Τα συλλαβικά ένηχα της Πρωτο-Ελληνικής και η εξέλιξή τους

Χθες ο Χρήστος άνοιξε μια πολύ ωραία συζήτηση για την εξέλιξη των συλλαβικών ένηχων στην ελληνική γλώσσα. Τα συλλαβικά ένηχα (syllabic resonants) είναι ημιφωνηεντοποιημένες ποικιλίες των ένηχων συμφώνων n,m,l,r , που μπορούν να δράσουν σαν φωνηεντικοί πυρήνες σε μια συλλαβή. Τα συλλαβικά ένηχα συμβολίζονται με μια «μπαλίτσα» κάτω από το γράμμα, αλλά για λόγους ευχρησίας, εγώ εδώ τα συμβολίζω με μια τελεία δίπλα από το γράμμα (λ.χ. m ̥, n̥ , l ̥, r̥ = m. , n. , l. , r.). Τα συλλαβικά ένηχα της ελληνικής κατάγονται από τα αντίστοιχα ΠΙΕ και ήταν ενεργά κατά την πρώιμη (Μυκηναϊκή) περίοδο της Ελληνικής γλώσσας, όπως μαρτυρούν τα μετέπειτα διαλεκτικά δεδομένα, αλλά και ορισμένοι στίχοι «δεινόσαυροι» της Ιλιάδας. Για να καταλάβετε πως ηχούσαν τα ΠΙΕ και πρώιμα ελληνικά συλλαβικά ένηχα προσπαθείστε να προφέρετε το σερβο-κροατικό όνομα Tvrtko (= /Tvr.tko/), το Τσέχικο ποταμωνύμιο Vltava (= /Vl.tava/) και την αγγλική λέξη prison = «φυλακή» με πολύ «κοφτή» βρετανική προφορά (/prizn./ ~ /ˈpɹɪzən/).

Η φυσιολογική εξέλιξη στις περισσότερες θυγατρικές ΙΕ γλώσσες ήταν η ανάπτυξη ενός αναπτυκτικού schwa (ə), το οποίο με τον καιρό φωνηεντοποιήθηκε πλήρως σε ένα φωνήεν που είναι χαρακτηριστικό κάθε θυγατρικής γλώσσας. Έτσι στην Ελληνική γλώσσα, το αναπτυκτικό φωνήεν είναι κατά κανόνα το /a/ και πιο σπάνια το /o/ σε όλα τα συλλαβικά ένηχα. Στην Λατινική, τα υγρά συλλαβικά ένηχα (*r. , *l.) ανέπτυξαν ως αναπτυκτικό φωνήεν το /o/ το οποίο ακολούθησε αργότερα την τροπή *o>u  της Λατινικής, ενώ τα ρινικά συλλαβικά ένηχα (*n. , *m.) ανάπτυξαν ένα e που με τη σειρά του ακολούθησε την τροπή *e>i που χαρακτηριίζει την Λατινική. Στον Γερμανικό κλάδο (Αγγλικά, Γερμανικά κλπ) το αναπτυκτικό φωνήεν ήταν το /u/ σε όλες τις θέσεις, ενώ στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο το /i/ (και στον σλαβικό, ενίοτε /u/). Στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο, τα ρινικά συλλαβικά ένηχα ανέπτυξαν /a/ ενώ, κατά κανόνα, τα υγρά συλλαβικά ένηχα συνέπεσαν στο /r./ (δηλαδή *r. , l. > r.).

To καλύτερο εναρκτήριο παράδειγμα σε μια συζήτηση για τα συλλαβικά ένηχα είναι τα ΙΕ στερητικά σύνθετα, τα οποία έχω περιγράψει σε αυτήν εδώ την ανάρτηση. Ο μηδενικός βαθμός ablaut του ΙΕ αρνητικού μορίου *ne- είναι το μηδενόβαθμο *n.- το οποίο είναι ο πρόγονος του γνωστού μας ελληνικού στερητικού α(ν)-, του λατινικού στερητικού in-, του γερμανικού στερητικού un-, του Ινδο-Ιρανικού στερητικού a- κλπ.

