Μακεδονικές ετυμολογίες για τον φίλο ΚΕ #3

(συνέχεια από το μέρος #2)

4) Η λίμνη Βεγορίτιδα/Βοκέρια

Το υδρωνύμιο αυτό της Εορδαίας μαζί με το Βέρμιον και το Βρυάνιον, κατά τη γνώμη μου, δείχνουν ότι πίσω από από ένα μακεδονικό «β» μπορεί ενίοτε να κρύβεται ένα πλήρως συμφωνοποιημένο δίγαμμα *w>v. Το τυπικό παράδειγμα είναι ο θρακικός απόγονος της ρίζας *wr-ieh2 = «ακρόπολις», τον οποίο οι Έλληνες απέδιδαν από πολύ νωρίς ως Βρία και οι αιολικοί όροι βρόδον και βράκος που υποτίθεται ότι ανάγονται στη Σαπφώ (~600 π.Χ.).

Τα Βρία, Βέρμιον και Βρυάνιον τα έχω συζητήσει σε παλαιότερη ανάρτηση όπου παρουσίασα τους απογόνους της ρίζας *wer(s)- «ψηλά».

To υδρωνύμιο Βεγορίτιδα/Βοκέρια πιστεύω πως περιέχει την ρίζα *wegw- «υγρός», ο μηδενικός βαθμός της οποίας *ugw- κρύβεται στο ελληνικό ὑγ-ρός και στο λατινικό uv-idus ~ (h)um-idus που τα έχω επίσης παρουσιάσει σε παλαιότερη ανάρτηση.

wegw

*wegw-/wogw- > *veg-/vok- ~ Βεγ-/Βοκ-. Ίσως το τοπωνύμιο να είναι Φρυγικό μιας και στο Πατέλι (Άγιος Παντελεήμων) υπήρξε ακμαίος αρχαιολογικός ορίζοντας κατά την Φρυγική περίοδο της Μακεδονίας (~1150-850 π.Χ.). Η απηχηροποίηση *gw>g>k φαίνεται να είναι Θρακο-Φρυγικό φαινόμενο, όπως μαρτυρεί το όνομα της γειτονικής Κέλλης (θρακ. *κέλλα = πηγή < *gwelna > γερμ. Quelle, ελλην. βλύω, αναβλύζω). Έχω περιγράψει τη ρίζα και τους απογόνους σε προηγούμενη ανάρτηση για την Θρακική γλώσσα. Από τη Φρυγική γλώσσα έχουμε τα προτεινόμενα διαβάσματα των παρακάτω απηχηροποιημένων όρων: mekas = «μέγας» (<*meg’h2s) και κναίκα = «γυναίκα» (< *gweneh2):

mekas

Ίδιου τύπου απηχηροποίηση βλέπουμε στο μακεδονικό λήμμα: ἀρκόν = σχολήν (= αργία) Μακεδόνες.

Σχετικά με τον ακμαίο προμακεδονικό Φρυγικό πολιτισμό στον Άγιο Παντελεήμονα, ο Hammond πιστεύει ότι οι Ιλλυρικές παρενοχλήσεις που συνδέονται με την εξάπλωση του Ιλλυρικού αρχαιολογικού ορίζοντα Glasinac στην Μακεδονία μετά το 850 π.Χ. ευθύνονται για την παρακμή του. Την ανασύνθεση του Hammond της νεφελώδους προϊστορίας της περιόδου εξάπλωσης και μετέπειτα συρρίκνωσης (μετά το 700 π.Χ.) του ορίζοντα Glasinac την έχω παραθέσει σε προηγούμενη ανάρτηση για τους Ιλλυριούς. Εδώ απλά θα παραθέσω λίγα λόγια του Hammond για την Φρυγική φάση του Αγίου Παντελεήμονα:

Pateli1

Pateli2

5) Οι Δερρίοπες

Ένα από τα Άνω Μακεδονικά φύλα που κατοικούσαν στο δυτικό μέρος του Κάμπου της Πελαγονίας ήταν οι Δερρίοπες. Η περιοχή τους ήταν γνωστή σαν Δερρίοπος. Ο Στράβων μας πληροφορεί ότι οι πόλεις τους όπως οι Αλαλκομεναί, το Βρυάνιον και τα Στύβερρα ήταν χτισμένες πάνω στον Εριγώνα ποταμό.  Οι Αλαλκομενές ήταν στο σημερινό Bučin και, όπως λέει και το όνομά τους (ἀλαλκεύω = προστατεύω, διπλασιασμένος τύπος της ρίζας *h2lek- που έχει δώσει τους όρους ἀλέξω και ἄλκαρ, εξού και το επίθετο της Αθηνάς Ἀλαλκομενηίς = Προστάτις), φυλούσαν τo «Στενό της Πελαγονίας» (κατά τον Πλίνιο “Pelagoniae Fauces“) από το οποίο ο Εριγών εισερχόταν στον Πελαγονικό κάμπο. Τα Στύβερρα αρχικά ήταν στην σημερινή Bela Crkva, αλλά κατά την ρωμαϊκή περίοδο η νέα πόλη μεταφέρθηκε στο σημερινό Čepigovo. Παραθέτω τον Αυστριακό χάρτη της περιοχής (1904) για να κατατοπιστείτε γεωγραφικά:

Derriopos

Pelagoniae Fauces

Η αρχική περιοχή των Δερριόπων ήταν πάνω από την Ηράκλεια (Μοναστήρι) και δυτικά και κάτω από τον Εριγώνα, αν και με τον καιρό εξαπλώθηκαν προς τα ανατολικά του κάμπου. Σε αυτήν την θέση οι Δερρίοπες φυλούσαν δύο στενά: ένα αυτό από το οποίο ο Εριγώνας εισέρχεται στον πελαγονικό κάμπο που αναφέρθηκε παραπάνω και ένα νοτιότερα, από το οποίο ο ποταμός Ὀσφάγος (Sevnica/Šemnica) εισέρχεται στον κάμπο. Το όνομα Ὀσφάγος μας το δίνει ο Πλίνιος και αν δεν είναι δικιά του λανθασμένη απόδοση του τύπου Οἰσοφάγος, τότε μπορεί να είναι μακεδονικός διαλεκτικός τύπος του δευτέρου. Η σημασία «οισοφάγος» ταιριάζει στο στενό του Šemnica, όπως ο Πλίνιος χρησιμοποίησε τον όρο fauces = «φάρυγγας, λαιμός» για το στενό του Εριγώνα (λ.χ. φάρυγγας > φαράγγι). Παραθέτω παρακάτω τον ορισμό της περιοχής των Δερριόπων και μια εικόνα με τα δύο στενά:

Deuriopos

Τα λόγια του Στράβωνα είναι:

[7.7.8-9] ὁ δὲ Ἐρίγων πολλὰ δεξάμενος ῥεύματα ἐκ τῶν Ἰλλυρικῶν ὀρῶν καὶ Λυγκηστῶν καὶ Βρύγων καὶ Δευριόπων καὶ Πελαγόνων εἰς τὸν Ἀξιὸν ἐκδίδωσι. πρότερον μὲν οὖν καὶ πόλεις ἦσαν ἐν τοῖς ἔθνεσι τούτοις: τρίπολις γοῦν ἡ Πελαγονία ἐλέγετο, ἧς καὶ Ἄζωρος ἦν, καὶ ἐπὶ τῷ Ἐρίγωνι πᾶσαι αἱ τῶν Δευριόπων πόλεις ᾤκηντο, ὧν τὸ Βρυάνιον καὶ Ἀλαλκομεναὶ καὶ Στύβαρα: Κύδραι δὲ Βρύγων, Αἰγίνιον δὲ Τυμφαίων, ὅμορον Αἰθικίᾳ καὶ Τρίκκῃ

