Μακεδονικές ετυμολογίες για τον φίλο ΚΕ #1

Λίγες μέρες πριν, ο φίλος ΚΕ μου θύμισε σε ένα του σχόλιό του μια συζήτηση που είχαμε 4-5 χρόνια πριν πάνω στα ανετυμολόγητα Μακεδονικά ανθρωπωνύμια, τοπωνύμια και λήμματα. Γράφει στο σχόλιό του ο KE:

Περιμένω πότε θα ξεβαρεθείς λοιπόν 🙂 – και αν τελικά το τελειώσεις το ετυμολογικό/γλωσσολογικό άρθρο που συζητούσαμε κάποτε σε άλλες εποχές (και σου είχα αναφέρει να το στείλεις και στο Χατζόπουλο) αναμένω και την ανάγνωση του.

Εκείνες τις «άλλες εποχές», όπως λέει ο ΚΕ, που είχαμε τη συζήτηση, ήμουν ακόμα νεομύητος και ανώριμος σε γλωσσολογικά θέματα έχοντας διαβάσει όλα κι όλα μόνο δύο γλωσσολογικά βιβλία (το “The Oxford Introduction to PIE and the PIE world” των Mallory & Adams και το «Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας από τις Αρχές ως την Ύστερη Αρχαιότητα» που επιμελήθηκε ο μακαρίτης Τάσος Χρηστίδης και του οποίου την αγγλική μετάφραση εξέδωσε ο Cambridge University Press). Σήμερα, 4-5 χρόνια μετά, η γλωσσολογική βιβλιοθήκη μου υφίσταται σε ένα γεμάτο ράφι με φάρδος ενάμισι μέτρο και αμέτρητα pdf. Κοιτώντας τον εαυτό μου 4-5 χρόνια πριν με τα σημερινά μου μάτια θα με έκρινα «αδιάβαστο» και «ανώριμο» σε πολλά θέματα μιας και πολλά θέματα τα εμπέδωσα ύστερα από εκείνες τις συζητήσεις με τον ΚΕ. Έτσι λ.χ. το ΙΕ ablaut το εμπέδωσα πραγματικά αφού διάβασα το βιβλίο του Ben Fortson που έχω παραθέσει για κατέβασμα, την ικανότητα να κινούμαι με άνεση στα σιγματόληκτα ουδέτερα (λ.χ. γένος, κράτος κλπ) και στα παράγωγά τους (λ.χ. ὁμογενής, ὁμογένεια, ὁμόγνιος, ὁμόγνητος) την απέκτησα αφού διάβασα το βιβλίο του Torsten Meissner “s-stem Nouns and Adjectives in Greek and PIE” και αυτό το βιβλίο έχει μείνει στην μνήμη μου για 4 λόγους:

1) Ήρθε με καθυστέρηση 2 εβδομάδων επειδή δεν πετούσαν τα αεροπλάνα λόγω του νέφους ηφαιστειακής τέφρας που είχε προκύψει από το Ηφαίστειο στην Ισλανδία τον Απρίλη του 2010.

2) Μου έλυσε την απορία της επιβίωσης του «ανώμαλου» μεσοφωνηεντικού /s/ στα σύνθετα του τύπου ορεσ-ί-τροφος στην ελληνική που απώλεσε το κληρονομημένο μεσοφωνηεντικό της -s- (λ.χ. *g’enh1es- > τὸ γένος, τοῦ γένεσ-ος > γένεhος ~ γένεος ~ γένους) όπως στο «κανονικό» *ὀρεσ-ί-της > ὀρείτης (~ ὀρέσ-της) και στα σύνθετα σε ὀρει- όπως ὀρει-τρεφής. Δεν πρόκειται για «επιβίωση», αλλά για αναλογική επανεμφάνιση.

