Ανετυμολόγητα αρχαία μακεδονικά ονόματα #2

Διαχώρισα το υλικό των αναρτήσεων με τέτοιο τρόπο, ώστε η προηγούμενη ανἀρτηση να είναι ο μεθοδολογικός οδηγός πάνω στον οποίο θα βασιστεί αυτή η ανάρτηση. Ενώ στην προηγούμενη ανάρτηση απλώς παρέθεσα τις απόψεις των ειδικών, εδώ θα εκθέσω την προσωπική μου θέση πάνω σε μερικά ανετυμολόγητα μακεδονικά ονόματα. Επομένως, για τις παρακάτω ετυμολογικές προτάσεις, δεν μπορώ να επικαλεστώ την ίδια βεβαιότητα με αυτήν που διακοσμεί τις αναρτήσεις όπου παραθέτω τις απόψεις των ειδικών.

2) Συχνά ανετυμολόγητα ονόματα: Ἀρραβαῖος, Ἀρριδαῖος, Ἀδαῖος και Δέρδας:

Ι) Το όνομα Ἀρραβαῖος είναι τυπικά μακεδονικό. Πρωτοαπαντά στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα τόσο στην κάτω Μακεδονία (συνθήκη Περδίκκα Β΄ και Αθηνών ~ 415 π.Χ.) όσο και στην Άνω Μακεδονία (ο Θουκυδίδης στα γεγονότα του 424 π.Χ. περιγράφει τον βασιλιά των Λυγκηστών Ἀρραβαῖο Βρομερού, *σημ. μην παρεξηγήσετε το όνομα Βρομερός, στην αρχαία ελληνική σημαίνει «διάσημος, ξακουστός, που κάνει πάταγο»). Τα ονόματα των Μακεδόνων που υπογράφουν στην συνθήκη Περδίκκα Β΄ και Αθηνών είναι τα παρακάτω:

IGI389

Τα περισσότερα από τα ανετυμολόγητα ονόματα της τελευταίας λίστας έχουν ταξινομηθεί ως ελληνικά ιδίως μετά από τις μελέτες του Olivier Masson πάνω στο διαλεκτικό μακεδονικό ανθρωπωνυμικό. Τα μόνα που παραμένουν ανετυμολόγητα από αυτά σήμερα είναι τα Ἀρραβαῖος, Δαδῖνος, Δέρδας και Διρβέας. Έχω ήδη παραθέσει στην πρώτη ανάρτηση την άποψη του Χατζόπουλου ότι μάλλον πρόκειται για μη ελληνικά ονόματα. Το Δαδῖνος ειδικότερα μπορεί να συσχετιστεί με το «Θρακο-Φρυγικό» Δάδας/Δάδος.

Dadas

Το Διρβέας από την άλλη θα το συζητήσω παρακάτω στα ἅπαξ.

Το όνομα Ἀρραβαῖος απαντά στο LGPN 18 φορές όλες στην Μακεδονία και απαντά 17 φορές ως Ἀρραβαῖος και ἅπαξ ως Ἐρρεβαῖος.

Arrabaios

Η ετυμολογική διερεύνηση πρέπει να εξετάσει δύο υποπεριπτώσεις:

α) Μονοθεματικό όνομα με θέμα ἀρραβ-

β) Σύνθετο όνομα που περιέχει το επιτατικό πρόθεμα ἀρι-/ἐρι- (λ.χ. ἐρικυδής και ἀριπρεπής): ἀρι-αβαῖος

Και σε κάθε μια από αυτές να εξηγήσει το διπλό /rr/, να διασαφηνίσει εάν το «β» είναι μακεδονική ηχηροποίηση κάποιου άηχου χειλικού φθόγγου (π,φ όπως Φερενίκη > Βερενική και Πορτῖνος > Βορδῖνος) και αν γίνεται να εξηγήσει την ἅπαξ ποικιλία Ἐρρεβαῖος.

