Η ετυμολογία του Πηνειού

Ο Πηνειός είναι ο κύριος ποταμός της Θεσσαλίας και στην αρχαιότητα λατρευόταν σαν ποτάμια θεότητα. Ένας άλλος Πηνειός ποταμός υπήρχε στην Ήλιδα. Το υδρωνύμιο φαίνεται να είναι ΙΕ καταγωγής, από τη ρίζα *pen- «νερό» που δεν έχει δώσει γνωστούς απογόνους στην ελληνική γλώσσα. Η ρίζα εμφανίζεται σε δύο μορφές: την απλή *pen- και την επαυξημένη *pen-k-.

pen

Η ρίζα *pen- έχει δώσει το παλαιο-ιρλανδικό (OIr) en = «νερό» και enach = «έλος» (η τροπή #p>f>h>∅ είναι τυπική στον κελτικό κλάδο λ.χ. *ph2ter- > athair), το αγγλικό fen (πρωτο-γερμανικό *fanją από τον ο-βαθμό ablaut *pon-) = «βάλτος, λασπότοπος» και το παλαιο-προυσικό pannean = «λασπότοπος». Το τοπωνύμιο Παννονία προφανώς προέρχεται από την ίδια ρίζα μιας και μεγάλο μέρος της Παννονικής πεδιάδας ήταν καλυμμένο με βάλτους και ποταμόρρυτο.

Η επαυξημένη ρίζα *pen-k- έχει δώσει τον πρωτο-γερμανικό όρο *pn.k- > *funhtijaz > *fūhtijaz = «υγρός» που επιβιώνει στην αγγλική «ομίχλη» fog , στο παλαιο-αγγλoσαξονικό και παλαιο-γερμανικό fūht «υγρός» και στο γερμανικό επίθετο feucht = «υγρός». Η ίδια ρίζα *pen-k- έχει δώσει το σανσκριτικό panku- «λάσπη, λασπότοπος».

Αναμφίβολα όμως, ο πλησιέστερος συγγενής του ελληνικού υδρωνυμίου Πηνειός (Pēneios) είναι ο σανσκριτικός όρος pānīya = «πόσιμο νερό». Ο σανσκριτικός όρος σχηματίστηκε με τον μακρό ē βαθμό ablaut *pēn- προσαρτημένο στο επίθημα -īya (< *iH-ya). Με άλλα λόγια, εμφανίζει τον ίδιο βαθμό ablaut με τον Πηνειό, με την μόνη διαφορά ότι στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο έγινε η τροπή *ē>ā (λ.χ. *dheh1- ~ *dhē– > τίθημι ~ dadhāmi ).

skt iya

O αρχαίος Σανσκριτικός όρος pānīya επιβιώνει στη γλώσσα Romani (γύφτικα) ως pani = νερό, ρυάκι, ποταμός.

pani

Για όσους δεν το γνωρίζουν, οι Ρομά μιλάνε μία βορειο-κεντρική,δυτική νεο-Ινδο-Αριανή γλώσσα που κατάγεται από την αρχαία Σανσκριτική. Όπως έχω γράψει σε παλαιότερη ανάρτηση, οι Ρομά μαζί με τους Ινδόφωνους Πακιστανούς και τους Ιρανόφωνους Κούρδους είναι οι μόνοι πραγματικοί Άριοι στην Ελλάδα, μιας και οι γλωσσικοί πρόγονοί τους (ομιλητές της κοινής Ινδο-Ιρανικής γλώσσας) ήταν οι μόνοι άνθρωποι στην ιστορία που χρησιμοποιούσαν τον όρο Arya για τον αυτοπροσδιορισμό τους, θεωρώντας όλους εμάς τους άλλους «μη Άριους» Dasyu και Aneran (κυριολεκτικά «Ανάριοι»).

Οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρομά θα περιέγραφαν τους ψευτο-Άριους Γερμανούς του Χίτλερ και τα χρυσαβγά σαν:

The Dāsa appear as a hostile (“savage, barbarian, infidel”) population in the Rigveda. In the later Vedic texts, the meaning shifts to “devotee”. The Rigvedic Dasa and Dasyu are characterized by their not following the religion of the Aryas; hence, the term implied “impiety”, and Aryan kings could also become “Dasyu” if their behaviour was considered irreligious;

The term Dasyu is not necessarily from the same root as Dāsa (Monier-William considers it a derivation from das “to be exhausted”). The Rigveda and Atharvaveda apply it to individual enemies of the gods, defeated by Indra or Agni, to impious men or to “barbarians” described as anā́s “ugly-faced”, ádhara “inferior” or á-mānuṣa’ ” inhuman”. In Epic Sanskrit, dasyu may be any outcast, or any former Hindu who has become an outcast by neglect of the essential rites.

«άπιστους/γκιαούρηδες», «βάρβαρους», «ασχημό-φατσες», «κατώτερους» (àdhara <*n.dher- ) και «ανάνθρωπους». :smt005

Μάλιστα ο τελευταίος όρος á-mānuṣa είναι εύκολα κατανοητός στους Ρομά σήμερα διότι το αρχαίο σανσκριτικό manuṣyá = «άνθρωπος» επιβιώνει πρακτικά αναλλοίωτο στα γύφτικα ως manush !!! :smt005:smt005

Αλλά ας γυρίσουμε στον Πηνειό. Το επίθημα -ειός απαντά και στα ποταμωνύμια Ἀλφειός και Σπερχειός, το τελευταίο από το ρήμα σπέρχω = «τρέχω, κινούμαι βίαια» (*spergh-). Γλωσσολογικά το επίθημα -ειος προέρχεται είτε από ένα σιγμόληκτο θέμα -es-jos (λ.χ. ἄφνος > ἀφνεσ-ιός > ἀφνειός) είτε από ένα υ-ληκτο θέμα (λ.χ. γένυς > γένεϝ-ιον > γένειον). Όπως ο Σπερχειός διαθέτει **σπέρχος = «ωκεία ροή, ταχύτητα» έτσι και ο Πηνειός φαίνεται να προέρχεται από το μη μαρτυρημένο ουδέτερο ουσιαστικό **πῆνος = νερό, το οποίο δεν σχετίζεται με το πῆνος (< πᾶνος) = ύφασμα. Αν και κανονικά θα περιμέναμε *penes- > **πένος = «νερό», το μακρό ᾱ των σανσκριτικών pāni και pānīya και η διτυπία *swedhes- > θος ~ θος παρέχουν μια υποστήριξη για το **πῆνος.

Advertisements

4 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

4 responses to “Η ετυμολογία του Πηνειού

  1. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Ταιριάζει ” ιρανόφωνοι Πακιστανοί ” ( ή εννοούμε τους Αφγανούς, Βελούχους και λοιπούς ιρανόφωνους του Πακιστάν) ?

    Και οι ΧΑτες είναι Άριοι γιατί σχετίζονται με τους Καλάσα !!! 🙂 🙂 🙂

    • Δεν κατάλαβα την ερώτησή σου. Εγώ πάντως εννούσα τους Ιρανόφωνους εν γένει. Απλώς ο όρος Πακιστανοί ήταν της μόδας τα τελευταία χρόνια με τα ρατσιστικά παραληρήματα.

    • Τώρα κατάλαβα τι ρωτούσες. Εγώ έκανα λάθος στην ανάρτηση: ήθελα να γράψω ινδο-ιρανόφωνους Πακιστανούς και Κούρδους και ξέχασα το ινδο-. Το διόρθωσα ξεκαθαρίζοντας ότι οι Πακιστανοί είναι ινδόφωνοι και οι Αφγανοί, Κούρδοι κλπ Ιρανόφωνοι.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s