Η ΙΕ λεξιπλασία: ο σχηματισμός των ΙΕ λέξεων #1

Οι θυγατρικές Ινδο-Ευρωπαϊκές (ΙΕ) γλώσσες εμφανίζουν ομοιότητες στην λεξιπλασία, δηλαδή στον τρόπο σχηματισμού των λέξεων, επειδή έχουν κληρονομήσει το ίδιο λεξιπλαστικό σύστημα από την μητρική Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκή (ΠΙΕ) γλώσσα. Εδώ θα περιγράψω το ΠΙΕ λεξιπλαστικό σύστημα για τον σχηματισμό των ουσιαστικών και των επιθέτων, ενώ σε μια μελλοντική ανάρτηση θα περιγράψω τον τρόπο σχηματισμού των ρημάτων.

Ο σκελετός του ΙΕ λεξήματος μπορεί να συμβολιστεί με την παρακάτω σειρά μορφημάτωνΠ-(i)-Θ-(i)-T-(i)-E

Π = Πρόθημα (prefix). Αυτό, όταν υπάρχει, μπορεί να είναι κάποια πρόθεση, το στερητικό μόριο *ne-/*n.-, το αθροιστικό *sm.-, το διχαστικό *wi-, κάποιο αριθμητικό ή, στην περίπτωση των σύνθετων λέξεων, το πρώτο συνθετικό.

(i) = συζευκτικό -i- του Caland. Αυτό είναι το αρχαιότερο μέσο σύζευξης των ΙΕ μορφημάτων (λ.χ. τερπ-ι-κέραυνος, παιδ-ι-κός, πεδ-ί-ον, δόκ-ι-μος, luc-i-fer, fruct-i-fer, Vlad-i-mir, Bož-i-dar κλπ), αλλά το έβαλα σε παρένθεση, επειδή τα μορφήματα μπορούν να συνδεθούν και χωρίς αυτό (λ.χ. τα ελληνικά παραδείγματα φᾶος ~ φῶς > φαεσ-ί-μβροτος και φώσ-φορος και τα σλαβικά παραδείγματα Βοžidar = Θεό-δωρος, αλλά Bogdan = Θεό-δοτος και Bogo-rod-ica = Θεο-τόκος). Το τελικό /ι/ στις προθέσεις περὶ,ἀντκαι ἀμφί είναι ένα καλανδιανό -i- που κόλλησε στις ρίζες *per- , *h2ent- και *h2m.bh- από τη συνήθεια να τις συνοδεύει στα σύνθετα.

Θ = Θέμα (theme). Είναι το μόρφημα που περιέχει την ρίζα με την βασική σημασία της λέξης. Λ.χ. στην λέξη πολύ-κμᾱ-τος (> αττικο-ιων. πολύκμητος = «κάτι που έγινε με πολύ κόπο/κάματο) το θέμα είναι το μόρφημα -κμᾱ- που δεν είναι παρά ο μηδενικός βαθμός ablaut της ρίζας *kemh2- «κάματος, κούραση» που επίσης παρέχει το θέμα της λέξης ὁ ἀκάμας/τοῦ ἀκάμαντος (*n.-km.h2-nt-s = ακούραστος). Τα θέματα μπορεί να είναι απλά (λ.χ. *g’heu- «χέω») ή επαυξημένα (λ.χ. *g’heu-d– > χυδαῖος και πρωτο-γερμανικό geutaną και αγγλικό gut = «έντερο, κοιλιακά σπλάγχνα»).

Τ= Τροποποιητής (modifier). Αυτό το μόρφημα δεν είναι πάντοτε παρόν, αλλά όταν υπάρχει, συνοδεύει το θέμα τροποποιώντας την σημασία του. Παραδείγματα τροποποιητικών μορφημάτων είναι τα παραθετικά μορφήματα *-ter- (συγκριτικό) και *-tm.t- (< ΙΕ υπερθετικό *-(t)m.mos): ἅγν-ός, ἁγνό-τερ-ος, ἁγνό-τατ-ος και το οργανικό/χρηστικό μόρφημα -ter- ~ -tor- (με μηδενικό βαθμό -tr-): *h2erh3- «ἀρόω = οργώνω» > *h2erh3-tr-om = «εργαλείο/όργανο για όργωμα, αλέτρι» > ἄροτρον, aratrum κλπ. , h2eg’- «άγω» > *h2eg’-tor-s ~ *ag’-tōr > ak-tōr > ελληνικό διάγω > διάκτωρ = «αυτός που διάγει» και λατινικό ago > actor. Ένα άλλο είδος τροποποιητικού μορφήματος είναι το «προσωποποιητικό» (συνδέει ένα σύνολο/έννοια με κάποιο πρόσωπο ~ αρχηγό συνόλου) *-en-/*-on- που στην ελληνική εμφανίζεται περιέργως ως -αν- ενώ θα περιμέναμε -ον-:

*korjos = «στρατός» > *korj-on-os «αυτός που ελέγχει τον στρατό» > ελληνικό *korj-an-os > κοίρανος

*wolg-eh2 «υγρασία» (λ.χ. πρωτο-σλαβ. volga) > ο ποτάμιος θεός *wolg-on-os > Ὄλγανος στην Μακεδονία (προσωποποιημένη υγρασία).