3) Από αυτό το βιβλίο κατάλαβα γιατί τα ουδέτερα σε -ος σχηματίζουν αρσενικά και θηλυκά επίθετα σε -ης και ουδέτερα σε -ες (λ.χ. κράτος > ὁ,ἡ ἐγκρατής, τὸ ἐγκρατές). Το /η/ προέκυψε από την αναπληρωματική έκταση του νόμου του Szemerènyi: ἐν-κρατέσ-ς > ἐγκρατής (-ess- > -ēs). Το ουδέτερο διατήρησε το /ε/ επειδή δεν υπάρχει το αρσενικόκλιτο επίθημα -ς (λ.χ. ὁ θρασύς, τὸ θρασύ από τα υ-ληκτα επίθετα).

4) Η εξέταση στο βιβλίο της πιθανότητας ύπαρξης ενός κληρονομημένου ΙΕ ουδετέρου *apel-(es-) ~ ἄπελος = «σθένος» που κρύβεται πίσω από τους όρους ἀπειλή (ἀπελ-ιή) = επίδειξη ισχύος και ὁλιγηπελής (ὁλιγο-απελής) = ολιγοσθενής μου άνοιξε τον δρόμο για την ετυμολόγηση του θεωνυμίου Ἀπόλλων/Ἀπέλλων/Ἄπλουν/Ἀπείλων ως Ἀπέλ-ιων = «Ισχυρός» που έχω παραθέσει σε προηγούμενη ανάρτηση. Το μόνο που έχω να προσθέσω στο θέμα σήμερα είναι το μυκηναϊκό θεοφορικό όνομα Ἰσχυόδοτος (Γραμμική Β΄ I-su-ku-wo-do-to) που εμφανίζεται στις πινακίδες Γραμμικής Β΄ της Κνωσσού το οποίο, όπως εξηγεί και ο Garcia-Ramon, δείχνει την ύπαρξη λατρείας μιας «Ισχυρής»  θεότητας.

Iskhuodotos

Γενικώς ωρίμασα αρκετά στα γλωσσολογικά σε αυτά τα 4-5 χρόνια που πέρασαν ώστε, όπως έγραψα και πιο πάνω, όταν κοιτάω σήμερα τον εαυτό μου σε εκείνες τις πρώτες συζητήσεις με τον ΚΕ, μοιάζω ανώριμος και αδιάβαστος. Βέβαια, πρέπει να πω ότι από τις Μακεδονικές ετυμολογήσεις που θα παρουσιάσω παρακάτω, δύο (Ἐορδαία και Λύγκος/Λυγκηστίς) προέκυψαν κατά την ανώριμή μου περίοδο και σήμερα, οπλισμένος με την όποια ωριμότητα κατέληξα να έχω, συνεχίζω να τις θεωρώ ως ορθές. Οι άλλες βέβαια, είναι προϊόντα της πιο ώριμης γλωσσολογικής μου φάσης. Θα ξεκινήσω λοιπόν με τις δύο ετυμολογίες που προέκυψαν κατά την «ανώριμη» περίοδο και μετά θα περάσω στις μεταγενέστερες.

1) Λύγκος – Λυγκηστίς

Ο Λύγκος ή η Λυγκηστίς ήταν η περιοχή που αντιστοιχεί λίγο πολύ στον σημερινό νομό Φλώρινας. Το φύλο που κατοικούσε την περιοχή κατά τους κλασικούς χρόνους έφερε το όνομα Λυγκησταί ένα εθνωνύμιο που είναι παράγωγο του τοπωνυμίου Λύγκος (Λύγκος > Λυγκηστής, όπως ἀφρός > ἀφρηστής = προσηγορία για το δελφίνι που κινείται χωροπηδώντας επάνω στον αφρό της θάλασσας). Το επίθημα -στης φαίνεται να είχε γενική γεωγραφική σημασία στη Μακεδονία όπως μαρτυρούν τα εθνωνύμια Ὀρέσται (κάτοικοι της Ὀρεστίδος), Ἀργεσταίοι (πελαγονικό υποφύλο) και τα εθνικά Ἐορδέστης (κάτοικος Ἐορδαίας) και Διάσται (κάτοικοι του Δίου).

