Η ΙΕ ρίζα *weiH(e)s- «δύναμη» και το παράγωγο της *wiH-ros = «άνδρας»

Οι γλωσσολόγοι έχουν αποκαταστήσει την ΠΙΕ ρίζα *weiH(e)s- «δύναμη» (H = άγνωστο λαρυγγικό: h1,h2 ή h3) και το παράγωγό της επίθετο *wiH-ròs = «δυνατός», που με τον καιρό έγινε ουσιαστικό με τη σημασία «άνδρας».

Παραθέτω τα λόγια των Mallory & Adams για τις δύο ρίζες και τους απογόνους τους:

weiH(e)s

Στην Λατινική βρίσκουμε τα ουσιαστικά vis = δύναμη και vir = άνδρας (εδώ το wiktionary γράφει ό,τι νά ναι μιας και ανάγει το *wiH-ròs σε μια ρίζα *weiH- «κυνηγώ»), στην Αγγλική το αρχαϊκό σύνθετο werewolf = λυκάνθρωπος (ή, για να το αποδώσουμε επακριβώς «ανθρωπόλυκος»), στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο βρίσκουμε το vira = «άνδρας, σύζυγος» και στην Ινδική να παίρνει και τη σημασία «διαπρεπής άνδρας, ήρωας», στην Λιθουανική βρίσκουμε το vyras = «άνδρας, σύζυγος» και, μεταξύ άλλων, έχει προταθεί ότι και το αλβανικό ri = «νέος» μπορεί να κατάγεται από την μετατεθειμένη μορφή *wriHos της ρίζας *wiH-ròs.

Σε προηγούμενη ανάρτηση όπου συζήτησα την πιθανή σχέση του ανετυμολόγητου μακεδονικού ονόματος Ἀρραβαῖος με το σανσκριτικό r.sabha = «ταύρος, αρσενικό ζώο» ως παράγωγα της ρίζας *r.s-en- «αρσενικός» έτυχε να αναφέρω το ιρανο-αρμενικό όνομα Aršavir που περιέχει και τις δύο «αρσενικές ρίζες».

Πάμε τώρα στους ελληνικούς απογόνους των παρακάτω ριζών. Στο λατινικό vis αντιστοιχεί το ελληνικό (ϝ)ἴς = «δύναμη» το οποίο σας είναι γνωστό ώς το συνθετικό Ἰφι- των ονομάτων Ἰφιγένεια και Ἰφικλῆς. Το ἶφι = «με δύναμη» είναι κατάλοιπο του καιρού που η ελληνική διατηρούσε ακόμη την ΙΕ οργανική πτώση (instrumental case), δηλαδή την πτώση που έδειχνε ότι κάποιο πρόσωπο ή αντικείμενο έκανε κάτι, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε από το υποκείμενο για την εκπλήρωση μιας πράξεως. Το όνομα Ἰφικλῆς σημαίνει «αυτός που απέκτησε κλέος με τη δύναμή του», ενώ το όνομα Ἰφιγένεια σημαίνει «αυτή που ανήκει σε γένος (~ τζάκι) με δύναμη». Το οργανικό επίθημα -φι, κατάγεται από τον ΠΙΕ πληθυντικό οργανικό δείκτη *-bhi- και ήταν ακόμα ενεργό στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄, με τα τελευταία παραδείγματα χρήσης του να εμφανίζονται στα Ομηρικά έπη. Με τον καιρό, οι λειτουργίες της οργανικής πτώσης στην Ελληνική μεταφέρθηκαν στην δοτική, η οποία συγκέντρωσε της λειτουργίες τριών διαφορετικών ΠΙΕ πτώσεων [δοτική, οργανική και τοπική (locative)] κατά τον ίδιο τρόπο που, αργότερα, η γενική και η αιτιατική απορρόφησαν τις λειτουργίες της δοτικής (λ.χ. δοκεῖ μοὶ = «φαίνεται σε εμένα» = «μου/με φαίνεται»).

