Ανετυμολόγητα αρχαία Μακεδονικά ονόματα #3

H σημερινή τρίτη ανάρτηση της σειράς για τα περίεργα και ανετυμολόγητα Μακεδονικά ονόματα θα παρουσιάσει τα πιο ενδιαφέροντα από τα ἅπαξ απαντημένα.

1) Μόλογρος

(*σημ. στο συγκεκριμένο όνομα κρατάω μια επιφύλαξη επειδή δεν έχω καταφέρει ακόμα να βρω αν όντως προέρχεται από την Μακεδονία ή τη Θράκη και ο τόμος IV του LGPN δείχνει και τις δύο περιοχές μαζί)

Το όνομα προέρχεται από τον πρωτο-ελληνικό πρόγονο του ομηρικού μολοβρός = «σκατοφάγος, σκουπιδοφάγος», mologwros, χαρακτηρισμό που οι μνηστήρες αποδίδουν στον μεταμορφωμένο σε ζητιάνο Οδυσσέα που ζητάει τα αποφάγια τους. Το πρώτο συνθετικό μολο-/μολυ- συνδέεται με το θέμα του ρήματος μολύνω που εν τέλει ανάγεται στην ρίζα *mel- «μαύρος, λερωμένος» του όρου μέλας (λ.χ. σανσκριτικό malam = «βρομιά» και σύνθετα σε mala-), ενώ το δεύτερο συνθετικό περιέχει το θέμα -βρ- του βιβρώσκω (<*gwerh3- «καταβροχθίζω»).

[Οδύσσεια, 17.219]

πῇ δὴ τόνδε μολοβρὸν ἄγεις, ἀμέγαρτε συβῶτα,
πτωχὸν ἀνιηρόν δαιτῶν ἀπολυμαντῆρα;

Πού πας με αυτά τα βρωμογούρουνα, χοιροβοσκέ χαμένε,
τον ανεβάσταγο το ζήτουλα, των τραπεζιών τη λέπρα;

[Οδύσσεια, 18.26]

τὸν δὲ χολωσάμενος προσεφώνεεν Ἶρος ἀλήτης:
‘ὢ πόποι, ὡς ὁ μολοβρὸς ἐπιτροχάδην ἀγορεύει,
γρηῒ καμινοῖ ἶσος:

Κι ο Ίρος ο ζήτουλας θυμώνοντας του απηλογήθη κι είπε:
«Ωχού μου, ιδές του βρωμογούρουνου πως πάει ροδάνι η γλώσσα,
ίδια γριά κοντά στο τζάκι της!

(Οι Μεταφράσεις είναι των Κακριδή-Καζαντζάκη)

Oι Κακριδής και Καζαντζάκης προφανώς δυσκολεύτηκαν στην νεοελληνική απόδοση του μολοβρός και το απέδωσαν ως «βρωμογούρουνο». Βέβαια οι ραψωδοί ήξεραν πολύ καλά τι θα πει μολοβρός, γιατί παρακάτω χρησιμοποιείται ο όρος «δαιτῶν ἀπολυμαντήρ» = αυτός που απολυμαίνει τα τραπέζια, δηλαδή τρώει τ΄αποφάγια.

Όσο περίεργο και αν σας φαίνεται, το όνομα εμφανίζεται δύο φορές στην Λακωνία ως Μόλοβρος και εμφανίζεται ήδη στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ της Πύλου ως Mo-ro-qo-ro (/Mologwros/). Μάλλον, το θεσσαλικό Μόλοκρος σχετίζεται με τα παραπάνω διότι ένα συχνό θεσσαλικό όνομα είναι το Μόλυκκος (7 φορές στη Θεσσαλία και άπαξ στην Μακεδονία), το οποίο ο Garcia-Ramon ετυμολογεί ως «βρομιάρης» και το συνδέει με το μολοβρός.