Έτσι, από την ΙΕ ρίζα *mer- «πεθαίνω» προκύπτει το μηδενόβαθμο παράγωγο *mr.tos = «θνητός, πεθαμένος» με επιπλέον στερητικό σύνθετο το *n.-mr.-tos = «αθάνατος».

Οι ελληνικοί απόγονοι των παραπάνω όρων είναι:

*mor- > ὠκύμορος = επίθετο του Αχιλλέα που σημαίνει «αυτός που πέθανε γρήγορα/νωρίς».

*mr.tos > mrotòs  > (μ)βροτός = θνητός (με τυπική επένθεση  mr > mbr που έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση)

και *n.-mr.tos > à-mrotos > ἄμβροτος = «αθάνατος» και *n.-mr.t-ieh2 > *ἀμβροτία > ἀμβροσία = η τροφή που έκανε τους θεούς αθάνατους.

Οι Λατινικοί απόγονοι είναι:

*mor-t-s > mors/mortem = «θάνατος» (λ.χ. rigor mortis = νεκρική ακαμψία)

*mr.twos > mortuus = «νεκρός», *mr.t- > mortalis = «θνητός» και *n.mr.t- > in-mort- > immortalis = «αθάνατος».

Οι Σανσκριτικοί απόγονοι είναι:

*mer- > marati = «θνήσκειν»

*mr.tos > mr. = «νεκρός» και *n.-mr.-t-eh2 > amr.ta = αμβροσία, η τροφή των αρχαίων Ινδικών θεών που τους έκανε αθάνατους.

Από τον γερμανικό κλάδο αναφέρω το *mr.-trom > αγγλικό murder = «φόνος» με αναπτυκτικό /u/, όπως στο στερητικό *n.-> un- (λ.χ. unhealthy = ανθυγιεινός, unspeakable = ανείπωτος/απερίγραπτος).

Τέλος, από τον Βαλτο-σλαβικό κλάδο αναφέρω το παλαιοσλαβωνικό ρήμα *mer-ti > mrěti = «θνήσκειν» και το μηδενόβαθμο *mr.twos > πρωτοσλαβικό *mĭrtvŭ > παλαιοσλαβωνικό mtvŭ/mtvŭ = «νεκρός».

Αν συγκρίνουμε τους παραπάνω απογόνους με τους απογόνους της ΙΕ ρίζας *wl.kwos = «λύκος» έχουμε:

Ελληνικά:

*mr.tos > βροτός

*wl.kwos > *wlokwos > lokwos > lukwos > λύκος (η τροπή o>u οφείλεται στον νόμο του Cowgill)

Λατινικά:

*mr.twos > mortuus

*wl.kwos > vlokwos > lupus (η τροπή o>u είναι τυπική της λατινικής λ.χ. Γραικός > Graecus).

Γερμανικός κλάδος:

*mr.-trom > πρωτο-γερμανικό *murþrą > αγγλικό murder

*wl.kwos > πρωτο-γερμανικό *wulfaz > γερμανικό wulf (αγγλικό wolf κλπ).

Σλαβικός κλάδος:

*mr.twos > πρωτο-σλαβικό *mĭrtvŭ > παλαιοσλαβωνικό mtvŭ

*wl.kwos >πρωτο-σλαβικό *vĭlkŭ > παλαιοσλαβωνικό v

Σανσκριτικά:

*mr.t- > mr.

*wl.kwos > vr.ka

Ας πάμε τώρα μετά από αυτήν την εισαγωγή στα Ελληνικά συλλαβικά ένηχα. Όπως είπα, αυτά διατηρήθηκαν μέχρι και το δεύτερο μισό της 2ης π.Χ. χιλιετίας (1500-1000 π.Χ.) μιας και οι ιστορικές ελληνικές διάλεκτοι της 1ης π.Χ. χιλιετίας δείχνουν διαλεκτική ποικιλία a/o και οι παλαιότεροι στίχοι της Ιλιάδος  απαιτούν άθικτα τα συλλαβικά ένηχα για να διατηρηθεί το μέτρο τους (λ.χ. *h2ner- > anr.-tāt- > ἀνδρότης). Ο Calvert Watkins χρονολογεί στον 14ο π.Χ. αιώνα έναν στίχο της Ιλιάδος όπου η αιτιατική ἀνδρότητα πρέπει να προφερθεί ἀνr.τᾱτα για να διατηρηθεί το μέτρο.

