Το «αίμα» στις IE γλώσσες

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την ετυμολογία του «αίματος» στις διάφορες ΙΕ γλώσσες καταλήγοντας στο ανετυμολόγητο ελληνικό «αἷμα», για το οποίο θα καταθέσω δύο ετυμολογικές προτάσεις.

Στα Αγγλικά και στα Γερμανικά, το «αίμα» είναι blood και blut αντίστοιχα, λέξεις που ανάγονται στο πρωτο-γερμανικό blōþą  (/ˈblɔːθɑ̃/), το οποίο δυστυχώς παραμένει ανετυμολόγητο. Αν θα έπρεπε να προτείνω μια ΙΕ ρίζα αυτή θα ήταν η *bhel- «γεμίζω με υγρό,φυσάω/φουσκώνω (= γεμίζω με αέρα), πρήζω» συνοδευόμενη από ένα λαρυγγικό: ΠΙΕ *bhl.-H-t- > *bhlā-t- > ΠΓερμ. *blō-θ-. Θυμίζω ότι η τροπή *ā>ō στην πρωτο-γερμανική (λ.χ. *bhrāter- > brother, *māter- > mother) συνέβη κατά τους τελευταίους π.Χ. αιώνες, διότι το λατινικό Rōmāni στην γοτθική γλώσσα του Wulfila (~ 350 μ.Χ.) ήταν Rūmōneis και είναι πολύ απίθανο τα Γερμανικά φύλα να ήξεραν τους Ρωμαίους πριν από το 275 π.Χ. .

Rumoneis

Η ρίζα *bhel- έχει δώσει μέσω της επαυξημένης μορφής *bhle-u-το γερμανικό blow = «φυσάω», το λατινικό (in)flō (> αγγλικό inflate) «φουσκώνω», το λατινικό fluō = ρέω και το ελληνικό φλύω = «βράζω, ξεχύνομαι», μέσω της επαυξημένης μορφής *bhleu-g-, το λατινικό flux = ροή και *bhlug-mn. > flugmen > flūmen = ποτάμι και το ελληνικό φλύγ-jω > φλύζω και, μέσω της επαυξημένης μορφής *bhle-i-d-, το ελληνικό φλιδάω = «είμαι γεμάτος υγρό, πρησμένος, έτοιμος να σκάσω» (επίσης *bhle-u-d- > φλυδάω). Η ίδια ρίζα έχει δώσει το παράγωγο *bhl.-nos = «πέος» = «όργανο που πρήζεται/γεμίζει με αίμα κατά τη στύση» που κρύβεται πίσω από το ελληνικό *φαλνός > φαλλός και το αγγλικό bull. Πιστεύω ότι το σημασιακό πεδίο της ρίζας *bhel-«είμαι γεμάτος με υγρό» ταιριάζει πολύ καλά στην έννοια του αίματος που είναι «το υγρό με το οποίο είμαστε γεμάτοι». Θυμηθείτε αυτήν την πρόταση όταν θα φτάσουμε στο ελληνικό αἷμα. Παραθέτω τους διάφορους απογόνους τις ρίζας *bhel- κατά τους Mallory-Adams:

bhel

Το λατινικό «αίμα» ήταν sanguis. Η λέξη θεωρείται διμορφηματική *san-guis με το πρώτο μόρφημα *san- να ανάγεται στο ΠΙΕ ουδέτερο r/n *h1èsh2r- ~ *h1èsh2n- «αίμα» (λ.χ. *wodr. ~ *wodn. > water ~ vatn και *peh2ur ~ *peh2un > fire ~ funi): *h1sh2n- > san-. H ίδια ρίζα έδωσε το Χεττιτικό ēšḫar, το Λουβιανό āšḫar (με n-μορφες πλάγιες πτώσεις και παράγωγα) και, συν τοις άλλοις, το ελληνικό ἔαρ.

Στον Κελτικό και Βαλτο-σλαβικό κλάδο το «αίμα» συνδέθηκε με τη ρίζα *krewh2- «ωμό/ματωμένο κρέας» που έχει δώσει το ελληνικό κρέϝας, το λατινικό crūdus = «ωμός» και το αγγλικό raw = ωμός (ΠΓερμ. *hrawaz). Έτσι οι Ιρλανδοί λένε το αίμα crù/cro, οι Λιθουανοί kraujas και η πρωτο-σλαβική ρίζα *kruh2> *krū > *kry έδωσε τον παλαιο-σλαβωνικό όρο kry και τα σημερινά νοτιοσλαβικά krvkrǎv κλπ.

To αλβανικό αίμα είναι gjak και προέρχεται από το πρωτο-αλβανικό *saka, που με τη σειρά του ανάγεται στην ρίζα *sokwos = «χυμός, φυτικό υγρό» που έχει δώσει το ελληνικό ὀπός = «χυμός, υγρό δένδρου» και, συν τοις άλλοις, το λιθουανικό sakai = «ρητίνη» και τους απογόνους του πρωτο-σλαβικού sokъ = «χυμός». Το αλβανικό gjak δείχνει την τυπική αλβανική τροπή *s- > j- > gj- που συνέβη και στο *serpena > gjarpër, *s(w)ek’s-to > gjashtë, *selpes- (λ.χ. ελλην. ἕλπος) > gjalpë , *supnos/*swopnos (ὕπνος, somnus κλπ) > *sumna > gjumë κλπ. Το ότι η μετάβαση *s-> gj- πέρασε μέσα από το στάδιο *j- μας το δείχνουν τα λήμματα *jōs- > gjesh, *jama > gjem και τo λατινικό δάνειo iūnctūra > gjymtyrë (το δάνειο εισήλθε από την Aνατολική Bαλκανική Ρωμανική, όπως δείχνει η εξέλιξη -nct-> -npt- > -mpt- > -mt- που απαντά και στα βλαχικά ventus > *venctus > vimtu και lucta > *luncta > (a)lum δίπλα στο lucta > lupta > luptă/luftă και strictus > *strinctus > βλαχ. strimtu ~ ρουμαν. strâmt (τον συγκεκριμένο όρο η Αλβανική τον δανείστηκε από την Δυτική Βαλκανική Ρωμανική strencto > shtrenjte όπως sanctus > shenjtë).