Πριν προχωρήσω σας παραθέτω έναν πίνακα των αναδομημένων ΠΙΕ πτωτικών επιθημάτων στα αθεματικά (λ.χ. ὁ κόρακ-ς) και στα δευτερόκλιτα θεματικά ουσιαστικά σε *-os (λ.χ. ὁ λύκ-ος, ο ἵππ-ος κλπ) για να δείτε τις «αρχαϊκές» ομοιότητες που διατηρήθηκαν, αλλά και τις καινοτομικές διαφορές της ελληνικής ως προς την ΠΙΕ της μητέρα:

PIE cases

nom. = nominative = ονομαστική

voc. = vocative = κλητική

acc. = accusative = αιτιατική

gen. = genitive = γενική

abl. = ablative = αφαιρετική

dat. = dative = δοτική

instr. = instrumental = οργανική

loc. = locative = τοπική

Η κλασική ελληνική κλίση των ουσιαστικών κόραξ και λύκος είναι:

ονομ.    ὁ κόρακ-ς (-ξ)        οἱ κόρακ-ες             ὁ λύκ-ος           οἱ λύκ-οι

κλητ.    ὦ κόρακ-ς              ὦ κόρακ-ες               ὦ λύκ-ε            ὦ λύκοι

αιτ.      τὸν κόρακ-α            τοὺς κόρακ-ας        τὸν λύκ-ο(ν)   τοὺς λύκ-ους

γεν.     τοῦ κόρακ-ος          τῶν κοράκ-ων         τοῦ λύκ-ου      τῶν λύκων

δοτ.      τῷ κόρακ-ι            τοῖς κόρακ-σι (-ξι)   τῷ λύκῳ           τοῖς λύκ-οις

Οι ομοιότητες που κάποιος αντιλαμβάνεται αμέσως είναι:

1) Η κλητική ὤ λύκ-ε (λ.χ. *wl.kw-os > *wl.kw-e όπως λατιν. lup-us > lup-e, OCS  vlĭk-ŭ > vlĭč-e)

2) Η αιτιατική τὸν λύκον και η σχέση της με το ΠΙΕ επίθημα αιτιατικής *-om (λ.χ. λατιν. lupus > lupum)

3) Οι γενικές πληθυντικού τῶν κοράκων, τῶν λύκων και τα αντίστοιχα ΠΙΕ επιθήματα *-ōm

4) Ο πληθυντικός οἱ κόρακ-ες < *-es.

Οι ομοιότητες που θέλουν λίγο περισσότερο ψάξιμο για να αναγνωριστούν είναι:

1) Η αιτιατική τὸν κόρακ-α με αυτό το να προέρχεται από το πρωτο-ελληνικό συλλαβικό ένηχο *-n. που με τη σειρά του κατάγεται από το το ΠΙΕ *-m. .

2) Το ίδιο με την αιτιατική πληθυντικού τοὺς κόρακ-ας < *κόρακ-n.s < *-m.s

3) Η δοτική τῷ κόρακ-ι και η σχέση του με το ΠΙΕ δοτικό επίθημα ενικού *-ei γίνεται κατανοητή μόλις κάποιος μάθει ότι στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ το επίθημα -ι είναι αυτό της τοπικής πτώσης, ενώ η «μυκηναϊκή» δοτική έχει ακόμα το επίθημα -ει, που κατάγεται από το ΠΙΕ επίθημα της δοτικής *-ei, το οποίο διατηρήθηκε στην αδελφή γλώσσα της Ελληνικής την Φρυγική  [λ.χ. φρυγικό mātār (ἡ μήτηρ) > δοτ. māter-ei (τῇ μητρί)].

4) Τα ΠΙΕ  αθεματικά και θεματικά δευτερόκλιτα επιθήματα πληθυντικού της τοπικής πτώσης *-su και *-oisu εξελίχθηκαν στα ελληνικά πληθυντικά επιθήματα της δοτικής -σι και -οις/-οισι αντίστοιχα (λ.χ. τοῖς κόρακ-σι ~ κόραξι, τοῖς λόγοις/λόγοισι) με περίεργη ελληνική τροπή *u>i.

