Ο Διτύβιστος και ο Ζίμαρχος

Όταν ο Προκόπιος περιγράφει το πως ο θείος του Ιουστινιανού Ιουστίνος έγινε αυτοκράτορας η ιστορία ξεκινάει με τρεις ρωμαλέους λατινόφωνους  χωρικούς από το «τῶν Ἰλλυριῶν γένος» που ζούσαν στην κώμη Tauresium κοντά στην Bederiana της Δαρδανίας (κάπου γύρω από τα Σκοπία με ορισμένους να προτείνουν τα σημερινά χωριά Taor και Bader). Οι χωρικοί αυτοί πήγαν με τα πόδια στην Κωνσταντινούπολη, κατατάχθηκαν στον Ρωμαϊκό στρατό και, εν τέλει, επιλέχθηκαν εξαιτίας της κορμοστασιάς τους στην φρουρά του παλατιού (Excubitores , Ἐξκουβίτορες). Τα ονόματα των δύο συντρόφων του Ιουστίνου ήταν Ζίμαρχος και Διτύβιστος. Όπως συμβαίνει συχνά με τους Δαρδάνους, ο Προκόπιος τους περιέγραψε λανθασμένα ως από «τὸ τῶν Ιλλυριῶν γένος», ενώ τα ονόματά τους είναι Δακο-Θρακικότατα. Για την γλωσσική κατάσταση της περιοχής των Δαρδανικών Σκουπών (Scupi), ο Ούγγρος ιστορικός András Mócsy έχει γράψει:

Bessus Scupi

Για την περιγραφή του Προκόπιου των τριών χωρικών από το «τῶν Ἰλλυριῶν γένος» από τη Bederiana και τα δακο-θρακικά τους ονόματα παραθέτω τα παρακάτω:

Justin

Το όνομα Διτύ-βιστος είναι σύνθετο με δεύτερο συνθετικό όμοιο με αυτό του Δάκα βασιλιά Βυρε-βίστα που είναι πολύ πιθανόν να προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *bheidh- που έδωσε τα ελληνικά πείθω (*bheidh- > pheith- > peith-) και *πίθ-τις > πίστις και τα λατινικά *bhoidh- > foedus και *bhidh- > fidēs. Με άλλα λόγια, το δακο-θρακικό -bista μάλλον έχει την ίδια καταγωγή με το ελληνικό πιστός. Το πρώτο συνθετικό Διτυ- είναι πιο δύσκολο να ετυμολογηθεί. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι διάφοροι επιγραφικά απαντημένοι τύποι Δυτυ-, Δυτου-, Διτυ-, Διτου- δείχνουν ότι το /i/ είναι προϊόν ιωτακισμού ενός μακρού /ū/ (*ū > y=/ü/ >i), όπως συνέβη στην Αλβανική (λ.χ. *muHs ~ *mūs > my > mi και *suHs ~ *sūs > sys > thi) και στον σλαβικό κλάδο (λ.χ. *bhuH- ~ bhū– > byti > biti). Επομένως, η αρχικη μορφή του συνθετικού πρέπει να ήταν *Dūtu-.

Dytu

Δυτου-: Δυτού-τραλις, Δυτού-πορις, Δυτού-κενθος, Δυτου-ζέλμις, Δυτούλας

Δυτυ-: Δυτύλος

Διτου-: Διτού-κενθος, Διτού-παιβις

Διτυ-: Διτύλος

Νομίζω πως οι αντιστοιχίες Δυτούκενθος ~ Διτούκενθος και Δυτύλος ~ Διτύλος ~ Δυτούλας δείχνουν ότι πρόκειται για την ίδια ακριβώς ρίζα.

Για τα θρακικά δεύτερα συνθετικά -τράλις, -πόρις, -κένθος, -ζέλμις και -παίβης μπορείτε να διαβάσετε αυτήν εδώ την ανάρτηση.