Fortson anr-

androtes

Όπως είπα και πιο πάνω, το τυπικό αναπτυκτικό ελληνικό φωνήεν είναι το /a/, αλλά σε ορισμένες διαλέκτους όπως η Μυκηναϊκή της Γραμμικής Β΄,η Αιολική και η Αρκαδο-Κυπριακή, το /o/ εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα. Υπάρχουν και μερικές πανελλήνιες λέξεις που έχουν /ο/ αντί για /α/.

1) Το στερητικό *n.- έγινε σε όλες τις διαλέκτους ἀ(ν)- ανεξαιρέτως, αλλά το *n.-της ρίζας *n.bh-ros (μηδενόβαθμό παράγωγο της ρίζας *nebhes- «νέφος, ουρανός») έγινε on- στο *n.bhros > ὄμβρος = βροχή (σανσκριτικό abhra, λατινικό imber κλπ). Ίσως η λέξη ἀφρός να έχει την ίδια ακριβώς ετυμολογία με τον όμβρο. Ενώ ο Δίας λατρευόταν πανελληνίως ως Ὄμβριος και Ἰκμαῖος («αυτός που στέλνει την βροχή»), στην Θεσσαλία λατρευόταν ως Ἄφριος. Επομένως, αυτό το Θεσσαλικό επίθετο μπορεί να διατήρησε την παλαιότερη σημασία της λέξης *n.bhros > ἀφρός = ὄμβρος.

2) Το επίθημα των ουδετέρων *-mn. (λ.χ. *h1no-mn. > ὄνομα, *sreu-mn. > ῥεῦμα) έγινε πανελληνίως -μα, αλλά η Γραμμική Β΄ έχει συνήθως pe-mo = /spermo/ αντί για σπέρμα (< *sper-mn.) και a-mo = /harmo/ αντί για ἅρμα και σπανιότερα το «κανονικό» -μα. Αυτό θυμίζει τα μεταγενέστερα Αρκαδικά *dek’m. > δέκο,  *dek’m.tos > δέκοτος και *k’m.tom > ἑκοτόν, αντί για τα πανελλήνια δέκα, δέκατος και ἑκατόν, αλλά και το αττικο-ιωνικό *(e)wik’m.ti > εἴκοσι αντί για το ϝίκατι των άλλων διαλέκτων. Αυτές οι Αρκαδικές «ανωμαλίες» δείχνουν την στενή σχέση της διαλέκτου με την Μυκηναϊκή ελληνική της Γραμμικής Β΄.

Myc spermo

3) Μερικές μηδενόβαθμες ρίζες που περιέχουν ρινικά συλλαβικά ένηχα είναι οι παρακάτω:

i) Το υπερθετικό επίθημα *-tm.tos > -τατος (~ σανσκριτικό *-tm.mo > -tama και λατινικό *-m.mos > minimus).

ii) *bhendhes- > βένθος, αλλά *bhn.dh-us > βαθύς

iii) *bheng’h- «πάχος» με μηδενικό βαθμό *bhn.g’h- > παχύς ~ σανσκρτιτικό bahu ~ αβεστικό bązah (to /ą/ είναι έρρινο φωνήεν, δηλαδή συνοδεύεται από μία πολύ ασθενή προφορά του /n/).

iv) *dens- «πυκνός» > *dn.sus > δασύς ~ λατινικό densus.

v) *kwenthes- «υποφέρω» > πένθος και *kwn.th- > πάθος και πάσχω (πάθ-σκω, ἔπαθον). Διαβάστε τις τελευταίες γραμμές εδώ.

vi) *(s)bhendh- «δένω, συνδέω» (λ.χ. αγγλικό bind = δένω και bond = δεσμός). Οι Ελληνικοί απόγονοι είναι:

*(s)bhendh-eros > phentheros > pentheros = πενθερός (~ συγγενής = οικογενειακά συνδεδεμένος):

bhendh

*(s)bhondh-ulos > σφόνδυλος ~ σπόνδυλος = «μικρή συνδετική/αρθρωτική μονάδα της σπονδυλικής στήλης».