Στην πρώτη υποπερίπτωση το μόνο που κατάφερα να βρω προς σύγκριση είναι το σανσκριτικό r.sa-bhà = «ταύρος, αρσενικό ζώο» το οποίο περιέχει τον μηδενικό βαθμό *r.s-n.- της ΠΙΕ ρίζας *r.s-en- «αρσενικό». Η ρίζα μοιάζει με την ομόσημη *wers-en- με την οποία συχνά συγχέεται σε πολλές ΙΕ γλώσσες. Οι Mallory-Adams γράφουν για τις δύο ρίζες:

male

H ρίζα *r.s-en- έχει δώσει το ελληνικό ἄρσήν/ἄρρην, το σανσκριτικό *r.sn.-bha > r.sa-bha «ταύρος, αρσενικό ζώο» (για την ινδο-ιρανική τροπή *n.>a δείτε το στερητικό a- αυτών των γλωσσών) που συζητήθηκε και το αβεστικό (αρχαίο περσικό) arəšan = «άνδρας», ενώ η ρίζα *wers-en- έχει δώσει το λατινικό verres = «κάπρος» και το αβεστικό varəšni = «κριός, αρσενικό». Το ιρανικής καταγωγής αρμενικό σύνθετο όνομα Aršavir περιέχει  δύο ρίζες που σχετίζονται με την αρσενικότητα: *r.sn.- και *weiH-ros (λ.χ. λατινικό vir = άνδρας).

Τα ζώα τα οποία περιγράφονται από τις δύο αρσενικές ρίζες (ταύρος, κάπρος, κριός) ήταν σύμβολα αρσενικής ισχύος σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς και, κατά συνέπεια, απαντούν στο ανθρωπωνυμικό υλικό τους. Το όνομα του Πέρση Shahrbaraz σημαίνει «ο κάπρος της [σασσανικής] αυτοκρατορίας», το λατινικό verres = «κάπρος» απαντά και σαν λατινικό όνομα (λ.χ. Gaius Verres), ενώ στην ελληνική απαντούν τα ονόματα: Κάπρος, Κάπριος, Σύαγρος και διάφορα παράγωγα της λέξης ταῦρος όπως Ταῦρος, Ταυρίας, Ταυρέας, Ταύρων, Ταυρῖνος, Ταυρίσκος κλπ:

tauros

Επομένως η συσχέτιση του ονόματος Ἀρραβαῖος με την ρίζα *r.s-en- και το σανσκριτικό *r.sn.-bhar.sabhà = «ταύρος, αρσενικό ζώο» εξηγεί το όνομα σαν παράγωγο μιας λέξης **ἀρράβ-ᾱς (< *r.sn.-bh-ās) = «κάποιο αρσενικό ζώο» σύμβολο της αρσενικής ισχύος όπως ταύρος, κάπρος κλπ. Η ετυμολόγηση εξηγεί «μ΄ένα σμπάρο δυό τρυγόνια», διότι εξηγεί τόσο το «β», το οποίο ανάγεται στο ΠΙΕ επιθηματικό *-bh- (λ.χ. ελληνικά *ster-jos > στεῖρος και *ster-i-bh-os > στέριφος και σλαβικά boriti = «μάχομαι» και το παράγωγο ουσιαστικό OCS bor-ĭ-ba «μάχη» > σημ. borba). Για αυτό το επιθηματικό *-bho-/-bha- o Vladimir Orel αναφέρει συν τοις άλλοις τη ρίζα *h1elh1-en- «ελάφι» > *h1elh1-n.-bhos > ἔλαφος και πρόσθεσα την ετυμολογία του ελαφιού κατά τους Mallory-Adams όπου φαίνεται ότι το «α» του ελαφιού προέρχεται από το ένηχο *n. >a.

elaphos

Το άλλο σημαντικό αυτής της ετυμολόγησης του ονόματος Ἀρραβαῖος είναι ότι μπορούμε να συνδέσουμε την διτυπία Ἀρραβαῖος/Ἐρρεβαῖος με την ελληνική ἄρσην/ἔρσην και να εξηγήσουμε και τις δύο με τη σύγχυση που προέκυψε από τις ομόσημες και σχεδόν παρόμοιες ρίζες *r.s-en- και *wers-en-:

*r.sn.-bha-jos > Ἀρραβαῖος

*wersen-bha-jos > Ϝέρσε(μ)βαῖος > Ἐρρεβαῖος

Στην δεύτερη υποπερίπτωση πρέπει να εξετάσουμε την περίπτωση σύνθετου ονόματος που περιέχει το επιτατικό ἀρι-/ἐρί- . Η μόνη γλωσσολογικά πιθανή ετυμολογία στην οποία μπόρεσα να καταλήξω σε αυτήν την περίπτωση είναι η μορφή ἀρι-ἡβαῖος = «με πολύ νεανικό σφρίγος/σθένος». Η λέξη ἥβη προέρχεται από την ΠΙΕ ρίζα *yeh1gweh2 ~ *yēgwā = «δύναμη, νεανικό σφρίγος» και είναι ΙΕ συγγενής του λιθουανικού jegà = «δύναμη»:

hebe

H πρωτοελληνική μορφή *hēgwā ήδη κατά το 1000 π.Χ. είχε τη μορφή  *hēbā η οποία επιβίωσε αυτούσια ως ἥβᾱ στις δωρικές και αρκαδο-κυπριακές διαλέκτους, έγινε ἥβη στις αττικο-ιωνικές και, περιέργως, το LSJ δίνει σαν αιολικό τύπο το «ανώμαλο» ἄβᾱ που απαντά στα ποιήματα του Αλκαίου. Η ανώμαλη αυτή τροπή του πρωτοελληνικού ē>ā είναι κανονικό χαρακτηριστικό της φρυγικής γλώσσας (λ.χ. *mātēr > φρυγ. ονομαστική mātār, αλλά πλάγιες πτώσεις σε māter-, λ.χ. αιτιατική māteran) και απαντά ενίοτε σαν χαρακτηριστικό των βόρειων ελληνικών διαλέκτων όπως τα *mē > μ, μδέν (πανελλήνια μή, μηδὲν και αναμενόμενα θεσσαλικά μεί, μειδὲν) της θεσσαλικής Ιστιαιώτιδος:

O φωνηεντισμός της Iστιαιώτιδος είναι περίεργος: <EI> αντί για <E> στα εἴντεσσι, κοινανείντουν/αττ. οὖσι, κοινωνούντων. <A> αντί για το αναμενόμενο <EI> (< *ē) στα μά, μαδέμινα/αττ. μή, μηδένα. <A> αντί <AI> στο ποδέξαστα/αττ. προσδέξασθαι. <OY> αντί <Y> (/u:/) στο Σπουράγου και, πιθανώς, <Y> αντί <OY> στα τύτουν, τύτεις/αττ. τούτων, τούτοις. <E> (και <EI>) αντί <O> (<OI>) σε τελική συλλαβή μετά από φατνιακά και /i/ ([j]): τὲν πάντα χρόνεν, τύτεις, Mένουνες, Kλιάνδρες, δικαστειρρεῖς/αττ. τὸν πάντα χρόνον, τούτοις, Mένωνος, Kλέανδρος, δικαστηρίοις.

ενώ, νοτιότερα, είναι συχνό φαινόμενο της Ηλειακής διαλέκτου λ.χ. *wr.h1-treh2 > wrētrā > ϝρτρᾱ, αντί για ῥήτρα και έχει απαντηθεί και σε επιγραφές της Ιθάκης όπως η «Καλικλές ποίσε» (< Καλικλεϝς ἐποίησε).

Επομένως, για ένα μακεδονικό όνομα που ανέπτυξε τα χαρακτηριστικά του όταν οι φορείς του ζούσαν μεταξύ των Φρυγών στα βόρεια, που κάποτε ήταν σύνοικοι των Μακεδόνων και έτρεψαν κανονικά το ē>ā , και μεταξύ των διαφόρων βορείων Ελληνικών φύλων που ενίοτε έτρεπαν ē>ā στο λόγο τους και ιδίως των Αιολών στους οποίους αποδίδεται ο τύπος ἄβᾱ αντί για ἥβη, το σύνθετο **ἀρι-ἡβαῖος >** ἀρι-ᾱβαῖος είναι γλωσσολογικά πιθανό. Το μόνο που μένει να εξηγήσουμε είναι η τροπή **ἀρι-ᾱβαῖος > Ἀρραβαῖος, αλλά αυτό είναι το μόνο εύκολο, γιατί ένα από τα γνωστά χαρακτηριστικά που η μακεδονική διάλεκτος συμμερίζεται με τις βόρειες αιολικές είναι η τροπή -rj- > -rr- (/j/= άτονο «ι»). Το Θεσσαλο-Μακεδονικό όνομα *Kòri-āgos > *Kòrj-āgos > Κόρρᾱγος = Στρατηγός = Λᾶγος (*korios = στρατός, λαός > *korj-anòs > κοιρανός) και τα παρεμφερή του τα έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση. Εδώ απλά θα παραθέσω τα θεσσαλικά διαλεκτικά Πέρρανδρος (Περίανδρος) και Ἐρραίνας (< Ἐρί-αινος = Πολύ-αινος = «αυτός που επαινείται πολύ/συχνά») και το δικαστήριον > δικαστείρρεν της Ιστιαιώτιδος που υπογράμμισα παραπάνω:

Perrandros

Επομένως δεν υπάρχει κανένα γλωσσολογικό πρόβλημα στην ετυμολόγηση του ονόματος Ἀρραβαῖος ως σύνθετο διαλεκτικό τύπο του *ἀρι-ἡβαῖος = «με πολλή ήβη/νεανικό σφρίγος». Η ἅπαξ μορφή Ἐρρεβαῖος μπορεί να εξηγηθεί από το *ἐρι-ἡβαῖος με βράχυνση του μακρού ē>e όπως λ.χ. στις παραλλαγές -μήδης και -μέδης/-μέδων:

medes

Δεν μπορώ να διαλέξω ανάμεσα στις δύο ετυμολογικές προτάσεις ( *r.sn.-bha- vs. ἀρι-ἡβᾶῖος) διότι προσπάθησα να είμαι το ίδιο μεθοδικός και στις δύο.

ΙΙ) Το όνομα Ἀρριδαῖος είναι επίσης τυπικά μακεδονικό να και έχει απαντηθεί και εκτός Μακεδονίας, μάλλον από Μακεδόνες μετοίκους. Εμφανίζεται συνολικά 28 φορές, 27 σαν Άρριδαῖος και ἅπαξ σαν Ἐρριδαῖος. Η ἅπαξ μορφή Ἐρριδαῖος είναι σημαντική διότι εμφανίζεται στην συνθήκη συμμαχίας του Αμύντα Γ΄ (πατέρα του Φιλίππου) με το Κοινό των Χαλκιδέων το 392 π.Χ. . Σε αυτήν την επιγραφή ο Αμύντας Γ΄ αναφέρεται ως «Ἀμύντᾱς ὁ Ἐρριδαῖου».

Arridaios

Ξανά η διερεύνηση πρέπει να εξετάσει τις υποπεριπτώσεις μονοθεματικού ή σύνθετου ονόματος. Στην μονοθεματική περίπτωση το όνομα μπορεί να εξηγηθεί ως παράγωγο της θεματικής μορφής ἐρίδ-ᾱ του αθέματου ἕρις το οποίο, εκτός από «έχθρα, διχόνοια», σήμαινε και «μάχη», όπως σήμαινε και «διαγωνισμός, ανταγωνισμός». Αν δε πίσω από το όνομα κρύβεται η θεότητα του πολέμου Ἔρις τότε το όνομα γίνεται θεοφορικό. Στον Τάραντα, ο Ηρακλής είχε το επίθετο Ἐριδάντᾱς , παράγωγο του ρήματος ἐριδαίνω = «καβγαδίζω» αλλά και «διαγωνίζομαι, αναμετριέμαι». Όπως θα παρατηρήσατε, το LSJ ετυμολογεί το επίθετο Ἐριδάντας ως «καβγατζής» (wrangler), αλλά δεδομένου του ότι ο Ηρακλής θεωρούνταν ιδρυτής των Ολυμπιακών αγώνων και ο ίδιος είχε επιτελέσει τους δώδεκα άθλους, νομίζω ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι πιο θετικές σημασίες του ρήματος, όπως λ.χ. στους παρακάτω Ομηρικούς στίχους όπου έχει τη σημασία «αγωνίζομαι για κάποιο έπαθλο»:

[Οδ. 2.203-7] Μιλάει ο Μνηστήρας Ευρύμαχος

χρήματα δ᾽ αὖτε κακῶς βεβρώσεται, οὐδέ ποτ᾽ ἶσα
ἔσσεται, ὄφρα κεν ἥ γε διατρίβῃσιν Ἀχαιοὺς
ὃν γάμον: ἡμεῖς δ᾽ αὖ ποτιδέγμενοι ἤματα πάντα
εἵνεκα τῆς ἀρετῆς ἐριδαίνομεν, οὐδὲ μετ᾽ ἄλλας
ἐρχόμεθ᾽, ἃς ἐπιεικὲς ὀπυιέμεν ἐστὶν ἑκάστῳ.