Θα μπορούσαμε δοκιμαστικά να δούμε πίσω από αυτό το συνθετικό τον μηδενικό βαθμό *dhuH2- ~ *dhū- της ρίζας *dheuh2- «κινούμαι» που έδωσε τα ελληνικά θῡμός «καπνός, ψυχή (< πνεύμα»)» και, μέσα από την σημασιακή τροπή κινούμαι > αναστατώνομαι το ρήμα θύω = θυμώνω, μαίνομαι (< καταλαμβάνομαι από κάποιο πνεύμα)  με παράγωγο τις βακχικές θυιάδες ~ μαινάδες.

dheuh2

Επομένως, η ετυμολογία του Δακο-Θρακικού ονόματος Διτύβιστος φαίνεται να βρίσκεται στον χώρο της θρησκείας (*bheidh- > πίστις, fides) και, ειδικότερα, του μαιναδισμού (*dheuH- > θύω, θυιάς = μαινάς) και του ενθουσιασμού ( < ἔν-θεος = «έχω κάποιο θεό μέσα μου»).

Πάμε στο όνομα Ζίμαρχος του άλλου Δαρδάνου χωρικού. Αυτό ανήκει σε μια μεγάλη οiκογένεια Δακο-Θρακικών ονομάτων με πρώτο συνθετικό το Ζι-/Ζια-. Λόγω ομοιότητος με την ελληνικη λέξη δήμαρχος το όνομα απαντά και ως Ζήμαρχος αν και το /ι/ απαντά σταθερά στις επιγραφές.

zi

Στον παραπάνω πίνακα παρέθεσα όλα το ονόματα του LGPN που αρχίζουν από Ζι-. Ενδεχομένως να μην σχετίζονται όλα μεταξύ τους, αλλά για ορισμένα από αυτά η συσχέτιση είναι σχεδόν βέβαιη. Λ.χ. τα ονομάτα σε ζιβ- (Ζιβανείλας, Ζιβέλμιος) τα άφησα απέξω διότι μπορεί να σχετίζονται με την ρίζα *gwih3wos ~ *gwīwos = «ζωή, ζωντανός» (λ.χ. ελληνικό βίος, λατινικό vīvus και σλαβικό životъ ).

Η δακο-θρακικότητα των ονομάτων αυτών φαίνεται αφενώς μεν από την κατανομή τους, μιας και τα 99 από τα 127 προέρχονται από τις Δακο-Θρακικές περιοχές αφετέρου δε διότι απαντούν ως πρώτα συνθετικά σε ονόματα που έχουν τυπικά δακο-θρακικά δεύτερα συνθετικά (λ.χ. Ζιακά-τραλις, Ζιαμή-τραλις, Ζιμί-κενθις, Ζινό-πορις, Ζι-παίβης, Ζιπά-κενθος).

Μορφολογικά μπορούμε να τα κατατάξουμε ως εξής:

Α) Θέμα Ζι- σκέτο: Ζί-μαρχος, Ζι-παίβης

Β) Θέμα Ζι- προσαρτημένο σε κάποιο άλλο επίθημα (no,mo,mi,pa): Ζιμί-κενθις, Ζινό-πορις, Ζιπά-κενθος

Γ) Θέμα Ζια- σκέτο: Ζία, Ζια-μάρκη, Ζια-σάλβη

Δ) Θέμα  Ζια- προσαρτημένο σε κάποιο άλλο επίθημα: Ζιακά-τραλις, Ζιαμή-τραλις

Το ότι οι παραπάνω κατηγορίες σχετίζονται μας το δείχνουν τα ζεύγη:

Ζί-μαρχος = Ζια-μάρκη (μάλλον το πραγματικό όνομα ήταν Ζίμαρκος και το «χ» είναι interpretatio graeca λόγω σύγχυσης με το ελληνικό επίθημα -αρχος όπως Κλέαρχος, δήμαρχος κλπ).

Ζιαμή-τραλις (μάλλον Ζιαμί-τραλις) = Ζιμί-κενθις (το -ι- δεν είναι παρά το συζευκτικό /i/ του Caland λ.χ. τερπ-ι-κέραυνος, luc-i-fer, Vlad-i-mir κλπ).

