Ο Βελλεροφόντης

Στο πρώτο σχόλιο μιας προηγούμενης ανάρτησης, ο Simplizissimus έκανε μια πολύ καλή ερώτηση: τί σημαίνει το πρώτο συνθετικό του ονόματος Βελλερο-φόντης;

Αυτή είναι μια ερώτηση που βασανίζει τόσο τους γλωσσολόγους όσο και τους μελετητές της ελληνικής μυθολογίας. Είναι πρακτικά βέβαιο ότι το όνομα σημαίνει «αυτός που έσφαξε τον Βέλλερο», αλλά το όνομα Βέλλερος παραμένει ανετυμολόγητο. Σύμφωνα με την Ιλιάδα, ο Βελλεροφόντης σκότωσε την αμαιμάκετη (= ακαταμάχητη) Χίμαιρα, ένα υβριδικό φλογοβόλο τέρας με σώμα λέοντος που είχε μία επιπλέον κεφαλή γίδας και ένα φίδι για ουρά.

Chimera

Τι ετυμολογικές προτάσεις μπορούμε να κάνουμε για το τερατωνύμιο Βέλλερος; Οι πιθανότητες είναι τρεις: ή πρόκειται για όρο ΙΕ και ελληνικής καταγωγής, ή πρόκειται για ΙΕ όρο μη ελληνικής καταγωγής ή,τέλος, πρόκειται για μη ΙΕ όρο. Για την τελευταία περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε τίποτε παραπάνω. Εδώ θα αναλύσω τις περιπτώσεις ΙΕ καταγωγής του τερατωνυμίου. Η διαφορά μεταξύ του σεναρίου ΙΕ και ελληνικής καταγωγής και ΙΕ μη ελληνικής καταγωγής, είναι ότι στην πρώτη περίπτωση πρέπει να ξεκινήσουμε από κάποια ΙΕ ρίζα και να καταλήξουμε στο όνομα Βέλλερος μέσα από τις φωνολογικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν την πρωτο-ελληνική γλώσσα, ενώ στην δεύτερη περίπτωση μπορούμε να ψάξουμε για μη ελληνικές διαδικασίες.

Εκ πρώτης όψεως το όνομα Βέλλερος φαίνεται να έχει ΙΕ δομή που αντιστοιχεί στην ουσιαστικοποίηση με μετατόπιση του τόνου ενός επιθέτου σε *-ros (λ.χ. μῆκος > μακρός, κῦδος > κυδρός, κράτος > κρατε(σ)-ρός > κρατερός > Κράτερος). Η μετατόπιση τόνου (λ.χ. ἀγλαός > Ἄγλαος, αἰσχρός > Αἶσχρος, ἀργός > Ἄργος = ο σκύλος του Οδυσσέα, πυρρός > Πύρρος) γινόταν για να δείξει ότι πρόκειται για κύριο όνομα.

