Η ΙΕ ρίζα *gwreH-u- «βαρύς»

Η ΙΕ ρίζα *gwreH-u- «βαρύς» (όπου H = άγνωστο λαρυγγικό: *h1,*h2 ή *h3) έχει δώσει μια σειρά ενδιαφερόντων απογόνων στις θυγατρικές γλώσσες. Ως συνήθως ξεκινάω παραθέτοντας την περιγραφή της ρίζας από τους Mallory & Adams:

gwreHu

O πιο γνωστός ελληνικός απόγονος είναι το επίθετο βαρύς. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι αν το /a/ του επιθέτου «βαρύς» είναι αναπτυκτικό που προέκυψε από το συλλαβικό ένηχο *-r.-> -ar- (λ.χ. *dhers- > θέρσος και *dhr.s-us > θρασύς) ή αν το άγνωστο λαρυγγικό είναι το *h2 και το /a/ κατάγεται από αυτό μέσω λαρυγγικής μετάθεσης (*gwrh2-u- > *gwh2r-u- > *gwarus > βαρύς όπως *mh2k’-ros > μακρός). O λατινικός απόγονος της ρίζας είναι το επίθετο gravis = «βαρύς», ενώ ο σανσκριτικός απόγονος είναι ο πασίγνωστος gurù ο οποίος, εκτός από την κυριολεκτική του σημασία «βαρύς» απέκτησε και τη σημασία «σημαντικός» ~ «σεβάσμιος» που κρύβεται πίσω από τον πνευματικό «γκουρού». Ο κελτικός απόγονος είναι το Μέσο Ιρλανδικό bair = «βαρύς», ενώ ο λεττονικός απόγονος είναι το επίθετο grūts (εδώ το «αλανιάρικο» λαρυγγικό της ρίζας μετατέθηκε στο τέλος και μάκρυνε το -Hu-> -uH- > -ū-).

Υπάρχει και η επαυξημένη ρίζα *gwreH-w-on- που απέκτησε την σημασία «πέτρα αλέσματος/μυλόπετρα, χειρόμυλος» (< βαρύ αντικείμενο για άλεσμα) η οποία έδωσε το αγγλικό quern, το Παλαιο-Ιρλανδικό brāu, το λιθουανικό girna και, συν τοις άλλοις, το παλαιοσλαβωνικό žrŭny. Σύμφωνα με τον Calvert Watkins, η αλβανική «πέτρα» gur προέρχεται από την ίδια ρίζα *gwreH-, αλλά οι περισσότεροι γλωσσολόγοι παράγουν την λέξη από μια άλλη ρίζα με σημασία «βουνό, δάσος» που έδωσε το σλαβικό gora και το ελληνικό Βορέας (με σημασιακή αλλαγή από «βουνίσιος» άνεμος σε «βοριά»). Ο Vladimir Orel γράφει για το θέμα:

gur

ενώ οι Mallory-Adams γράφουν για την ρίζα *gwοrΗ- «βουνό, δάσος»:

Boreas

Αλλά ας γυρίσουμε στην ρίζα *gwreH-u- «βαρύς» της ανάρτησης. Η ελληνική παρουσιάζει και μια σειρά όρων *gwrH-i- με επαύξημα /i/ αντί για /u/, οι οποίοι χωρίζονται επιπλέον σε αυτούς με μακρό και βραχύ /i/. Το μακρό /ī/ προέκυψε με λαρυγγική μετάθεση (*-Hi- > -iH- >ī). Οι όροι αυτοί είναι οι παρακάτω:

ὄβριμος = «δυνατός» (με μη ετυμολογικό προθηματικό #ο- το οποίο δεν αποκλείεται να κατάγεται από το «αλανιάρικο» λαρυγγικό).

βριερός ~ βριαρός = «δυνατός»

βρίμη = «δύναμη»

βρῖθος = «βάρος»

βρῑθύς = «βαρύς»

βρῑθύνοος = «βαρύνοος»

βρίθω = με διάφορες σημασίες από «είμαι βαρύς/γεμάτος» μέχρι «καταπλακώνω/επικρατώ»

και, μεταξύ άλλων, το ομηρικό επίθετο του Άρη βρῑήπυος = «με δυνατή κραυγή».

Γι΄αυτή την δεύτερη σειρά όρων *gwrHi- > βρι-/βρῑ- , ο ελληνιστής γλωσσολόγος Josè Luis Garcia Ramòn γράφει σε ένα pdf για το μυκηναϊκό όνομα pu2-ke-qi-ri (/Phugegwris/, ὁ Φύγεβρῑς, τοῦ Φυγέβρῑνος) που έχω δώσει για κατέβασμα:

pu2keqiri

Advertisements

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Η ΙΕ ρίζα *gwreH-u- «βαρύς»

  1. Dejan

    Interesting that different root for proto-slavic tęžьkъ = heavy
    http://en.wiktionary.org/wiki/Appendix:Proto-Slavic/t%C4%99%C5%BE%D1%8Ck%D1%8A
    also gave transitive meaning of “trouble, difficulty”
    I feel heavy = I have trouble
    https://translate.google.com/#sr/en/%D1%82%D0%B5%D1%88%D0%BA%D0%BE%20%D0%BC%D0%B8%20je

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s