa που είναι ο πρόγονος του Ιταλικού mazza = «ρόπαλο» και του αγγλικού mace = «ρόπαλο». Η ΙΕ ρίζα *Hmat- (H= ενδεχόμενο άγνωστο λαρυγγικό) που κρύβεται πίσω από τον όρο έχει δώσει το πρωτο-γερμανικό *mattukaz = «σκεπάρι, αξίνα» > αγγλικό mattock και το πρωτο-σλαβικό *mat-ūka > *motyka = «σκεπάρι,αξίνα» που επιβιώνει στο τσεχο-πολωνικό motyka , στο σερβο-κροατο-σλοβενικό motika και στο ρωσικό motýga.

O νεοελληνικός όρος προέρχεται είτε από το υστερολατινικό matsa το οποίο επαυξήθηκε με το λατινικό επίθημα -ūca (λ.χ. λατινικό carrus = «κάρο» > carrūca ~ carrūcea = «καρότσα») mats-ūca > ματσούκα > ματσούκιον είτε πρέπει ν΄αναζητήσουμε την ετυμολογία του στον γερμανικό κλάδο (λ.χ. γοτθικό δάνειο όπως τα βανδόν, δροῦγγος και «πουγγί» που θα συζητηθούν παρακάτω) ή στον σλαβικό κλάδο.

Ο Λέων μια φορά, στα Τακτικά γράφει για τα εργαλεία που πρέπει να διαθέτει κάθε στρατιωτική άμαξα:

[6.23] Ἐχέτω δὲ ἑκάστη τῶν ἀμαξῶν χειρομύλιν, ἀξίνην, πελέκιν, σκέπαρνον, πριόνιν, ὄρυγας δύο, σφῦραν, πτυάρια δύο, κόφινον, κιλίκια, φαλκίδιν, τζικούρια, βαρδούκια, ματζούκια -ἴσως κἄν τούτων χρεία γένηται τοῖς στρατιώταις- […]

φαλκίδιον/φαλκίδιν = «δρεπάνι» εκ του λατινικού falx/falcem απ΄όπου προέρχεται και το ιταλικό όνομα της Δρεπανοκυτταρικής Αναιμίας Anemia Falciforme.

βαρδούκιον = αυτό που οι Άγγλοι λένε Βardiche και Hal-berd. Ο όρος μάλλον είναι απώτερης γερμανικής καταγωγής (λ.χ. γερμανικό Barte = «τσεκούρι») που πέρασε στην ελληνική μέσα από λατινικό φιλτράρισμα (bardūca).

[7.55] Οἱ μὲν ψιλοὶ τοξεύουσιν ὑψηλοτέρως, οἱ δὲ σκουτάτοι, οἱ εἰς τὸ μέτωπον τεταγμένοι, ἔτι ἐγγυτέρω γενομένων τῶν πολεμίων, εἰ μὲν ἔχωσι ματζούκια ἤ τζικούρια ἤ ρικτάρια, εἰς τὸ ἅμα ῥίπτουσιν αὐτά, […]

[14.75] Τοὺς δὲ ἁμαξηλάτας ἀκοντιστὰς δεῖ εἶναι ἤ σφενδοβόλων ἤ τζικουρίων ἤ ματζουκίων ἤ σαγιττῶν.

Η νεοελληνική λέξη σούβλα/σουβλί (και το παράγωγό της σουβλάκι) προέρχεται από το λατινικό IE *sū-dhl-eh2 > sūbula που περιέχει την ρίζα *sjuH- «ράβω» του αγγλικού ρήματος sew. H σημασιακή εξέλιξη από το «ράβω» στη «σούβλα» προφανώς πέρασε μέσα από την έννοια «βελόνα». Οι Σλάβοι έκαναν την ίδια σημασιακή πορεία, διότι το πρωτο-σλαβικό ρήμα *šiti = «ράβω» έχει σαν παράγωγο όρο το ουδέτερο ουσιαστικό «σουβλί» *sū-dhlom > šydlo > ši(d)lo.

Ο Λέων χρησιμοποιεί τον όρο σουβλίον:

[5.3] ἐνδύοντα τὸν στρατιώτην μετὰ τῶν ὅπλων, […] σελλοπούγγια μεγάλα, πυρέκβολα καὶ ἴσκας, λωρόσοκκα, πέδηκλα σεληναῖα σιδηρᾶ μετὰ καρφίων αὐτῶν, ῥινία, σουβλία, προμετώπια ἵππων …

[6.1] Ἐν δὲ τοῖς τοξοζωνίοις ῥινία καὶ σουβλία.

[20.80] Ἦν ποτε καιρὸς ὅτε Σκιπίων Ῥωμαίων ᾑρέθη ἀπὸ ψήφου κοινῆς στρατηγὸς καὶ ἡλικίας ἦν ἐτῶν τῶν ὀκτωκαἰδεκα στρατηγικῶν ἀπαρχόμενος ἔργων. Παρευθὺ δὲ τῆς ἀρχῆς ἐκέλευσεν ἀποπέμπεσθαι ἐκ τοῦ στρατοῦ κραββάτους καὶ τὰς τραπέζας καὶ διάφορα ἐκπώματα καὶ τὰ ἄλλα σκεύη πάντα, πλὴν χύτρας χαλκῆς καὶ σουβλίου σιδηροῦ καὶ ποτηρίου,

Σελλοπούγγιον = το πουγγί της σέλλας (< λατινικό sella < IE *sed-leh2). Όπως έγραψα και πιο πάνω, το «πουγγί» είναι γοτθικό δάνειο από τις ημέρες των «σισυροφόρων» φοιδεράτων. Ο γοτθικός όρος puggs = «σάκ(κ)ος» πέρασε ως δάνειο στην Βαλκανική Λατινική και από εκεί στο ελληνικό πουγγίον, στο αλβανικό  punjashe = «τσάντα» και απαντά και στην Ρουμανική. Παραθέτω τα λόγια του Adrados για το πουγγίον και του Orel για το αλβ. punjashe.

puggs

[6.2] Ἔχειν δὲ καὶ κόρδας ἐκ περισσοῦ ἐν τοῖς πουγγίοις αὐτῶν, …

Πέδηκλα σεληναῖα σιδηρᾶ = σιδηρά αλογοπέταλα. Pedīc(u)lus = υποκοριστικό του pēs/pedem = «πόδι» και «σεληναῖος» = «ημισεληνοειδής» (με το μορφή ημισελήνου όπως το γράμμα “C”).

2) Φλάμπουρο, Βούκινο και Βάνδον. Οι δύο πρώτοι όροι παραμένουν γνωστοί μέχρι και σήμερα, ενώ το βάνδον έχει ξεχαστεί.

Το φλάμπουρο ή χλάμπουρο προέρχεται από το βυζαντινό φλάμουλον που με τη σειρά του ανάγεται στο λατινικό flammula = «μικρή κόκκινη σημαία ιππικού σώματος, συνήθως στο χρώμα της φωτιάς (flamma)».

Η εξέλιξη φλάμουλον > φλάμπουρον δείχνει ομοργανική επένθεση -m(V)r/l- > -(m)b(V)r/l- (V= φωνήεν) του τύπου που απαντά στα *mr.tos > mrotos > (m)brotos > βροτός, *mr.ghus > mrakhus > (m)brakhus > βραχύς και στους νεοελληνικούς διαλεκτικούς τύπους χαμηλά > χαμπλά και φαμίλια > φάμπλια. Η άλλη τροπή είναι ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού -L->-R- που είναι τυπική εξέλιξη της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (ΑΒΡ, πρόγονος της Βλαχικής και της Ρουμανικής) όπως μαρτυρούν τα ακόλουθα λατινικά παραδείγματα:

sol/solem > soare

sal/salem > sare

caelum > celum > cjèlu > tseru > tser, cer

Θεσσαλονίκη > rună

Ο Λέων χρησιμοποιεί τον όρο φλάμουλον και το υποκοριστικό φλαμουλίσκιον για τα μικρά διακοσμητικά «σημαιάκια» με τα οποία ο στρατιώτης μπορεί να στολίσει την πανοπλία του («ζάβα» ή λωρίκιον < λατινικό lōrīca).

zaba

 [5.4] Φλάμουλα μεγάλα, φλαμουλίσκια τῶν κονταρίων, βάνδα διαφόρως βεβαμμένα, βούκινα μικρά και μεγάλα, δρέπανα ἀξίνας φαλκίδια, πελέκια, σκέπαρνα, τριβόλους ἀναδεδεμένας σφηκώμασι δεδεμένοις εἰς ἥλους τελείους.