Krateros

Άρα πίσω από το όνομα Βέλλερος είναι πολύ πιθανόν να κρύβεται ένα επίθετο *βελλερός ή *belle-ros. H λέξη ξεκινάει με το γράμμα /b/ που στις ελληνικές λέξεις κατάγεται από το χειλοϋπερωικό *gw (λ.χ. *gwelh1es > βέλος, *gwols- > βούλομαι, *gwous > βοῦς). Οι άλλες πηγές ενός ελληνικού /b/ είναι πιο σπάνιες: το πολύ σπάνιο ΠΙΕ *b (*bel- «δυνατός» > βελτίων), το ΠΙΕ *bh-, όπου η τροπή *bh>b είναι τυπική των μη ελληνικών ΙΕ γλωσσών, γιατί η αναμενόμενη ελληνική τροπή είναι *bh>ph = «φ», αλλά υπάρχουν ορισμένα παραδείγματα που παραβιάζουν τον κανόνα όπως το *bhrem- «θόρυβος, ήχος» που έδωσε από τη μια το «κανονικό» φόρμιγξ και από την άλλη τα «ανώμαλα» βρόμος, βροντή, Ὑψι-βρεμέτης και η ρίζα *bhel- «λευκός» που έδωσε το «κανονικό» φαλός = λευκός και το «ανώμαλο» Βαλίος = βαλιός = «παρδαλός, εν μέρει λευκός» = όνομα ενός αλόγου του Αχιλλέα. Από την άλλη, ένα ελληνικό /b/ ή άλλος χειλικός φθόγγος μπορεί να κατάγεται από ένα *m: κυμερνάω > κυβερνάω, μάρναμαι > βάρναμαι, μόλυβδος ~ βόλυβδος, όπως λ.χ. μολύνω > φολύνω > φορύνω. Προσέξτε ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το /m/ βρίσκεται πριν από υγρό ένηχο (ρ,λ). Δύο ακόμα πιο σπάνιες περιπτώσεις είναι η περίπτωση ηχηροποίησης ενός *p (λ.χ. το φωκικό πρυτανεῖον > βρυτανεῖον) και, τέλος, η περίπτωση ενός δίγαμμα που υπέστη πλήρη συμφωνοποίηση *w>v και το v αποδόθηκε στην ελληνική ως *b (λ.χ. *wrieh2 > θρακ. vria που αποδόθηκε στα ελληνικά ως βρία). Την τελευταία περίπτωση την αναφέρω διότι το λήμμα του Ησύχιου ἔλλερος = κακός φαίνεται να ταιριάζει γάντι εκτός από το ότι λείπει το «β». Θυμίζω ότι στον ιρανικό οφιοκτονικό μύθο, το όνομα του όφι Aži Dahāka σημαίνει κυριολεκτικά «ο Κακός Όφις» (*des- «κακός, εχθρός»). Ο μόνος λογικός τρόπος για να γεφυρώσουμε το Βέλλερος με το ἔλλερος είναι να υποθέσουμε ότι ο κοινός τους πρόγονος ήταν **welleros με το δίγαμμα να χάνεται στην δεύτερη περίπτωση και να συμφωνοποιείται στην πρώτη (*w>v ~ b). Μία άλλη εναλλακτική είναι να υποθέσουμε λάθος στη μεταγραφή του Ησυχίου όπου χάθηκε το αρκτικό «β» ([β]έλλερος = κακός). Σε αυτήν την περίπτωση, το λήμμα [β]έλλερος = κακός μπορεί να κατάγεται από όλες τις δυνατότητες που θα εξετάσω παρακάτω για το τερατωνύμιο Βέλλερος.

Επομένως, το /b/ του **βελλερού πρέπει να αναζητηθεί στα ΠΙΕ *gw,b,bh,m και στις πιο σπάνιες περιπτώσεις *p,w.

Το διπλό -λλ- του όρου μπορεί να έχει τρεις δυνατές καταγωγές:

α) Άτονο -λι- όπως *aljos > λλος (λατιν. alius), ἀγγέλ-jω > ἀγγέλλω και Ἀπέλ-ιων > Ἀπέλλων ~ Ἀπόλλων (κυπριακό Ἀπείλων όπως αἶλος = ἄλλος).

β) Σύμπλεγμα -sl- ή -ls- όπως *pelsa > πέλλα = πέτρα, τροπή που είναι τυπική της αιολικής διαλέκτου όπως *gwels– > θεσσαλ. βέλλομαι ~ λεσβ. βόλλομαι (= βούλομαι) και θεσσαλικό *g’hes-lioi > χέλλιοι = χίλιοι.

γ) Δισυμφωνικό σύμπλεγμα που περιέχει /λ/ και κάποιο άλλο σύμφωνο όπως /ν/ ή /δ/ (λ.χ. *bhl.-nos > φαλνός > φαλλός και *sed-la > ἐλδά > λλά).

Επομένως οι υποψήφιες ρίζες είναι οι παρακάτω:

*gwel-s-, *gwes-l-, *gwel-i-, *gwel-n-

*bel-s-, *bel-i-, **bel-n-

*bhel-s-, *bhes-l-, *bhel-i-, *bhel-n-

*mel-s-, *mel-i-, *mel-n-

*pel-s-,*pes-l-, *pel-i-, *pel-n-

*wel-s-, *wes-l-, *wel-i-,*wel-n-

Ψάχνοντας στους Mallory-Adams βρήκα ορισμένες από τις παραπάνω ρίζες με σημασίες που ταιριάζουν σε ένα τερατωνύμιο.