Η περιοχή της Φλώρινας είναι μια ποταμόρρυτη και ορείκλειστη πεδιάδα με μόνο άνοιγμα στο βορρά όπου επικοινωνεί με την κυρίως Πελαγονική πεδιάδα. Ο κύριος ποταμός που διαρρέει την πέδιάδα της Φλώρινας είναι ο Σακουλέβας που χύνεται στον Εριγώνα (σλαβομακεδονιστί Crna Reka = «Μαυροπόταμος»).  Παραθέτω παρακάτω τον αυστριακό χάρτη του 1904 της περιοχής για να κατατοπιστείτε γεωγραφικά:

Lynkos

Η περιοχή των Λυγκηστών εκτεινόταν από το Κιρλί Δερβένι μέχρι το Μοναστήρι, με τις Βρυγηίδες Λίμνες (Πρέσπες) να σχηματίζουν το δυτικό της όριο. Το μόνο αρχαίο υδρωνύμιο που μας έχει διασωθεί από τον Λύγκο είναι ο ποταμός Μελιτ[ών] (το θέμα Μελιτ- είναι ευανάγνωστο, το επίθημα όχι τόσο, με τον Hammond να προτείνει το επίθημα -ων όπως στα Αλιάκμων, Εριγών και Στρυμών) που μάλλον αντιστοιχεί στον ανώνυμο ποταμό των Λυγκηστών που αναφέρει ο Θεόπομπος ο Χίος, λέγοντας ότι το νερό του είχε περίεργη και δυνατή γεύση σαν ξίδι που προκαλούσε μέθη. Τέτοια νερά υπάρχουν σήμερα στο Αμύνταιο (λ.χ. το Ξινό Νερό είναι μετάφραση του τουρκικού Ekşi Su , ενώ δεν αποκλείεται το παλιό όνομα του Αμύνταιου Σούροβο/Σουροβίτσεβο να περιέχει ως πρώτο συνθετικό έναν σλαβικό απόγονο της ΙΕ ρίζας *suH-ros = «ξινός» που έδωσε το αγγλικό sour = «ξινός». Οι Mallory-Adams γράφουν πως το παλαιοσλαβωνικό syrŭ = «υγρός» προέρχεται από την παραπάνω ρίζα και οι σημερινοί του απόγονοι σημαίνουν «τυρί» (λ.χ. sir).

Προφανώς ο όρος Μελιτών είναι ευφημισμός (ξινός > γλυκός όπως το θρακο-ιρανικό aχšaena = «μαύρος» που οι Έλληνες απέδωσαν ως Άξεινος Πόντος («αφιλόξενος») και αργότερα ευφήμισαν σε Εύξεινο Πόντο ~ Μαύρη Θάλασσα) εκτός και αν οι Λυγκηστές έβρισκαν αυτό το ξινό νερό όντως εύγευστο (με τα γούστα ποτέ δεν ξέρεις).

Meliton

Τώρα έτυχε ν΄αναφέρω και το ποτάμι της Πελαγονίας Εριγώνα. Ο Κροάτης γλωσσολόγος Radoslav Katičić βασισμένος στο σλαβικό όνομα του ποταμού Crka Reka = Μαύρο Ποτάμι πρότεινε την «Ιλλυρική» ετυμολογία του Εριγώνα ως «Μαύρος» από τη ΙΕ ρίζα *h1regw- «μαύρος, σκοτεινός» που έδωσε τα ελληνικά ἔρεβος και ἐρεβεννός ~ ἐρεμνός και το αρμενικό erek = «σκοτάδι». Η τροπή e>i μεταξύ του ένηχου /r/ και του χειλοϋπερωικού /gw/ είναι γλωσσολογικά αναμενόμενη επειδή, όπως θα δείξω και στα παραδείγματα παρακάτω, στην ίδια θέση στην ελληνική συμβαίνει η τροπή *o>u που χαρακτηρίζει τον νόμο του Cowgill. O Claude Brixhe, σε ένα κεφάλαιο με θέμα την σύγχρονη μελέτη των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων, μας συμβουλεύει να περιμένουμε τροπή e>i σε εκείνες τις θέσεις όπου γίνεται η τροπή o>u.