Η ετυμολογία του Ὠκεανού δεν είναι βέβαιη, αλλά κατά την γνώμη μου σχετίζεται με το επίθετο *Hōk’-us > ὠκύς (H= άγνωστο λαρυγγικό) μιας και θεωρούνταν σαν ένας ἀψόρροος και βαθύρροος ποταμός που περιέβαλε τον κόσμο και είχε κόρη την Ὠκυρρόη:

*Hōk’-us > *Hōk’ew– : *Hōk’-ew-on-os > Ὠκεϝανός = «η προσωποποίηση της ωκείας ροής».

*domh2-os «σπίτι» > λατινικό domus = «σπίτι, οικογένεια» και *domh2-en-os > dominus = «ιδιοκτήτης οίκου, pater familias ~ κύριος» ή καλύτερα νοικοκύρης (<οικο-κύρης).

*teut-eh2 «λαός, έθνος» > πρωτο-γερμανικό þeudō (πρόγονος των Deutsch και Dutch) και  *teut-on-os > þeudanaz = «φύλαρχος, βασιλιάς».

*g’enh1es- «γένος, έθνος» > πρωτο-γερμανικό *g’enh1-tis > *kindiz «φυλή» και γοτθικό *g’enh1t-en-os > kindins = «φύλαρχος > κυβερνήτης».

*wot- ~ «ποιητική/προφητική έμπνευση» > *Wōt-en-os/*Wōt-on-os= «η προσωποποιημένη έμπνευση» > Wōðinaz/Wōðanaz  = Odin, ο ύψιστος θεός του πρωτο-γερμανικού πάνθεου και πατέρας του Thor.

Dominus

Ε = Επίθημα (suffix). Το επίθημα είναι το τελικό μόρφημα του λεξήματος που καθορίζει το γένος, την πτώση και τον αριθμό και μπορεί να είναι απλό ή σύνθετο (να αποτελείται από επιμέρους μορφήματα).

Α) ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΑΠΛΑ ΕΠΙΘΗΜΑΤΑ:

1) Τα αθεματικά επιθήματα και τα θεματικά σε *-os και *-om

Τα παλαιότερα απλά ΠΙΕ επιθήματα είναι αυτά του αθεματικού κλιτικού τύπου -s (λ.χ. φλέβ-ς > φλέψ, κλωπ-ς > κλώψ, φλογ-ς > φλόξ, αἰγ-ς > αἴξ και τα λατινικά *h3rēg’-s > rēx, *wekw- > *wōkw-s > vōx , apek-s > apex, *greg-s > grex)  και το θεματικό αρσενo-θηλυκό επίθημα *-os και το αντίστοιχό του ουδέτερο  *-om.

-Αρσενικά:

*h2eg’rοs > ελληνικό ἀγρ-ός και πρωτο-ιταλικό *agr-οs > λατινικό ager

*wl.kw-os > ελληνικό λύκ-ος, λατινικό lup-us, πρωτο-γερμανικό wulf-az, κοινό βαλτο-σλαβικό *wilk-as (λιθουανικό vilk-as, παλαιοσλαβωνικό  vlĭk-ŭ) κλπ. Η κλητική πτώση των λημμάτων σε *-os ήταν *-e (λύκ-ε, lup-e, vilk-e, vlĭč-e).

-Θηλυκό *bheh2g’-os «οξιά» > ελληνικό φᾱγ-ός «βελανιδιά» (> αττ.-ιων. φηγός) και λατινικό fāg-us «οξιά» κλπ.

-Ουδέτερα:

*h2erh3- «οργώνω» > *h3erh3-tr-om > ελληνικό ἄροτρον ~ λατινικό arātrum

*jeug- «ζευγαρώνω, ενώνω» > *jug-om > ελληνικό ζυγόν ~ λατινικό iugum

Στον σλαβικό κλάδο, το ουδέτερο επίθημα *-om συνεχίζει ως -o λ.χ. OCS (= Old Church Slavonic = Παλαιοσλαβωνικό) *gh’olt-om > zlat-osěn-o > ελλην. σανός, mlěk-o = «γάλα» (γερμανικό δάνειο στην πρωτο-σλαβική), želěz-o = «σίδηρος».

Οι αναδομημένες πτωτικές καταλήξεις του θεματικού και αθεματικού τύπου είναι οι παρακάτω:

PIE nouns

Ο απλούστερος τρόπος σχηματισμού θεματικών ουσιαστικών από την ρηματική ρίζα ήταν η προσθήκη του επιθήματος *-os στον ο-βαθμό της ρίζας:

*g’heu- «χέω» > ρήμα χέϝ με ουσιαστικό χόϝ-ος (λ.χ. ὑδροχόος, οἰνοχόος)

*sreu- «ρέω» > ρήμα ῥέϝ με ουσιαστικό ῥόϝ-ος (> ῥόος > ῥοῦς)

Και, αντίστοιχα, τρέμ-ω > τρόμ-ος, τρέπ-ω > τρόπ-ος κλπ.