1) Η περίπτωση της χειλοϋπερωικής ρίζας *gwel(h1)- «σκοτώνω, πλήττω, μαστίζω»:

H βασική ρίζα εδώ είναι η *gwelh1- «κτυπώ, βάλλω, καρφώνω» και η μάλλον συγγενική *gwel- «σκοτώνω». Οι ελληνικοί απόγονοι αυτών των ριζών είναι το βέλος/βάλλω, η βελόνη η δέλλις/της δέλλιθος = «σφήκα» (έντομο με κεντρί που τσιμπάει) και το ψάρι βέλλαι = ῥαφίδες θαλάσσιαι (ζαργάνες). Το βέλος ανάγεται στον τύπο *gwelh1es-. Ο μηδενικός βαθμός *gwels– είναι σε θέση να εξηγήσει το διπλό -λλ- τόσο στον Βέλλερο και στην δέλλιθα = σφήκα όσο και στην βέλλα = ζαργάνα. Αυτό κάνει τον Βέλλερο το τέρας «που τσιμπάει, πλήττει» και, όπως είπα παραπάνω, η Χίμαιρα που σκότωσε ο Βελλεροφόντης ήταν και πυρ(ο)βόλος, αλλά και είχε ένα φίδι που τσιμπούσε για ουρά. Η ίδια ρίζα έχει δώσει τα αγγλικά kill = σκοτώνω και quell = «σκοτώνω, υποτάσσω», το γερμανικό quälen = «βασανίζω, προκαλώ αγωνία, κτυπώ», το σκανδιναβικό kvelja = «βασανίζω, μαστίζω» και αρμενο-σλαβικούς απογόνους με τη σημασία «πόνος, έλκος». Επομένως, υπάρχει το σημασιολογικό πεδίο για να δούμε το τερατωνύμιο *gwels-eros > Βέλλερος είτε σαν «θανατηφόρος» είτε σαν «η μάστιγα που πλήττει/βασανίζει μια περιοχή».

gwel

Έχει ενδιαφέρον ότι η ίδια ρίζα *gwel(h1)- φαίνεται να κρύβεται πίσω από την λέξη δηλητήριον: δήλημα = όλεθρος, πλήγμα, δηλητήρ = καταστροφέας, ἀδήλητος = ασκηθής = απρόσβλητος και το ρήμα δηλέομαι = «πλήττω, καταστρέφω». Το θέμα δηλ- φαίνεται να είναι προϊόν αναπληρωματικής εκτάσεως του θέματος *gwell- ~ δελλ-, βελλ- που αναφέρθηκε παραπάνω (λ.χ. *g’hes-lios > χέλλ- vs. χειλ-, χηλ-, χῑλ-). Επομένως, ο Βέλλερος μπορεί κάλλιστα να είναι ελληνικότατος όρος με τη σημασία«πλήγμα, μάστιγα».

2) Η ρίζα *bel- «δυνατός»

Όπως είπα και πιο πάνω το *b ήταν το πιο σπάνιο ΠΙΕ σύμφωνο και μερικοί ΙΕστές πιστεύουν ότι δεν υπήρχε καν. Μία από τις μετρημένες στα δάκτυλα ρίζες που περιέχουν το *b είναι η *bel- «δυνατός» που έδωσε το ελληνικό βελτίων, το λατινικό *de-bel-is > debilis «αδύναμος» και, στον σλαβικό κόσμο, όρους για «καλύτερα» όπως το σερβο-κροατικό bolje. Αν θελήσουμε να δούμε το τερατωνύμιο Βέλλερος ως παράγωγο αυτής της ρίζας τότε η σημασία του γίνεται «δυνατός, ισχυρός» και έχω ήδη πει ότι η Χίμαιρα θεωρούνταν αμαιμάκετη = ακαταμάχητη. Αυτή η ρίζα μας επιτρέπει να συνδέσουμε τη λέξη Βέλλερος με την μυστήρια ρουμανική λέξη balaur = «δράκος, τέρας» αν η τελευταία ανήκει όντως στο δακο-μυσικό υπόστρωμα.

belos

3) Η ρίζα *bhels- «ουρλιάζω, βρυχάομαι»

Ένα χαρακτηριστικό του μυθικού τέρατος είναι το τρομακτικό ουρλιαχτό του. Στην περίπτωση της εν μέρει λεοντόμορφης Χίμαιρας το λεόντιο βρύχημα είναι κάτι που περιμένουμε να προσέθετε στην σμερδαλεότητά της. Στην σερβο-κροατική μυθολογία το Drekavac σημαίνει «Ουρλιαχτήρας» («αυτό που ουρλιάζει», “Screamer”). Η ρίζα *bhels- «ουρλιάζω, βρυχάομαι» στην ελληνική αναμένεται να δώσει τα παράγωγα *φελλ-, *φειλ-, *φηλ-. Αλλά, όπως εξήγησα παραπάνω υπάρχουν σπάνιες περιπτώσεις όπου το *bh>b = «β». Επομένως, αν το τερατωνύμιο Βέλλερος είναι *bhels-eros τότε μπορεί να σημαίνει κάτι σαν «αυτός που ουρλιάζει/βρυχάται», όπως λ.χ. το επίθετο των γερανών κλαγερός = «αυτός που τσιρίζει» (κλαγγή, κλάγ-jω > κλάζω).