Τέλος, ο μηδενικός βαθμός *(s)bhn.dh- έδωσε την λέξη *(s)bhn.dh-neh2 > φάτνη ~ πάθνη (> παχνί) = «μέρος όπου δένονται τα ζώα».

vii) *gwhen- «σφάζω, φονεύω». Ο πλήρης ε-βαθμός έδωσε το ρήμα *gwhen-jō > *θέν-jω > θείνω, ο ο-βαθμός το ουσιαστικό *gwhonos > φόνος και τν κατάληξη -φόντης (= φονεύς), ενώ ο μηδενικός βαθμός *gwhn.-tos απαντά στους όρους «φάρμακα ὀδυνήφατα» = παυσίπονα = «που σκοτώνουν τον πόνο» (~ αγγλικό “pain killers“), πρόσφατος = με αρχική σημασία «που σφάχτηκε πριν από λίγο, φρεσκοσφαγμένος/φρεσκοσκοτωμένος» και ἀρείφατος = «που σκοτώθηκε στον πόλεμο/ από τον Άρη».

prosphatos

Λ.χ. η Εκάβη λέει θρηνώντας πάνω από τον νεκρό Έκτορα πως ο γιος της «πρόσφατος κεῖται» μπροστά της = «ξαπλώνει φρεσκοσκοτωμένος» μπροστά της.

4) Το αθροιστικό *sm.- > (h)a- είναι ένα άλλο μόρφημα που παράχθηκε από τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *sem- «ένας, ενιαίος». Λ.χ. η αντι-στοιχία *sm.-plowos > haplowos > πλοῦς και το λατινικό *sm.-plek-s > simplex.

5) Η ρίζα *h1lengwh- / *h1ln.gwh- «ελαφρύς» έχει δώσει τα μηδενόβαθμα ἐλαχύς και ἐλαφρός και μάλλον το ε-βαθμο *h1lengwhos > λέμβος (ελαφριά > «που επιπλέει»). Η εξέλιξη -ngwh- > -mb- αντί για -mph- θυμίζει το *n.bhros > ὄμβρος. Κατά τις ημέρες του «Πανιλλυρισμού» 2 γενιές πριν, η λέξη λέμβος θεωρούνταν «Ιλλυρική» λόγω του «β», χωρίς να γνωρίζουν καν την ιλλυρική τροπή του χειλοϋπερωικού *gwh-. Σήμερα ξέρουμε ότι η αποδάσυνση μετά από έρρινο ένηχο είναι αναμενόμενη (λ.χ. *(s)bhendh– >πενθερός/σπόνδυλος και *n.bhros > ὄμβρος/αφρός παραπάνω και τo λατινικό παράδειγμα *sneigwh-s > nix/nivis και *sni-n-gwh– > ningo) και δεν χρειάζονται τέτοιες παλαβομάρες.

6) Η ΙΕ ρίζα *h1elh1en- «ελάφι» (λ.χ. πρωτο-σλαβικό *(j)elenĭ) στην ελληνική έδωσε το μηδενόβαθμο παράγωγο *h1elh1n.-bhos > ἔλαφος.

7) Ας περάσουμε τώρα στα υγρά συλλαβικά ένηχα *r. , *l. της πρώιμης Ελληνικής που, όπως είπα παραπάνω, κατά κανόνα ανέπτυξαν /α/ και ενίοτε /ο/. Η Μυκηναϊκή Ελληνική της Γραμμικής Β΄ μας έδωσε τα παραδείγματα to-pe-za = /torpedza/ ~ τράπεζα (<*kwtwr.-ped-ja), qe-to-ro-po-pi = /kwetro-popphi/ (οργανική πτώση του όρου τετράπους < *kwetr.-pod-) και τα ανθρωπωνύμια A-no-qo-ta = /Anor-kwhontās/ (< *h2nr.-gwhon-tās ~ Ἀνδροφόντης), A-no-me-de = /Anormēdēs/ (Ἀνδρομήδης), To-ti-ja = /Stortija/ (Στρατία) και To-si-ta = /Thorsitās/ (< *dhr.s- ~ *dhers- > θέρσος, Θερσίτης).