Erigon

Ενώ η παραγωγή του Katičić του ονόματος Ἐριγών από την ρίζα *h1regw- είναι ενδιαφέρουσα και πολύ πιθανή, λιγότερο πιθανός είναι ο χαρακτηρισμός του ως «Ιλλυρικό» τοπωνύμιο (στην δεκαετία του 60 που έγραφε κυριαρχούσε ακόμα το ρεύμα του Πανιλλυρισμού). Οι υποψήφιες γλώσσες είναι Ελληνική, Φρυγική και Παιονική, διότι αυτοί οι τρεις λαοί κατοικούν την Πελαγονική πεδιάδα κατά την κλασική περίοδο.

Χωρίς να αποκλείσω την ετυμολογία του Katičić (που πρέπει να ομολογήσω πως την βρήκα ενδιαφέρουσα και πολύ πιθανή) πιστεύω πως υπάρχει και μία άλλη πιθανότητα για το όνομα του Ἐριγώνα. Ο πρωτο-σλαβικός όρος για το ποτάμι  rěka προέρχεται από τo IE *h1roi-ka με κανονική τροπή της διφθόγγου *oi σε yat ě όπως στο *kwoina > ποινή, αλλά OCS cěna. Ο όρος *h1roi-ka, με τη σειρά του, περιέχει την ρίζα *h1rei- «ρέω,τρέχω», ο οποίος κρύβεται πίσω από το αγγλικό run = τρέχω, από το κελτικό υδρωνύμιο Ρήνος (*h1rei-nos) και πίσω από το λατινικό rivus (< *h1rei-wos) «ρυάκι»:

The English name of the Rhine derives from Old English Rīn, which descends from Proto-Germanic *Rīnaz. This is also the source of the name in the other Germanic languages such as Dutch Rijn (formerly also Rhijn), German Rhein, Romansh Rain (via German) and also French Rhin, Czech Rýn, Spanish Rin, which came into the language through Old Frankish. This in turn derives from Indo-European *Reynos, from the root *rey- “to flow, to run”, which is also the root of words like river and run.[4] The Celtic/Gaulish name for the Rhine is Rēnos, which derives from the same Indo-European source as the Germanic name. It is also found in other names such as the Reno River in Italy, which got its name from Gaulish.[5] The Latin name Rhēnus and Ancient Greek Ῥῆνος (Rhēnos) both derive from the Celtic word, and not from Indo-European directly, because they both share the change from –ei– to –ē-, which is characteristic of the Celtic languages but not of Latin or Greek (the Latin name would have been *Rīnus otherwise).

Αν κολλήσουμε τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *h1rei-  > *h1ri- στην επιθηματική κατάληξη *-k-h3onh2 που περιέχει το επίθημα Hoffmann (λ.χ. ο Καίσαρας διέβη τον Ρουβικώνα/Rubicō < *h1roudh-i-(h2)k-h3onh2 ~ «Κοκκινοπόταμος»), τότε το παράγωγο *h1ri-k-h3onh2 αναμένεται να δώσει κανονικά Ἐριγών στην Ελληνική και Φρυγική γλώσσα που ως γνωστόν μαζί με την Αρμενική είναι οι μόνες που συνήθως φωνηεντοποιούν τα αρκτικά λαρυγγικά (θυμίζω το φρυγικό *h1no-mn. > όνομαν και το αρμενικό *h1regw- > erek που αναφέρθηκε πιο πάνω). Όπως εξηγώ και δείχνω στην ανάρτηση για το επίθημα Hoffmann η ηχηροποίηση ενός άηχου κλειστού πριν από το επίθημα Hoffmann είναι αναμενόμενη. Εδώ στα γρήγορα αναφέρω ότι το *h1roudh-i(h2)k-h3onh2 εκτός από τον «Κοκκινοπόταμο» Ρουβικώνα/Rubicō έδωσε και την σκουριά  («κοκκινάδα») rubīgō.

