Το βιβλίο “How to Kill a Dragon” του Calvert Watkins : η ΙΕ ποιητική παράδοση

Όπως έχω γράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις, μέσα από την εφαρμογή της Συγκριτικής Μεθόδου στις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες είναι δυνατόν να αποκαταστήσουμε την μορφή των λέξεων της νεκρής και αμαρτύρητης μητρικής ΠΙΕ γλώσσας. Στον σύνδεσμο με τις παλαιότερες αναρτήσεις υπάρχει μια ανάρτηση όπου εφαρμόζω την αρχή της αντιστοιχίας και την συγκριτική μέθοδο, για να δείξω πως προκύπτει ότι η ΠΙΕ λέξη για τον λύκο ήταν *wl.kw-os.

H μελέτη της ΙΕ ποίησης, δηλαδή η συγκριτική εξέταση των ποιητικών παραδόσεων των θυγατρικών ΙΕ γλωσσών με στόχο την αναγνώριση κοινών στοιχείων (ποιητικά θέματα, ποιητικές τεχνικές κλπ), εγκαινιάστηκε όταν ο Adalbert Kuhn το 1853 έκανε μια ριζοσπαστική πρόταση: συγκρίνοντας την ελληνική φράση «κλέος ἄφθιτον» [Ιλ. 9.413] και την ταυτόσημη σανσκριτική “sravas akṣitam” παρατήρησε ότι τα δύο ζεύγη λέξεων είναι τέλειοι ΙΕ συγγενείς. Το ελληνικό κλέϝος είναι συγγενής (cognate) του σανσκριτικού sravas, όπως το ελληνικό επίθετο ἄφθιτον (= που δεν φθίνει) είναι συγγενής του σανσκριτικού akṣitam. Η ριζοσπαστική πρόταση του Kuhn ήταν πως οι δύο λαοί κληρονόμησαν την ίδια φράση *{k’lewos n.-dhgwhi-tom} = «δόξα που παραμείνει αναλλοίωτη στο πέρασμα των αιώνων» από την ποιητική παράδοση των κοινών τους γλωσσικών προγόνων. Με άλλα λόγια, η πρόταση του Kuhn ήταν πως, εκτός από το λεξιλόγιο και την γραμματική, οι θυγατρικές γλώσσες κληρονομούν και ποιητικά ή μυθικά θέματα! Με τον καιρό, οι αρχικά κληρονομήσιμες λέξεις μπορεί ν΄αντικατασταθούν, αλλά το νόημα του θέματος παραμένει αναλλοίωτο. Έτσι λ.χ. δίπλα στο «κλέος ἄφθιτον» βρίσκουμε και την φράση «κλέος ἄσβεστον», όπου το επίθετο ἄφθιτος έχει αντικατασταθεί από το πρακτικά ταυτόσημο ἄσβεστος .

Το δίλημμα του Αχιλλέα μεταξύ «ακλεούς μακροζωίας» και «ωκυμορίας άφθιτου κλέους» περιγράφεται με τα λόγια:

[Ιλιάδα 9.410-416]

μήτηρ γάρ τέ μέ φησι θεὰ Θέτις ἀργυρόπεζα
διχθαδίας κῆρας φερέμεν θανάτοιο τέλος δέ.
εἰ μέν κ᾽ αὖθι μένων Τρώων πόλιν ἀμφιμάχωμαι,
ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται:
εἰ δέ κεν οἴκαδ᾽ ἵκωμι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν,
ὤλετό μοι κλέος ἐσθλόν, ἐπὶ δηρὸν δέ μοι αἰὼν
ἔσσεται, οὐδέ κέ μ᾽ ὦκα τέλος θανάτοιο κιχείη.

Ή θα κερδίσει κλέος άφθιτον χάνοντας τον νόστο (= ασφαλή επιστροφή στην πατρίδα) ή θα χάσει το εσθλόν κλέος κερδίζοντας «δηρόν αἰώνα» (μακροζωία) επιστρέφοντας και ζώντας στην «φίλην πατρίδα γαῖαν».