Από αυτό το χωρίο βρίσκουμε τέσσερεις διαφορετικούς πληθυσμούς να κατοικούν τον ευρύτερο κάμπο της Πελαγονίας: Οι Λυγκηστές στο νοτιότερο τμήμα κάτω από την Ηράκλεια (Μοναστήρι). Οι Δερρίοπες, όπως είπα, πάνω από τους Λυγκηστές και δυτικά του Εριγώνα. Οι Πελαγόνες πρέπει να κατοικούσαν ανατολικά του Εριγώνα και του σημερινού Blato μέχρι τον Πρίλαπο (Prilep) και, σύμφωνα με τον Hammond, οι Βρύγες (υπολείμματα των Βαλκανικών Φρυγών) κατείχαν το βοριοδυτικό τμήμα της πεδιάδας, δυτικά του Blato, από το στενό του Εριγώνα μέχρι το σημερινό Κρούσεβο. Με άλλα λόγια, οι Βρύγες ήταν οι Βόρειοι γείτονες των Δερριόπων και αυτό έχει σημασία για την ποικιλία του ονόματος Δευρίοπες αντί Δερρίοπες που χρησιμοποιεί ο Στράβων. Στις επιγραφές, ο μόνος τύπος που απαντά είναι «Δερρίοπες». Ένα χαρακτηριστικό της φρυγικής γλώσσας είναι η προχειλίωση πριν από ένηχα. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, η ρίζα *ksenwos στα ελληνικά έγινε ξένϝος και, μετά από την τρίτη αναπληρωματική έκταση, ξένος, ξεῖνος, ξῆνος κλπ. Οι φρυγικές επιγραφές μας έχουν δώσει τον τύπο ξεῦνος, που δείχνει πως το δίγαμμα αντί να χαθεί με απανπληρωματική έκταση μετατέθηκε μπροστά από το ένηχο σχηματίζοντας την δίφθογγο -ευ- (-enw- > -eun-). Εδώ να σημειωθεί ότι η ρίζα *ksenwos μέσα από την ποικιλία *ksōnwios είναι ο πρόγονος του πρωτοαλβανικού *ksōnwja που εξελίχθηκε κανονικά στο σημερινό αλβανικό huaj.

Γράφει για την φρυγική προχειλίωση ο Orel:

xeunos

Με άλλα λόγια, ο μυστηριώδης τύπος Δευρίοπες του Στράβωνα, αν δεν είναι τυπογραφικό λάθος, μιας και στις επιγραφές απαντά μόνο ο τύπος Δερρίοπες, μπορεί να είναι το «βρυγικό» ανάλογο του μακεδονικού Δερρίοπες. Το διπλό -ρρ- πριν από /ι/ είναι κάτι το αναμενόμενο σε Μακεδονία και Θεσσαλία (λ.χ. Μακεδονικά Βιστύρριος και Ἐρδάρριος και ίσως στο όνομα Ἀρριδαῖος/Ἐρριδαῖος, όπως τα Θεσσαλικά Κραννώνιος > Κραννούνν(ι)ος και η γενική τῆς πόλλιος):

Thessalian gemination

Όλα αυτά δείχνουν ότι η αρχική μορφή του όρου Δερρίοπες/Δευρίοπες πρέπει να ήταν *Δερϝ-ί-οπες. Το θέμα δερϝ– απαντά στους όρους δείρα = τράχηλος, δειρά = «ορεινό φαράγγι», δειρή  που σε μια επιγραφή της Αρκαδίας απαντά ως δερϝά, κάτι που δείχνει ότι το «ει» είναι νόθος δίφθογγος που προέκυψε κατά την τρίτη αναπληρωματική έκταση όπως το ξένϝος > ξεῖνος. Η λέξη μάλλον προέρχεται από τη ρίζα *gwerh3- «καταπίνω» (~ λαιμός, φάρυγγας) που κρύβεται πίσω από τους όρους βάραθρον, βέρεθρον, δέρεθρον, ζέρεθρον με τον Στράβωνα να μας πληροφορεί ότι ο τύπος ζέρεθρον ήταν Αρκαδικός και όντως σήμερα γνωρίζουμε ότι οι Αρκάδες έτρεψαν τα χειλοϋπερωικά *kw,gw πριν από κλειστά φωνήεντα (ε,ι) σε προστριβόμενα (τσ,τζ) που τα συμβόλιζαν με ειδικό γράμμα στο αλφάβητό τους (Greek Sigma 01.svg) και, αργότερα, στο πανελλήνιο αλφάβητο με «ζ» (*gwelh1es- > βάλλω,βέλος αλλά αρκαδικό ζέλλω).

Σε αυτό το σημείο πρέπει να ανακεφαλαιώσω αυτά που έχω δείξει μέχρι τώρα:

1) Οι Δερρίοπες/Δευρίοπες κατοικούσαν στο δυτικό μέρος του πελαγονικού κάμπου που έλεγχε το στενό του Εριγώνα που ο Πλίνιος ονομάζει “Fauces Pelagoniae” (Πελαγονικό φαράγγι) και το στενό του Οσφάγου (< Οισοφάγος ; ).