Επομένως, το όνομα του Εριγώνα μπορεί κάλλιστα να προέρχεται τόσο από την ρίζα *h1regw- «σκοτεινός, μαύρος» και, κατά συνέπεια, να είναι ταυτόσημος με το σλαβικό του όνομα Crna Reka , λ.χ. θυμίζω τις περιπτώσεις τοπωνυμικής ταυτοσημίας Καρυές = Αράχωβα = «Καρυδότοπος», Θρακο-μυσ. Axi-upa = Βουλγ. Černa Voda = «Μαυρονέρι» και το αρχαίο θρακικό *Σαλδα-κέλλα = «χρυσή πηγή» (< *g’holto-gwelna) που συνέχισε στο θρακο-λατινικό Saldae-caput και στα σημερινά βουλγαρικά Zlatna Panega/ Glava Panega (την τελευταία ενδιαφέρουσα περίπτωση την έχω περιγράψει στην τρίτη ανάρτηση για την αρχαία θρακική γλώσσα), όσο μπορεί κάλλιστα να προέρχεται από την ρίζα *h1rei- «τρέχω, ρέω» που έδωσε το σλαβικό rěka = «ποτάμι», το λατινικό rivus = «ρυάκι» και τον κελτικό  Ρήνο. Θεωρώ και τις δύο εξίσου πιθανές ετυμολογικές προτάσεις. Οι ελληνικοί απόγονοι της ρίζας *h1rei- κατά τους Mallory & Adams  έχουν ξεφύγει σημασιολογικά: ὀρίνω «παροτρύνω, ξεσηκώνω» και ἐρινύω «είμαι θυμωμένος, αναστατωμένος».

h1rei

Ας πάμε τώρα στο όνομα Λύγκος, Λυγκηστίς. Όπως είπα στην αρχή, η περιοχή της Φλώρινας είναι μια ποταμόρρυτη πεδιάδα και οι γλωσσολόγοι έχουν ανασυνθέσει την ΠΙΕ ρίζα *lonkos = «ποταμόρρυτη κοιλάδα, λιβάδι», την οποία έχω περιγράψει στην ετυμολογία της λέξης λαγκάδι παλαιότερα. Στα λιθουανικά έδωσε το lanka = «ποταμόρρυτη κοιλάδα/λιβάδι» και στην Παλαιοσλαβωνική έδωσε τη λέξη lǫka με σημασίες που κυμαίνονται από «λιβάδι» και «βάλτος» μέχρι «κόλπος».  Οι σημερινοί απόγονοι του παλαιοσλαβωνικού όρου είναι, μεταξύ άλλων, το πολωνικό łąka = «λιβάδι» και το σερβο-κροατικό luka = «λιμάνι» (< κόλπος). Το παλαιοσλαβωνικό έρρινο ǫ στις σλαβομακεδονικές διαλέκτους αναμένεται να δώσει a/ăn (λ.χ. rǫka > raka, ră(n)ka = «χέρι»).

Το μόνο που πρέπει να εξηγήσουμε είναι η τροπή *lonkos > Lunkos. Η τροπή *on>un είναι χαρακτηριστική τόσο της Φρυγικής γλώσσας (avtun = αὐτόν, kakun = κακόν) όσο είναι και τυπική της Αρκαδο-Κυπριακής διαλέκτου, όπου συνοδεύται από αντίστοιχη τροπή *en>in, όπως προέβλεψε ο Claude Brixhe παραπάνω. Έτσι, η  πρόθεση ἀνά στην Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτο ακολούθησε την τροπή ἀνά > ἀν > ὀν όπως και στην αιολική και, κατόπιν, την τροπή ὀν>ὐν που φαίνεται στα επιγραφικά απαντημένα: αρκαδικό ὐνέθυσε ~ ἀνέθυσε και στο κυπριακό ὐνέδωσε  ~ ἀνέδωσε.