Από την άλλη, το ελληνικό επίθημα γενικής ενικού των δευτερόκλιτων προέρχεται από το επαυξημένο επίθημα *-osjo > -ohjo > -ojjo> -ojo του πρωτο-γενικού επιθήματος *os που διατηρήθηκε στον ανατολιακό κλάδο (λ.χ. Χεττ. ονομ. arun-aš «θάλασσα» και γεν. arun-aš «της θάλασσας») που απαντά στα ομηρικά έπη και στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ ως -οιο και, μετά την απώλεια του μεσοφωνηεντικού ημιφωνικού *-j-, -οο > -ου ύστερα από συναίρεση [λ.χ. Λυκό-(ϝ)οργος > Λυκοῦργος και ἁπλόος > ἁπλοῦς]. Έτσι ενώ στην κλασσική ελληνική η γενική του ονόματος Πρίαμος είναι τοῦ Πριάμου, στην Ιλιάδα, η Τροία είναι η «πόλις Πριάμοιο ἄνακτος»:

[Ιλ. 4.18]

εἰ δ᾽ αὖ πως τόδε πᾶσι φίλον καὶ ἡδὺ γένοιτο,
ἤτοι μὲν οἰκέοιτο πόλις Πριάμοιο ἄνακτος,
αὖτις δ᾽ Ἀργείην Ἑλένην Μενέλαος ἄγοιτο.

To «πρωτο-γενικό» ΠΙΕ επίθημα *-os εμφανίζεται στην ελληνική γενική των αθεματικών (ὁ κόραξ, τοῦ κόρακ-ος), των ουδετέρων σε -ος (τὸ γένος, τοῦ γένε(h)-ος ~ γένεος ~ γένους), των επιθέτων σε -ης (ὁ διεθνής > τοῦ διεθνέ(h)-ος ~ διεθνοῦς), στα υ-ληκτα (ο θρασ-ύς, τοῦ θρασ-έϝος ~ θρασέος, τὸ ἄστυ, τοῦ ἄστ-εϝος, ἡ ἰσχύς, τῆς ἰσχύος) και ενίοτε αλλού (λ.χ. ἡ πόλις, τῆς πόλ(ε)ιος ~ *πόληος > πόλεως).

Βέβαια έκανα όλη αυτή την παρένθεση για να σας δείξω τον ΠΙΕ δείκτη *-bhi- του πληθυντικού δοτικής, οργανικής και αφαιρετικής από τον οποίο κατάγεται το ελληνικό -φι που «κρύβεται» μέσα στο ἶφι = «με δύναμη» (*wiH-bh-). Ένα πιο άμεσο παράδειγμα είναι η ρίζα *h2ens-iyh2 «ἡνία, χαλινάρια» που στην ελληνική έγινε *ansia > ānia > ἡνία (με ανετυμολόγητη δασεία) και στην παλαιά ιρλανδική (Old Irish = OIr.) eise/eisi. H OIr. δοτική πληθυντικού είναι esib και στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ βρίσκουμε τη γραφή a-ni-ja-pi (/ānijāphi/ ~ ἡνίηφι) που σαφώς είναι η οργανική πτώση «με τα ηνία». Τόσο η κελτική όσο και η ελληνική δοτική/οργανική πληθυντικού ανάγονται στο ΠΙΕ *h2ens-ijah2-bhi ~ *ansijābhi.

ansija

Τώρα η ερώτηση είναι: υπάρχει άλλος ελληνικός απόγονος των ΠΙΕ ριζών *weiH(e)s- και *wiH-ròs εκτός από τα ἴς και ἶφι ; Οι Nagy και Bader πιστεύουν πως το αρχαιοελληνικό όνομα Ἶρος που εμφανίζεται στα ομηρικά έπη και που για πολύ καιρό θεωρούνταν ψιλωτικό παράγωγο του αιολικού τύπου ἷρος της λέξης ἱερός (< hieros < iheros < *ish1-ros), στην πραγματικότητα κατάγεται από το ΠΙΕ *wih-ròs «δυνατός, άνδρας» και παραθέτουν σαν απόδειξη την άπαξ φράση «Ἶρος ἄϊρος» (Οδ. 18.73) η οποία εμφανίζεται στο χωρίο όπου περιγράφεται η μάχη που διοργάνωσαν οι μνηστήρες ανάμεσα στον ζητιάνο Ἶρο και τον μεταμορφωμένο σε ζητιάνο Ὀδυσσέα. Μόλις ο Οδυσσέας βγάζει τα «ράκη» (= κουρέλια) και έδειξε τους καλογυμνασμένους μηρούς του, τους ευρείς του ώμους και τα στιβαρά στήθη και μπράτσα του ένας μνηστήρας λέει πως ο «Ίρος ἄϊρος» την «έβαψε» και, λίγο παρακάτω, ο Ἶρος κυριεύεται από φόβο και αρχίζει να τρέμει, δηλαδή χάνει την ανδρεία του (ή, αν θέλετε, την «μαγκιά» που είχε μέχρι τότε).