Παραθέτω την ερμηνεία του Garcia-Ramon από το κεφάλαιο του για τα μυκηναϊκά ονόματα που έχω παραθέσει στην πρώτη ανάρτηση:

Mologros

mologwros

Ο τύπος Μόλογρος είναι ενδιαφέρων διότι δείχνει την αηθή τροπή του χειλοϋπερωικού *gw>g, η οποία δείχνει γνώση του όρου από τους Μακεδόνες από την εποχή που τα χειλοϋπερωικά υπήρχαν ακόμα. Αν ο όρος είχε εισέλθει στη Μακεδονία μέσα από τα ομηρικά έπη, θα ήταν Μόλοβρος. Η αηθής τροπή του χειλοϋπερωικού μπορεί να ιδωθεί είτε σαν φωνολογική επίδραση των γειτονικών μη ελληνικών παλαιοβαλκανικών γλωσσών που τρέπουν κατά κανόνα τα χειλοϋπερωικά σε υπερωικά: *kw>k, gw(h)> g (λ.χ. φρυγικό *kwos > kos αντί για ποῖος και Δακο-Θρακικό *gwherm- > Γέρμα, Γερμισάρα αντί για θερμός) είτε σαν αναλογική επίδραση της ποικιλίας **Μόλυγρος (Θεσσ. Μόλυκκος) στην οποία το /γ/ εξαιτίας του «νόμου του βουκόλου» που θέλει τα χειλοϋπερωικά να τρέπονται σε υπερωϊκά όταν γειτνιάζουν άμεσα με τον φθόγγο /u/ (λ.χ. τα παραδείγματα *gwou-kwolos > βουκόλος και *wl.kwos > wlokwos > lokwos > lukwos > λύκος, με το τελευταίο /u/ να οφείλεται στον νόμο του Cowgill που λέει πως το πρωτοελληνικό /o/ που βρίσκεται μεταξύ ένηχου (m,n,l,r) και χειλικού (m,p,b,bh,kw,gw,gwh) τρέπεται σε /u/.

Θυμίζω ότι τα μακεδονικά ονόματα Ἰκκότᾱς και Ἰκκότιμος δείχνουν την ύπαρξη της αηθούς διαλεκτικής ποικιλίας *h1ek’wos > ἵκκος αντί της συνήθους ἵππος (Ἱππότης, Ἰππότιμος) που εμφανίζεται στο όνομα Ἴκκος του Ολυμπιονίκη από τον Τάραντα.

Ikkos

Το Θεσσαλικό Μόλοκρος με την τροπή *gw>g>k είναι πιο δύσκολο να ερμηνευθεί αν και κάποιος θα μπορούσε να πει ότι πρόκειται για υπερδιόρθωση ή αναλογική επίδραση από το Μόλυκκος. H τροπή αυτή είναι αναμενόμενη στην Θρακική γλώσσα (λ.χ. *gwelβλύω, αναβλύζω > θρακ. *gwelna > κέλλα = πηγή ~ γερμ. Quelle), αλλά είναι δύσκολο να επικαλεστούμε θρακική επίδραση στην Θεσσαλία που «προσπέρασε» την Μακεδονία.

Σχετικά με το θεσσαλικό και άπαξ μακεδονικό Μόλυκκος, ο Garcia Ramon γράφει στην σελίδα 49 του κεφαλαίου του για τα αρχαία θεσσαλικά ονόματα, στο βιβλίο “Old and New Worlds in Greek Onomastics” (επιμ. Elaine Matthews, Oxford University Press, 2007):

Μόλυκκος (Larissa, Krannon, Gonnoi) may be connected with μολύνω = “stain, sully, defile” and designate the bearer of the name as “dirty”. The same may be assumed for Μολύσων (Pharsalos), and for Μολάκκα (Azoros). The meaning of the verb implies the existence of a basic noun *μόλος (IE *mol- underlies also Gr. μέλας = “black”), which is not attested but is assured by Sanskrit málam = “dirt” and by the parallel with the pair φόλυς, φολύνω (φολύνει = μολύνει, Hsch.). A form *μόλος (or *μόλυς) is also attested as the first element of compounds (Μολο-, Μολυ-), cf. MN Μόλοβρος (Myc. mo-ro-qo /Mologwros/), reflecting Hom. μολοβρός = “devourer of dung”, as has been shown by Günther Neumann (Griechisch μολοβρός, 1992). Whether -κκος in Μόλυκκος is simply an onomastic suffix or is a “short” form of a compound, we cannot say.

2) Ἀταρρίας

Το όνομα Ἀτταρίας, το οποίο ο Πλούταρχος αργότερα αποδίδει εσφαλμένα ως Ταρρίας εμφανίζεται σε έναν από τους τρεις Μακεδόνες (Ἀταρρίας Δεινομένους, Ἀντιγένης και Φιλώτας Παρμενίωνος) που ήταν γνωστοί για το υπέρμετρο θάρρος τους στον πόλεμο αλλά και την υπέρμετρη αγάπη τους για το κρασί και τις γυναίκες. Απαντά άλλη μια φορά ως Ἐταρρίας στην ελληνιστική Ασία, σχεδόν σίγουρα σε άτομο μακεδονικής καταγωγής.

