Η «φωτιά» στις ΙΕ γλώσσες

Σε προηγούμενες αναρτήσεις έκανα μια ετυμολογική παρουσίαση των όρων για τον «χρόνο» και το «αίμα» στις διάφορες ΙΕ γλώσσες. Στην σημερινή ανάρτηση θα μιλήσω για την «φωτιά». Υπάρχουν δύο βασικές ρίζες με τη σημασία φωτιά, αλλά πολλές γλώσσες έχουν φτάσει στη «φωτιά» δευτερογενώς ξεκινώντας από γενικότερες έννοιες όπως «καίω»,«λάμπω» και «ζεστός». Οι Mallory-Adams έχουν μαζέψει τις περισσότερες ρίζες στο κεφάλαιο που παρουσιάζω παρακάτω. Δεν έχω υπογραμμίσει διότι θα έπρεπε να υπογραμμίσω τις περισσότερες γραμμές από τις τέσσερεις σελίδες.

fire1

fire2

Οι δύο βασικές έννοιες για τη «φωτιά» είναι το αρσενικό *Hn.gwhnis (H= άγνωστο λαρυγγικό αν και κάποιοι =προτείνουν το *h1) και το ουδέτερο *peh2urΟ πρώτος όρος έδωσε το λατινικό ignis (απ΄όπου προέκυψε το αγγλικό ignition και, μέσω το λατινικού ονόματος Ignatius , η Εγνατία οδός), τον σανσκριτικό θεό της φωτιάς Agni και, μεταξύ άλλων, τον όρο για τη φωτιά στον βαλτο-σλαβικό κλάδο (λ.χ. πρωτο-σλαβικό και παλαιοσλαβωνικό ognĭ και λιθουανικό ugnis).

Ο όρος *peh2ur έδωσε το ελληνικό πῦρ που προέκυψε από λαρυγγική μετάθεση στον μηδενικό βαθμό του θέματος *ph2ur> *puh2r > pūr.

peh2ur lrg-mths

Άλλοι απόγονοι της ρίζας είναι το Χεττιτικό paḫḫur (με γενική paḫḫenas που δείχνει το τυπικά για ανατολιακή γλώσσα διατηρημένο λαρυγγικό και την χαρακτηριστική μετάλλαξη r/n των ρώληκτων ΙΕ ουδετέρων, αναμφίβολα ο πιο συντηρητικός απόγονος της ρίζας), το αγγλικό fire και το ν-μορφο σκανδιναβικό funi, το τσεχικό pýř = « στάχτη» και, μεταξύ άλλων, το αρμενικό hur που δείχνει την τυπική κελτο-αρμενική τροπή *p>f>h(>∅) λ.χ. *ph2ter- > ιρλανδικό athair και αρμενικό hayr .

Υπάρχει η ρίζα *h2eidh- που έδωσε το ελληνικό αἶθος, η ρίζα *k’eh2w- που έδωσε τα κάϝ-jω > καίω και *k’h2u-tis > καῦσις και η ρίζα *deh2w- που έδωσε τα δάϝ-jω > δαίω , *dh2u-lom > δαῦλον  (ο πρόγονος των νεοελληνικών όρων «δαυλός» και «δαυλί») και *dh2w-eros > δα(ϝ)ερός = «ζεστός/καμμένος».

Η ρίζα *dhegwh- έχει δώσει το ελληνικό τέφρα, τα λατινικά foveo και febris = «πυρετός» και, μεταξύ άλλων, το πρωτο-γερμανικό *dagaz > αγγλικό day «ημέρα» (= περίοδος που καίει ο ήλιος), το παλαιοσλαβωνικό *deg-ti > *dekti > žešti και τα αλβανικά *dhegwha > djeg και *en-dhegwh-ja > ndez .

H ρίζα *h2eH- ~ h2ā- έχει δώσει το ελληνικό *hāmr. > ἧμαρ/ἡμέρα (ίδια σημασία με το αγγλικό day) και, στην επαυξημένη της μορφή *h2eH-tr-, τα λατινικά āter = «μαύρος, καρβουνιασμένος» (~ αἰθ-ί-οψ) και ātrium (~ αἴθουσα/αἴθριον < αἶθος), τους ινδο-ιρανικούς απογόνους του όρου ātar = «φωτιά» και τους απογόνους του πρωτο-αλβανικού *ōtra (λ.χ. αλβ. vatër/votër, ρουμανικό vatră και τα σλαβικά vatra).