2) Οι Βρύγες ήταν οι βόρειοι γείτονες των Δερριόπων κατά τον Hammond και ένα χαρακτηριστικό της Φρυγικής γλώσσας ήταν η προχειλίωση ξένϝος > ξεῦνος που φαίνεται να εξηγεί τον τύπο Δευρίοπες.

3) Η ρίζα *gwerh3- έδωσε στην ελληνική τους όρους *gwerwa > δερϝά > δειρή = «τράχηλος, λαιμός, φαράγγι» και *gwer-e-dhrom > βέρεθρον,ζέρεθρον, βάραθρον «φαράγγι, άνοιγμα».

4) Η πρώτη πόλη των Δερριόπων που φυλούσε το στενό του Εριγώνα ήταν οι Αλαλκομενές, τοπωνύμιο που σημαίνει «φυλάκιο».

Η γνώμη μου είναι πως το όνομα Δερρίοψ/Δευρίοψ προέρχεται από το *gwer(h3)w-i-(h3)okw-s και σημαίνει «φύλακας/επιτηρητής των στενών» με το δεύτερο συνθετικό *h3ekw- «βλέπω» > επόπτης ~ ἐφορος που υπάρχει στο μακεδονικό επίθετο για τον αετό ἀργι-όπους (arg’-i-h3kw-ont- «με εναργή (=ξεκάθαρη) όψη (< *h3okw-) ~ όραση»). Θυμίζω τα σημασιακά παράλληλα *spek- > *skep-  «βλέπω» > σκοπός και ὁράω > προ-hορός > φρουρός .

Επομένως, αντί για παραδοσιακό φύλο της Πελαγονίας, οι Δερρίοπες μπορεί να ξεκίνησαν σαν σώμα Πελαγόνων που οργανώθηκε από τον Φιλίππο Β΄, κατά την αναδιοργάνωση που έκανε στην Άνω Μακεδονία, με αποστολή την «επιτήρηση/φρούρηση/εποπτεία» των δυτικών δειρών της Πελαγονίας» (Fauces Pelagoniae), οι οποίες κατέληξαν να είναι το βορειοδυτικό σύνορο του μακεδονικού βασιλείου. Στις περιγραφές των Ρωμαιο-Δαρδανικών εκστρατειών στην Πελαγονία, τόσο οι Ρωμαίοι όσο και οι Δάρδανοι και Ιλλυριοί σύμμαχοί τους εισβάλλουν στην Πελαγονία από αυτές ακριβώς τις δειρές (στενά, fauci). Το αντίστοιχό του θεσμού των Δερρι-όπων είναι οι μετέπειτα ρωμαιο-βυζαντινές φρουρές των κλεισουρών (< clausura) ή Κλεισουραρχίες και οι Δερβεναγάδες των Οθωμανών (Δερβέναγας = «φρούραρχος του δερβενιού = στενού»):

Η λέξη Δερβέναγας ή ντερβέναγας ή ντερβεναγάς είναι τουρκική λέξη σύνθετη εκ των περσικού “ντερμπέντ” (= δίοδος, πέρασμα) και “Αγάς” (= αρχηγός – τοπάρχης) που σημαίνει τον επιτετραμένο αρχηγό φρουράς διάβασης ή περάσματος (Δερβένι).

Το τουρκικό «δερβένι» (dervent) προέρχεται από το περσικό dar-band = «ασφαλισμένη/κλειδωμένη πόρτα» (locked gate):

Derbent occupies the narrow gateway between the Caspian Sea and the Caucasus Mountains connecting the Eurasian steppes to the north and the Middle East to the south. Its etymology derives from the Persian Darband (دربند), meaning “locked gate”, and it is often identified with the legendary Gates of Alexander, being known in Arabic as Bāb al Abwab (“Gate of Gates”) and Turkish as Demirkapı (“Iron Gate”).