Atarrias

Το όνομα αποτελείται από το ανθρωπωνυμικό επίθημα -ίας προσαρτημένο στην διαλεκτική ποικιλία **ἀτάρρος/ἑτάρρος του όρου ἑταῖρος = «σύντροφος, συμπολεμιστής». Λ.χ. ο Αγαμέμνων χαρακτηρίζει τους Μυρμιδόνες συμπολεμιστές του Αχιλλέα ως ἑταίρους του εκεί που χαρακτηρίζει τον τελευταίο ως τον αντιπαθέστατο των διοτρεφών βασιλέων.

[Ιλ. 1.179-180]

Τὸν δ᾿ ἠμείϐετ᾿ ἔπειτα ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
«Φεῦγε μάλ᾿, εἴ τοι θυμὸς ἐπέσσυται, οὐδέ σ᾿ ἔγωγε
λίσσομαι εἵνεκ᾿ ἐμεῖο μένειν· πάρ᾿ ἔμοιγε καὶ ἄλλοι

οἵ κέ με τιμήσουσι, μάλιστα δὲ μητίετα Ζεύς.
ἔχθιστος δέ μοί ἐσσι διοτρεφέων βασιλήων·
αἰεὶ γάρ τοι ἔρις τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι τε·
εἰ μάλα καρτερός ἐσσι, θεός που σοὶ τό γ᾿ ἔδωκεν·
οἴκαδ᾿ ἰὼν σὺν νηυσί τε σῇς καὶ σοῖς ἑτάροισι

Μυρμιδόνεσσιν ἄνασσε, σέθεν δ᾿ ἐγὼ οὐκ ἀλεγίζω,
οὐδ᾿ ὄθομαι κοτέοντος· ἀπειλήσω δέ τοι ὧδε·

Κι ο πρωταφέντης Αγαμέμνονας του απηλογήθη τότε:
«Και δε μισεύεις πίσω, αν σ᾿ έπιασε του μισεμού λαχτάρα!
Δε σου προσπέφτω εγώ, για χάρη μου να μείνεις᾿ έχω κι άλλους
να με τιμήσουν, το βαθύγνωμο το Δία πιο πάνω απ᾿ όλους.
Εσένα πιο βαριά σε οχτρεύομαι μες στους τρανούς ρηγάδες,
τι πάντα πόλεμοι σου αρέσουνε, συνερισιές κι αμάχες’
και λέω, κι αν είσαι τόσο αντρόκαρδος, από θεού ‘ναι δώρο.
Τράβα στον τόπο σου με τ᾿ άρμενα και τους συντρόφους σου όλους,

κι εκεί στους Μυρμιδόνες όριζε᾿ δε σε ψηφώ καθόλου,
κι ούτε με νοιάζει που μου θύμωσες, μόν᾿ τή φοβέρα μου άκου:

(Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Στην Μακεδονία, ο όρος «ἑταῖροι» παραδοσιακά χαρακτήριζε τους έφιππους αριστοκράτες συμπολεμιστές του Μακεδόνα βασιλιά. Αυτή η κατάσταση ήταν πανελλήνια κατά τους «Σκοτεινούς Αιώνες» (~ 1000-800 π.Χ.) πριν από την οργάνωση σε πόλεις κράτη, όπου εμφανίζονται οι φαλαγγιτικοί στρατοί πολιτών.  Αργότερα, κάποιος Αλέξανδρος (ή ο Β΄ ο αδελφός του Φιλίππου ή ο παλαιότερος Α΄) θέσπισε τον όρο «Πεζέταιροι» για το νεοσύστατο πεζικό των φαλαγγιτών. Ο Μέγας Αλέξανδρος αποκλείεται να είναι διότι η πρώτη απάντηση του όρου «Πεζέταιροι» είναι στον Δημοσθένη. Κατά τον Hammond, ο όρος «πεζέταιροι» από τα χρόνια του Φιλίππου και έπειτα, προσδιόριζε τους φαλαγγίτες από την παραδοσιακή Κάτω Μακεδονία, ενώ ο όρος «ἀσθέταιροι» προσδιόριζε τους προσφάτως μακεδονοποιημένους Ηπειρώτες πεζικάριους από την Άνω Μακεδονία. Θυμίζω πως η Μακεδονία, ενώ είχε άριστη παράδοση σε ιππικό, μέχρι τα χρόνια του Θουκυδίδη δεν είχε παράδοση σε πεζούς φαλαγγίτες. Αυτό προσωπικά με ωθεί να προτιμήσω τον «άσημο» Αλέξανδρο Β΄ ως τον ιδρυτή του θεσμού των «Πεζεταίρων» αντί για τον πιο διάσημο πρόγονό του.  Στο a Companion to Ancient Macedonia που θα παραθέσω παρακάτω, προτιμούν τον πιο γνωστό Αλέξανδρο Α΄, αλλά σας εξήγησα γιατί διαφωνώ μαζί τους. Ο Θουκυδίδης, που γράφει γύρω στο 399 π.Χ., θεωρεί το μακεδονικό πεζικό του Περδίκκα Β΄ ως «κλωτσοσκούφι», αλλά θαυμάζει το μακεδονικό ιππικό. Η μεταμόρφωση του μακεδονικού πεζικού φαίνεται να είναι έργο των υιών του Αμύντα Γ΄ (Αλέξανδρος Β΄, Περδίκκας Γ΄ και, κυρίως, ο Φίλιππος Β΄). Μία άλλη πρόταση κάποιων ιστορικών είναι πως οι πηγές μας κάνουν λάθος όταν αποδίδουν τον θεσμό των πεζεταίρων σε κάποιον Αλέξανδρο και προτείνουν σαν εφευρέτη τον Αρχέλαο.