Η ρίζα *k’enk-/k’n.k- «καίω» έδωσε τα ελληνικά κέγγω, κάγκω, καγκαίνω = καίω, ξηραίνω και πολυκαγκής = διακαής και, κατά τον Orel, το αλβανικό thek (< *tsaka < *k’n.ka):

thek

H ρίζα *gwher- «ζεστός» απαντά σε δύο βασικές μορφές: του σιγμόληκτου θέματος *gwheres- που έδωσε το ελληνικό θέρος, το σανσκριτικό haras , το αρμενικό ǰer και το αλβανικό zjarr = «φωτιά» και τα παράγωγα σε *-mo/-no όπως το ελληνικό θερμός, το αλβανικό zjarm, το αρμενικό ǰerm, τα λατινικά furnus και formus και μάλλον το αγγλικό warm.

Το αλβανικό /z/ στα παραπάνω παραδείγματα, όπως και στο προαναφερθέν ndez είναι μια ειδική τροπή τροπή του χειλοϋπερωικού φθόγγου πριν από e,i,j. Τα χειλοϋπερωικά *kʷ,gʷ σε αυτήν την περίπτωση διαλύθηκαν σε *k-w- και *g-w-, οι ανεξάρτητοι υπερωικοί φθόγγοι ουρανώθηκαν σε *k’-w- και*g’-w- > *tsw-/*dzw- και η χειλική συνιστώσα χάθηκε προκαλώντας δεύτερη ουράνωση *tš-/*dž-, με τους τελευταίους φθόγγους να συριστικοποιούνται μετά το 500 μ.Χ. . Με άλλα λόγια:

*gʷʰeres- > *gʷèra > *gwjèrra > *g’wjerra > *dzwjàrr > *džjarr > zjarr όπως:

*penkʷe > penkwe > penk’we > pentswe > pentše > pense  > pesë

Η ίδια ρίζα στον μακρό ē βαθμό έχει δώσει το πρωτο-σλαβικό *gwhēr-os > gēros > žērŭ > žārŭ = «φωτιά» (λ.χ. σημερινά žar, požar). Η ίδια ρίζα εμφανίζεται στο πρωτο-σλαβικό ρήμα *gorěti.

Η πρωτο-σλαβικό λήμμα žārŭ έχει διδακτικό ενδιαφέρον γιατί δείχνει μία εξαίρεση στον κανόνα που θέλει το μακρό πρωτο-σλαβικό *ē να γίνεται yat (ě). Στην πρωτο-σλαβική, το μακρό *ē που βρέθηκε μετά από προϊόντα της πρώτης σλαβικής ουράνωσης (č,ž) και τα «μαλακά» š,j τράπηκε σε μακρό ā αντί για ě, το οποίο επιβιώνει σήμερα ως /a/.

*gwhēros > gēros > žērŭžārŭ > zar

όπως το ουσιαστικό *krīk-os > *krikŭ = «κραυγή»  έδωσε το ρήμα:

*krīk-ē-tei > *krīčēti >*krīčāti > kričati = «κραυγάζω».

postsoft yat

Η ρίζα *bhel- «λάμπω», μέσα από διάφορες επαυξημένες μορφές έδωσε τα ελληνικά φλέγω και φλόξ/φλόγα, τα λατινικά flagro και flamma και το αγγλικό blaze.

Τέλος, η νεοελληνική φωτιά προέρχεται από το θέμα φωτ-/φᾱοτ- της λέξης φᾶος/φῶς  που, με τη σειρά του, ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *bheh2es- «λάμπω».

phos

Advertisements

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Η «φωτιά» στις ΙΕ γλώσσες

  1. Simplizissimus

    Σμερδαλέε, τι σχέση μπορεί να υπάρχει (αν υπάρχει) μεταξύ της φωτιάς (ignis/Agni) και του επιθέτου αγνός ή του ρήματος εξαγνίζω;

    Γενικότερα, τι θα μας έλεγε μια έρευνα στις ρίζες των επιθέτων: άγιος, ιερός και όσιος;

    Γεμάτος ερωτήματα (και παραγγελιές) σε χαιρετώ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s