[Οδύσσεια 18.66-78]

ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἐπῄνεον: αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
ζώσατο μὲν ῥάκεσιν περὶ μήδεα, φαῖνε δὲ μηροὺς
καλούς τε μεγάλους τε, φάνεν δέ οἱ εὐρέες ὦμοι
στήθεά τε στιβαροί τε βραχίονες: αὐτὰρ Ἀθήνη
ἄγχι παρισταμένη μέλε᾽ ἤλδανε ποιμένι λαῶν.
μνηστῆρες δ᾽ ἄρα πάντες ὑπερφιάλως ἀγάσαντο:
ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον:

ἦ τάχα Ἶρος Ἄϊρος ἐπίσπαστον κακὸν ἕξει,
οἵην ἐκ ῥακέων ὁ γέρων ἐπιγουνίδα φαίνει.

ὣς ἄρ᾽ ἔφαν, Ἴρῳ δὲ κακῶς ὠρίνετο θυμός.
ἀλλὰ καὶ ὣς δρηστῆρες ἄγον ζώσαντες ἀνάγκῃ
δειδιότα: σάρκες δὲ περιτρομέοντο μέλεσσιν.

κι ο Οδυσσέας τη γύμνια του με τα κουρέλια δένει,
και δείχνει τότες τα όμορφα και τα παχιά μεριά του,
και φάνηκαν τα διάπλατα τα στήθια του κι οι ώμοι, και τα βραχιόνια τα γερά· ζυγώνει κι η Παλλάδα
σιμά και το βασιλικό κορμί του μεγαλώνει.
Θαμάσανε κι απόμειναν τότε οι μνηστήρες όλοι,
και γύριζε ένας κι έλεγε τον πλαγινό κοιτώντας·
“και τι κακό που γύρεψε να πάθη ο καψο-Ίρος.
Για δες μερί που κρύβανε του γέρου τα κουρέλια. ”
Αυτά είπαν, και ταράχτηκε μέσα η καρδιά του Ίρου,
Όμως αφού τον έζωσαν, τον φέραν τα κοπέλια
με το στανιό, τι σύγκορμος τρεμούλιαζε απ΄ το φόβο.

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Αυτή η φράση λοιπόν δείχνει ότι οι Ραψωδοί ήξεραν ότι το όνομα Ἶρος σήμαινε «ανδρείος» και επομένως το αντίθετό του ἄιρος σήμαινε «άνανδρος»:

-*wiH-ròs > *wīròs > ϝῑρός = «ανδρείος, δυνατός» και με την ανθρωπωνυμική τυπική αλλαγή τόνου (λ.χ. ἀγλαός > Ἄγλαος, πυρρός > Πύρρος) > Ἶρος

– *n.-wiH-ros > *n.-wīros >ἄ-ϝῑρος = «άνανδρος, δειλός»

Ορίστε και οι απόψεις των Bader και Nagy για το θέμα:

Iros airos

Advertisements

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Η ΙΕ ρίζα *weiH(e)s- «δύναμη» και το παράγωγο της *wiH-ros = «άνδρας»

  1. Faon Perrovarri

    Αν θελης να αποδείξεις ,τα ωςα ιςχυριςεις θα σε παρακαλέσω να έχω τη μετάφραση μιαν προς μιαν των λεξεων οπως της έχω παράθεση πποιο κάτω ,για το απλουςτατο λόγω ,οτη μιλούμε με σενα και όχι με τους “αναφορές σου”
    ὣς
    ἔφαθ᾽,
    οἱ δ᾽
    ἄρα
    πάντες
    ἐπῄνεον:
    αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
    ζώσατο
    μὲν
    ῥάκεσιν
    περὶ
    μήδεα,
    φαῖνε
    δὲ
    μηροὺς
    καλούς
    τε
    μεγάλους
    τε,
    φάνεν
    δέ
    οἱ
    εὐρέες
    ὦμοι
    στήθεά τε
    στιβαροί
    τε βραχίονες:
    αὐτὰρ Ἀθήνη
    ἄγχι
    παρισταμένη
    μέλε᾽ ἤλδανε
    ποιμένι λαῶν.
    μνηστῆρες
    δ᾽ ἄρα
    πάντες ὑπερφιάλως
    ἀγάσαντο:
    ὧδε
    δέ
    τις εἴπεσκεν ἰδὼν
    ἐς πλησίον ἄλλον:

    ἦ τάχα
    Ἶρος Ἄϊρος
    ἐπίσπαστον κακὸν
    ἕξει,
    οἵην
    ἐκ ῥακέων ὁ γέρων
    ἐπιγουνίδα
    φαίνει.