Πριν προχωρήσω στις γλωσσολογικές παρατηρήσεις στο όνομα Ἀταρρίας/Ἐταρρίας παραθέτω μερικές σελίδες για τα παραπάνω:

α) Ιππικό «ἐταίρων» κατά τους «σκοτεινούς» ελληνικούς αιώνες πριν από τον φαλαγγιτικό στρατό των πολιτών:

DA cavalry

β) Η διαφωνία για το ποιος Μακεδόνας βασιλιάς θέσπισε τον θεσμό των «Πεζεταίρων»:

Pezhetairoi

γ) Η άποψη του Hammond για τους Κάτω Μακεδόνες «Πεζέταιρους» και τους Άνω Μακεδόνες «Ἀσθέταιρους»:

asthetairoi

O όρος ἄστυ προτιμήθηκε προφανώς διότι οι άνδρες αυτοί στρατολογούνταν από τις πόλεις (άστεα) που ίδρυσε ο Φίλιππος στην Άνω Μακεδονία. Όπως θυμίζει ο Αλέξανδρος στους Μακεδόνες που στασίασαν στον Ὤπι το 324 π.Χ.:

[Αρριανός, 7.9.2]

καὶ πρῶτά γε ἀπὸ Φιλίππου τοῦ πατρός, ᾗπερ καὶ εἰκός, τοῦ λόγου ἄρξομαι. Φίλιππος γὰρ παραλαβὼν ὑμᾶς πλανήτας καὶ ἀπόρους, ἐν διφθέραις τοὺς πολλοὺς νέμοντας ἀνὰ τὰ ὄρη πρόβατα ὀλίγα καὶ ὑπὲρ τούτων κακῶς μαχομένους Ἰλλυριοῖς καὶ Τριβαλλοῖς καὶ τοῖς ὁμόροις Θρᾳξίν, χλαμύδας μὲν ὑμῖν ἀντὶ τῶν διφθερῶν φορεῖν ἔδωκεν, κατήγαγε δὲ ἐκ τῶν ὀρῶν ἐς τὰ πεδία, ἀξιομάχους καταστήσας τοῖς προσχώροις τῶν βαρβάρων, ὡς μὴ χωρίων ἔτι ὀχυρότητι πιστεύοντας μᾶλλον ἢ τῇ οἰκείᾳ ἀρετῇ σώζεσθαι, πόλεών τε οἰκήτορας ἀπέφηνε καὶ νόμοις καὶ ἔθεσι χρηστοῖς ἐκόσμησεν.

«Ο Φίλιππος σας παρέλαβε φτωχούς ποιμένες με τους περισσότερους από εσάς ντυμένους με «διφθέρες» (= «ζωοτόμαρα») να βόσκετε λίγα πρόβατα πάνω στα βουνά τα οποία και χάνατε στις μάχες με τους Ιλλυριούς τους Τριβαλλούς και τους γειτονικούς Θράκες – όταν ακόμα δεν ξέρατε να πολεμάτε- και σας έδωσε να φοράτε χλαμύδες αντί διφθέρων, σας κατέβασε από τα βουνά στους κάμπους, σας κατέστησε αξιόμαχους έναντι των γειτονικών σας βαρβάρων, διδάσκοντάς σας να βασίζεστε στην δική σας πολεμική αρετή αντί να κρύβεστε στα οχυρωμένα χωριά σας, σας έκανε κατοίκους πόλεων και σας διακόσμησε με χρήσιμους νόμους και ήθη».