Πιστεύω πως πίσω από όλα αυτά τα ανθρωπωνύμια κρύβεται η ρίζα *g’hei- «άγω, οδηγώ» και το παράγωγό της *g’hej-os = «άλογο» (< ζώο που άγεται, όπως συνέβη στο ελληνικό κέλλω = «άγω, οδηγώ» > κέλης = «άλογο») που απαντά στο αρμενικό ji (=dzi) = «άλογο» και στο Σανσκριτικό haya = «άλογο».

Παραθέτω την ανάλυση της ρίζας *g’hei- και του παραγώγου της *g’heyos = «άλογο» από τους Mallory-Adams και, επιπλέον, την παρουσίαση των ριζών *markos και *mendyos με τη σημασία «άλογο». Η πρώτη από αυτές, που ίσως κρύβεται πίσω από το πιθανόν κελτικής καταγωγής (λ.χ. η περιγραφή του «Γαλατικού» θεσμού της Τριμαρκισίας του Παυσανία και το γαλατικό λήμμα μάρκα = «ίππος» που διέσωσε) λατινικό όνομα Marcus/Μάρκος και σίγουρα πίσω από την αγγλική «φοράδα» mare (πρωτο-γερμανικό *marhaz = «ίππος» και *marhijō = «φοράδα») πιστεύω πως κρύβεται πίσω από το δεύτερο συνθετικό των ονομάτων Ζί-μαρκος και Ζια-μάρκη, ενώ η δεύτερη από αυτές υπήρχε σίγουρα στις παλαιοβαλκανικές γλώσσες (Δακο-Θρακική και Ιλλυρική) μιας και επιβιώνει σήμερα ως υποστρωματικός όρος της ΑΒΡ (Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική, λ.χ. ρουμανικό mânz), στο αλβανικό mëz και στο Μεσσαπικό θεωνύμιο Dis Menzanas = Ζεύς Ἵππιος (η Μεσσαπική γλώσσα θεωρείται μία Ιλλυρική γλώσσα της οποίας οι ομιλητές διέσχισαν την Αδριατική και εγκαταστάθηκαν στο τακούνι της Ιταλίας γύρω στο 1000 π.Χ.).

Zimarkos

Trimarkisia

Επομένως, το δακο-θρακικό θηλυκό όνομα Ζία μπορεί να σημαίνει «φοράδα» (< dzija <*g’hi-jeh2, λ.χ. λατινικό equus > equa) ή να είναι θηλυκό παράγωγο της ρίζας *g’hejos = «άλογο», όπως το ελληνικό θηλυκό όνομα Ἵππεια:

Hippeia

To όνομα Ζί-μαρκος από την άλλη, μπορεί να είναι το ακριβές ανάλογο των ελληνικών Ἄγιππος , Ἡγήσιππος/Ἁγήσιππος(*g’hei ~ ἄγω, ἡγέομαι και *markos ~ ἵππος) και σημασιακό ανάλογο των όρων ἱππηλάτης , ἱππηγός και ἱππηγέτης.

Agippos

Τα μορφήματα που δείχνουν προσθήκες των επιθημάτων *-no, *-mo, *-ko, *-po κλπ. μπορεί να είναι δευτερογενείς/διαλεκτικοί σχηματισμοί της βασικής ρίζας για το «άλογο» *g’hi- > dzi-/zi-:

*g’hi-nos > Zina(s)

*g’hi-pos > Zipa(s)

*g’hi-mos/mis > Zima(s)/Zimi(s)

*g’hi-o-kos > Ziaka(s)

*g’hi-o-mos/mis > Ziama(s)/Ziami(s)

Τα δύο τελευταία, που αντιστοιχούν στα σύνθετα ονόματα σε Ζιακα-/Ζιαμή-, φαίνεται να προέρχονται από επέκταση της ρίζας *g’hi-o- όπως τα ελληνικά σύνθετα του τύπου ὀφιο- (λ.χ. ὀφιοκτόνος, ὀφιοβόρος) δίπλα στα σύνθετα του τύπου ὀφι- (ὀφί-ουρος).