Εκτός από το dervent, οι Τούρκοι ονόμαζαν τέτοιες κλεισούρες και σαν «Σιδηρόκαστρα» (Demir Hisar) και «Σιδηρόπορτες» (Demir kapi). To στενό του Αξιού στο Γευγελί είναι γνωστό σαν «Σιδηρόπορτα» Demirkapi, ενώ κοντά στα στενά που επέβλεπαν οι Δερρίοπες, οι Οθωμανοί είχαν ένα «Σιδερόκαστρο» (Demir Hisar) που επέβλεπε την κίνηση επί της οδού Μοναστηρίου-Κίτσεβου. Το άλλο γνωστό Σιδερόκαστρο/Demir Hisar φυλούσε τα στενά του Στρυμόνα, όπου ο Ιουστινιανός Β΄ ο Ρινότμητος είχε ιδρύσει μια Κλεισουραρχία «Σκυθών» (μάλλον οι Βούλγαροι του Κούβερ). Γράφει ο Πορφυρογέννητος για το Θέμα Στρυμόνος:

Τὸ δὲ θέμα τοῦ Στρυμόνος τῇ Μακεδονίᾳ συντέτακται καὶ οὐδαμοῦ τούτου λόγος ἐστι περὶ θέματος, ἀλλά εῖς κλεισούραν τάξιν λελόγισται. Καὶ Σκύθαι αὐτῷ ἀντί Μακεδόνων διανέμονται, Ἰουστινιανοῦ τοῦ Ρινοτμήτου ἐν τοῖς ὄρεσι τοῦ Στρυμόνος καὶ ταῖς διαβάθρες τῶν κλεισουρῶν τούτους ἐγκατοικίσαντος.

Δηλαδή, δεν ήταν κανονικό θέμα, αλλά ανήκε στις τάξεις των Κλεισούρων και οργανώθηκε σε Κλεισούρα από τον Ρινότμητο όταν εγκατέστησε «Σκύθες» να φυλάνε τις διαβάθρες των κλεισουρών του Στρυμόνα.

Η γνώμη μου είναι πως ο Φίλιππος Β΄ έκανε ακριβώς το ίδιο με τους Δερρίοπες (< δερϝ-ί-οπ-ες = «επιτηρητές/επόπτες των δερϝών ~ δειρών») και τα δυτικά στενά της Πελαγονίας. Ίσως ο όρος Δευρίοπες του Στράβωνα να αντιστοιχεί στην άνω Μακεδονική/πελαγονική ποικιλία του κάτω μακεδονικού Δερρίοπες.

6) Δοληνέσται και Κομβρεάται

Σε μία επιγραφή από τα Ρωμαϊκά Στύβερρα βρίσκουμε τα εθνικά «Κομβρεάται» και «Δοληνέστης» να προσδιορίζουν εφήβους που ενηλικιώθηκαν:

Dolenestes

Προφανώς πρόκειται για κατοίκους τριγύρω χωριών που ανήκαν στον «δήμο» Στυβέρρων. Ο τύπος Κομβρεάτης δείχνει ένα τοπωνύμιο *Κομβρέα όπως Τεγέα > Τεγεάτης και Νεμέα > Νεμεάτης/Νεμεήτης. Τα δύο αυτά τοπωνύμια της Πελοποννήσου προέκυψαν από τα ουδέτερα ουσιαστικά τέγος και νέμος ( *(s)teges- > Teges-eh2 > Tegeha > Τεγέα). Επομένως καταλήγουμε στο ουδέτερο  *κόμβρος και με το παράγωγο Κομβρέα να προϋποθέτει την τροπή του μεσοφωνηεντικού *-s->-h->∅ που είναι τυπική της ελληνικής και της φρυγικής γλώσσας. Το νόημα όμως της λέξης *κόμβρος μας το δίνει το θρακικό όνομα του σημερινού όρους Vitosha Σκόμβρος. Οι Θρακολόγοι, πιστεύουν εδώ και καιρό ότι ο «Σκόμβρος» του Θουκυδίδη αποδίδει το θρακικό *Skumbra = «ύψωμα, βουνό» από την ίδια ρίζα *(s)keumbh- που έχει δώσει το αγγλικό hump =  «λόφος, ύψωμα, καρούμπαλο, καμπούρα». Επομένως η Κομβρέα Στυβέρρων μπορεί να ήταν κάποιος οικισμός στα βουνά νότια του Čepigovo όπου σήμερα υπάρχουν σλαβικά τοπωνύμια όπως Zagoraniαυτοί που κατοικούν πέρα από το βουνό»):