Εδώ βλέπουμε και τον γοτθικό όρο βάνδον = «σημαία τάγματος, τάγμα» που επιβιώνει στο ιταλικό bandiera και στους γερμανικούς συγγενείς του γοτθικού όρου όπως τα αγγλικά banner και band = «συγκρότημα, συμμορία». Το αγγλικό bandage = επίδεσμος (< κομμάτι ύφασμα, όπως η σημαία) περιέχει τον ίδιο όρο δανεισμένο από τα γαλλικά και επαυξημένο με το γαλλικό επίθημα -age.

[6.3] Ἔχειν δὲ καὶ κοντάρια καβαλλαρικὰ μικρά, ἔχοντα λωρία κατὰ τὸ μέσον, μετὰ φλαμούλων. Ἔχειν δὲ καὶ σπαθία ἀποκρεμάμενα τῶν ὤμων αὐτῶν κατὰ τὴν Ῥωμαϊκὴν τάξιν, […] Ἔχειν δὲ καὶ μικρὰ τουφία κατὰ τῶν ὀπισθελλινῶν τῶν ἵππων καὶ φλάμουλα μικρὰ ἐπάνω τῶν ζαβῶν κατὰ τῶν ὤμων. Ὅσον γὰρ ἐστιν εὔσχημος ἐν τῇ ὁπλίσει αὐτοῦ ὁ στρατιώτης, τοσούτον καὶ αὐτῷ προθυμία προσγίνεται καὶ τοῖς ἐχθροῖς δειλία.

[6.16] Προστάσσομεν δὲ καὶ τὰς κεφαλὰς τῶν βάνδων ἑκάστου τάγματος ὁμοχρόους γίνεσθαι, καὶ τὰ φλάμουλα ἑκάστης τούρμας ἤ δρούγγου ἱδιόχροα εἶναι, ἵνα δὲ καὶ τὸ καθ΄ἕκαστον τάγμα εὐκόλως ἐπιγινώσκῃ τὸ ἴδιον βάνδον.

[6.21]  Τοὺς δὲ ἐπιλέκτους τῆς ἀκίας ἔχειν καὶ ζάβας ἤτοι λωρίκια, εἰ μὲν δυνατόν, ὅλους, ἐπεί, κἄν δύο, τοὺς πρώτους τῶν ἀκιῶν, κατὰ δὲ τῶν μήλων ἤτοι τῶν ὤμων τῆς ζάβας φλαμουλίσκια μικρά.

[7.18] Καὶ ὅτ΄ἄν θέλῃ κινῆσαι σημαίνειν δέον μονη τῇ φωνῇ ἤ τῷ βουκίνῳ ἤ νεύματι φλαμούλου, καὶ κινεῖν οὕτως. Ὅτ΄ἄν θέλῃ στῆναι, σημαίνειν ἤ τῇ φωνῇ στα ἤ τῷ ἤχῳ τοῦ σκουταρίου ἤ τῇ τούβᾳ, ἥν νῦν λέγουσι βούκινον, ἤ τῇ ταυρέᾳ.

Ήδη στα παραπάνω χωρία έχει εμφανιστεί και η λέξη βούκινον < λατινικό būcina της οποίας συνώνυμo είναι η «τούβα» (< tuba , όπως youtube). Αυτός που ηχεί το βούκινον είναι ο βουκινάτωρ (< būcinātor) ή αλλιώς σαλπιγκτής.

[4.7] Εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι καθ΄ἕκαστον τάγμα ἤτοι βάνδον διωρισμένοι, οἷον βανδοφόροι, σαλπιγκταὶ ἤτοι βουκινάτορες, θεραπευταὶ ἤ ἰατροὶ οἱ καὶ δεποτάτοι, καὶ μανδάτωρες καὶ παρακλήτορες, οἱ διὰ λόγων διεγείροντες τὸν στρατὸν πρὸς τοὺς ἀγῶνας, οὕς οἱ πρὸ ἡμῶν, νεώτεροι δὲ τῶν ἄλλων, τακτικοί Ῥωμαϊστί καντάτωρες ἐκάλουν.

Δεποτάτοι = αυτοί που φροντίζουν τους τραυματίες (λατινικό dēputātus)

Μανδάτωρες = αυτοί που μεταφέρουν τα «μαντάτα»/μανδάτα = «εντολές», δηλαδή οι αγγελιοφόροι (mandātor, mandātum)

Παρακλήτορες = Καντάτωρες = «αυτοί που τραγουδούν για να εμψυχώσουν/παροτρύνουν τον στρατό» (cantātor). Το νεοελληνικό κανταδόρος είναι από την ίδια λέξη, αλλά είναι βενετσιάνικο δάνειο όπως μαρτυρεί το ηχηροποιημένο t>d>δ (λ.χ. cognātus > βενετσ. cognaδο > κουνιάδος, αλλά ΑΒΡ cumnat).

3) Βίγλα και Ρόγα. Οι όροι αυτοί σήμερα έχουν λίγο πολύ ξεχαστεί.

H Βίγλα (< λατινικό vigilia) ήταν η «σκοπιά, φρουρά», κυριολεκτικά «αυτοί που ξαγρυπνούσαν όταν οι άλλοι κοιμόταν», από το ρήμα vigilō = «ξαγρυπνώ» (από την ίδια ΙΕ ρίζα *weg- όπως και το αγγλικό wake). Άλλα παράγωγα είναι το ρήμα βιγλεύω = κάνω σκοπιά/βίγλα και το nomen agentis βιγλάτωρ = σκοπός.

[6.13] Ἔστι δὲ καὶ ἄλλως πως ἀναγκαῖα τὰ κέντουκλα ἐν ταῖς σκούλκαις ἤγουν ταῖς βίγλαις. Οὐ διαφαίνονται γὰρ μήκοθεν τοῖς πολεμίοις αἱ ζάβαι ὑπ΄αυτῶν σκεπόμενα, ἀντέχουσι δὲ καὶ πρὸς τὰς βολὰς τῶν σαγιττῶν.

Το κέντουκλον ή γουνοβερονίκιον (μάλλον σλαβικός όρος που περιείχε την «γούνα» και τελείωνε σε -nik) ήταν ένα χοντρό και φαρδύ πανωφόρι (κάτι σαν την μπαρούτσα των βοσκών) που φοριόταν πάνω από τη «ζάβα» για να κρύβει το μεταλλικό της φέγγος. Στο παραπάνω χωρίο, ο Λέων συνιστά τους σκουλκάτωρες (< exculcātor = πρόσκοπος) στις σκούλκες (κατασκοπευτικές ομάδες) και τους βιγλάτωρες στις βίγλες  να φοράνε κέντουκλα για να μην φαίνονται.

kentouklon

[12.97] Περὶ βίγλας καὶ φυλακῆς βάνδου ἐν καιρῷ μάχης.

Δύο δὲ σκουλκάτωρας ἤγουν κατασκόπους ἤ βιγλάτωρας χρησίμους καὶ ἀγρύπνους καὶ ἀνδρείους ἐπιλέγεσθαι καὶ δύο μανδάτωρας.

[12.42] καθ΄ἕκαστην τοῦρμαν σκουλκάτωρας ἤγουν βιγλεύοντας ἀφορίσῃς.

[14.12] ἀλλὰ καὶ ἕν βάνδον μετ΄αὐτῶν, τὸ ὀφεῖλον βιγλεύειν καὶ τὰς πόρτας τοῦ φοσσάτου φυλάττειν ἤγουν τοῦ περιφραγμένου ἀπλίκτου.

Ή ρόγα (< λατινικά ērogō = «πληρώνω, παρέχω», ērogātiō = «πληρωμή, παροχή») ήταν ο μισθός των βυζαντινών στρατιωτών. Τους πρώτους καιρούς των παλαιότερων θεμάτων, η κρατική πληρωμή κάθε θέματος γινόταν μία φορά κάθε 4 χρόνια (4 θέματα, τετραετής κύκλος). Για να εξασφαλίστει μια πιο συνεχής πληρωμή σε είδος στους στρατιώτες, επαναφέρθηκε και νομιμοποιήθηκε ο θεσμός της συνώνης/coemptiō , όπου τα θεματικά στρατεύματα πληρώνονταν σε είδος (δωρεάν τρόφιμα, δωρεάν εξοπλισμός κλπ) από τους πολίτες που προστάτευαν και τα έξοδα αυτά των τελευταίων προφανώς αφαιρούνταν από τον φόρο που έπρεπε να πληρώσουν στην Κων/πολη.