Κύπρος:

α.Nύμφηι τῆι ἐν τõι Στρόφιγγι vac. Ὀνησαγόρας Φιλουνίου vac. κουρεὺς ὁ δεκατεφ[όρος, vac. ἐμὲ καὶ ἄλλα π]ολλά· L ββ.Nύ(μ)φαι τᾶι ἐπὶ τ˜ι Στ[ρό]φιγ(γ)ι. Ὀνασαγόρας ὀ Φιλōνί<υ> παΐσκος ὀ δεκαταφόρος -ἀγαθῆι τύχηι- τὸ προξένιο τόδε, ἐπι<σ>τὰς κρούς, μὲ ὐν̣έ̣δοσε (;) ἀρὰ κὰς α½λα Fάλικα· ε[ὐ]χάρι<σ>τα ἔστω.

α.Στη Nύμφη στον Στρόφιγγα (ανέθεσε) ο Oνησαγόρας ο γιος του Φιλουνίου, κουρεύς, ο δεκατηφόρος, εμένα και άλλα πολλά (αγγεία). Έτους δευτέρου. β.Στη Nύμφη στον Στρόφιγγα (ανέθεσε) ο Oνασαγόρας ο γιος του Φιλωνίου, ο δεκατηφόρος -με το καλό- αυτό το προξένιο, επειδή ορίστηκε κωρεύς, ανέθεσε ως αφιέρωμα εμένα και άλλα παρόμοια· ας είναι ευπρόσδεκτα.

Αρκαδία:

Kαμὸ̄ ὐνέθυσε τᾱι KόρϜαι.

H Kαμώ ανέθεσε στην Kόρη.

Αυτή η Αρκαδο-Κυπριακή τροπή on>un, όπως ήδη ανέφερα, συνοδεύτηκε από αντίστοιχη τροπή en>in. Έτσι η πρόθεση ἐν στην αρκαδοκυπριακή διάλεκτο έγινε ἰν και στην Αρκαδία ειδικότερα απαντούν επιγραφικά οι μορφές Ἰνυάλιος < Ἐνυάλιος και μεσοπαθητικές μετοχές σε -μίνος < -μένος. Έχοντας αυτό υπόψη, σας παρουσιάζω το μακεδονικό λήμμα ἰν δέᾳ = ἐν δέᾳ  = μεσημβρία (μεσημέρι, ἐν = μέσα + *diwa = μέρα ~ λατ. dies).

indea

Επομένως ας ανακεφαλαιώσουμε:

1) Ο Claude Brixhe μας συμβουλεύει να αναμένουμε τροπή o>u σε εκείνες τις θέσεις όπου έχουμε τροπή e>i.

2) H Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτος τον επιβεβαιώνει με τη διπλή τροπή en>in και on>un

3) Η Φρυγική γλώσσα χαρακτηρίζεται από την τροπή on>un και οι Φρύγες κατοικούσαν στην Μακεδονία πριν περάσουν στην Ασία και άφησαν ως υπολείμματα τους Βρύγες της Πελαγονίας που περιγράφει ο Στράβων (και που ο Hammond θεωρεί πως κατοικούσαν στο βορειοδυτικό άκρο της Πελαγονικής πεδιάδας, πάνω από τους Μακεδόνες Δερρίοπες) και το αρχαίο όνομα των Πρεσπών ως Βρυγηίδες Λίμναι.

avtun

4) Το μακεδονικό λήμμα ἰν δέᾳ = ἐν δίᾳ δείχνει την τροπή en>in που σημαίνει ότι πρέπει να περιμένουμε και την τροπή on>un.