Από τον σλαβικό κλάδο αναφέρω το παράδειγμα:

*tekw- «ρέω» > ρήμα *tekw-tei > tektī (λ.χ. σερβο-κροατικό teći) με ουσιαστικό *tokw-os > tok-ŭ = «ροή» και *h2po-tokw-os > po-tok-ŭ = «ρυάκι».

Ο απλούστερος τρόπος σχηματισμού παραγώγων ουσιαστικών και επιθέτων από τα θεματικά ουσιαστικά σε *-os ήταν η ένθεση ενός καλανδιανού συζευκτικού -i- που απέκτησε την σημασία συσχετιστικού μορφήματος:

-*-os > *-i-os:

*h1ek’w-os > ἵππ-ος και *h1ek’w-i-os > ἵππ-ι-ος

*wer(s)- «ψηλά»: *wors-m.n-os > οὑραν-ός και *wors-m.n-i-os > οὐράν-ι-ος

*h2eg’-ros > ἀγρός και ἄγρ-ι-ος

λίθ-ος > λίθ-ι-ος = θεσσαλιστί ο λίθινος/πέτρινος

Κόρινθ-ος > Κορίνθ-ι-ος, Ὄλυμπ-ος > Ὀλύμπ-ι-ος, Σάμος > Σάμ-ι-ος , Μίλητος > Μιλήτ-ι-ος > Μιλήσιος κλπ.

Από τα Λατινικά παραθέτω τα παραδείγματα:

*serw-os > servus = «δούλος, φύλακας» και *serw-i-os > Servius = «αυτός που κατάγεται από δούλους».

*ger- «μαζεύω, συγκεντρώνω» (λ.χ. το διπλασιασμένο ουδέτερο τα γάργαρα = σωροί, μεγάλες ποσότητες και με την προσθήκη του αθροιστικού *sm.-ger-jō > ἀ-γέρ-jω > ἀγείρω και *sm.-gor-eh2 > ἀγορά ) έδωσε το λατινικό *greg-s > grex = «κοπάδι» (δανεισμένο στην αλβαν. ως grigj και στην ελληνική ως γρέκι = «μαντρί»)  και το επίθετο ex-greg-i-os > ēgregius = «έξω από το κοπάδι > ἐξέχων/ἔξοχος».

Από τα Σανσκριτικά παραθέτω τα παραδείγματα:

*domh2-s/*domh2-os = «σπίτι» > dam και το παράγωγο *domh2-ij-os > damiya = οικιακός

*gwous «βοῦς» > *gwow-jos > gàvya «αγελαδινός, αγελαδίσιος».

Όπως ο Αἴας ήταν Τελαμών-ι-ος = «γιος του Τελαμώνα», έτσι και ένα μέλος του περσικού οίκου των Αχαιμενιδών ήταν Haχāmaniš-iya = «απόγονος του Haχāmaniš» (*sokw-os > haχā = «φίλος» + menes- «μένος», με άλλα λόγια, «Φιλομένης»), ενώ ο πρώιμος Γερμανός Hlewagastiz Holtiyaz είναι ο «Κλέοξενος» ο γιος του Holt («Χόλτιος»).

ios

Στην περίπτωση του ουδετέρου επιθήματος σε *-om, η προσθήκη ενός «συσχετιστικού» συζευκτικού -i- έδωσε το νέο ουδέτερο επίθημα *-iom.

Ελληνική:

*jug-om > ζυγ-όν και *jug-i-om > ὐπο-ζύγ-ι-ον, δια-ζύγ-ι-ον κλπ.

*ped-om > πέδ-ον (λ.χ. δάπεδον) και *ped-i-οm > πεδ-ί-ον

*h3n-r. > ὄναρ και *h3ner-i-os > ὄνειρος, *h3ner-i-om > ὄνειρον

δικάζω > δικασ-τής/δικασ-τήρ > δικασ-τήρ-ι-ον

Λατινική:

aedificō = κτίζω και aedific-ium = «κτίριον»

lavō = «πλένω», lavātōr = «πλύστης» > lavātōr-i-um = «μέρος για πλύσιμο»

audiō = «ακούω», audī-tōr = «ακουστής = ακροατής» > audī-tōr-i-um = αίθουσα διδασκαλίας/ομιλίας

iūdicō = «κρίνω», iūdex = «κριτής, δικαστής» > iūdic-i-um «κρίση, δικαστική απόφαση»

Στον Σλαβικό κλάδο, τα ουδέτερα σε *-iom απαντούν ως -je λ.χ. *polh2-i-om > polje = «κάμπος» *gworH-eh2 > gora = «βουνό» > Zagora = «μετά το βουνό» και *gworH-i-om > Zagorje .

2) Το λαρυγγικό επίθημα *-(i)-eh2

Η λειτουργία του επιθήματος αρχικά ήταν συλλογική, αλλά κατέληξε να δημιουργήσει μία κατάληξη αρσενικών και θηλυκών που αντιστοιχούν στα ελληνικά πρωτόκλιτα (*-eh2- > -ᾱ-/-η-). Η αρχική συλλογική του αξία επιβίωσε στον πληθυντικό των ουδετέρων: *h3ner-i-om > ὄνειρον, *h3ner-i-h2 > ὄνειρα.