Αργότερα, στην Οδύσσεια, η φράση «ἄσβεστον κλέος» εμφανίζεται ως ταυτόσημο υποκατάστατο την φράσης «ἄφθιτον κλέος». Ο Οδυσσέας προσεύχεται στον Δία ζητώντας «ἄσβεστον κλέος» για τον Αλκίνοο αν αυτός τον βοηθήσει να νοστήσει, ενώ ο Μενέλαος, όταν ήταν στην Αίγυπτο και έμαθε τον θάνατο του Αγαμέμνονα, ανέγειρε τύμβο ώστε ο αδελφός του να έχει «ἄσβεστον κλέος».

[Οδύσσεια 7.333]

ὣς φάτο, γήθησεν δὲ πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
εὐχόμενος δ᾽ ἄρα εἶπεν, ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν:
‘Ζεῦ πάτερ, αἴθ᾽ ὅσα εἶπε τελευτήσειεν ἅπαντα
Ἀλκίνοος: τοῦ μέν κεν ἐπὶ ζείδωρον ἄρουραν
ἄσβεστον κλέος εἴη, ἐγὼ δέ κε πατρίδ᾽ ἱκοίμην.

[Οδύσσεια 5.484]

ἂψ δ᾽ εἰς Αἰγύπτοιο διιπετέος ποταμοῖο
στῆσα νέας, καὶ ἔρεξα τεληέσσας ἑκατόμβας.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατέπαυσα θεῶν χόλον αἰὲν ἐόντων,
χεῦ᾽ Ἀγαμέμνονι τύμβον, ἵν᾽ ἄσβεστον κλέος εἴη.

Όπως είπα, η λέξη κλέος ανάγεται στην ΠΙΕ *k’lewes- , σ-ληκτο ουδέτερο παράγωγο της ρίζας *k’leu- «ακούω» (λ.χ ελληνικό κλύω = ακούω, σλαβικό slušati = ακούω). Έτσι όταν περνάμε από το αρχαίο επίθετο κλυτός στο νεοελληνικό ξακουστός, η σημασία του όρου δεν αλλάζει: ως «διάσημος» συνεχίζει να θεωρείται «αυτός που ακούγεται».

Η ρίζα *dhgwhei- «φθίνω» στην Ελληνική μετατέθηκε κανονικά σε *gwhdhei- > * kwhthei- , από τον μηδενικό βαθμό του οποίου προέκυψε το θέμα φθι- του ρήματος φθίνω. Στην Σανσκριτική, το σύμπλεγμα “thorn” (thorn cluster) *-dhg(w)h- εξελίχθηκε σε  -kṣ-. Η ίδια περίπου διαδικασία συνέβη με την ρίζα *dh(e)g’hom- «γη» : στην ελληνική συνέβη μετάθεση *dhg’h- > *g’hdh- > khth- > χθών, ενώ στην σανσκριτική προέκυψε το kṣam. Το ζεύγος χθών-kṣam δείχνει και την διατήρηση του τελικού ΙΕ *-m στην σανσκριτική, το οποίο στην ελληνική μετατράπηκε σε -n (ἄφθιτον ~ akṣitam).

kleos aphthiton

Ενάμιση αιώνα μετά τον Kuhn, o Calvert Watkins συνέγραψε το Οpus Μagnum του για το οποίο βραβεύθηκε: “How to Kill a Dragon: Aspects of IE poetics” (Oxford University Press, 1995) όπου εξετάζει διεξοδικά το θέμα της ΙΕ Ποίησης και τον ρόλο του Ποιητή στην (Π)ΙΕ κοινωνία. Στο βιβλίο αυτό γίνεται πρώτα μια ιστορική αναδρομή της μελέτης της ΙΕ ποίησης, εξηγούνται οι γενικές γραμμές σκέψης, γίνεται μια γρήγορη εξέταση της Ινδο-Ιρανικής, Ελληνικής, Χεττιτικής, Κελτικής και Γερμανικής ποιητικής παράδοσης και, έπειτα, ο Watkins εξετάζει τον κεντρικό ΠΙΕ μύθο της σφαγής του όφεως/δράκοντα (*gwhen- «σκοτώνω,σφάζω», *h1οgwhis- = «ὄφις») ως το προσδιοριστικό στοιχείο του ΠΙΕ ήρωα ( *yos  e-gwhen-s-  h1ogwhim = «ὅς  ἔθεινε  ὄφιν» = «αυτός που σκότωσε τον όφι»). Το βιβλίο τελειώνει με μια σειρά κεφαλαίων αφιερωμένα σε περιπτώσεις όπου η συγκριτική ποίηση μας βοηθά να λύσουμε γλωσσολογικά προβλήματα.