5) Έχουμε το τοπωνύμιο Λύγκος σε μια ποταμόρρυτη πεδιάδα και την ΠΙΕ ρίζα *lonkos = ποταμόρρυτη κοιλάδα, λιβάδι.

Νομίζω είναι ηλίου φαεινότερον ότι το τοπωνύμιο Λύγκος προέρχεται από τη ρίζα *lonkos είτε κάποιος θέλει να το δει σαν ελληνικό είτε θέλει να το δει σαν φρυγικό τοπωνύμιο.

(συνεχίζεται στο μέρος #2)

Advertisements

4 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

4 responses to “Μακεδονικές ετυμολογίες για τον φίλο ΚΕ #1

  1. Κουκόηλ'ς

    Kάπου θυμάμαι να έχω διαβάσει -νομίζω στο “Η Γλωσσα της Μακεδονίας” του Μπαμπινιώτη – ότι οι Αρχαίοι Μακεδόνες είχαν το κουσούρι να εξέλληνίζουν τα ονόματα των πόλεων που καταλάμβαναν. Π.χ όταν κατέλαβαν το Θρακικό “Δύραμα”, το μετέτρεψαν σε” Ύδραμα”.
    Διαβάζοντας αυτά που έγραψες, άρχισα πάλι να αναρωτιέμαι αν τα τοπονύμια της Λυγκιστίδας “Λυχνίτις” και “Λύκη”, δεν είναι τα αρχικά βαφτιστικά των πόλεων που έδωσαν οι πρώτοι κάτοικοί τους, αλλά εξελληνισμένες ακουστικές εκδοχές που έδωσαν οι Μακεδόνες όταν κατέλαβαν τη Λυγκιστίδα. Και όπως το Ελληνικότατο” Ύδραμα” δεν έχει σχέση με τα νερά, αλλά με το Δύραμα, έτσι και τα Ελληνικότατο “Λυχνίτις” δεν έχει να κάνει με το Παριανό μάρμαρο, ούτε η “Λύκη” με το φως, αλλά αμφότερα είναι παραφθορές, -ή καλύτερα εξελληνισμοί- αρχαιότερων τοπωνυμίων που έχουν να κάνουν με το ΙΕ *lonkos σε οποιαδήποτε εκδοχή του; Ποια είναι η Ελληνική εκδοχή; Ο λάκος; Ξέρουμε τη λέξη “λίμνη” στα Φρυγικά ή Ιλλυρικά;
    Αχ, μου το χάλασες για τον Εριγώνα. Ήμουν σίγουρος πως ήταν η λέξη “Ελικών” με Μακεδονική προφορά.

    • Κοίτα, ο κανόνας του Μπαμπινιώτη σπάνια ισχύει. Τοπωνύμια όπως η Σκύδρα (Φρυγικό όπως και η Κυδράρα στην Φρυγία και οι Κυδραί της Πελογονίας όπου ο Στράβων λέει πως ήταν πόλη των Βρυγών), ο Γένδερρος, η Έδεσσα (Φρυγικό βέδυ = νερό) και η Σίρις/Σέρρες (μάλλον παιονικό) διατηρήθηκαν παρά την Μακεδονική κατάκτηση και εποικισμό, κάτι που είναι απολύτως φυσιολογικό (οι πρωτο-έλληνες δεν πείραξαν ένα σωρό προελληνικά τοπωνύμια όπως Κόρινθος, Πάρνων, Παρνασσός κλπ).