4-year-roga

Αργότερα, η πληρωμή της κρατικής ρόγας γινόταν σε ετησία βάση. Μία ημέρα του έτους, οι στρατιώτες έκαναν αδνούμιον (=γενική συγκέντρωση, <ad-numerō) και ο στρατηγός του θέματος τους έδινε την ετήσια ρόγα τους μετά από μια τυπική επιθεώρηση.

roga-adnoumion

Ο Λέων γράφει:

[6.15] Τοὺς δὲ τῶν ταγμάτων ἄρχοντας ἤ στρατιώτας καὶ τῶν θεματικῶν βάνδων τοὺς δυνατότερους ἀναγκάζεσθαι χρὴ παῖδας ἑαυτοῖς δούλους ἤ ἐλευθέρους καὶ ἐπιμελῶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς τε ῥόγας καὶ τοῦ ἀδνουμίου καὶ τοὺς παῖδας αύτῶν καὶ τὸ ἄρμα ἀπογράφεσθαι καὶ καταζητεῖσθαι,

«ἄρμα» στο παραπάνω χωρίο είναι ο οπλισμός (< λατινικό arma = όπλο, armamentum = (εξ)οπλισμός).

4) Βηρύττη και Μέναυλον

Ο Λέων ονομάζει τα βέλεμνα των ακροβολιστών «βηρύτται» και «ῥικτάρια». Ο όρος ρικτάριον είναι ελληνικός και το /κ/ δείχνει ήδη την νεοελληνική τροπή ρίπτω > ἔριψα ~ ἔριξα > ρίκνω > ρίχνω. Ο όρος βηρύττη προέρχεται από το λατινικό verū/verūtum = «βέλεμνον».

[6.22] ἅπερ καὶ ἐπὶ πολὺ διάστημα ῥίπτονται διὰ τῶν τοξαρίων, καὶ τοῖς ἐχθροῖς ἄχρηστα εἰσι, βηρύττας, ἃ λέγεται ῥικτάρια,

Το μέναυλον ή μεναύλιον είναι είδος δόρατος. Αρχικά δήλωνε το μικρό κυνηγητικό βέλεμνο που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν σιβύνη («καπροβόλον») και ως όπλο, ήταν εκτοξεύσιμο βέλεμνο των ακροβολιστών, όπως τα ρικτάρι/βηρύττες. Τελικά όμως, κατά τον 10ο αιώνα, ο όρος δήλωνε ένα χοντρό και μακρό δόρυ που θύμιζε την μακεδονική σάρισσα και τα κοντάρια των δυτικών ιπποτών. Ο όρος μέναυλον/μεναύλιον προέρχεται από το λατινικό vēnābulum = «κυνηγητικό βέλεμνον», κυριολεκτικά «κυνήγηθλον» (vēnor = «κυνηγώ», vēnātor = «κυνηγός» και το IE οργανικό επίθημα *-dhlom > *-blum > -bulum που αντιστοιχεί στο ελληνικό -θλον). Αυτοί που χειρίζονταν τα μέναυλα λέγονταν μεναυλάτοι.

[6.27] Τούτων δὲ πάντων, τῶν τε καταφράκτων καβαλλαρίων καὶ τῶν μὴ καταφράκτων, οἱ μὲν εἶχον κοντάρια, οἱ δὲ τὰ λεγόμενα νῦν μέναυλα, ἅπερ οἱ ἀρχαῖοι λόγχας ἐκάλουν. Οἵτινες καὶ κατάφρακτοι ὄντες χείρας συνέβαλλον τοῖς πολεμίοις, οἱ δὲ μακρόθεν ἦσαν ἀκοντίζοντες, οὓς καὶ ἔλεγον ἀκροβολιστάς.

[9.71] Γίνωσκε δὲ ὅτι ἐν ταῖς δασείαις ὕλαις οἱ ἐκ χειρὸς ἀκοντίζοντες διὰ ῥικταρίων ἢ μεναύλων ἀναγκαιότεροι εἰσι καὶ τῶν τοξοτῶν καὶ τῶν σφενδονιστῶν.

5) Τούρμα, Δροῦγγος και Βάνδον.

Η τυπική υποδιαίρεση του Θέματος ήταν σε 3 Τούρμες, της κάθε Τούρμας σε 3 Δρούγγους και του κάθε Δρούγγου σε 3 Βάνδα 200-400 ατόμων. Τα εναλλακτικά ελληνικά ονόματα των παραπάνω λατινο-γερμανικών όρων ήταν:

Βάνδον = Τάγμα , Δροῦγγος = Μοίρα/Χιλιαρχία , Τούρμα = Μέρος

Η ελάχιστη υποδιαίρεση του βάνδου ήταν το Κοντουβέρνιον (< Contubernium, 8-10 στρατιώτες που κοιμούνταν στην ίδια σκηνή).

Ο αρχηγός του Βάνδου/Τάγματος ήταν ο Κόμης (< λατινικό comēs), του Δρούγγου/Μοίρας ο Δρουγγάριος/Μοίραρχος/Χιλίαρχος και της Τούρμας/Μέρους ο Τουρμάρχης/Μέραρχος. Ο παλαιότερος στρατιώτης σε κάθε κοντουβέρνιο ήταν ο Δέκαρχος/Δεκανός (<Decānus).

Ο λατινικός όρος turma σημαίνει «σμήνος, ομάδα» και ανάγεται στην ΠΙΕ ρίζα *twer- «κρατώ, δένω» (*tur-meh2). Στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική, λόγω του ποιμενικού βίου των ομιλητών, ο όρος turma κατέληξε να σημαίνει «κοπάδι» λ.χ. στο ρουμανικό turmă , ενώ  το αλβανικό turmë σημαίνει «πλήθος, όχλος».

Ο υστερο-λατινικός όρος drungus είναι είτε γερμανικό δάνειο και συγγενεύει με το αγγλικό throng , είτε κελτικό δάνειο, από έναν κελτικό όρο για «φυλή» (λ.χ. Παλαιο-Ιρλανδικό drong). Οι Βυζαντινοί αρχικά κατανοούσαν τον όρο ως «ομάδα ατάκτων στρατιωτών», διότι το επίρρημα δρουγγιστί σημαίνει «ἀτάκτως, με άτακτο τρόπο». Η ετυμολογία του Βάνδου έχει περιγραφθεί παραπάνω.

Πάμε τώρα στον Λέοντα:

[4.1] Ἐκλέξῃ δὲ στρατιώτας ἀπὸ παντὸς τοῦ ὑπὸ σε θέματος, μήτε παῖδας μήτε γέροντας, ἀλλά ἀνδρείους, εὐρώστους, εὐψύχους, εὐπόρους, […] Διαιρείσθω τοίνυν ὁ πᾶς σε στρατὸς εἰς τάγματα ἤγουν τὰ λεγόμενα βάνδα διάφορα καὶ ἔτι ὑποδιαιρείσθω εἰς δεκαρχίας, καὶ καταστησάτωσαν εἰς τὰ λεγόμενα κοντουβέρνια.

Καὶ ὁ μὲν στρατὸς ὅλος διαιρείσθω οὕτως εἰς τάγματα καὶ εἰς δεκαρχίας. Ἐπιστήτωσαν δὲ αὐτοῖς ἄρχοντες κατὰ βάνδα καὶ δρούγγους καὶ τούρμας καὶ τὰς ἄλλας δεούσας ἀρχὰς οἱ ἱκανὠτατοι ἤγουν ὅσοι καὶ πιστοὶ καὶ εὐγνώμονες φαίνονται τῇ Ῥωμαϊκῇ ἡμῶν πολιτείᾳ, …

[4.6] Πρώτη κεφαλὴ ὁ στρατηγός, καὶ μετ΄αὐτὸν οἱ μεράρχαι καὶ οἱ τουρμάρχαι, εἶτα δρουγγάριοι, εἶτα οἱ κόμητες, ἤγουν οἱ τῶν λεγομένων βάνδων ἄρχοντες, εἶτα οι κένταρχοι, ἐφεξῆς οἱ δέκαρχοι, …

[4.10-12] Καὶ τουρμάρχης ἐστὶν ὅ ποτε καλούμενος μεράρχης ἤτοι ὁ τοῦ μέρους τὴν ἀρχὴν ἐμπεπιστευμένος. Δρουγγάριος δὲ λέγεται ὁ μιᾶς μοίρας ἄρχων, ἥτις ὑπὸ τὸ μέρος τοῦ τουρμάρχου τάττεται. Μέρος γὰρ ἐστιν ἡ τοῦρμα, τὸ ἐκ τριῶν μοιρῶν ἤγουν δρούγγων συγκείμενον ἄθροισμα, μοῖρα δὲ ἐστιν ἤτοι δροῦγγος τὸ ἐκ ταγμάτων ἥτοι ἀριθμῶν ἤ βάνδων τῶν λεγομένων κομήτων συγκείμενον πλῆθος. Κόμης δὲ ἐστιν ὁ τοῦ ἑνὸς τάγματος ἤτοι βάνδου ἀφηγούμενος.