Σύμφωνα με τον Watkins, σαφώς υπάρχει μία κοινή ΙΕ ποιητική παράδοση από την οποία κληρονόμησαν στοιχεία οι ποιητικές παραδόσεις των θυγατρικών γλωσσών. Ο βαθμός συγγένειας των ποιητικών παραδόσεων είναι ανάλογος του γλωσσολογικού βαθμού συγγένειας ή, με άλλα λόγια, όσο πιο κοντινές είναι δύο ΙΕ γλώσσες τόσο πιο μεγάλος είναι και ο βαθμός συγγένειας των ποιητικών τους παραδόσεων. Ο μεγαλύτερος βαθμός ποιητικής συγγένειας  εμφανίζεται ανάμεσα στον Ιρανικό και Ινδικό κλάδο της οικογένειας, όπου έχουν διαγνωστεί περισσότερες από 350 κοινές φόρμουλες. Πολλές φορές ολόκληροι ιρανικοί στίχοι είναι λέξη προς λέξη συγγενείς με τους αντίστοιχους ινδικούς! Αυτό φυσικά συνέβη διότι οι δύο υποκλάδοι κατάγονται από έναν πρωτο-Άριο κλάδο που διασπάστηκε περί το 2000 π.Χ. , την ίδια πάνω κάτω εποχή που διασπάστηκε και ο Ελληνο-Φρυγικός κλάδος. Η επόμενη γλώσσα που εμφανίζει αρκετές κοινές ποιητικές φόρμουλες με την Ινδο-Ιρανική ομάδα είναι η Ελληνική γλώσσα και αυτό διότι η Αρμενική γλώσσα, ο Ελληνο-Φρυγικός κλάδος και ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος κατάγονται από έναν κοινό «Ελληνο-Άριο» πρόγονο που μιλιόταν γύρω στο 3000 π.Χ. (στην ΙΕ γλωσσολογία «Άριος» = Ινδο-Ιρανικός, για να μην μπερδευτείτε με τους ψευδο-Άριους των Γερμανών ρομαντικών ρατσιστών του 19ου αιώνα). Όταν βρίσκουμε την ίδια ποιητική φόρμουλα στον Ελληνο-Άριο κλάδο και σε κάποιον άλλο ΙΕ κλάδο (λ.χ. ανατολιακό, ιταλικό, κελτικό, γερμανικό κλπ) τότε είναι πολύ πιθανό η φόρμουλα αυτή να ανάγεται στην μητρική ΠΙΕ γλώσσα.

phraseme

Ένας άλλος όρος για την φόρμουλα είναι το φράσημα (= φραστική μονάδα που περιέχει συνήθως 2-3 λεξήματα). Θα παραθέσω μερικά παραδείγματα κοινών φρασημάτων.

chattels

Argos

1) Είδαμε ήδη το φράσημα *k’lewes  n.-dhgwhi-tom > ελλην. κλέος ἄφθιτον ~ σανσκρ. sravas akṣitam .

2) H περιουσία ενός ανθρώπου στον ΠΙΕ κόσμο χωριζόταν σε «κινητή» και «ακίνητη». Η «κινητή» περιουσία με τη σειρά της χωριζόταν σε «δίποδη» (ανθρώποι ή, καλύτερα, δούλοι) και «τετράποδη» (ζώα), με τον αποκατεστημένο όρο *pek’u- να προσδιορίζει την τελευταία. Ο διαχωρισμός της περιουσίας σε «κινητή» και «ακίνητη» (o Watkins ορίζει τον διαχωρισμό ενός συνόλου σε υποσύνολα ως μερισμόmerism) απαντά στην αγγλική φράση “goods and chattels” (ακίνητα αγαθά και κεφάλια ζώων). Η φράση αυτή απαντά αυτούσια στην αγγλική εδώ και 600 χρόνια, ενώ στην Αγγλία του 11ου αιώνα την βρίσκουμε στα λατινικά ως “bonorum aliorum sive cattalorum”. Τον ίδιο μερισμό κάνει ο Τηλέμαχος όταν παραπονιέται ότι οι μνηστήρες του τρώνε «κειμήλια τε πρόβασιν τε» (Οδ. 2.75), δηλαδή την ακίνητη (κεῖμαι > κειμήλιον) και κινητή (προ-βαίνω > πρόβατον) περιουσία του.