      Η ρίζα *lonkos = λίμνη δεν έχει δώσει γνωστούς ελληνικούς απογόνους. Δεν ξέρουμε αν υπήρχε και Φρυγικός όρος. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι τόσο η Φρυγική όσο και ορισμένες ελληνικές διάλεκτοι (λ.χ. Αρκαδο-Κυπριακή και Μακεδονική) έτρεπαν το -on->-un-. Άρα το τοπωνύμιο Λύγκος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι τόσο Ελληνικό όσο και Φρυγικό. Δηλαδή είναι γλωσσολογικά πιθανόν και δυνατόν, αλλά δεν έχουμε καμία απόδειξη ότι η συγκεκριμένη ΙΕ ρίζα επιβίωσε στην Ελληνική ή στην Φρυγική γλώσσα.

      Πάντως είναι σίγουρο ότι ανήκει σε μία από τις δύο γλώσσες λόγω της τροπής on>un που εμφανίζει.

      Το ελληνικό λάκ(κ)ος που ανέφερες προέρχεται από την ρίζα *lakos/lokos όπως το λατινικό lacus = λίμνη και το παλαιοσλαβικό lokŭva (σημ. lokva) > νεοελληνικό λακούβα.

      • Κουκόηλ'ς

        Και οι Λυγκιστές, τι γλώσσα ή γλώσσες άραγε να μιλούσαν πριν έρθουν οι Μακεδόνες; Ηπειρώτικα Ελληνικά, Ιλλυρικά, Φρυγικά; Όλα αντάμα;Σίγουρα ήταν ένα πολύγλωσσο βασίλειο με μικτό πληθυσμό, αλλά κάποια επικρατούσα γλώσσα δεν θα είχαν;

      • Από την στιγμή που η προμακεδονική τους ταυτότητα μας δίνεται ως Ηπειρωτική/Μολοσσική, τότε μιλούσαν μια Βορειοδυτική Ελληνική διάλεκτο, όπως τα Ηπειρωτικά φύλα και οι Αιτωλοί. Φυσικά αλλόγλωσσοι θύλακες δεν αποκλείονται, όπως λ.χ. υπήρχαν «Βρύγες» στην Πελαγονία δίπλα στους ελληνόφωνους Δερρίοπες.

        Μην ξεχνάς ότι τα φύλα αυτά ήταν ως επι το πλείστον νομαδικά που σημαίνει ότι μετακινούσαν εποχικά κοπάδια. Επομένως δεν υπήρχαν διακριτά γεωγραφικά όρια ανάμεσα στα Ιλλυρικά και τα ελληνόφωνα φύλα (ή τα ψίχουλα Φρυγών/Βρυγών που έδωσαν το όνομα Βρυγηίδες Λίμνες στις Πρέσπες).

        Η κατάσταση ήταν όπως κατά τον 19ο αιώνα μπορούσες να βρεις στην ίδια περιοχή 3 ποιμενικά φύλα ελληνόφωνους Σαρακατσάνους, Βλάχους ή Αλβανούς («Γκέγκηδες» έλεγαν οι παλιοί τους Αλβανούς τσομπάνους ανεξαρτήτως από το αν ήταν Τόσκηδες ή Γκέγκηδες). Φυσικά αυτά είναι «ανίδρυτα» φύλα (μη μονίμως εγκατεστημένα). Ο γλωσσικός χαρακτήρας μιας περιοχής καθοριζόταν από τους «εδραίους» πληθυσμούς οι οποίοι στην Μακεδονία ήταν κατά κανόνα ή βουλγαρόφωνοι ή ελληνόφωνοι (αν και υπήρχαν και εδραίοι Βλάχοι).

        Ο Σέρβος Cvijić περιέγραψε ένα βλαχικό φύλο που διαχείμαζε στην Θεσσαλία και τα καλοκαίρια έφτανε στο όρος Μπαμπούνα της ΠΓΔΜ και ο αγράμματος «Τσέλιγκας» (= φύλαρχος) μιλούσε Βλαχικά, Ελληνικά, Βουλγαρικά (ο Cvijić γράφει «σλαβομακεδονικά» για ευνόητους λόγους σερβικής προπαγάνδας) και Τούρκικα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s