[4.42] Τὰ δὲ κοντουβέρνια, ὡς ἤδη εἴπομεν, διὰ τούτο ἀπὸ παλαιῶν καὶ νέων στρατιωτῶν δεῖ γίνεσθαι, ἵνα μηδὲ οἱ παλαιοὶ καθ΄ἑαυτοὺς τασσόμενοι ἀσθενεῖς εἰσι καὶ ἀδύναμοι, μηδὲ οἱ νεώτεροι ἄτακτοι εὑρεθῶσιν ὡς ἀπείραστοι. Οἱ μὲν γὰρ, εἰ καὶ γηραῖοι ἀλλὰ πεπειραμένοι, οἱ δὲ εἰ καὶ νεάζοντες καὶ ἀνδρεῖοι ἀλλὰ ἄπειροι εἰσιν.

Στην τελευταία του συμβουλή λέει πως το κάθε κοντουβέρνιο πρέπει να αποτελείται και από νέους και από βετεράνους, ώστε να διαθέτει και την πείρα των παλαιών, αλλά και το σφρίγος και την ανδρεία των νέων. Με άλλα λόγια, με την ιδανική σύνθεση εξουδετερώνονται τα ελαττώματα της κάθε συνιστώσας.

[4.43-44] Οὕτως οὖν τῶν ταγμάτων ἤγουν βἀνδων διαιρουμένων ἐφ΄ἑαυτά, χρὴ ἐπιστῆναι αὐτοῖς ἄρχοντας τοὺς λεγομένους κόμητας, συνίστασθαι δὲ ἕκαστον τάγμα ἀπὸ ἀνδρῶν τριακοσίων κατὰ τὸν μέσον τόπον. Μήτε δὲ πλέον τετρακοσίων ἀνδρῶν τὸ τάγμα ἔχειν ὁρίσῃς, κἄν πάνυ πολύν στρατὸν ἔχεις μήτε ὑποκάτω τῶν διακοσίων, κἄν ἔστιν ὀλίγος ὁ στρατός.

Ταῦτα δὲ τὰ τάγματα συνάξεις εἰς χιλιαρχίας ἤτοι μοῖρας τὰς λεγομένας δρούγγους, καὶ ἐπιστήσεις αὐτοῖς μοιράρχας […] τοὺς λεγομένους δρουγγάριους οὕς ποτε χιλιάρχους ἐκάλουν οἱ παλαιοί.

Το κάθε Τάγμα/Βάνδον να αποτελείται κατά μέσο όρο από 300 άνδρες και να μην υπερβαίνει τους 400 άνδρες ακόμα και όταν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα στρατεύματα, αλλά και να μην πέφτει κάτω από 200 άνδρες ακόμα και όταν υπάρχουν λίγα διαθέσιμα στρατεύματα. Κάθε Δρούγγος/Μοίρα να έχει γύρω στα 1000 άτομα, δηλαδή να αποτελείται από 3 Τάγματα/Βάνδα.

[4.46-47] Ταῦτα δὲ τὰ μέρη τρία συστῆναι, ἐφ΄οἷς καὶ τρεῖς ἑπιστήσονται τουρμάρχαι, εἷς ἕκαστος ἰδίου μέρους ἄρχων, ὥστε εἶναι τοῦ παντὸς στρατοῦ τὴν ἀνωτάτην τομὴν τρία ἰσάριθμα μέρη ἤγουν τούρμας, τοῦς ἔστι μέσον, ἀριστερὸν καὶ δεξιόν. Ταῦτα δὲ ποιεῖ πᾶσαν τάξιν τὴν ὑπὸ τῷ στρατηγῷ τεταγμένην.

Χρὴ δὲ, ὡς εἴρηται, μήτε τάγμα πλεόν τῶν τετρακοσίων ἀνδρῶν γίνεσθαι ἤγουν τὸ τοῦ κόμητος βάνδον, μήτε δροῦγγον πλεόν τῶν τρισχιλίων μήτε τοῦρμαν πλέον τῶν ἑξακισχιλίων.

Δηλαδή, το κάθε τάγμα/βανδόν ~ 300 άτομα, ποτέ πάνω από 400, ο κάθε δροῦγγος/μοίρα να έχει ~ 1000 άτομα (3 βάνδα) και ποτέ πάνω από 3000 άτομα και η κάθε τούρμα ~ 3000 άτομα και να μην ξεπερνά ποτέ τα 6000. Τέλος, 3 Τούρμες = 1 Θέμα ~ 10.000 στρατιώτες.

6) Φοσσάτον και Ἄπλικτον

Ο όρος «φοσσάτον» (< fossātum = «μέρος περιβαλλόμενο από «φόσσα»/fossa = τάφρο» ή «τράφο» όπως λέει συχνά ο Λέων και λέγεται μέχρι σήμερα σε πολλά μέρη) χρησιμοποιείται για να δηλώσει το μόνιμο στρατόπεδο και τον στρατό εκστρατείας, ενώ ο όρος «ἄπλικτον/ἄπληκτον» χρησιμοποιείται για να δηλώσει το παροδικό/εφήμερο στρατόπεδο. Το ρήμα «ἀπλικεύω» σημαίνει «στρατοπεδεύω». Πίσω από τους τελευταίους όρους κρύβεται το λατινικό ρήμα applicō το οποίο γνωρίζετε μέσω του αγγλικού application = εφαρμογή.

Στην Ρουμανική και στην Αλβανική, ο όρος fossātum κατέληξε να σημαίνει «χωριό» (fshat, sat) ενώ, σύμφωνα με τον Andre Du Nay, το βλαχικό fusati/fusăți διατήρησε την αρχική σημασία «τάφρος» επειδή είναι αντιδάνειο που πέρασε μέσα από το ελληνικό φοσσάτον. Τέλος, η λατινική fossa = τάφρος, βόθρος στην Αλβανική κατέληξε να σημαίνει fushë = «κάμπος» (=βαθούλωμα ανάμεσα σε βουνά λ.χ. αλβαν. fushë Kosova = σερβ. Kosovo Polje).

Παραδείγματα χρήσης των όρων φοσσάτον, φόσσα, ἄπλικτον/ἄπληκτον και ἀπλικεύω στον Λέοντα είναι τα παρακάτω:

[11] Περὶ ἀπλίκτων:

[11.1] Δεῖ οὖν τὰ ἄπλικτα ἤτοι τὰ φοσσάτα – κυρίως γὰρ φοσσάτον τὸ ἄπλικτον τοῦ ὅλου στρατοῦ καλεῖται– ταῦτα οὖν ἀσφαλῶς σε ποιεῖν …

[11.2] Ὅτ΄ἄν τοίνυν ἐν τῇ τῶν ἐχθρῶν χώρᾳ στρατοπεδεύῃς, περιβαλοῦ τάφρον βαθεῖαν κἄν εἰς μίαν μόνην, ὡς εἴρηται, ἡμέραν μέλλῃς ἀπλικεύειν.