3) Την ρίζα *wiH-ros = «άνδρας» την έχω εξετάσει σε προηγούμενη ανάρτηση.  Παραπάνω έγραψα ότι ένας μερισμός της «κινητής» περιουσίας ήταν μεταξύ δούλων και ζώων. Ο Ινδο-Ιρανικός και ο Ιταλικός κλάδος εμφανίζουν τους κοινούς μερισμούς:

*pek’u- & viHros > Αβεστικό pasu-vira ~ Ουμβρικό ueiro pequo ~ Λατινικό pecudesque virosque = ζώα και άνθρωποι/δούλοι

*dwi-pod- & kwetwr.-pod- > Σανσκριτικό/Βεδικό dvipade (ca) catuṣpada (ca) ~ Ουμβρικό dipursus peturpursus = δίποδη και τετράποδη κινητή περιουσία.

4) Ένα χαρακτηριστικό του Ελληνο-Άριου κλάδου είναι η χρήση του επιθέτου *h1ōk’us = ὠκύς για το «γρήγορο άλογο» και η χρήση του επιθέτου *h2r.g’ros = αργ(ρ)ός για τον «γρήγορο σκύλο»:

*h1ōk’us h1ek’wos > ελλην. ὠκέϝες ἵπποι ~ σανσκρ. asvās āsavah ~ νεοαβεστ. aspaŋho āsauuo

*h2r.g’ros ḱwṓn > ελλην. κύνες ἀργοί/ἀργίποδες ~ σανσκρ. r.ji-svan = «αυτός που έχει γρήγορα σκυλιά».

Ο μύθος της οφιο-φονίας

Προτίμησα τον νεολογισμό οφιο-φονία = οφιο-κτονία για δύο λόγους: ο πρώτος είναι γιατί ο όρος φόνος προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *gwhen– «σκοτώνω, σφάζω» που ήταν η par excellence ρίζα που δήλωνε το σκότωμα του όφι/δράκοντα. Ο δεύτερος λόγος είναι το ηχο-μελωδικό αποτέλεσμα των δύο γειτονικών «φ». Όπως ακούγεται στα αφτιά σας ο όρος οφιο-φονία, έτσι ακουγόταν στα αφτιά των ΠΙΕων η επανάληψη του δασέος χειλοϋπερωικού *gwh- στο φράσημα *gwhen- h1ogwhim = «σκοτώνω τον όφι/δράκοντα».

Η οφιο-φονία ήταν ο κεντρικός μύθος που προσδιόριζε τον ΠΙΕικό ήρωα:

1) Η μάχη του Tarhuntaš με τον Illuyankaš στην Χεττιτική μυθολογία

2) H μάχη του Indra με τον Vrtra στην Σανσκριτική μυθολογία

3) Η μάχη του Θraētaona με τον Aži Dahāka στην Ιρανική μυθολογία

4) Οι μάχες Διός-Τυφώνος, Απόλλωνος-Πύθωνος και Βελλεροφόντη-Χίμαιρας στην Ελληνική μυθολογία

5) Οι μάχες του Thor και του Beowulf με οφιόμορφους/δρακοντόμορφους αντιπάλους στην Γερμανική μυθολογία

Όλες τους περιέχουν κοινά μυθήματα και φρασήματα, πολλά εκ των οποίων εν τέλει ανάγονται σε έναν κοινό ΠΙΕ οφιοφονικό μύθο.