bhels

Προσέξτε τον παλαιο-αγγλικό (Old English, OE) απόγονο της ρίζας *bhels- bellan = «ουρλιάζω, βρυχάομαι» και το νεώτερο αγγλικό bellow. Κλείνω με το επίθετο ἐρίβρῡχος ~ ἐριβρύχᾱς/ἐριβρύχης = «με δυνατό βρύχημα» που ο Βακχυλίδης προσάπτει στον Καλυδώνιο Κάπρο (σῦς ἐριβρύχᾱς):

eribruchas

4) Η ρίζα *melo-/*meles- «κακός»

Μιας και η Χίμαιρα ήταν το «κακό τέρας», όπως ο ιρανικός «Κακός Όφις» Aži Dahāka και το εναλλακτικό όνομα Dasyu του σανκσριτικού όφεος Vrtra, η αναζήτηση μιας ρίζας με τη σημασία «κακός» είναι λογικότατη. Έχω ήδη αναφέρει το λήμμα του Ησύχιου [β?]ἔλλερος = κακός. Η ρίζα *melo-/*meles- «κακός» έχει δώσει το λατινικό επίθετο «κακός» malus και το ελληνικό μέλεος = νηκερδής ~ ζημιογόνος, άθλιος. Το καλό της ρίζας είναι ότι ο μηδενικός βαθμός *mels– μπορεί να εξηγήσει το διπλό -λλ- του Βέλλερου. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η τροπή m>b στην ελληνική συμβαίνει πάντοτε πριν από υγρά ένηχα λ,ρ: κυμερνάω > κυβερνάω, μάρναμαι > βάρναμαι και μόλυβδος > βόλυβδος . Σε αυτά αξίζει να σημειωθεί και η λέξη βόρβορος = «λασπόνερα» που, σύμφωνα με τον Calvert Watkins, φαίνεται να είναι ανατολιακό δάνειο στην ελληνική, όπως μαρτυρεί το Χεττιτικό mirmirr-uš = «λασπόνερα που πίνουν οι καταραμένες ψυχές». Ο Watkins το συνδέει με την ΙΕ ρίζα *mer- «πεθαίνω», αλλά εγώ θεωρώ πιο πιθανή τη συσχέτιση με το Χεττιτικό marmar(r)a = «βάλτος, έλος» (διπλασιασμένος τύπος του ΠΙΕ *mori- «θάλασσα»).

borboros

marmarra

Και αφού έδειξα όλες αυτές τις περιπτώσεις ενός μ>β πριν από υγρό ένηχο (λ,ρ) σας παρουσιάζω τη ρίζα *melo-/*meles- «κακός» κατά τους Mallory-Adams:

meles

Εδώ πρέπει να σημειώσω ένα σφάλμα των Mallory-Adams. Το Αβεστικό mairya = «επίθετο δαιμονικών όντων» δεν προέρχεται από τη ρίζα *meles-, αλλά από τη ρίζα *meryos = «νεαρός» (λ.χ. ελληνικό *merj-ak-s > μεῖραξ = «νεαρός, νεαρή») και αρχικά σήμαινε «νεαροί πολεμιστές». Την ρίζα *meryos την παρουσιάζουν σε άλλη σελίδα κάνοντας και εκεί ένα σφάλμα με το αλβανικό shemër = «δεύτερη γυναίκα, ερωμένη», το οποίο θεωρούν γνήσιο αλβανικό όρο και όχι λατινικό δάνειο (sub-maritica), όπως εξηγεί ο Orel:

meryos

Επομένως, η περίπτωση *mels-eros > *Melleros > Βέλλερος = «κακός» είναι μία άλλη πιθανότητα. Εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε αν το πρώτο συνθετικό του ονόματος Μελέαγρος είναι δυνατόν να σχετίζεται με τη ρίζα *meles- «κακός». Οι γλωσσολόγοι πλέον θεωρούν δεδομένο ότι το δεύτερο μέλος του ονόματος προέρχεται από το *wag’-ros = «όπλο» και, ειδικότερα, «ρόπαλο» (σανσκρ. vajra (j=dz) ~ αβεστ. vazra = «ρόπαλο»), λέξη που κυριολεκτικά σημαίνει «σπάστης» (~ «αυτό που σπάει κεφάλια», από τη ρίζα *wag’- «σπάω» λ.χ. ϝἄγνυμι, κάταγμα κλπ)

cudgel head

και συνδέουν το πρώτο μέλος με το μέλω = φροντίζω ετυμολογώντας το όνομα Μελέαγρος σαν «αυτός που φροντίζει το ρόπαλό του».

wagros

Ο Calvert Watkins , στο “How to Kill a Dragon” αφιερώνει το κεφάλαιο 42 στην ετυμολογία του ονόματος Μελέαγρος, όπου περιγράφει τη ρίζα *wag’-ros = «ρόπαλο» σαν το αρχετυπικό όπλο της (Π)ΙΕ «οφιοκτονίας/δρακοντοκτονίας». Λ.χ. ο Indra έχει το επίθετο vajra-hasta = «ροπαλό-χερος~ με ρόπαλο στο χέρι» με το hasta = χέρι να προέρχεται από τη ρίζα *g’hostos = «χέρι» που έχει δώσει το ομηρικό ἀγοστός = «παλάμη» και την οποία έχω περιγράψει σε προηγούμενη ανάρτηση. Επειδή έχω δώσει το How to Kill a Dragon για κατέβασμα, μπορείτε να διαβάσετε τις λεπτομέρειες στο βιβλίο. Εδώ απλώς θα παρουσιάσω τα βασικά:

Meleagros1

Meleagros2

Κατά τον Watkins, υπάρχει μια τουλάχιστον Ελληνο-Άρια παράδοση που θέλει τον οφιοκτόνο ήρωα οπλισμένο με τραχύ και «άσπαστο» ρόπαλο = «(κεφαλο)σπάστη», *wag’-ros). Η ελληνική ποιητική φράση «χέρσιν ἔχων ῥόπαλον … ἀαγές» (κρατώντας στα χέρια του ένα ἀαγές = άθραυστο ρόπαλο), το σανσκριτικό επίθετο του Indra “vàjra-hasta” («με ρόπαλο στο χέρι ~ ροπαλόχερος») και η αβεστική φράση “vazrəm zastaiia dražemnō” («κρατώντας το ρόπαλο στα χέρια του»), δείχνουν ένα κοινό θέμα/φράσημα του ροπαλοφόρου ήρωα. Το ρόπαλο του Ηρακλή είναι «τραχύ» (αδρό από τα προεξέχοντα καρούμπαλα), του Indra sahasrabhr.stih = «με 1000 καρούμπαλα», ενώ το ρόπαλο του Ιρανικού Μίθρα είναι sata-fštanəm = «με 100 καρούμπαλα».

Το όνομα του ροπάλου είναι *wag’-ros «σπάστης» και στην ελληνική φράση «ἀαγές ῥόπαλον» πρέπει να συνέβη λεξική αντικατάσταση από το πρωτότυπο λογοπαίγνιο «ϝαγής ϝἄγρος» (*n.-wag’ēs wàg-ros = άθραυστος «Θραύστης» = ρόπαλο) που βασίζεται στη ρίζα *wag’- «σπάω, καταθρύπτω». Ότι το ρήμα «σπάω» μπορεί να αντικαταστήσει το βασικό οφιοκτονικό ρήμα *gwhen- «φονεύω, θείνω, πέφνω» φαίνεται από την Ιλιάδα: τόσο ο Έκτορας όσο και ο Αχιλλέας είναι ἀνδροφόνοι, αλλά μόνο ο Αχιλλέας είναι ῥηξήνωρ θυμολέων = «λεοντόκαρδος ανδροσπάστης» (*wreh1g’- «σπάω» > ῥήγνυμι, ρῆξις και αιολικό ἄυρηκτος = ἄρρηκτος, ρίζα που στον σλαβικό κλάδο έδωσε το ρήμα rězati = «κόβω, σφάζω»).