Αρσενικά: To επίθημα *eh2- απαντά στους τύπους *-t-eh2-s > -τᾱς/-της (συνήθως με ενεργητική σημασία όμοια με αυτή του οργανικού επιθήματος -ter-) και *-i-eh2-s > -ίᾱς (εδώ μόνο η ιωνική έχει -ίης):

*neh2u-s > νᾱῦς  και *nh2u-t-eh2-s > ναύ-τς (αττικο-ιωνικό ναύτης)

*h1ek’wos > ἵππος και *h1ek’w-o-t-eh2-s > ἱππό-τς ~ ἱππότης

*newos > νέος και νεᾱν-ίᾱς ~ νεηνίης

Εδώ ανήκουν και τα αρσενικά ονόματα του τύπου Πῡθαγόρ-ᾱς,  Καλλ-ίᾱς, Ἱππ-ίᾱς, Ἀμύντ-ᾱς, Βελλεροφόντ-ης (< ΓραμμΒ -qo-ta) κλπ.

Τα λατινικά αντίστοιχα είναι τα nāvis > nautā ~ nāvitā , και τα ονόματα τύπου Caracallā , Nervā κλπ.

Θηλυκά: εδώ τα παραδείγματα είναι ασπέτως περισσότερα, μιας και το επίθημα *-(i)-eh2 κατέληξε να είναι το κύριο θηλυκό επίθημα. Μία ενδιαφέρουσα παραλλαγή του είναι το μηδενόβαθμο *-ih2 που έδωσε τα θηλυκά «τύπου Devī́» (= «θεά» στην Σανσκριτική). Στην Ελληνική, το επίθημα *-ih2 έδωσε εκείνα τα θηλυκά με βραχύ /α/ στο -ια λ.χ. ἀλήθεια και τα θηλυκά επίθετα όπως θρασ-ύς > θρασ-έϝια >θρασεῖα και εὐρὐς > εὐρέϝια > εὐρεῖα (~ σανσκ. urù- > urvī́). Σημειώνω τέλος το Ελληνο-Άριο θηλυκό του *potis = «αφέντης, σύζυγος» > *pot-nih2 > πότνια ~ σανσκ. patnī́ .

Παραθέτω μερικές σελίδες του Andrew Sihler για τα θηλυκά «τύπου Devī́»:

devi

Στα αρσενικά ο-βαθμα τρόπ-ος, τόμ-ος, ρόϝ-ος, οἰνο-χόϝ-ος, θε-ός αντιστοιχούν τα θηλυκά *-eh2 > ᾱ > αττικ.-ιων. τροπ-ή, τομ-ή, ῥοϝ-ή, χοϝ-ή , θε-ά κλπ.

Παίρνοντας για παράδειγμα την ρίζα *pneu- > πνέϝ «αναπνέω», υπάρχουν τα θηλυκά *pnow-eh2 > πνοϝ-ά (πνο-ή) και το παράγωγο Devī́  *n.-pnow-ih2 > ἄ-πνοϝ-ια > ἄπνοια.

Η Ιωνική διάλεκτος έτρεψε σε όλες τις θέσεις το πρωτο-ελληνικό ᾱ>η, ενώ η Αττική διατήρησε το ᾱ μετά από ε,ι,ρ όπως στα:

χώρᾱ ~ ιων. χώρη

Πῡθαγόρᾱς ~ Πῡθαγόρης

νεᾱνίᾱς ~ νεηνίης

Τα αρσενικά εθνικά σε -ος έχουν θηλυκά παράγωγα σε -ίᾱ :

Θεσσαλ-ός > Θεσσαλ-ίᾱ = «η γη των Θεσσαλών»

Βοιωτ-ός > Βοιωτ-ίᾱ

Αἰτωλός > Αἰτωλ-ίᾱ

Περραιβ-ός > Περραιβ-ίᾱ

Μολοσσ-ός > Μολοσσ-ίᾱ

Θεσπρωτ-ός > Θεσπρωτ-ίᾱ

Το ίδιο και τα αθεματικά:

Λάκων > Λακων-ίᾱ

Ἀρκάς (< Ἀρκαδ-) > Ἀρκαδ-ίᾱ

Ἀκαρνᾶν > Ἀκαρναν-ίᾱ

Μακεδών > Μακεδον-ίᾱ

Το ίδιο και τα θηλυκά παράγωγα άλλων όρων:

ἄμαθ-ος > Ἀμαθ-ίᾱ (επικό ιωνικό Ἠμαθίη)

πῖαρ > Πῑερ-ίᾱ (επικό ιωνικό Πῑερίη)

*n.-mr.-t-os > ἄμβροτος = «αθάνατος» > *n.mr.-t-ieh2 > ἀμβροτ-ίᾱ > ἀμβροσίᾱ ~ ἀμβροσίη

γλωχ-ίς, γλῶξ και γλώχ-ια > γλώχjα > γλώσσα/γλώττα (με βραχύ /α/ τύπου “Devi” -ih2).

Στα Λατινικά έχουμε:

*ek’wos > equus και *ek’w-eh2 > equ-a «φοράδα» (επιβιώνει στο βλαχικό και ρουμανικό equa > jequa > jaqua > iapă).

*h2ekw-eh2 > aqu-a (αναλόγως με το equa > iapă, το λατινικό aqua κατέληξε apă στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική).