Όπως είπα και πιο πάνω, το βασικό ρήμα με το οποίο ο ήρωας σφάζει τον όφι/δράκοντα είναι το *gwhen-. Στην Ελληνική, τα ρήματα που προέκυψαν από την παραπάνω ρίζα είναι τα *gwhon- > φονεύω, *gwhen-jō > θένjω > θείνω και η διπλασιασμένη μορφή του θέματος φον- > *φε-φν- > πέφνω (φεφν- > πεφν- λόγω εφαρμογής του νόμου του Grassmann). Ενώ από την κλασική περίοδο και έπειτα το βασικό ελληνικό ρήμα ηρωικής σφαγής θα είναι το κτείνω (<*tk’en-jō), στην πρώιμη ελληνική παράδοση προτιμάται ο απόγονος του *gwhen- πέφνω. H αντικατάσταση πέφνω > κτείνω είναι ανάλογη της ἄφθιτον > ἄσβεστον που αναφέρθηκε παραπάνω.

gwhen h1ogwhis

Ο Γλαύκος στην Ιλιάδα περιγράφει την σφαγή της Χίμαιρας από τον πρόγονό του Βελλεροφόντη χρησιμοποιώντας το αιολικό απαρέμφατο πεφνέμεν (= αττικο-ιωνικό πεφνεῖν):

[Ιλ. 6.177-182]

αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ σῆμα κακὸν παρεδέξατο γαμβροῦ,
πρῶτον μέν ῥα Χίμαιραν ἀμαιμακέτην ἐκέλευσε
πεφνέμεν: ἣ δ᾽ ἄρ᾽ ἔην θεῖον γένος οὐδ᾽ ἀνθρώπων,
πρόσθε λέων, ὄπιθεν δὲ δράκων, μέσση δὲ χίμαιρα,
δεινὸν ἀποπνείουσα πυρὸς μένος αἰθομένοιο,
καὶ τὴν μὲν κατέπεφνε θεῶν τεράεσσι πιθήσας.

Στην Χεττιτική γλώσσα, η ρίζα *gwhen- έδωσε το ρήμα kuēnzi και, επομένως, ο Tarhuntaš έσφαξε τον Illuyankaš με τα λόγια:

Tarhuntaš Illuyankan kuenta = Ο Tarhuntaš έσφαξε τον Illuyankan (άφησα την Χεττιτική αιτιατική, γιατί είναι όμοια της ελληνικής)

Στον Άριο κόσμο, η ρίζα *gwhen- έδωσε το σανσκριτικό hanti και το αβεστικό jainti :

Σανσκρ. : ahann ahim … = … έσφαξε τον όφι … (το αρκτικό a-του ahann είναι η παρελθοντική άυξηση *e>a ~ έσφαξε ~ κατέπεφνε)

Αβεστικό: … yō janat Ažīm Dahākəm … = … αυτός που έσφαξε τον Κακό Όφι

Παρατηρήστε τις Ινδο-Ιρανικές αιτιατικές ahim = Ažīm που αντιστοιχούν στο ελληνικό τὸν ὄφι(ν) (<*h1ogwhim).

ahann ahim

Επειδή ο Indra έσφαξε τον όφι Vrtra, είχε τα επίθετα ahi-han = οφι-φόνος, Vrtra-han = Vrtro-φόνος και Vrtra-tur = «αυτός που κατατρόπωσε τον Vrtra» (*terh2- «υπερβαίνω, υπερισχύω») .

ahihan

Τα Ινδο-Ιρανικά δεύτερα συνθετικά -han/-jan αντιστοιχούν στα ελληνικά -φόνος/-φων (λ.χ. ἀνδροφόνος Ἕκτωρ), ενώ τα -ha(n)tā/-jantā αντιστοιχούν στα ελληνικά -φόντης/-φων (λ.χ. μυκηναϊκά ονόματα σε -qo-ta = /kwhontās/ ~ Βελλεροφόντης, Ἀργεϊφόντης κλπ).

Στην Ινδο-Ιρανική μυθολογία, το όνομα του όφι/δράκοντα αρχικά ήταν «ο Κακός Όφις» ( ΠΙΕ *des- *h1ogwhis). Με τον καιρό, απέκτησε και το όνομα Σανσκρ. Vrtra = Αβεστ. Vərəθra ~ «αντίσταση, εμπόδιο, πρόβλημα» που σημαίνει πως θεωρούνταν η προσωποποίηση του προβλήματος, κάτι που έκανε τον οφιφόνο ήρωα Vrtra-han = Vərəθrajan- ή, με άλλα λόγια, «εξοντωτή του προβλήματος». Το πλήρες όνομα «Κακός Όφις» διατηρήθηκε στο αβεστικό Aži Dahāka (<*des- «κακός, εχθρός»). Στην σανσκριτική, το παράγωγο της ρίζας *des- είναι το εναλλακτικό όνομα του Όφεως Dasyu, κάτι που εξηγεί τον περιφραστικό προσδιορισμό του Indra ως “yo Dasyor hantā” = «αυτός που έσφαξε τον Dasyu».