Επομένως, αν πίσω από το πρώτο συνθετικό του ονόματος Μελέαγρος κρύβεται το ρήμα μέλω, όπως πιστεύει ο Calvert Watkins τότε το όνομα σημαίνει «αυτός που μέλει =φροντίζει τον ἄγρον = ρόπαλό του». Αλλά επειδή το ρήμα μέλω έχει και τη σημασία «αποσχολώ τη σκέψη κάποιου» (λ.χ. μέλημα) και στην Οδύσσεια [9,20] βρίσκουμε την φράση που χρησιμοποιεί ο Οδυσσέας «πᾶσι δόλοισι ἀνθρώποισι μέλω» = «είμαι γνωστός στις σκέψεις όλων των ανθρώπων για τους δόλους μου», τότε το όνομα Μελέαγρος μπορεί να σημαίνει «αυτός που είναι ξακουστός για το ρόπαλό του».

Αν πάλι δούμε τη λέξη μέλος = άκρο ~ «χέρι» πίσω από το όνομα Μελέαγρος (λ.χ. βαρυμελής = «με βαρύ χέρι» ~ ἀρτιμελής) τότε το όνομα αντιστοιχεί στην Ελληνο-Άρια τριάδα «χἔρσιν ἔχων ῥόπαλον … ἀαγές» = vajra-hasta = vazrəm zastaiia dražemnō και σημαίνει «ροπαλό-χερος, χειρο-ρόπαλος».

Υπάρχει και μια τρίτη πιθανότητα. Είδαμε ότι ο Βέλλερος μπορεί να σχετίζεται με τη ρίζα *meles- «κακός». Όπως ο Βελλεροφόντης σκότωσε την «κακιά» Χίμαιρα, ἐτσι και ο Μελέαγρος σκότωσε τον «κακό» Καλυδώνιο Κάπρο. Επομένως το ζεύγος:

*melsero-gwhon-tās = Βελλεροφόντης = «αυτός που φόνευσε το κακό» και

*meles-wag’ros > Μελέαγρος = «αυτός που ροπάλισε/«έσπασε» το κακό»

δείχνει την εναλλαγή «σπάω» (*wag’-) ~ «φονεύω» (*gwhen-) το «κακό» (*meles-) που απαντά και στα ηρωικά επίθετα του Αχιλλέα ἀνδροφόνος = ῤηξήνωρ (*h2ner- gwhen– ~ *wreh1g’– h2ner-).

5) H περίπτωση ηχηροποίησης *kwel- >*pel- > bel-

Εδώ θα εξετάσω την περίπτωση συσχέτισης του ονόματος Βέλλερος με το ουδέτερο πέλωρ = τέλωρ = τέρας εξού και πελώριος = τεράστιος. H ποικιλία πελ- ~ τελ- είναι ενδεικτική ενός χειλοϋπερωικού *kw- (λ.χ. *kwetwr.- > τέσσαρες ~ πίσυρες και *penkwe > πέντε ~ πέμπε). Επομένως η πρωταρχική μορφή του ουδετέρου ήταν *kwel-r. . Επειδή ο όρος είναι συνυφασμένος με τέρας μεγάλου μεγέθους/ μεγάλης ισχύος αξίζει να διερωτηθούμε αν η ρίζα σχετίζεται με το *kwēle- = τῆλε ~ πεῖλε = «μακριά, σε μεγάλη απόσταση». Το ουδέτερο πέλωρ = kwel-r. μπορεί να δώσει παράγωγα σε *kweler- ~ πελερ- όπως μαρτυρούν οι περιπτώσεις: *h3n-r. > ὄναρ και *h3ner-ios > ὄνειρος/ὄνειρον και *h2eh2m-r. > ἧμαρ και ἡμέρα . Για όποιον δεν το γνωρίζει τα ρ-ληκτα ουδέτερα σε -αρ/-ωρ έχουν κοινή ρίζα (*-(w)r.)  λ.χ. τέκμαρ = τέκμωρ = τεκμήριον.

Από εκεί και μετά, το παράγωγο πελερ- αν και ταιριάζει σημασιακά και μορφολογικά χονδρικά με το τερατωνύμιο Βέλλερος, δεν μπορεί να εξηγήσει το διπλό -λλ- του τερατωνυμίου. Μία απόπειρα παράκαμψης του προβλήματος θα ήταν να βασιστούμε στην ιδιότητα μετάλλαξης r/n αυτών των ουδετέρων (λ.χ. *wodr. > water/ὗδωρ , αλλά vatn και γενική τοῦ udn.-tos > ὕδατος) και να κατασκευάσουμε το παράγωγο:

*kwel-r. > *kwel(e)n-eros > *pelneros > Πέλνερος > Πέλλερος > Βέλλερος.