Τέτοιες δευτερογενείς επεκτάσεις μιας λέξης με την προσθήκη ενός επιθήματος συμβαίνουν σε όλες τις γλώσσες όπως λ.χ.:

*h1elh1-en- «ελάφι» (λ.χ. σλαβ. (j)elenĭ) > ελληνικό *h1elh1-n.-bh-os > ἔλαφος

*gwous «βόδι» > αλβανικό *gwou-kos > gauka > gak = «αγριογούρουνο»

– Η αλβανική έχει σχηματίσει και τα παράγωγα σε -mā: *dhh1il- > *daila > dele > delmë (που δεν έχει καμία σχέση με το όνομα της Δαλματίας αντίθετα με ό,τι αφήνει να εννοηθεί το βικιλεξικό) και *swe-h1loudh-ā > svelaudā> velada > vëlla και  vëllam > βλάμης.

dele

*g’hans- «χήνα» (λ.χ. χήν, goose, anser κλπ.) > παλαιοσλαβωνικό gǫsĭ και μεταγενέστερο νοτιοσλαβικό gǫsĭ-ka > guska , găska κλπ.

Advertisements

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

6 responses to “Ο Διτύβιστος και ο Ζίμαρχος

  1. Ψέκας

    τα θρακικα ονοματα γνωρίζουμε αν τελείωναν σε -ς ;
    Σε βιβλιο του θρακολόγου Σαμσάρη διάβασα ότι πιθανότατα να είναι εξελληνισμός της κατάληξης. Ποια είναι η γνώμη σου;

    • Σωστά διάβασες. Ακόμα και η παλαιότερη ελληνική είχε χάσει το τελικό *-s στα πρωτόκλιτα λ.χ. η «Ομηρική» ονομαστική «ὁ γερήνιος ἱππότᾱ Νέστωρ» αντί για ἱππότᾱς/ἱππότης. Δευτερογενώς, το τελικό -ς στα πρωτόκλιτα αυτά επέστρεψε λόγω αναλογίας, αλλά οι αρχαίοι γραμματείς λένε ότι στην Θεσσαλία και στην Μακεδονία η «ομηρική» αυτή ονομαστική επιβίωσε.

      Το ίδιο συνέβη και στην λατινική λ.χ. Caracalla,nauta = Καρακάλλᾱς, ναύτης

      Το συχνό θρακικό όνομα που οι Ἐλληνες απέδιδαν ως Μουκάπορις, στα λατινικά εμφανίζεται ως Mucapor, λ.χ. ο Πραιτωριανός Mucapor που σκότωσε τον αυτοκράτορα Αυρηλιανό.

  2. Ψέκας

    μπορει το -ορ να το περασαν για επιθημα οι λατινοι

    • Μπορεί. Πάντως η γκαντεμιά είναι πως οι λίγες Θρακικές επιγραφές δεν περιέχουν κάποιο αρίγνωτο θρακικό όνομα, για να δούμε πως οι ίδιοι προέφεραν τα ονόματά τους.

      • Ψέκας

        Στο συγκεκριμένο βιβλίο αναφέρει αυτό το παράδειγμα ως το μόνο ανθρωπωνύμιο αμφίβολης κατάληξης που έχει βρεθεί. Μουκαβουρ που κανονικά έπρεπε να είναι Μουκαβουρις. Η επιγραφή είναι με ελληνικούς χαρακτήρες.

      • Το διο θέμα περιγράφεται εδώ σχετικά με την διπλή γραφή: ελληνικό Μουκάτραλις/τοῦ Μουκατράλεος και λατινικό Mucatral.

        Απλά βαριέμαι να μεταφράζω γερμανικά τώρα.

        Κοίτα δεν αποκλείεται ο πραγματικός Θρακικός τύπος να ήταν σε -ις.

        Στην αλβανική λ.χ. το ΙΕ *-is του *nokwtis = «νύκτα» ακολούθησε την εξέλιξη *nokwtis > naktis > nati > natë
        χωρίς να ξέρουμε πότε ακριβώς χάθηκε το /s/ και πότε ακριβώς το /i/ έγινε schwa.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s