    ὣς
    ἄρ᾽
    ἔφαν,
    Ἴρῳ
    δὲ
    κακῶς
    ὠρίνετο θυμός.
    ἀλλὰ καὶ ὣς
    δρηστῆρες
    ἄγον
    ζώσαντες
    ἀνάγκῃ
    δειδιότα:
    σάρκες
    δὲ
    περιτρομέοντο
    μέλεσσιν.

    • ως = ως
      ἔφαθ’ = ἔφατο = αόριστος του φήμι = «λέω,μιλάω», αποκομμένο με το «τ» να δασύνεται σε «θ» από τη δασεία του άρθρου «οἱ» που ακολουθεί.
      οἱ δ΄ = οι δε
      ἄρα = άρα
      πάντες = πάντες
      ἐπίνῄον = επικός αόριστος (νομίζω) 3ου πληθυντικού του ἐπαινέω ~~νεοελληνικό επαινώ που τότε είχε και τη σημασία «συμφωνώ, εγκρίνω».

      Μέχρι τώρα η φράση γίνεται «έτσι μίλησε και άρα (= κατά συνέπεια) οι πάντες επαίνησαν (ενέκριναν) τα λόγια του».

      αὐτάρ Ὀδυσσεύς = αλλά/και έτσι ο Οδυσσέας
      ζὠσατο = έζωσε (το ρήμα ζώννυμι/ζώνω είναι ΙΕ συγγενής του δικού σας gjesh)
      http://en.wiktionary.org/wiki/gjesh
      μεν = μεν (αν γνωρίζετε την νεοελληνική θα έχετε ακούσει τη φράση «οι μεν και οι δε»)
      ράκεσιν = δοτική πληθυντικού της λέξης ράκος = κουρέλι, παλιόρουχο (εξου και ρακένδυτος = ντυμένος με κουρέλια)
      περὶ μήδεα = γύρω από τα «μήδη» = γενετικά όργανα/περιοχή γενετικών οργάνων = λίγο πολύ η περιοχή της μέσης

      Άρα μέχρι στιγμής η δεύτερη φράση μεταφράζεται «και έτσι ο Οδυσσέας έζωσε μεν τα ράκη του γύρω από το μέση του» ή, για να αποδώσω την δοτική «ράκεσιν» καλύτερα «ο Οδυσσέας ζώστηκε με τα ράκη του γύρω από τη μέση του».

      φαῖνε = έδειξε, φανέρωσε (φαίνομαι)
      δε = δε (κλείνει την σύζευξη που ξεκίνησε το μεν παραπάνω)
      μηρούς καλούς τε μεγάλους τε = τους καλούς (ωραίους) και μεγάλους μηρούς του

      φάνεν δε = και φάνηκαν
      οι ευρέες = οι ευρείς (πληθυντικός του ευρύς = πλατύς = φαρδύς)
      ὥμοι = ώμοι
      στήθεα τε = και τα στήθη
      στιβαροί τε βραχίωνες = και οι στιβαροί βραχίωνες.

      «και φάνηκαν οι ευρείς του ώμοι και τα ευρέα στήθη του και οι στιβαροί του βραχίωνες».

      αὐτάρ Ἀθηνή ἄγχι παρισταμένη = και η Αθηνά κοντά/δίπλα (ἄγχι) παριστάμενη
      μέλε΄ ήλδανε = ηύξηνε σε μέγεθος/«φούσκωνε» τα μέλη του (δηλαδή «φούσκωνε» τους μύες των μελών του, μέλη = άκρα = χέρια και πόδια)

      Το ρήμα αλδαίνω σημαίνει «αυξάνω».

      ποιμένι λαών = στον ποιμένα των λαών = «τσέλιγκα των στρατών» = μεταφορική έκφραση που σημαίνει «αρχηγός των στρατευμάτων = στρατηγός».