Παραθέτω το  παράδειγμα της ρίζας h1èsh2r. «αίμα» που εξέτασα πρόσφατα:

h1sh2r. > san-guis

και το λουβιανό παράδειγμα: āšḫar = «αίμα» και áshanantisa- «αιματηρή θυσία».

6) Η ρίζα *wel- «πληγώνω, κάνω κακό»:

Αν ο Ησύχιος και οι μεταγραφείς του διέσωσαν ορθώς το λήμμα ἔλλερος = κακός τότε, όπως έγραψα στην αρχή, υπάρχει μια έστω και απίθανη περίπτωση να έχουμε να κάνουμε με μια ρίζα *wel- όπου στο λήμμα ἔλλερος το δίγαμμα εξαφανίστηκε κανονικά, ενώ για λόγους που ίσως σχετίζονται με την διαμεσολάβηση μιας άλλης γλώσσας, στο όνομα Βέλλερος ακολούθησε πλήρη συμφωνοποίηση *wel- > vel- την οποία οι πρώιμοι Έλληνες απέδωσαν φωνητικά ως *bel-.

H ρίζα έχει δώσει την ελληνική λέξη *wol-na > ϝλνα > ὄλλᾱ > οὐλή «πληγή», κάτι που κάνει το παράγωγο *welneros ~ *welleros «μάστιγα, πλήγμα», ενώ υπάρχει και η ρίζα *peles- «πληγή» που έχει δώσει το ελληνικό *n.-peles- > ἄπελος = «ανίατη πληγή» (δεν ξέρω αν το α είναι στερητικό ή αν είναι μη ετυμολογική προσθήκη του τύπου σκαίρω ~ ασκαίρω, χείλος > αχείλι). Η τελευταία ρίζα μπορεί να δώσει το παράγωγο *pels-eros > Πέλλερος > Βέλλερος «μάστιγα, πλήγμα» με φωνολογική εξέλιξη (*p>b)που συζητήθηκε στην εξέταση της σχέσης με το πέλωρ.

wolno

Αυτές είναι λίγο πολύ οι περιπτώσεις που πέρασαν απο το μυαλό μου για το τερατωνύμιο Βέλλερος που κρύβεται πίσω από το όνομα Βελλεροφόντης. Τελειώνω παρουσιάζοντάς σας την περιγραφή της δράκαινας Πυθούς στον Υμνο προς τον Απόλλωνα όπου συνοψίζονται οι περισσότερες σημασίες που εξέτασα για τό τερατωνύμιο Βέλλερος:

Pytho

Η δράκαινα είναι μεγάλη (*bel- «δυνατός», πέλωρος = τεράστιος), «κακὰ πολλὰ ἀνθρώπους ἔρδεσκεν ἐπὶ χθονί» = «έκανε πολλά κακά στους ανθρώπους που κατοικούν στη γη» (ἔλλερος = κακός, *melo-/meles- = «κακός») και ήταν «πῆμα δαφοινόν» = «αιμοβόρο πλήγμα/μάστιγα» (*gwel- «πλήττω, μαστίζω, σκοτώνω», *wol-na > οὐλή, *peles- > ἀπελος = «ανίατη πληγή»).

Advertisements

7 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

7 responses to “Ο Βελλεροφόντης

  1. Melikertis

    Ωραίος!

    Μου θύμισες μια ενδιαφέρουσα ανάλυση περί Αργεϊφόντη και Βελλεροφόντη, στο κάτωθι πόνημα του Β. Πανταζή (σελ. 259-261) :
    http://vaggelispantazis.files.wordpress.com/2014/02/ceb5cebecebfcebcceb7cf81ceb9cf83cebccf8ccf82.pdf
    Επίσης θυμήθηκα τον <> “Φόντακα” http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82 – άγνωστη η ετυμολογία του παρατσουκλιού του θρυλικού φονέα…

    • O Watkins πιστεύει ότι το επίθετο Ἀργεΐφόντης δεν σημαίνει «αυτός που σκότωσε τον Άργο», διότι τότε θα ήταν Ἀργοφόντης. Το συνθετικό Ἀργεϊ- (*Αργεσ-ι-) δείχνει ότι το όνομα του σκοτωμένου περιείχε σ-ληκτο ουδέτερο. Και έχει ενδιαφέρον ότι το οφιωνύμιο ἀργῆς φαίνεται να είναι επίσης παράγωγο σ-ληκτου ουδετέρου ἀργεσ-:

      Το οφιωνύμιο ἀργῆς φαίνεται να προέρχεται από τον τύπο *ἀργέσ-ᾱς ~ ἀργέᾱς ~ ἀργέης > ἀργῆς ~ ἀργᾶς.