*wok-eh2 > vacc-a = «αγελάδα»

Rōm-ā > Rōma (η βράχυνση του θηλυκού επιθήματος είναι τυπική της Λατινικής)~ Ρώμ-η

*sub-bher-ent-ih2 > *sub-fer-ent-ia > sufferentia

*dheh1il-ios > fīlius & fīl-ia

custōs (custōd-) > custōd-ia (όπως Ἀρκάς > Ἀρκαδ-ία)

Ο τύπος Devī́ στην λατινική έδωσε τα θηλυκά nomina agentis σε *-tr-ih2-k-s > -trīx (λ.χ. imperatrix)

Στη Σανσκριτική, όπως ανέφερα και πιο πάνω, το επίθημα *-ih2 έδωσε -ī αντί για -ia, δηλαδή το λαρυγγικό δεν φωνηεντοποιήθηκε, αλλά χάθηκε με αναπληρωματική έκταση του /i/. Αυτή η θηλυκή κατάληξη λέγεται τύπος Devī (*deiw-ih2 = «θεά»). Το ίδιο ισχύει με το *wl.kw-os > vr.ka «λύκος» και *wl.kw-ih2 > vr.kī = «λύκαινα». Αυτή η εξέλιξη του συμπλέγματος -iH- θυμίζει το σανσκριτικό «πρόσωπο»:

*protih3kw-om =«αυτό προς το οποίο κοιτάμε τον άλλο» (*proti-> προς/ποτί και *h3ekw- «βλέπω» > ὄπις = «ματιά, κοίταγμα», στον Όμηρο η άγρυπνη ματιά των θεών που ελέγχει τους θνητούς) > ελληνικό *protj-h3kw-om > πρόσωπον (με την έκταση ο>ω να οφείλεται στον νόμο του Wackernagel λ.χ. πάν+ἄγυρις > πανᾱγυρις > πανήγυρις). Στο ελληνικό πρόσωπον αντιστοιχεί το σανσκριτικό ουδέτερο pràtīkam, όπου το σύμπλεγμα –ih3– έδωσε –ī-.

Από τον σλαβικό κλάδο παραθέτω τα παραδείγματα *sreu- «ρέω» > *srou-ieh2 > struja = «ροή, ρεύμα» (ακριβές ανάλογο του ελληνικού ῥόϝια στα διάρροια, ἀπόρροια κλπ), *gospod-ja «κυρία» > gospođa , gospoža κλπ. (όπως το ελληνικό *kwtwr.-ped-ja > τρά-πεδ- > τράπεζα/τράπεσδα), *korw-eh2 > *karv-ā > korva > OCS krava «αγελάδα» και *golw-eh2 > πρωτοσλαβικό *golv-a > OCS glava = «κεφάλι».

3) Τα επιθήματα σε *-i-s και *-u-

Η κλίση αυτών των επιθημάτων θυμίζει σε γενικές γραμμές αυτή των αθεματικών.

Το ΠΙΕ «πρόβατο» *h2ow-is και το «φίδι» *h3egwh-is έχουν το ίδιο κλιτικό σύστημα με το ελληνικό «πόλ-ις»:

*h2ow-is > ελληνικό ϝις, λατινικό ovis, λιθουανικό avis, OCS επαυξημένο με *-k-eh2 : *h2ow-i-k-eh2 > OCS  ovĭca .

*h3egwh-is > ελληνικά ὄφις και ἔχις, σανσκριτικό ahi , ιρανικό aži (λ.χ. Aži Dahāka = ο Κακός Όφις), παλαιο-αρμενικό κλπ.

Ο ένας όρος για την ΙΕ «φωτιά» *Hn.gwnis (λ.χ. λατινικό ignis, ο σανσκριτικός θεός της φωτιάς Agni και το OCS ognĭ) ανήκει στην παραπάνω κατηγορία.

Σαν παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης αναφέρω το επίθετο *sweh2d-us = «γλυκός» > ελληνικό ἡδύς, σανσκριτικό svādu , πρωτο-γερμανικό *swōtuz > αγγλικό sweet κλπ.

Το παραπάνω παράδειγμα του επιθέτου ἡδύς είναι μία αρχαϊκή εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα ελληνικά υ-ληκτα επίθετα στον μηδενικό βαθμό ablaut:

*dhers- θέρσος > *dhr.s-ùs > θρασύς (και αναλογικά θράσος)

*dens- > *dn.s-ùs > δασύς (~ λατινικό densus = πυκνός)

*βενθ- > βένθος > *bhn.dh-ùs > βαθύς (και αναλογικά βάθος)

Η λατινική μεταμόρφωσε την κληρονομημένη κατάληξη επιθέτων *-u- σε *-w-is:

*sweh2d-us (ἡδύς) > *swādwis > suāvis

*gwerh2-u– (βαρύς) > gravis

*mregh-u (βραχύς) > mreghwis > brevis

Ειδική περίπτωση είναι το επίθημα *-u-h2 που είναι συνδυασμός υ-ληκτου θέματος και του επιθήματος *-eh2 που αναφέρθηκε παραπάνω. το αποτέλεσμα ήταν μακρό *-ū όπως τα σανσκριτικά θηλυκά τύπου Devī.