      Δηλαδή «και η Αθηνά παριστάμενη κοντά/δίπλα στον ποιμένα των λαών «φούσκωνε» κι΄άλλο τους μύες των μελών του».

      Κάνω μια σύνοψη των όσων μετέφρασα μέχρι τώρα:

      Έτσι μίλησε και κατά συνέπεια οι πάντες επαίνησαν τα λόγια του. Και έτσι ο Οδυσσέας έζωσε τα ράκη του γύρω από τη μέση του, φανερώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους καλούς και μεγάλους μηρούς του, και φάνηκαν οι ευρείς του ώμοι,το ευρύ στήθος του και οι στιβαροί του βραχίωνες. Και η Αθηνά παραδίπλα στεκόμενη/κοντά παριστάμενη «φούσκωνε» περισσότερο τα μέλη του.

      μνηστῆρες δ΄ἄρα πάντες = κατα συνέπεια, πάντες οι μνηστήρες (= όλοι οι μνηστήρες)
      ὐπερφιάλως ἀγάσαντο = θαύμασαν υπερφίαλα = υπερβολικά

      (ἄγαμαι = θαυμάζω, καταπλήσσομαι)

      ὧδε δὲ= «και έτσι»

      τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον = «ο ένας κοιτώντας (τον Οδυσσέα) έλεγε (είπα) στον γειτονικό του άλλο»

      ἦ τάχα = «ότι τώρα/σε λίγο χρόνο» (ταχύς = γρήγορος)
      Ἶρος Ἄϊρος «ο άιρος Ἴρος» (που όπως εξήγησα σημαίνει «ο άνανδρος άνδρας»)
      ἐπίσπαστον κακὸν (= κακό που το προκάλεσε από μόνος του)
      ἕξει (μέλλοντας το έχει, δηλαδή «θα έχει»)

      Δηλαδή οι μνηστήρες έλεγαν ο ένας στον διπλανό του άλλο ότι ο Ίρος άιρος θα λάβει κακό (= θα πάθει συμφορά) που το προκάλεσε ο ίδιος.

      ἐπισπαστός = «που επί έπεται = που ακολουθεί ως συνέπεια». Αν δεν απατώμαι το -σπ- πρέπει να είναι ο μηδενικός βαθμός της ρίζας *sekw- > hep- = ἕπομαι = ακολουθώ:

      http://en.wiktionary.org/wiki/%E1%BC%95%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

      Κατά συνέπεια ἐπισπάω = τραβάω, κουβαλάω κάτι = «κάνω κάτι να με ακολουθεί»

      «οἴην ἐπιγουνίδα» = «τέτοιο μηρό» (κοίτα τι μηρό !!!) (επί-γουνίδα = μέρος πάνω από το γόνατο = μηρός)
      «ἐκ ρακέων ὁ γέρων φαίνει» (φανερώνει ο γέρος κάτω από τα ράκη = κουρέλια)

      Δηλαδή «κοίτα τι (γυμνασμένο) μηρό έκρυβε ο γέρος κάτω από τα κουρέλια !»

      ὣς ἄρ᾽ἔφαν, «έτσι μιλούσαν»/«τέτοια έλεγαν»

      Ἴρῳ δὲ κακῶς ὠρίνετο θυμός = «και στον Ίρο αναπτύχθηκε/φούντωσε κακώς ο θυμός = με άλλα λόγια «και στον Ίρο φούντωσε η δειλία».

      ἀλλὰ καὶ ὣς δρηστῆρες ἄγον ζώσαντες ἀνάγκῃ δειδιότα = αλλά συνέχισε φοβισμένος (ἀλλὰ ἄγον δειδιότα), όπως οι δούλοι/εργάτες «ζώνουν» την ανάγκη (ὥς δρηστῆρες ζώσαντες ἀνάγκη). Με άλλα λόγια, «όπως οι δραστήρες = εργάτες/δούλοι δουλεύουν καταναγκασμένοι θέλουν δε θέλουν».

      σάρκες δὲ περιτρομέοντο μέλεσσιν = οι σάρκες στα μέλη του περιέτρεμαν, δηλαδή τα μαλακά μόρια των μελών του έτρεμαν από το φόβο.

      περι-τρομέω = τρέμω πέρα δώθε γύρω από μια θέση ισορροπίας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s