Zagorani

Το /ο/ της Κομβρέας μπορεί να προέρχεται από την δίφθογγο /ου/(*(s)koumbh-reseh2 > Κομβρέα) και ίσως είναι τυπικό της Παιονικής γλώσσας, λ.χ. *dheub– > *dhouberos > Δόβηρος και το μάλλον μη ελληνικό μακεδονικό λήμμα γοτάν = ὗν Μακεδόνες (ονομαστική γοτάς/γοτέας ~ γοτᾶς = ὗς = γουρούνι, αγριογούρουνο)  που ο Orel θεωρεί παραλλαγή του *γουτ- < *gwou-to και ΙΕ συγγενή του αλβανικού *gwou-kos > *gau-ka > gak = «αγριογούρουνο», μορφή που απαντά στα Δακο-Θρακικά ονόματα Γαῦκος, Γαυκίας κλπ. Ότι το αγριογούρουνο ήταν συχνό θέμα ανθρωπωνυμίας στα αρχαία χρόνια μας το δείχνουν τα παραδείγματα:

λατ. verres > Gaius Verres , το όνομα Συάγριος (< σύαγρος) και το όνομα του Σασσανού στρατηγού Shahrbaraz = «το αγριογούρουνο της [Σασσανικής] αυτοκρατορίας».

Gaukos

Εδώ πρέπει να πω ότι και το ορωνύμιο Σκόμβρος της ορεινής μάζας Rila-Vitosha μπορεί να μην είναι Θρακικό, αλλά Παιονικό, μιας και, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, το όρος αυτό ήταν το Θρακο-Παιονικό σύνορο. Με άλλα λόγια, έχουμε το ορωνύμιο Σκόμβρος στα ανατολικά παιονικά σύνορα και το εθνικό Κομβρεάτης στα δυτικά παιονικά σύνορα.

Πάμε τώρα στο εθνικό «Δοληνέστης». Γνωρίζουμε ότι οι Μακεδόνες προσέθεταν το επίθημα -εστης για να κατασκευάσουν εθνικά ακόμη και εκεί που το επίθημα δεν είναι γλωσσολογικά αναμενόμενο, όπως λ.χ. ο τύπος Ἐορδέστης αντί του Ἐορδαίος:

Eordestes

Επομένως, το τοπωνύμιο που κρύβεται πίσω από το εθνικό μάλλον είναι η *Δολήνη. Το τοπωνύμιο αυτό μάλλον είναι η κοινή αττική εκδοχή του διαλεκτικού *Δολάνᾱ/*Δολήνᾱ (λ.χ. Ἀθήνη ~ Ἀθάνᾱ ~ Ἀθήνᾱ, Μεσσήνη κλπ.) και ίσως περιέχει το επίθημα του Hoffmann στην «δυτική» ελληνική του μορφή (λ.χ. Ἑλλᾶνες ~ Ἕλληνες, Ἀκαρνᾶνες, Ἐὐρυτᾶνες, Ἀρκτᾶνες και το μακεδονικό πελιγᾶνες). Επομένως μένει να βρούμε το θέμα  Δολ-. Νομίζω ότι ταιριάζει γάντι η ρίζα *dholh2os «κοίλωμα», που ενώ στην ελληνική έδωσε τη λέξη θόλος, στις άλλες ΙΕ γλώσσες έγινε «κοιλάδα», όπως στο αγγλικό dale, γερμανικό thal (Neanderthal= η κοιλάδα του Νeumann, που επειδή ήταν βαρεμένος φιλέλληνας άλλαξε το όνομά του από Neumann σε Neander = Νέανδρος) και στα διάφορα σλαβικά dol, dolina κλπ.

dholh2os

Επομένως Κομβρεάτης φαίνεται να είναι ο «βουνίσιος» και Δοληνέστης ο «κοιλαδίτης». Το τοπωνύμιο *Δολήνᾱ/*Δολάνᾱ που φαίνεται να κρύβεται πίσω από το εθνικό «Δοληνέστης» είναι λίγο πολύ ανάλογο του σλαβικού dolina:

*dholh2-en/an- > dholē/ānā > Δολήνη

*dholh2-i-h3nh2-eh2 > *dholīnā > dolina

(συνέχεια στο μέρος #4)

Advertisements

5 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Μακεδονικές ετυμολογίες για τον φίλο ΚΕ #3

  1. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Το ” Δολιανά ” είναι αλβανικό, σλαβικό ή ελληνικό ?

  2. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Σ’ευχαριστώ πολύ .

  3. KE

    Καλά να είσαι Σμερδαλέε – μου έβαλες μπόλικο υλικό να διαβάσω στις πτήσεις προς/από Ισταμπούλ. 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s