[11.8] Εἰ δὲ τις καὶ ἐλπίς ἐναντία ἐνοχλεῖ, ἀσφαλίζεσθαι ἤ ὀρύγμασιν ἤ πάλοις ἤ ὁλοκλήρῳ τράφῳ, ὁ λέγουσι φόσσα, ἤ τριβόλοις ἤ οἰκοδομαῖς ἤ ἀπὸ ξύλων ἤ ἀπὸ λίθων ἤ ἄλλως, ὡς δύνασαι ἐπινοήσαι. Ἔχεις δὲ καὶ βίγλας ἔξωθεν, …

Ο όρος «φουσάτον» = στρατός απαντά συχνά (πάνω από 100 φορές) και στο Χρονικόν του Μορέως λ.χ.:

«Ὡς χριστιανὸς ὀρθόδοξος ὀμνύω σας καὶ λέγω·
ἂν δώσῃ ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ δόξα του ν᾿ ἀποστραφῶ στὴν Δύση,
στὸν Πάπα τὸν ἁγιώτατον κ᾿ εἰς ὅλους τοὺς ρηγᾶδες
βούλομαι ἐλθεῖν σωματικῶς νὰ τοὺς εἰπῶ τὰ βλέπω,
κι ὀλπίζω εἰς ἔλεος Χριστοῦ νὰ τοὺς παρακινήσω,
νὰ ἔλθουν μὲ τὰ φουσσᾶτα τους ἐδῶ στὸ μέρος τοῦτο,
νὰ ἐβγάλουν τοὺς Σαρεκηνοὺς ἐκ τοῦ Χριστοῦ τὸν τάφον».

Ἐνταῦτα ἑνώθη ὁ βασιλεὺς μετὰ τοὺς πριγκιπᾶδες,
τοὺς κεφαλᾶδες κι ἀρχηγοὺς τοῦ Φράγκικου φουσσάτου,
καὶ εἶπεν οὕτως πρὸς αὐτούς, ταῦτα τοὺς συντυχαίνει·
«Πρῶτο τὸν Θεὸν εὐχαριστῶ, δεύτερο ἐσᾶς ὁμοίως,
ὅπου μὲ ἐβοηθήσετε κ᾿ ἠπῆρα τὸ γονικό μου.
Ἐν τούτῳ σᾶς παρακαλῶ, νὰ ἔναι μὲ βουλή σας,
δότε με μῆναν τέρμενο ὅπως διὰ νὰ μείνω,
τὰ κάστρη, τὰ ἐκερδίσετε, νὰ τὰ ἔχω σιταρχίσει,
νὰ ὀρθώσω τὰ φουσσᾶτα μου, νὰ ἐλθοῦσι μετ᾿ ἐμένα·
εὐτὺς νὰ ὁρμήσω, νὰ ἔρχωμαι ἔνθα καὶ νὰ σᾶς εὕρω».

7) Άλλοι λατινικοί όροι

armāmentum = «(εξ)οπλισμός, arma = όπλο, εξού και ο μετέπειτα αρματολός που δεν αποκλείεται να είναι βλαχικό δάνειο στην ελληνική (armātus > armatul = «o οπλισμένος», το τελικό /L/ είναι το επιθηματικό άρθρο όπως nomen > numele = «το όνομα»).

[5.6] Ἑτέρας ἅμάξας ἐχούσας τοξοβολίστρας, μαγγανικά ἀλακάτια ἑκατέρωθεν στρεφόμενα, βαλισταρίους ἐμπείρους ἤτοι μαγγαναρίους λεποτουργοὺς, χαλκεῖς μετὰ τῶν ἐργαλείων αὐτῶν, ἑτέρας ἁμάξας λόγῳ ἀρμαμέντου, ἑτέρας ἁμάξας τὰς φερούσας διατροφὰς καὶ τὰ ἐκ περισσοὺ ἄρματα, ὅσα ἡ χρεία καλεῖ, καὶ ἔτι ὑποζύγια καὶ ἵππους, σαγμάρια, σκευοφόρα καὶ αὐτὰ καὶ τὰ ἄλλα πάντα ὄργανα, ὅσα ἡ συνήθεια τοῦ φοσσάτου παρακελεύεται.

Επεσήμανα και τους όρους βαλιστάριος (< balistārius = balista + -ārius) και σαγμάριον (σάγμα + λατινικό επίθημα -ārium λ.χ. aquarium = ενυδρείο) διότι το δεύτερο είναι η ενδιάμεση μορφή ανάμεσα στο αρχαίο σάγμα και το νεοελληνικό σαμάρι (με απλοποίηση -γμ- όπως πράγμα > πράμα). Ο Λέων χρησιμοποιεί τον όρο «ἵππος σαγματάριος» = «σαμαρωμένο άλογο»:

[6.24] Ἵππους σαγματάριους ἤ ὑποζύγια, εἰ μὲν ἐνδέχεται, καθ΄ἕκαστον κοντουβέρνιν, …

Οι ασχολούμενοι με τα μαθηματικά γνωρίζουν τα «σαγματικά» σημεία που όπως το σαμάρι έχουν τα κοίλα προς τα πάνω όταν τα εξετάζεις κατά τον επιμήκη άξονα και τα κοίλα προς τα κάτω όταν τα εξετάζεις κατά τον εγκάρσιο άξονα και, κατά συνέπεια, η δεύτερη παράγωγός τους εξαρτάται από την διέυθυνση από την οποία τα προσεγγίζεις.

Saddle_point

σαγίττα (< λατινικό sagitta = «βέλος»). Ο πρόγονος του νεοελληνικού σαΐτα . Ο Λέων χρησιμοποιεί τους όρους σαγίττα, σαγιττάτωρ, ἀρχισαγιττάτωρ, σαγιττοβόλον, σαγιττοποιός. Το σαγιττάτωρ = τοξότης είναι βυζαντινή καινοτομία διότι το λατινικό του ανάλογο είναι sagittārius (λ.χ. το ζώδιο Τοξότης/Sagittarius). Ο ελληνικός ανατομικός όρος οβελιαία διατομή στον δυτικό κόσμο λέγεται sagittal plane (< λατ. plana sagittalia), διότι είναι η «οπτική γωνία» από την οποία το τόξο είναι πλήρως ορατό).

sagittal

Γράφει ο Λέων λ.χ.:

[7.40] Οἱ δὲ ψιλοὶ κατὰ διαφόρους τρόπους τάσσονται ἤγουν οἱ ἀκροβολισταὶ μὲν πάλαι καλούμενοι, νῦν δὲ τοξόται ἤ σαγιττάτωρες.

[7.44] τῶν καβαλλαρίων μὴ στενοχωρηθῶσι μηδὲ αἱ τῶν ἐχθρῶν σαγίτται βλάψωσιν αυτοὺς.

Η τελευταία συμβουλή είναι σημαντική: οι καβαλλάριοι (< caballārius = ἱππεὺς) στην παράταξη λίγο πριν την μάχη δεν πρέπει να είναι πυκνά συγκεντρωμένοι σε ένα σημείο, για να μην γίνουν εύκολος στόχος των εχθρικών τοξοτών.

Πραίδα = λάφυρα πολέμου (<λατινικό praeda = λάφυρο πολέμου, θήραμα). Ο πιο γνωστός απόγονος του λατινικού όρου είναι το nomen agentis praedātor = «κυνηγός» > αγγλικό Predator = «Ο Κυνηγός» ή, όπως θα τον έλεγε ο Λέων, «Ὁ Πραιδάτωρ».

Predator

Ο παλαιότερος λατινικός όρος ήταν prae-heda και σχετίζεται με το ρήμα prae-hendō = «πιάνω» (λ.χ. αγγλικό apprehension = μάθηση ~ «τα παίρνει/πιάνει γρήγορα» = καταλαβαίνει/μαθαίνει εύκολα) που προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *ghendh- «πιάνω» που έδωσε το αγγλικό get (“I got it = «τό πιασα» = το κατάλαβα) και το ελληνικό χανδάνω = «πιάνω».

Γράφει για την πραίδα και το «ποιεῖν πραίδας» = «λαφυραγωγεῖν» ο Λέων:

[9.45] Τοὺς δὲ τὴν πάροδον διὰ τῶν στενῶν ποιουμένους ἥ μετὰ τούλδου ἤ μετὰ πραίδας εἰς δύο φάλαγγας ἤτοι παρατάξεις γίνεσθαι καὶ ἐπὶ κέρας ἐν ὀρθίᾳ παραγωγῇ περιπατεῖν πεζῇ. […] Τοῦτο δὲ ποιεῖν πραίδας μάλιστα ἐν χερσὶν οὔσης, …

Ο τοῦλδος/τὸ τοῦλδον ήταν τα κάρα με τις αποσκευές και τα λάφυρα και μάλλον προέρχεται από το υστερο-λατινικό tultum.

tultum

Πραίτωρ < Praetōr και η Πραιτωριανή Φρουρά . Στην ορολογία του Λέοντος «Πραίτωρ» ήταν ο δικαστής του κάθε θέματος, που διέλυε τις δικαστικές διαμάχες/διαφωνίες των στρατιωτών.