*suh2s > *sūs «γουρούνι» > ελληνικό σῦς/ὗς, λατινικό sūs, αβεστικό  , αλβανικό *sy> thi κλπ.

*muh2s > *mūs «ποντίκι» > ελληνικό μῦς, λατινικό mūs, σανσκριτικό mūṣ , αλβανικό *my> mi κλπ.

Η λέξη *muh2s είναι παράγωγο της ρίζας *meu- «μετακινώ, κλέβω» κάτι που σημαίνει πως για τους ΠΙΕους το ποντίκι ήταν ο «μικρός κλέφτης του σπιτιού».

*doru- «ξύλο» (λ.χ. δόρυ και δορϝ-άτεος > Δουράτεος ~ Δούρειος Ἵππος) με μηδενόβαθμο παράγωγο το *druHs > drūs > ελληνικό δρῦς και το κυπριακό λήμμα *sm.-druH-om > ἄδρῡον = «μονόξυλο κανό».

4) Τα σιγμόληκτα (*-es-) και ρώ-ληκτα (*-r.) ουδέτερα.

Τα σιγμόληκτα ουδέτερα είναι αυτά που αντιστοιχούν στα ελληνικά ουδέτερα του τύπου κράτος, μένος, γένος κλπ. Όταν κάποια ρίζα σχηματίζει σιγμόληκτο ουδέτερο τότε είναι κατά κανόνα στον πλήρη ε-βαθμό ablaut. Στην παλαιότερη λατινική, το θεματικό -s διατηρήθηκε στην ονομαστική επειδή ήταν σε τελική θέση, αλλά επειδή στις πλάγιες πτώσεις ήταν μεσοφωνηεντικό υπέστη ρωτακισμό *s>z>r. Με τον καιρό, αναλογική προσαρμογή έφερε το -r και στην ονομαστική. Έτσι λ.χ. στην παλαιότερη λατινική έχουμε ονομαστική honos με γενική honoris, αλλά με τον καιρό επικράτησε η αναλογική ονομαστική honor = «τιμή».

*g’enh1-es- > ελληνικό γένος, λατινικό genus/gener, σανσκριτικό janas (j=dz) κλπ.

*men-es > ελληνικό μένος, σανσκριτικό manas

*k’lew-es- > ελληνικό κλέϝος, σανσκριτικό śrávas, αβεστικό sravah, πρωτο-γερμανικό *hlewaz > Hlewa-gastiz = Κλεϝό-ξενος

Ο κανόνας που θέλει τα σιγμόληκτα ουδέτερα στον πλήρη ε-βαθμό τους μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί γράφουμε μκος αλλά μακρός:

Η ρίζα *meh2k’- «μακρός» έχει μηδενικό βαθμό *mh2k’- .

To σιγμόληκτο ουδέτερο *meh2k’-es- έγινε μκος (> αττικο-ιωνικό μῆκος ~ αβεστικό māsah) και το μηδενόβαθμο επίθετο *mh2k’-ros έγινε μακρός με βραχύ /α/, όπως ο λατινικός συγγενής του macer. Ο τσαλαπετεινός ήταν μᾱκεσ-ί-κρανος λόγω του περι-μήκε-του τσουλουφιού του.

makesikranos

Εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα ΠΙΕ σιγμόληκτα στον ε-βαθμό είναι το *sriHges- «κρύο» > ελληνικό ῥῖγος ~ λατινικό frīgor όπου βλέπετε την τυπική λατινική εξέλιξη του συμπλέγματος *sr στην λατινική: fr- σε αρκτική θέση και -br- μεσοφωνηεντικά όπως λ.χ. στα παραδείγματα:

*sreh2g-s «βατόμουρο» > ελληνικό ῥάξ/ῥώξ (=ρώγα,μάλλον και το μακεδονικό λήμμα ῥᾶμα = βοτρύδιον απλώς έχασε το /γ/ όπως στο νεοελληνικό πράγμα > πράμα), αλβανικό *srāg-ùsa > *srogùša > rrush = «ρώγα» και λατινικό frāgum = βατόμουρο απ΄όπου προέρχεται η ιταλική fragolaφράουλα.

frigor

Σε μεσοφωνηεντική θέση, τα λατινικά παραδείγματα *k’erh2srom > cerebrum και *k’rāsrōn > crābrō ~ αγγλικό hornet δείχνουν την τροπή *-sr-> -br-.

Τα ρ-ληκτα ουδέτερα (*-(w)r.), από την άλλη, είναι μία από τις αρχαιότερες γραμματικές κατηγορίες, Ένα τυπικό χαρακτηριστικό τους είναι η μετάλλαξη *r/n. To πιο γνωστό παράδειγμα είναι αναμφίβολα το *wod-r. = «νερό» > ελληνικό ὕδωρ, αγγλικό water,  σλαβικό voda, αλβανικό ujë κλπ.