Ο Ian Worthington σχολιάζοντας αυτό το χωρίο στο βιβλίο του Philip II of Macedonia (Yale University Press, 2008) γράφει στη σελίδα 243:

If the opening is a reference just to the people of Upper Macedonia (and the geographical proximity of the tribes mentioned supports this), it is not far off the mark in light of what Philip did  for the people in these areas.”

Πάμε τώρα στα γλωσσολογικά. Η λέξη ἑταῖρος παράγεται από τον μηδενικό βαθμό του θέματος της λέξης ἕτερος:

heter-os > hetr.-jos > hetar-jos > hetairos ύστερα από τη μετάθεση του άτονου /j/ του παραγωγικού επιθήματος -ιος (λ.χ. Κόρινθ-ος > Κορίνθ-ιος, Ἀπόλλων > Ἀπολλών-ιος) που συνέβη κάποια στιγμή μετά το 1000 π.Χ. Θυμίζω το *korjos = στρατός που έδωσε τον όρο *korj-anos > κοίρανος = «στρατηγός, πολέμαρχος» και το ρήμα φθέρ-jω που έγινε φθείρω, αλλά στην αιολική φθέρρω (και στην αρκαδική φθήρω που προέρχεται από το φθέρρω με απλοποίηση του διπλού συμφώνου συνοδευόμενη από αναπληρωματική έκταση).

O όρος ἕτερος από την άλλη, είναι ένα γλωσσολογικό αττικο-ιωνικό «λάθος» (λόγω αφομοίωσης a..e > e..e) που γενικεύθηκε. Ο γλωσσολογικά «ορθός» όρος είναι *sm.-teros > hateros = ἅτερος και αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι περισσότερες μη αττικο-ιωνικές διάλεκτοι και είναι αυτός που απαντά στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ (a2-te-ro = /hateros/). Το αφομοιωμένο ἕτερος θυμίζει το επίσης γενικευμένο «λάθος» *meg’h2-dhos > μέγαθος > μέγεθος το οποίο μόνον οι Ίωνες προέφεραν «ορθά» ως μέγαθος. Το *sm.-> (h)a- του πρωτο-ελληνικού τύπου ἅτερος είναι το γνωστό μας αθροιστικό α- που έχω αναλύσει αλλού. Η κυριολεκτική σημασία της λέξης ἕτερος/ἅτερος είναι «ο [άλλος] ένας εκ των δύο» και ο κελτικός απόγονος του ΠΙΕ *sm.-teros είναι *hamter> hanter > hanner = «μισός» (ένας εκ των δύο).

Ας δούμε αυτά που έχω πει μέχρι τώρα:

Η ετυμολόγηση *sm.-teros > ἅτερος > ἕτερος κατά Mallory & Adams και ο τύπος a2-te-ro ~ ἅτερος στην Γραμμική Β΄:

hateros

Το μακεδονικό όνομα Ἀταρρίας δείχνει τον διαλεκτικό ψιλωτικό τύπο *ἀτάρρος αντί του ἑταῖρος και είναι αυτός ακριβώς που θα περιμέναμε στην μακεδονική διάλεκτο που έχει δώσει τα ονόματα Κόρρᾱγος, Κορράτᾱς και Κορράβων !!!

«Πανελλήνιοι» μεταθετικοί τύποι:

*korj-anos > κοίρανος

* sm.-tr.-jos > hatarjos > ἁταῖρος ~ ἑταῖρος

και οι Μακεδονικοί τύποι που δείχνουν την αιολική τροπή -rj->-rr- (λ.χ. Θεσσαλικό Πέρρανδρος < Πέρjανδρος με τυπικά αιολικό υποχωρητικό τονισμό όπως στρότος ~ στρατός και στρότᾱγος ~ στρατηγός και το δικαστήριον > δικαστείρρεν της Ιστιαιώτιδος):

*korj-āgos > Κόρρᾱγος

*sm.-tr.-jos > hatarjos > hatarros ~ ἁτάρρος

Η διτυπία Ἀταρρίας ~ Ἐταρρίας αντιστοιχεί στην ἅτερος ~ ἕτερος.