Η ρίζα *des- «κακός,εχθρός» στην ελληνική έδωσε τη λέξη *dos-elos > Γραμμ. Β΄ do-e-ro (= /dohelos/) > δόελος > δοῦλος (με συναίρεση όπως στο λοετρόν > λουτρόν). Η σημασιολογική εξέλιξη εχθρός > δούλος εξηγείται από το ότι οι περισσότεροι δούλοι ήταν αιχμαλωτισμένοι εχθροί. Μία εναλλακτική ετυμολογική πρόταση θεωρεί τη λέξη δοῦλος σημιτικό δάνειο, αλλά το γεγονός ότι ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος χρησιμοποιεί την ρίζα *des- για να προσδιορίσει τον «μη Άριο» («μη Ινδο-Ιρανόφωνο») και τον «δούλο»  πιστεύω πως κάνει την ΙΕ καταγωγή του δούλου πολύ πιθανή:

doselos

Ένα εναλλακτικό όνομα του Όφεως στην Σανσκριτική παράδοση είναι Ahir Bhudhnyas = «ο όφις από τα βάθη/έγκατα της γης». Το /r/ του *h1ogwhis > ahis > ahir είναι ρωτακισμός που προκλήθηκε από το ηχηρό /bh/ που ακολουθεί (λ.χ. συμπέθερος > ζμπέθιρους, s>z>r). Το επίθετο Bhudhnyas προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *bhudh- που έχει δώσει τα ελληνικά πυθμήν και βυθός και το αγγλικό bottom. Αυτό μας επιτρέπει να συσχετίσουμε τον οφιδόμορφο δράκοντα Πύθωνα που σκότωσε ο Απόλλων με τον σανσκριτικό ομόλογό του Ahir Bhudhnyas. Με άλλα λόγια, η συγκριτική ΙΕ μυθολογία μας επιτρέπει να δούμε πίσω από το όνομα Πύθων «τον όφι του πυθμένος» ~ Ahir Bhudhnyas.

Ahir Bhudhnyas

Σταματάω εδώ την ανάρτηση, διότι το βιβλίο του Watkins είναι 600 σελίδες.

Advertisements

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Το βιβλίο “How to Kill a Dragon” του Calvert Watkins : η ΙΕ ποιητική παράδοση

  1. Simplizissimus

    Γεια σου Σμερδαλέε. Ευχαριστώ για το σύνδεσμο προς το βιβλίο του Watkins.

    Να σε ρωτήσω τώρα κάτι για τον Βελλεροφόντη. Το δεύτερο συνθετικό είναι προφανές (είναι ο —φόντης που κατέπεφνε). Για το πρώτο συνθετικό έχεις καμιά ιδέα τι άραγε να είναι;

    • Αν είχα θα ήμουν διάσημος … 🙂 🙂 🙂

      Προφανώς πρέπει να είναι εναλλακτικό όνομα του τέρατος που σκότωσε ο Βελλεροφόντης, δηλαδή της Χίμαιρας, αλλά δεν έχω την παραμικρή ιδέα.

      Ή πρόκειται για προελληνικό όρο ή αν ψάχνουμε για ΙΕ συγγενείς μπορεί να σχετίζεται με το Αλβανο-Ρουμανικό balaur = bollë (αν είναι υποστρωματικός όρος και δεν προέκυψε από το λατινικό Bellua/belva = τέρας, θηρίο). Αλλιώς μπορεί να συγκριθεί με το λατινικό bellua/belva = «θηρίο, τέρας»