Η r/n μετάλλαξη φαίνεται στο σανσκριτικό udàn, στο σκανδιναβικό vatn, στις πλάγιες ελληνικές πτώσεις (*udn.-tos >τοῦ  ὕδατος) και, κατά τον Orel, στο αλβανικό ujë το οποίο ανάγεται στο πρωτο-αλβανικό *udn-jeh2 > *udn-jā που υπέστη την τυπική μεσοφωνηεντική αλβανική εξέλιξη dnj>(n)j:

udnja

Άλλο γνωστό παράδειγμα είναι το *h1èsh2-r. = «αίμα»: Χεττιτικό ēšḫar (με γενική ēšḫanos), Λουβιανό āšḫar (με παράγωγα āšḫan-), Λατινικό sanguis και το Ελληνικό ἔαρ.

Η άλλη ΙΕ λέξη για τη «φωτιά» πέρα από το *Hn.gwnis που αναφέρθηκε παραπάνω είναι η ρίζα *peh2ur- (λ.χ. πῦρ, fire) που την εχω περιγράψει σε προγούμενη ανάρτηση.

Τυπικά ελληνικά παραδείγματα είναι τα: *h2eh3m-r. > ἧμαρ, *h3n-r. > ὄναρ με παράγωγα ἡμέρ-α και ὀνέρ-ιο- > ὄνειρον/ὄνειρος (συγγενής είναι το αρμενικό anurǰ και το αλβανικό ëndërr που δείχνει την επένθεση nr>ndr όπως το ἄν(ε)ρες > ἄνδρες και το αγγλικό thunder) και τα τρία -wr. που έτυχε να αναφέρω προσφάτως:

*peiH- «παχαίνω, γεμίζω» > *piH-wr. = «πάχος, λίπος, αφθονία» > πῖϝαρ, πίειρα, Πῑερία.

*h1ed- «τρώω» > *h1ed-wr. > ἔδϝαρ = «τρόφιμο» και, μετά την αναπληρωματική έκταση που προκάλεσε η απώλεια του δίγαμμα, εἶδαρ.

*per-wr. > πέρϝαρ > πεῖραρ = «πέρας, άκρη», ίδια ρίζα με το *n.-per-iom > ἄπειρον = χωρίς πέρατα (όπως το *n.-bhudh-jos > ἀβύθ-jος > ἄβυσσος = χωρίς βυθό/πάτο).

*jeh1kw-r. > ἧπαρ, λατινικό iecur, σανσκριτικό yakṛt κλπ.

Ο διπλός τύπος τέκμωρ/τέκμαρ (λ.χ. ομηρικό τέκμωρ νημερτές = αλάνθαστο σημάδι) δείχνει ότι υπήρχε σχετική διαλεκτική άνεση στην τροπή *-r.> -αρ/ωρ.

Εδώ τελείωσα με το μέρος Α για τα βασικά απλά ΙΕ επιθήματα. Η επόμενη ανάρτηση (μέρος 2) θα είναι για τα σύνθετα ΙΕ επιθήματα.

Advertisements

7 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

7 responses to “Η ΙΕ λεξιπλασία: ο σχηματισμός των ΙΕ λέξεων #1

  1. Χρήστος

    Ξεκίνησα να μελετάω τις βασικές γλωσσολογικές αναρτήσεις που έχεις κάνει, όπως λεξιπλασία, ρήμα, ουσιαστικά, αναπληρωματικές εκτάσεις κλπ, είναι πολύ χρήσιμες. Νομίζω είναι χρήσιμο να έχω μια ιδέα στα βασικά πριν τα δω πιο αναλυτικά στα βιβλία που μου πρότεινες Fortson , Meissner Σίλερ κλπ ώστε να αποκομίσω και περισσότερα.

    Δύο διορθώσεις. Δες λίγο αυτό *bhendh- > βένθος > που γράφεις στην παράγραφο 3. Πρέπει να είναι λάθος. *gʷehdʰ- δεν είναι το σωστό? Το bhendh είναι αυτό που μας δίνει το πένθος και το πάθος?

    Το δεύτερο. Για τσέκαρε λίγο (παράγραφο 2) —*n.-pnow-jeh2 > ἄ-πνοϝ-ιᾱ > ἄπνοια— η άπνοια σίγουρα έχει μακρό α στο τέλος? Τα προπαροξύτονα έχουν βραχύ. -ih2 επομένως.
    Όπως και το παράδειγμα της γλώσσας που έχεις λίγο πιο κάτω έχει βραχύ α, άρα -ih2.

    Και δύο ερωτήσεις. Υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της μεταπτωτικής βαθμίδας και της μορφής του επιθήματος ή της γραμματικής ή σημασιολογικής λειτουργίας της παραγόμενης λέξης?

    Και το δεύτερο γιατί κάποια επίθετα σε -ρος παράγονται από το ουσιαστικό με το επίθημα του πχ ανθεσ-ρός ενώ κάποια άλλα μόνο από την ρίζα πχ nebhes αλλά n.bhros.

    • Για το βένθος/βάθος δεν υπάρχει γνωστή ΙΕ ρίζα, επομένως μόνο τον πρωτο-ελληνικό όρο μπορούμε να αναδομήσουμε. Στέκει καλύτερα αυτό που λες για *gwendh- αν και εδώ θα περιμέναμε *δένθος/βάθος. Πάντως είναι γλωσσολογικά πιο ορθό από το *bhendh- που υπέθεσα εγώ (το οποίο προϋποθέτιε πολύ πρώιμη εφαρμογή του νόμου του Grassmann πριν από την απηχηροποίηση των ηχηρών δασέων *bh,dh,gh> ph,th,kh.