[4.33] Ὁ γὰρ πρωτονοτάριος τοῦ θέματος καὶ ὁ χαρτουλάριος, προσέτι δὲ καὶ ὁ πραίτωρ ἤγουν ὁ τοῦ θέματος δικαστής -ὁ μὲν τῆς πολιτικῆς ἐστι διοικήσεως ἄρχων, ὁ δὲ πρὸς τὴν τοῦ στρατοῦ καταγραφὴν τε καὶ ἀναζήτισιν, ὁ δὲ τὰς δίκας τῶν δικαζομένων διαλύει– …

Διφένσωρ, Κούρσωρ, Μίνσωρ/Μινσοράτωρ, Ἀντικένσωρ, Ἐξπλοράτωρ και Καμπιδούκτωρ.

Διφένσωρες (< dēfensor = «ἀμυντήρ/ἀμύντωρ») μέρος των στρατευμάτων που δεν ακολουθούν τους Κούρσωρες (< cursor = «ἐπιδρομεὺς») στις επιδρομές, αλλά σχηματίζουν ένα εύτακτο τείχος, για να προστατέψουν τους επιδρομείς/προμάχους/προκλάστες (= «αυτοί που σπάνε το εχθρικό μέτωπο λ.χ. εἰκονοκλάστης) αν αυτοί τα βρουν σκούρα και υποχωρήσουν.

[4.22] Κούρσωρες δὲ λέγονται ἤγουν πρόμαχοι οἱ προτρέχοντες τῆς παρατάξεως ἐν τῇ συμβολῇ τοῦ πολέμου καὶ τοῖς φεύγουσιν ἐχθροὶς ὀξέως ἐπιτιθέμενοι οὕς καλοῦσι προκλάστας.

[4.23] Διφένσωρες δὲ οἱ τούτους μὲν ἐπακολουθοῦντες, μὴ ἐκτρέχοντες δὲ καὶ λύοντες τὴν τάξιν, ἀλλὰ συντεταγμένως περιπατοῦντες πρὸς ἐκδίκησιν τῶν κουρσώρων, εἴπερ αὐτούς, ὡς εἰκός, τραπῆναι συμβαίη, οὕσπερ δικαίως ἄν τις καλέσοι ἐκδίκους.

Μίνσωρες/Μινσοράτωρες (< mensor, mensurātor) ήταν αυτοί που μετρούσαν αποστάσεις. Το νεοελληνικό «μεζούρα» προέρχεται από την ίδια λέξη (mensūra = μέτρηση), αλλά είναι μεταγενέστερο ιταλικό δάνειο. Μία ειδική κατηγορία μινσορατώρων ήταν οι Ἀντικένσωρες (< antecessor) τους οποίους μπορούμε να αποδώσουμε ως προπορευόμενοι ανιχνευτές. Το λάθος του ελληνικού όρου (-νσ- αντί για -σσ-) είναι τυπική υπερδιόρθωση της ύστερης δημώδους Λατινικής, όταν το σύμπλεγμα -ns-> -s- αρχίζει σιγά σιγά να απλοποιείται (λ.χ. insula > isola) και το διπλό -ss- να προφέρεται σε πολλά μέρη ως -s-. Λ.χ. το Appendix Probi δείχνει τα παρακάτω δημώδη λάθη τα οποία διορθώνει:

Hercules non Herculens

basilica non bassilica

formosus non formunsus

ansa non asa

occasio non occansio

mensa non mesa

Πάμε στον Λέοντα:

[4.24] Μίνσωρες δὲ λέγονται οἱ τὰ ἄπλικτα ἤτοι τὰ φοσσάτα μετροῦντες καὶ καθιστῶντες οὕς μινσοράτωρας νῦν καλοῦσιν.

[4.25] Ἀντικένσωρας δὲ ἄλλους τινὰς ἔλεγον οἱ παλαιοὶ Ῥωμαῖοι οὕς, ὡς οἶμαι, νῦν τοῖς μινσοράτωρσι συντάσσοντες ἱδίως οὐκ ὁνομάζουσιν. Οὗτοι δὲ εἰσιν οἱ προλαμβάνοντες ἐν ταῖς ὁδοιπορίαις καὶ τὰς ἑπιτηδείας ὁδοὺς καὶ τοὺς τόπους ἀνερευνῶντες

Εξπλοράτωρ (<explōrātor = εξερευνητής, ανιχνευτής ~ κατάσκοπος)

[17.77] καὶ τοὺς ἐξπλοράτωρας ἤτοι κατασκόπους δῆθεν ἀφοβώτερον συνδιάγειν τοῖς πολεμίοις, ὥστε ὁμογενεῖς αύτοὺς εἶναι νομίζεσθαι

Οι ἐξπλοράτωρες ή κατάσκοποι πρέπει να παριστάνουν πειστικά τους άφοβους/ανέμελους όταν βρίσκονται σε εχθρική περιοχή, ώστε οι εχθροί να τους νομίζουν για ομογενείς τους.

Tέλος, ο Καμπιδούκτωρ (< campidūctor) ήταν ο εκπαιδευτής των νεοσυλλέκτων (λ.χ. ὁ καμπιδούκτωρ τῶν λαγκιαρίων Γοδιλᾶς) εν καιρώ ειρήνης και φαίνεται να είχε καθήκοντα ανιχνευτή εν εκστρατεία προσπαθώντας να βρει το ιδανικό πεδίο μάχης (campus).

[7.38] Ἔμπροσθεν δὲ τοῦ μετῶπου περιπατοῦσιν ὁ μανδάτωρ, ὁ καμπιδούκτωρ ἤγουν ὁ ὁδηγὸς τῶν τόπων, ὁ μὲν τοὺς τόπους ἀνερευνῶν καὶ ὁδηγῶν, ὁ δὲ τὰ μανδάτα γνώμῃ τοῦ ἄρχοντος διδούς.

Αν χάσω ακόμα μια μέρα ως «ἐξπλοράτωρ» των «Τακτικών» θα βρω πολλούς ακόμα λατινικούς όρους (λ.χ. ὄρδινον/ὅρδινεία/ὀρδινεύω, σκρίβωνες, ἐξκουσεύω, πρῖμος, δομέστικος, φούλκον κλπ), αλλά σταματώ εδώ, για να κλείσω την ανάρτηση.

ΥΓ: Δεν έχω καταφέρω να βρω τα «Τακτικά» σε pdf για να τα παραθέσω προς κατέβασμα σε αυτήν την ανάρτηση. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να διαβάσει το πρωτότυπο κείμενο εδώ.

Advertisements

27 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Γλωσσολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

27 responses to “Η λατινική ορολογία στα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού

  1. antonios

    Το βιβλιο υπάρχει εδώ σε pdf…(μου έδειχνε οτι το κατέβαζε κανονικά)

    http://bookdownloadsfree.net/download-ebook-free1438.php

    • Μόλις επιχείρησα να το κατεβάσω «χτύπησε» το anti-virus δύο φορές.
      επίσης πρόσεξα πως το αρχείο προς κατέβασμα ήταν .exe και όχι το σύνηθες .pdf

  2. antonios

    sorry αν βρω κατι αλλο θα το ποσταρω… Υ.Γ το αδνούμιον μήπως προέρχεται από το ad-unum ή το de-ad-unum (ομού) δηλαδή αδ-ουνουμ-ιον??? Στη Βλάχικη deadunu σημαίνει “μαζί” και adunu “μαζεύω”.

    • Γιατί sorry βρε, που ήξερες.

      To “adunu” μου θυμίζει το ιταλικό raduno = «συγκεντρώνω, μαζεύω» που προέρχεται από το re-aduno που περιέχει το λατινικό ρήμα aduno που προέκυψε από τη φράση “ad uno” = «σε ένα (σώμα)».

      Δεν αποκλείεται να κρύβεται το aduno πίσω από το αδνούμιον.