Άφησα για τελευταίο το ελληνικό «αἷμα». Ήδη ανέφερα τον ελληνικό όρο *h1esh2r > ehar > ἔαρ και σας υπενθυμίζω ότι το αγγλικό blood μάλλον ανάγεται στην ρίζα *bhel- «γεμίζω με υγρό, φουσκώνω με αέρα, πρήζω» και, συνεπώς, σημαίνει κάτι σαν «το υγρό που μας γεμίζει, το υγρό με το οποίο είμαστε γεμάτοι».

Το αἷμα είναι διμορφηματική λέξη hai-ma με το επίθημα -ma να ανάγεται στο ΙΕ επίθημα ουδετέρων *-mn. (λ.χ. h1no-mn. > ὄνομα, nomen κλπ). Επομένως είναι πολύ πιθανόν και το πρώτο μόρφημα να είναι ΙΕ καταγωγής. Το πρωτο-ελληνικό μόρφημα hai- αν προέρχεται από μια ΙΕ ρίζα αυτή θα είναι η *sai- < *seh2i-/*sh2ei-. Βρήκα δύο τέτοιες ρίζες που ταιριάζουν στο αἷμα. Η μία είναι η *seh2i-/*seh4i-  «πληγή, πόνος» που έδωσε το αγγλικό sore και το ελληνικό αἱμωδία ~ πονόδοντος και, κατά συνέπεια, το *sh2i-mn. > αἷμα είναι «αυτό που βγαίνει από την πληγή».

haimodia

Η άλλη θυμίζει την πρόταση που έκανα για το αγγλικό blood και σχετίζεται με τη ρίζα *seh2(i)-  «γεμίζω, φέρνω σε κορεσμό». Η ρίζα κρύβεται πίσω από το λατινικό satis = «αρκετά, γεμάτα, ικανοποιητικά» λ.χ. τα λατινικά δάνεια στην αγγλική satisfy = «ικανοποιώ» και saturation = «κορεσμός» (< λατ. saturātus = κορεσμένος). Στα ελληνικά, η ρίζα έδωσε το ρήμα ἄω = «γεμίζω, έρχομαι σε κορεσμό», ἅ-δην «μέχρι σκασμού» (> ἀδηφάγος) και, μεταξύ άλλων, το επίθετο ἄατος (< *n.-sh2-tos > λατ. insatiātus ~ σανσκρ. a-sinvá) «αχόρταγος, ακόρεστος». Στα Αγγλικά, η σημασιολογική τροπή ήταν «γεμάτος σκοτούρες, βαρυδιάθετος» > «λυπημένος» = sad. Οι Mallory-Adams γράφουν για τη ρίζα:

seh2i

Από αυτή τη ρίζα μπορούμε να φτιάξουμε το ουσιαστικό *sh2i-mn. «γέμισμα, αυτό που μας γεμίζει» και να φτάσουμε κανονικότατα στο αἷμα (*sh2i-mn. > haimn. > haima).

Advertisements

3 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

3 responses to “Το «αίμα» στις IE γλώσσες

  1. pu2keqiri

    Καλημέρα! Να μη ξεχάσουμε και το όμορφο παράγωγο *swesor (*swe + *h1esh2r) που έχει διατηρηθεί τόσο άθικτα σε όλες τις θυγατρικές. Με το ανετυμολόγητο “ἰχώρ” όμως τι γίνεται; Δεν βλέπω πως τεκμαίρεται φωνολογικά η συσχέτιση με το *h1esh2r αλλά ούτε και σημασιολογικά καθώς υπάρχει σαφέστατη διάκριση από το αίμα ήδη από την πρώϊμη κιόλας περίοδο (μὲν αἷμα καὶ οὐκ ἰχώρ).

    • Καλώς τον Φύγεβρι !!!

      Δεν το έχω ψάξει ακόμα το ἴχωρ, αλλά έτσι στα γρήγορα θα πρότεινα την ρίζα *seik- «εκρέω» που έδωσε το ἰκμάς = υγρασία

      Έχει ενδιαφέρον ότι απέκτησε και τη σημασία «πληγώνομαι» (= στάζω αίμα)

      *sik-r. > hik-r. > ikh-r. > ἴχωρ με μετάθεση της δασείας όπως στο *ish1-ros > iheros > hieros = ἱερός και στο προ-hορός > φρουρός.
      Υποψιάζομαι ότι η ίδια ρίζα μπορεί να κρύβεται πίσω από το τοπωνύμιο Ἰχναί που απαντά σε Θεσσαλία και Μακεδονία.

      Βέβαια πρέπει να το ψάξω περισσότερο για να σου πω κάτι πιο απτό, αλλά για τώρα σου παραθέτω τι λένε οι Mallory-Adams για τη ρίζα *seik-:

      http://postimg.org/image/hwfy6gpm9/

  2. pu2keqiri

    Ωραία η σκέψη για τη μετάθεση της δασύτητας. Ευχαριστώ πολύ!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s