Anoqota

8) Η Αρκαδο-Κυπριακή συνεχίζει τη μυκηναϊκή αυτή συνήθεια στα *kr.d- > καρδία/κραδίη/κάρζα, αλλά κυπριακό κόρζα και στο *h2str.p-eh2 > πανελλήνιο ἀστραπά/ἀστραπή, αλλά Κυπριακό στροπά και Αρκαδικό στόρπα (και Στορπαῖος ο Δίας). Ένα Αρκαδο-Μυκηναϊκό δάνειο στις δωρικές διαλέκτους της Πελοποννήσου είναι ο τύπος γροφεύς αντί του γραφεύς (< *(s)gr.bh- ).

9) Ενώ το ουσιαστικό ἀνήρ δίνει πανελληνίως σύνθετα σε *h2nr.– > ἀνδρο-, οι Αθηναίοι της κλασικής περιόδου είχαν την ανάμνηση πως η λέξη ἀνδροφόνος στους νόμους του Σόλωνα (~580 π.Χ.) ήταν γραμμένη ως ἀνδραφόνος.

10) Οι Αιολικές διάλεκτοι (Θεσσαλική, Βοιωτική και Λεσβιακή) είναι η άλλη μεγάλη πηγή όρων με «ανώμαλο» /ο/. Ο στρατός (< str.tos) στις αιολικές διαλέκτους ήταν στρότος και ο στρατηγός/στρατᾱγός στρότᾱγος. Ο τέταρτος (< *kwetwr.-tos) ήταν πέτροτος στην Θεσσαλία και πέτρατος στην Βοιωτία, ενώ οι τέτταρες/τέσσαρες στην Ιλιάδα εμφανίζονται αιολιστί ως πίσυρες (< πέσορες). Τέλος, τα αιολικά ανθρωπωνύμια Θόρσυς, Θορύσταρτος και Θροσιούστορτος (< *dhr.su-str.tos > Θρασύστρατος) δείχνουν το αναμενόμενο αιολικό επίθετο *dhr.sus > θορσύς/θροσύς/θορρύς (~ θρασύς/θαρσύς και θέρσος > θράσος/θάρσος/θάρρος).

Stratia

11) Στην Μακεδονία, το διπλό μηνωνύμιο Γορπιαῖος ~ Γαρπιαῖος (~ Αύγουστος) έχει εξηγηθεί πειστικά ως διαλεκτική παραλλαγή του *kr.pos > καρπός (λ.χ. ο γαλλικός Αύγουστος ήταν ο Fructidor = «καρποδότης»). Κατά τον Χατζόπουλο, το θεωνύμιο Γορπίᾱς/Γαρπίᾱς (από το οποίο προκύπτει το Γορπιαῖος/Γαρπιαῖος) ήταν το Μακεδονικό αντίστοιχο του θεωνυμίου Κάρπιος. Η ηχηροποίηση k>g αν και τυπική στην Μακεδονική, εδώ είναι  αναμενόμενη δεδομένου του ότι έγινε στην γειτονιά του ένηχου /r/ (*kr.p- > gr.p- όπως *dr.k’- > δράκων και δραγάτης). Ο δραγάτης είναι ο αγροφύλακας/επιτηρητής των αγρών και ο οφιόμορφος δράκων (< *dr.k’-ont-, *derk’- > δέρκομαι = βλέπω/επιτηρώ) ήταν ο φύλακας/επιτηρητής θησαυρών στους ΙΕ μύθους. Ο Κελτικός κλάδος επίσης χρησιμοποίησε την ρίζα *derk’- «βλέπω» για το *mori-dr.k’-isk- > muirdris = «θαλάσσιος δράκος».

derk

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s