  3. Simplizissimus

    Είσαι και ανυπόμονος, Σμερδαλέε 🙂 Θα μπορούσες να είχες σπάσει το νήμα σε δύο.:-)

    Λοιπόν: η έκδοση των Τακτικών από τον Rudolf Vari (στην οποία παραπέμπεις με τον σύνδεσμο) είναι ημιτελής. Ο εκδότης δεν πρόφτασε να την τελειώσει. Ήταν δίτομη (ο σύνδεσμος που έβαλες είναι προς τον πρώτο τόμο μόνο). Το έργο ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο George Dennis και πρόλαβε να το ολοκληρώσει «στο τσακ» λίγο προτού πεθάνει. Ευτυχώς, γιατί έτσι έχουμε το πλήρες έργο (και μπορούμε να επιχειρήσουμε να το μεταφράσουμε στα ελληνικά!). Μέχρι να βγει η έκδοση του Dennis διαβάζαμε τα Τακτικά σε δύο κομμάτια: το πρώτο μέρος στην έκδοση του Vari και από εκεί και κάτω στην παμπάλαιη έκδοση της Πατρολογίας (Patrologia Graeca).

    Τώρα, από μεταφράσεις, γνωρίζω δύο: μία που έγινε στη δεκαετία του ’70 στις εκδόσεις της Διέυθυνσης Ιστορίας Στρατού, αξιοπρεπής, αλλά φαντάζομαι εδώ και κάτι αιώνες εξαντλημένη, και άλλη μία περίπου στη δεκαετία του ’90 (το θυμάμαι πολύ αχνά), για κλάματα (τόσο που δεν θέλω να βάλω τα στοιχεία μεταφραστή και εκδότη!).

    Μακάρι να γίνει μια καλή προσπάθεια για μετάφραση τώρα που έχουμε το θεμέλιο.

    Να πω και κάτι άλλο: τις λέξεις βίγλα και ρόγα τις «καταδίκασες» με μεγάλη ευκολία ως άγνωστες στο ευρύ κοινό. Δεν θα το έλεγα. Όλη η Ελλάδα, τα νησιά ιδίως, είναι γεμάτα από βίγλες. (Υπάρχει κι ένας πανέμορφος ξενώνας στα Άνω Πορόια στο Μπέλες που λέγεται Βιγλάτορας και σου τον συνιστώ όποτε θελήσεις να κάνεις εκδρομή στη λίμνη Κερκίνη, που είναι μαγευτικά). Η δε ρόγα λέγεται ακόμα στα χωριά, σημαίνει την αμοιβή του αγροτικού εργάτη, το ημερομίσθιό του. Κι αν το ψάξεις καλύτερα (νύξη για άλλη μια ανάρτηση ;-)) η ρόγα είναι πίσω από τα Ρογκατσάρια, τα λαϊκά δρώμενα της Καστοριάς και αλλού.

    • η ρόγα είναι πίσω από τα Ρογκατσάρια, τα λαϊκά δρώμενα της Καστοριάς και αλλού.

      Καλά που μου το θύμισες Απλούστατε !!!

      Και στα «ρουγκάτσια» του Ρουμλουκιού όπου οι «καπεταναίοι» κάποτε μάζευαν «ρόγα σε είδος» από τον κόσμο.

      Αυτοί οι τύποι φαίνονται να προέρχονται από το ύστερο λατινικό «ερογκατσιόνε» που δείχνει την προστριβοποίηση -tj->-ts- στο erogatio.

      Λ.χ. ο Θεοφάνης αναφέρει το όνομα του αδελφού του δολοφόνου και διαδόχου του Μαυρικίου ως «Δομεντζίολος» (<Domentiolus όπως Comentiolus) με το «τζ» να δηλώνει την προστριβοποίηση /tj/>/ts/:

      καταλαβὼν δὲ Ἡράκλειος τὴν Ἄβυδον εὗρε Θεόδωρον, τὸν κόμητα τῆς Ἀβύδου, καὶ ἀνακρίνας ἔμαθε παρ’ αὐτοῦ τὰ κινούμενα
      ἐν Κωνσταντινουπόλει. ὁ δὲ Φωκᾶς ἀπέστειλε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, Δομεντζίολον τὸν μάγιστρον, φυλάττειν τὰ Μακρὰ τείχη.

    • Το έργο ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο George Dennis και πρόλαβε να το ολοκληρώσει «στο τσακ» λίγο προτού πεθάνει.

      Ξέρω, αυτήν έχω και χρησιμοποιώ 🙂 🙂
      Ας είναι καλά εκεί που είναι ο μακαρίτης

      Κάνοντας την ανάρτηση είδα ότι κυκλοφορεί νεότερη έκδοση σε paperback από αυτή που πήρα εγώ, στην οποία πρέπει (δεν είμαι σίγουρος) να έχει συνεισφέρει ο John Haldon που έβγαλε αναλυτικότατη κριτική ανάλυση των «Τακτικών».

  4. Simplizissimus

    Ξέχασα: ούτε το Sowing the dragon’s teeth έχει μεταφραστεί. (Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι κάποτε … στην άλλη ζωή …). 🙂

  5. Simplizissimus

    Κι άλλα που μου έρχονται στο μεταξύ:
    * το αμφίστομο τσεκούρι γιατί δεν το ερμηνεύουμε κατά κυριολεξία; Δηλαδή κάτι σαν την εικόνα αυτήν εδώ.
    * το αρμαμέντο ειδικότερα είναι το οπλοστάσιο, ειδική υπηρεσία του στρατού, με αποθήκες στην πρωτεύουσα και σε άλλες πόλεις, όπου συγκεντρώνονται και απ’ όπου μοιράζονται όπλα, άλλος εξοπλισμός, άλογα κλπ., όσα δηλαδή χορηγούντια στους στρατιώτες με κρατική μέριμνα.
    * η βαλίστα πρέπει να είναι ελληνικό (και να γράφεται με δύο λάμδα). Γιά κοίταξέ το.

    • H βαλλίστ(ρ)α μάλλον σχετίζεται με το βάλλω.

      Ο πέλεκυς/πελεκις που παρέθεσες είναι συμμετρικό αμφίστομο τσεκούρι και τον αναφέρει αλλού ο Λέων. Τα άμφίστομα τζικούρια στα χωρία που περέθεσα είναι ασύμμετρα, όπως εξηγεί ο Λέων, από τη μια μεριά έχουν την μακρά/επιμήκη (πλάγια) κόψη σπαθιού και από την άλλη έχουν προεξέχουσα και μυτερή αιχμή («ξίφος») κονταριού.

    • [5.2] […] τὸ γὰρ κατὰ τὴν ἑκάστου τῶν μεταχειριζομένων δύναμιν ὅπλον σύμμετρον τε καὶ χρήσιμον -ῥικτάρια, τζικούρια καὶ ἕτερα τζικούρια ἀμφίστομα, ἐφ΄ἕν μέρος οἱονεὶ σπαθίον, ἐπὶ δὲ τὸ ἕτερον οἷον ξίφος κονταρίου.

      [6.11] Πάντως δὲ ἔχειν τὸν καβαλλάριον στρατιώτην καὶ τζικούριν δίστομον, τὸ ἕν στόμα τάξιν σπαθίου ἐπίμηκες καὶ τὸ ἕτερον τάξιν ξίφους κονταρίου μακρὸν καὶ ὀξύ, ἀποκρεμάμενον μετὰ θηκαρίου δερματίνου ἐν τῇ σέλλᾳ.

      Κατάλαβες την ασυμμετρία των δύο «στομάτων/μερών» του αμφίστομου/δίστομου τζικουρίου που έχει κατά νου;

  6. Simplizissimus

    Σωστά.

  7. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    “Μία ειδική κατηγορία μινσορατώρων ήταν οι Ἀντικένσωρες (< antecessōr) τους οποίους μπορούμε να αποδώσουμε ως προπορευόμενοι ανιχνευτές."

    Αυτός να ήταν ο πρώτος ? 🙂

    Homo antecessor

    http://en.wikipedia.org/wiki/Homo_antecessor

    • Αυτός παραήταν «Αντικένσωρας» 🙂 🙂 … μόνη η Lucy ήταν πιο «προπορευόμενη».

      Και μιας και το έφερε η συζήτηση, ένα ενδιαφέρον πείραμα με μακάκους. Έδωσαν κούκλες και αυτοκινητάκια σε αρσενικούς και θηλυκούς μακάκους, και οι θηλυκοί διάλεξαν για παιχνίδι τις κούκλες και οι αρσενικοί τα αυτοκινητάκια !!!