      Η προσηγορία Ἀργεϊφόντης ενώ είναι τυπική του Ερμή, χρησιμοποιείται άπαξ για τον Απόλλωνα, που ήταν οφιοκτόνος ήρωας (σκότωσε τον Πύθωνα).

      II. acc. to Paus.Gr.Fr.65, from ἀργῆς, serpent-slayer, i.e. Apollo, S.Fr.1024, cf. Sch.A.Pr.569; of Telephus, Parth.Fr. 33.

      Από εκεί και μετά, ο «Ἄργος» που σκότωσε ο Ερμής ήταν «Πανόπτης» (φύλακας που έβλεπε τα πάντα) και αυτή είναι η ιδιότητα του δράκοντα, μιας και η λέξη δράκων ετυμολογικά είναι ενεργητική μετοχή του μηδενικού βαθμού του δέρκομαι = βλέπω (*drk’-ont-), δηλαδή σημαίνει «επιβλέπων, επιτηρών», όπως το συγγενικό του δραγάτης = αγροφύλακας.

  2. Πρόσθεσα ένα συμπλήρωμα στην ρίζα *gwel- «σκοτώνω»: δηλητήριον

    δήλημα = πλήγμα, συμφορά, όλεθρος
    δηλητήρ = καταστροφέας
    δηλέομαι = πλήττω, καταστρέφω

    Το θέμα δηλ- είναι προϊόν πρώιμης αναπληρωματικής έκτασης του gwell- > δελλ-/βελλ- (λ.χ. *κράσνᾱ > κρά:νᾱ ~ κρήνη, αλλά αιολικό κράννα).

    Περισσότερα εδώ:

    https://smerdaleos.wordpress.com/2013/11/11/%CE%BF%CE%B9-3-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7/

  3. Simplizissimus

    Μπράβο, Σμερδαλέε. Εξαιρετικό.

    Να πω ότι εμένα μου αρέσει η πρώτη ερμηνεια, με το κέντρο (< κεντρίζω, πλήττω με το κεντρί).

    • Και εγώ πιστεύω ότι είναι η πιο γλωσσολογικά πιθανή και έχει τους περισσότερους ελληνικούς όρους που περιστρέφονται γύρω από την σημασία του «πλήγματος» και της «μάστιγας».

  4. Simplizissimus

    Να σου πω τι μου θύμησες, Σμερδαλέε, με τον πίνακα των υποψηφίων ριζών που μας παρουσίασες; Τα σταυρόλεξα που καταστρώνουν όσοι επιχειρούν να διαβάσουν επιγραφές της Γραμμικής Β΄. Έτσι κι εκεί, έχει κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε περισσότερες της μιιας πιθανές αναγνώσεις- αντιστοιχίες δηλαδή του γραπτού συμβόλου προς τις συλλαβές της αρχαϊκότερης τεκμηριωμένης ελληνικής γλώσσας. Το ίδιο μπέρδεμα και το ίδιο αδιέξοδο πολύ συχνά.

    • Πολύ ωραία παρομοίωση έκανες, γιατί είναι ακριβώς η ίδια διαδικασία.

      Όταν διαβάζουμε ως πρώτο συνθετικό ονόματος στην γραμμική Β το a-ki- αυτό μπορεί να είναι:

      ᾱκι-, ακι-
      ᾱχι-, αχι-
      ᾱγι-, αγι-
      ᾱλκι-, αλκι-
      ᾱρχι, αρχι-
      ᾱργι-, αργι-
      ᾱγκι-, αγκι-
      ᾱγχι-, αγχι-

      Επομένως το Μυκηναϊκό όνομα *a-ki-qo μπορεί να είναι ένα από τα παρακάτω:

      Ἄγιππος
      Ἄλκιππος
      Ἄρχιππος
      Ἄργιππος
      Ἄγχιππος (λ.χ. Αγχίσης, ἄγχι = κοντά)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s