Όσον αφορά στην ανθρωπωνυμική απάντηση του όρου ἑταῖρος στο LGPN βρίσκουμε:

hetairos

3) Διρβέας

Είναι ένα άπαξ όνομα που απαντά στην συνθήκη συμμαχίας Περδίκκα Β΄ και Αθηναίων (~415 π.Χ.). Έχω ήδη δείξει στην πρώτη ανάρτηση την άποψη του Χατζόπουλου ότι πρόκειται για ανετυμολόγητο και μάλλον μη ελληνικό όνομα. Όταν όμως υπέπεσε στην προσοχή μου το όνομα Δερφέας σε μια επιγραφή της Αίγινας, παρατήρησα την ομοιότητά του με το μακεδονικό Διρβέας. Οι μόνες διαφορές είναι η τροπή ε>ι που είναι γνωστή στη Μακεδονία και η τυπική μακεδονική τροπή φ>β (Φερενίκη ~ Βερ(ε)νίκᾱ). Το γεγονός ότι η ηχηροποίηση γίνεται μετά από το ένηχο /r/ (γνωστό για την δράση του ως ηχηροποιητικός πυρήνας λ.χ. λατ. quattuor > quadrus, ιταλ. patrem > padre και ελλην. *derk’- > δέρκομαι, αλλά *dr.k’- > δράκων και δραγάτης) κάνει ακόμα πιο πιθανή τη συσχέτιση. Ένα παράδειγμα περιρρωτικής ηχηροποίησης που έχει περάσει απαρατήρητο είναι το αποκλειστικά σπαρτιατικό όνομα Βρασίδᾱς όταν συγκρίνεται με τα Φρασίδᾱς (2 από τις τρεις φορές στην Αργολίδα) και Πρασίδᾱς:

Brasidas

Τα μόνα ελληνικά ονόματα σε Βρασ- είναι τα Βρασίδᾱς, Βρασιδία και Βρασίλας και μια σειρά προφανώς ασχέτων θρακικών ονομάτων σε Βρασι- όπως Βρασίτραλις κλπ. Αντίθετα, υπάρχουν πλείστα ελληνικά ονόματα σε Φρασι- και κάποια σε Πρασι- κάτι που δείχνει ότι το όνομα Βρασίδᾱς είναι λακωνικός διαλεκτικός τύπος μάλλον του ονόματος Φρασίδᾱς ή του Πρασίδᾱς (αν το δεύτερο δεν είναι επίσης διαλεκτική παραλλαγή του πρώτου).

α) Βρασ-:

brasi

β) Τα 20 πιο συχνά από τα συνολικά 27 ονόματα σε Φρασι- και τα λίγα σε Πρασι-:

Phrasidas

Μετά από αυτή τη μακρά παράκαμψη στο θέμα της περιρρωτικής ηχηροποίησης ας γυρίσουμε στο Μακεδονικό Διρβέας και το Αιγινητικό Δερφέας. Η «εύκολη» πρόταση είναι να συγκρίνουμε το θέμα Δερφ- με το Δελφ- (λ.χ. νεοελληνικό αδελφός ~ αδερφός και αρχ. μολύνω ~ φολύνω ~ φορύνω > φύρμα με /u/ λόγω του νόμου του Cowgill λ.χ. ὄνομα ~ ὄνυμα). Αλλά επειδή οι ελληνικοί όροι δελφ- ανάγονται στο ΠΙΕ *gwelbhus- «μήτρα, βρέφος» το οποίο ήδη στην ΠΙΕ γλώσσα είχε και την εναλλακτική μορφή *gwerbhus- (λ.χ. ελλην. δελφύς,βρέφος, αγγλικό whelp, αλλά παλαιοσλαβωνικό žrěbę) τα ονόματα μπορεί να ανάγονται σε μια διαλεκτική ποικιλία *δέρφος της λέξης βρέφος (λ.χ. *gwels- > βούλομαι ~ βέλλομαι ~ δείλομαι ~ δήλομαι) και υπάρχει τόσο το όνομα Βρεφύλος όσο και το ταυτόσημο θεσσαλικό Πορτῖνος (μακεδ. Βορδῖνος) που ανάγεται στο πόρτις = «νεαρό μοσχάρι».

Dirbeas

portis

Advertisements

Leave a comment

Filed under Αρχαιότητα, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s