      http://en.wiktionary.org/wiki/balaur
      http://en.wiktionary.org/wiki/bellua

  2. pu2keqiri

    Συναρπαστική και ενδελεχής ανάρτηση! Μερικές σκέψεις για άλλες πιθανές (;) ρίζες σε περίπτωση που μιλάμε για IE προέλευση: Αν το θέμα είναι βέλλερ-ος τότε ίσως υπήρξε αναδιπλασιασμός (δαίδαλος, δαλ-δαλ-jos, γάγγραινα, γρα-γρα-ν-ja) π.χ *βέλβερος, βελ-βελ-jos που θα απαντάται στο IE *kʷerōr ως αναφορά στο σμερδνό του μέγεθος, δίνοντας αντίστοιχα τα πέλωρ-Πέλορας-πελώριος και τέλωρ-τέρας-τελώριος-τεράστιος. Είδα στο LSJ ότι παραδοσιακά το συσχετίζουν με τα “βέλος-βέλεμνος” (*gwelh-os) του βάλλω. Υπό αυτό το πρίσμα γιατί όχι και με το IE *wel = τραυματίζω (λεττ. veli, λιθ. veles-velionis, σκανδ. valr-Valkyrja-Valhalla, χεττ. wellu-Wilusa) που ίσως εξηγεί και τα Ηλύσια πεδία όντας αγν. ετύμου (ως υπερφυσική ή χθόνια καταγωγή του μυθολογικού τέρατος). Από την άλλη πλευρά, αν πρόκειται για ανατολιακό προελληνικό δάνειο (γεγονός που μάλλον ενισχύεται από τον απόηχο της Καρίας ή της Λυκίας στις περιγραφές) και το θέμα είναι βέλλ-ερος (μέρμερος, μόρμορος) μέσω κάποιου αμάρτυρου *βέλλος τότε σκοντάφτοντας στο διπλό σύμφωνο ίσως έχουμε μια παρόμοια περίπτωση με το άλλο ανατολιακό δάνειο του Απόλλ-ων (Apaliunas, *Apel-jon), π.χ βέλ-jos. Αν πάλι όχι, υπάρχει πάντα ο πέτρινος γίγαντας “Ullikummi” στην παράδοση των Χουρριτών (και δη των Χατταίων)!

    • Με πρόλαβες !!! Ξεκίνησα το μεσημέρι να κάνω μια ανάρτηση για το τερατωνύμιο Βέλλερος που θα είναι έτοιμη αύριο. Λίγο πολύ κάλυψες τις περισσότερες περιπτώσεις που βρήκα και εγώ.

      Το *wel- αν και θεωρητικά δεν ταιριάζει διότι δεν υπάρχει άλλο παράδειγμα *w>b στην ελληνική, έχιε ενδιαφέρον διότι ο Ησύχιος κατέγραψε το λήμμα ἔλλερος = κακός

      Το πέλωρ/τέλωρ το σκέφτηκα και εγώ, το *gwelh1- που έγραψες επίσης στέκει, λ.χ. δες τα γερμανικά ξαδελφάκια του kill που κυμαίνονται από «μαστίζω, κάκω κακό» μέχρι «σκοτώνω». Θα προσέθετα το <strong>*bel- «δυνατός» (βέλτερος, βελτίων), και κάτι άλλες ρίζες που βρήκα είναι:

      *bhels- «ουρλιάζω» και *melo-/meles- «κακός» που έδωσε το λατινικό malus και το ελληνικό μελεός που η σημασία του μπορεί να επεκταθεί στο «ζημιογόνος».

      Για την αλλαγή m>b παραθέτω τα κυμερνάω > κυβερνάω και μάρναμαι > βάρναμαι.

      Τώρα τα Ηλύσια έχουν γνωστή ετυμολογία και είναι η ίδια με την Wilusa και την Ήλιδα. Όλα σημαίνουν «βοσκολίβαδο» και προέρχοντια από τη ρίζα *welsu- «βόσκω» που την έχω αναλύσει εδώ.

  3. pu2keqiri

    Ευχαριστώ για την απάντηση. Άλλη μια τρανή απόδειξη πως το καλύτερο βέλος στη φαρέτρα μας κατά κάθε ευρετικής “τερατολογίας” είναι η αναλυτική μέθοδος της εξάντλησης (όπως και στην ανάρτηση σου με το τοπωνύμιο Ελλάς). Αναμένουμε και τη σχετική ανάρτηση!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s