      Τα πένθος/πάθος προέρχονται από την ρίζα *kwentH-

      Εννοείται πως η ἄπνοια είναι “Devi” *n.-pnow-ih2. Θα το αλλάξω.

      Έτσι, καλά κάνεις και διαβάζεις τα παλιά και επισημαίνεις τα αμφίβολα/λάθη.

      Στην πρώτη ερώτηση που κάνεις δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς ρωτάς. Αν θέλεις επανέλαβε εξηγώντας τι ακριβώς ρωτάς.

      Έτσι γίνεται με το μόρφημα -es- που σχηματίζει τα σιγμόκληκτα ουδέτερα.

      λ.χ. *kuHd-es– > κῦδος με παράγωγα τα κῡδ-ρός, κῡδ-νός και κυδ-ι-άνειρα.

      Από την άλλη, το επίθετο ἐρι-κῡδής (*ἐρι-κῡδέσ-ς) διατηρεί το μόρφημα *-es-. το μόνο που μπορώ να πω για την διαφορά ἄνθους και νέφους είναι πως, για το δεύτερο υπήρχε ανάμνηση της βραχύτερης ρίζας *nebh. που έδωσε λ.χ. το λατινικό *nebh-leh2 > nebla > nebula.

      Αντίθετα, η ρίζα *h2endhes- θεωρούνταν «μονοκόμματη».

    • Ok!!

      Διορθώθηκαν.

  2. Χρήστος

    Το gwendh το γράφει εδώ http://en.wiktionary.org/wiki/%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82

    Η ερώτηση είναι η εξής. Βλέπω ότι τα άκρος (h2kros), όμβρος (n.bhros) , χλωρός (ghl.h3ros) σχηματίζονται από την μηδενική βαθμίδα. Είναι επίθετα, αρσενικά σε -ρος. Κι από την άλλη τα βαθμός (gwem) και σταθμός (steh2) που είναι στον e-βαθμό και άλλα σε ο-βαθμό.
    Υπάρχει κάποια σχέση της ε ή ο ή μηδενικής βαθμίδας μιας λέξης με την μορφή του επιθήματος πχ -ρος , υλος, κος κλπ ή την γραμματική λειτουργία όπως πχ επίθετο, αρσενικό κλπ , ή την σημασιολογική όπως πχ υποκοριστικά, ή δυνητικά κλπ ?

    —-Αντίθετα, η ρίζα *h2endhes- θεωρούνταν «μονοκόμματη».—-

    Αυτή είναι η ουσία της απορίας. Δεν έχω καταλάβει ακόμα τα ριζικά ουσιαστικά που είναι χωρίς επιθήματα. Εντάξει μπορώ να καταλάβω τα “χοντρά” με επιθήμτα ter, tro, s κλπ αλλά στις γκρι περιοχές δεν μπορώ. Γιατί το h3bhr(ē)uHs (όφρυς) είναι ριζικό ουσιαστικό ή το muHs (μυς) και δεν ανήκει σε θέματα με επίθημα uH? Ήτο άνθος που γράφεις γιατί θεωρείται “μονοκόμματη” ρίζα κι όχι με επίθημα es? Πως το ξεχωρίζουμε?

    • Κι από την άλλη τα βαθμός (gwem) και σταθμός (steh2) που είναι στον e-βαθμό και άλλα σε ο-βαθμό.

      Μηδενόβαθμα νομίζω είναι τα βαθμός και σταθμός: *gw m.-dh-mos , *sth2-dh-mos

      O γενικός κανόνας είναι πως τα παράγωγα σε *-to, -ro, -no, -mo, -u- σχηματίζονται με το θέμα στον μηδενικό βαθμό.

      Βέβαια δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις λ.χ. *bheugw- φεύγω > ἄφυκτος, αλλά ἀνέκφευκτος ~ αναπόφευκτος

      Ή το άνθος που γράφεις γιατί θεωρείται “μονοκόμματη” ρίζα κι όχι με επίθημα es? Πως το ξεχωρίζουμε?
      —-

      Ο μόνος τρόπος που μπορώ να σου πω είναι λίγο «μπακάλικος». Αν την συναντάς σε όλες τις θυγατρικές γλώσσες «μονοκόμματη» και δεν έχεις βρει κάποιο απόγονο χωρίς *-es- τότε μπορείς να την θεωρήσεις «μονοκόμματη» ήδη στην ΠΙΕ.

      • Χρήστος

        Ναι ρε sorry. Μηδενόβαθμα είναι. Μπράβο τέτοιο κανόνα ήθελα.

        Για τα ριζικά το φοβόμουν ότι θα ταν έτσι. Άρα παπαγαλία αυτά. 🙂

      • Γιατί παπαγαλία βρε συ;

        Αν έχει το μόρφημα -es- ok, αν δεν το έχει … δεν χάλασε και ο κόσμος.

        Είτε πεις μακρό-μαλλος είτε πεις μᾱκεσ-ί-τρῑχος το ίδιο πράγμα λες.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s