      [17:32]

      Και ενώ είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί οι θηλυκοί προτίμησαν τις κούκλες (μητρικό ένστικτο), είναι πιο μυστήριο να κατανοηθεί γιατί οι αρσενικοί έπαιξαν διπλάσιο χρόνο με τα αυτοκινητάκια !!!

  8. Ψέκας

    Πως γίνεται στην Λειβαδιά και στο Λουτράκι σουβλάκι να λένε το σουβλάκι και στην Αθήνα να λένε την γεμισμένη πίτα;
    Αυτό το έξηγήσει κάποιος ερευνητής;

  9. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Ενδιαφέρον και αυτό

    “(…) η λατινική ήταν απαραίτητα η γλώσσα επικοινωνίας στον αυτοκρατορικό στρατό. Ας σημειωθεί ότι και αργότερα επικρατούσε στον στρατό η λατινική γλώσσα, έστω κι αν βρίσκονταν σε περιβάλλον αλλόγλωσσο π.χ. ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (De cerimoniis ) αναφέρει “… και έκραζον ο μεν δήμος ελληνιστί προτρέποντες τον βασιλέα ανελθείν, οι δε στρατιώται ρωμαϊστί.” (…)”

    σελ.31 (γραμμή 2-3, παραπομπή 10).

    http://www.academia.edu/5486025/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%A1%CF%8E%CE%BC%CE%B7._%CE%9A%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%A0%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%96%CF%89%CE%AE._%CE%A0%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%97_%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%85_%CE%A3%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%9B%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%A3%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BD%CE%AE_2-5_%CE%9C%CE%B1%CE%90%CE%BF%CF%85_2007_%CE%91%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1_2013_%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%91.%CE%9D._-_%CE%A4%CF%83%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%A7%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B7_%CE%A7._%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BC._

    Αυτό ( για την χρήση της λατινικής γλώσσας ως κοινή γλώσσα στον ρωμαικό πολυεθνικό στρατό ) ίσως ενισχύει την υπόθεση (3) που είχαμε πει εδώ για τον Κούρτιο Ρούφο και πως φανταζόταν τον στρατό του Μ.Αλεξάνδρου.

    https://smerdaleos.wordpress.com/2014/03/08/%ce%bf%ce%b9-%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%af%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%cf%8c%ce%bd%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%ce%b3%ce%bb%cf%8e%cf%83%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%82-6/comment-page-1/#comment-884

    • Όλα ενδιαφέροντα που παραθέτεις! Ωραίος!

      Δεν αποκλείεται ο Κούρτιος να είναι επηρεασμένος από την πραγματικότητα που γνώριζε από τον Ρωμαϊκό στρατό.

      Έχεις μήπως καταλάβει σε ποια εποχή αναφέρεται ο Πορφυρογγένητος; Ποιός είναι ο Λέων ο Μικρός; Αν είναι ένας από τους δύο πρώτους (λ.χ. Λέων ο Θράξ και Λέων Β΄) που έζησαν τον 5ο μ.Χ. αιώνα τότε είναι φυσιολογικό να χρησιμοποιείται η Λατινική στον στρατό.

      Άν είναι ένας από τους μεταγενέστερους του Ηρακλείου Λέοντες τότε θα ήταν περίεργο (και γι΄αυτό και πιο ενδιαφέρον) η Λατινική να ήταν ακόμα η γλώσσα του στρατού.

  10. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Ο Βάταλος ( =Σπυριδούλα=Εαμοβούλγαρος) από όπου το τζούρνεψα https://sarantakos.wordpress.com/2015/05/07/fasulya/#comment-286926 λέει “Περιγράφων ο Πορφυρογέννητος την ανάρρησιν εις τον θρόνον του πατρός του Λέοντος Δ΄ του Σοφού” και φυσικά την διορθώνουν “Και ο Λέων ο Σοφός ήτο Στ΄ όχι Δ΄. Μη λέμε κι ότι θέμε δηλαδή… Μας έχει αποβλακώσει το κήρυγμα του αποσυνάγωγου ραββίνου Μπεν Γιοσουά, αλλά όχι να ξεχάσουμε και να μετράμε! :)” https://sarantakos.wordpress.com/2015/05/07/fasulya/#comment-286938

    Γι’ατό και θα το ψάξω περισσότερο εδώ http://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=2&cad=rja&uact=8&ved=0CCEQFjAB&url=http%3A%2F%2Fkhazarzar.skeptik.net%2Fpgm%2FPG_Migne%2FConstantinus%2520Porphyrogenitus_PG%2520112-113%2FDe%2520cerimoniis%2520aulae%2520Byzantinae_.pdf&ei=_ldOVaGGC4KqUdiIgNgH&usg=AFQjCNHmrvPekQUi0bSnrLjAtOBtxO-BAA&bvm=bv.92885102,d.d24

  11. Χρήστος

    Καλημέρα smerdalee, καλό χειμώνα

    βλέπω η συζήτηση έχει πάει στην περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά εγώ διαβάζω τώρα το Στρατηγικόν του Μαυρικίου και αυτή η ανάρτηση που είχα ξεχάσει (την είχα διαβάσει τότε) μου είναι πολύ χρήσιμη.

    Παρατηρώ ότι ορισμένα από αυτά που αναφέρεις από τα τακτικά του Λέοντος είναι ακριβώς ίδια με αυτά του στρατηγικού του Μαυρικίου. Δηλαδή η γλώσσα που επέλεξε να γράψει, ο θεός, η παραμέληση της στρατηγικής, οι αρχαίοι και άλλα. Με τις ίδιες φράσεις. Πχ εκεί που λέει ότι οι στρατηγοί καλό είναι να ξέρουν ανάγνωση και γραφή!

    Μεγάλη βοήθεια η επεξήγηση της λατινικής στρατιωτικής ορολογίας που κάνεις.

    Στο Στρατηγικόν μου κάνει εντύπωση ο βαθμός επιρροής του Αβαρικού στρατού στο ρωμαϊκό. Δηλαδή ότι αφορά το τόξο και τον ίππο συνέχεια υπογραμμίζει “αβαρικού τύπου”!

    Επίσης ενδιαφέρον έχει ότι και οι σημερινοί στρατοί βασίζονται σ’ αυτά που περιγράφονται στο εγχειρίδιο αυτό. Πχ η φιλοσοφία στις ποινές, οι εντολές, μου θυμίζουν τους ΣΚ 20-1 και ΣΚ 20-2. Πχ ότι ένας στρατιώτης αν αδικείται θα πρέπει να το αναφέρει στον ανώτερο του και αν δε γίνει τίποτα τότε να πάει σε ανώτερο βαθμό να το πει.

    Ενδιαφέρον έχει η μέριμνα να μη διαταραχθεί η πολιτική (civilian) ζωή , όπως να μη κλέψουν το φοροεισπράκτορα, να μη κάνουν ζημιά στα χωράφια κλπ.

    • Γεια σου Χρηστάρα λεβεντιά!

      Καλά κατάλαβες ότι ο Λέων έχει χρησιμοποιήσει το Στρατηγικόν του Μαυρίκιου ως πηγή και αρκετές φορές αντιγράφει κατά λέξη.

      Το Στρατηγικόν είναι σκέτη απόλαυση να το διαβάζεις!

      Θα παραθέσω ένα σχόλιο του Edward Luttwak γιατο Στρατηγικόν.

      Το αγαπημένο στρατηγικό/τακτικό εγχειρίδιο της αναγεννησιακής και πρώιμης νεωτερικής Ευρώπης ήταν αυτό του Βεγέτιου.

      Ο Luttwak γράφει ότι το Στρατηγικόν του Μαυρίκιου είναι κατά πολύ ανώτερο, αλλά η Ευρώπη το παραμέλησε σχεδόν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, επειδή είχε γραφεί στη «λάθος» γλώσσα (Ελληνικά και όχι Λατινικά που γνώριζε η λατινοπρεπής Ευρώπη).

      • Παραθέτω τα λόγια του Luttwak: Το Στρατηγικόν του Μαυρίκιου είναι «απείρως ανώτερο» (infinitely superior) του εγχειριδίου του Βεγέτιου με το οποίο ήταν ερωτευμένη η Ευρώπη μετά το 1400, αλλά αγνοήθηκε γιατί ήταν γραμμένο στα ελληνικά, γλώσσα «ξένη» για την λατινοπρεπή ευρωπαϊκή λογιοσύνη.

        https://imgur.com/a/Dalbh

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s