Κακήν κακώς, χωρίς ξαντίμεμα, θα τρώγεται το βιος του,
όσο και κείνη με το γάμο της ανακρατά εδώ πέρα
τους Αχαιούς· κι εμείς προσμένοντας μέρα και νύχτα πάντα
για τις περίσσιες της μαλώνουμε τις χάρες, κι ούτε γι΄ άλλες
γυναίκες πάμε, που θα ταίριαζε να παντρευτεί ο καθείς μας

(Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Εδώ η μετάφραση δεν ήταν και η καλύτερη, διότι αυτό πυο τονίζει ο Ευρύμαχος είναι ότι οι Μνηστήρες διαγωνίζονται κάθε μέρα για το ποιος θα πάρει την Πηνελόπη, αλλά αυτή πάντοτε αναβάλλει να επιλέξει.Η σημασία «διαγωνίζομαι, αναμετριέμαι» είναι ξεκάθαρη στο παρακάτω παράδειγμα της Ιλιάδος:

[Ιλ. 23.785-792]

Ἀντίλοχος δ᾽ ἄρα δὴ λοισθήϊον ἔκφερ᾽ ἄεθλον
μειδιόων, καὶ μῦθον ἐν Ἀργείοισιν ἔειπεν·
«εἰδόσιν ὔμμ᾽ ἐρέω πᾶσιν φίλοι, ὡς ἔτι καὶ νῦν
ἀθάνατοι τιμῶσι παλαιοτέρους ἀνθρώπους.
Αἴας μὲν γὰρ ἐμεῖ᾽ ὀλίγον προγενέστερός ἐστιν
,

οὗτος δὲ προτέρης γενεῆς προτέρων τ᾽ ἀνθρώπων·
ὠμογέροντα δέ μίν φασ᾽ ἔμμεναι· ἀργαλέον δὲ
ποσσὶν ἐριδήσασθαι Ἀχαιοῖς, εἰ μὴ Ἀχιλλεῖ».

Και παίρνει ο Αντίλοχος τ᾿ ολόστερνο βραβείο μαθές στα χέρια
χαμογελώντας, κι έτσι μίλησε μες στους Αργίτες κι είπε:
«θα σας το πω, κι ας το κατέχετε κι ατοί σας όλοι, φίλοι’
Τους γεροντότερους οι αθάνατοι τιμούν και τώρα ακόμα·
τι αν είναι λίγο ο Αίας τρανότερος απ᾿ ό,τι εγώ, μα
τούτος

λογιέται μιας γενιάς που πέρασε κι ανθρώπων που πέρασαν
τον παίρνουν λένε τα γεράματα μα δεν μπορεί κανένας
να παραβγεί μ᾿ αυτόν στο τρέξιμο, ξον ο Αχιλλέας μονάχα».

(Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Εδώ το ρήμα ἐριδαίνω έχει ξεκάθαρα τη σημασία «συναγωνίζομαι, αναμετριέμαι», όπως παρακάτω το ρήμα ἐρίζω (ἐρίδ-jω) έχει τη σημασία «ανταγωνίζομαι επάξια/ισάξια»:

[Ιλ. 2.550-557]

ἔνθα δέ μιν ταύροισι καὶ ἀρνειοῖς ἱλάονται
κοῦροι Ἀθηναίων περιτελλομένων ἐνιαυτῶν·
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευ᾽ υἱὸς Πετεῶο Μενεσθεύς.
Τῷ δ᾽ οὔ πώ τις ὁμοῖος ἐπιχθόνιος γένετ᾽ ἀνὴρ
κοσμῆσαι ἵππους τε καὶ ἀνέρας ἀσπιδιώτας·

Νέστωρ οἶος ἔριζεν· ὃ γὰρ προγενέστερος ἦεν·
τῷ δ᾽ ἅμα πεντήκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.

πλούσιο ναό της. Εκεί οι νέοι των Αθηναίων θυσιάζοντας
του κάθε χρόνο ταύρους και αρνιά γυρεύουν να τον εξευμενίσουν.
Αυτοί είχαν αρχηγό το Μενεσθέα, το γιο του Πετεού.
Όμοιος του δε στάθηκε ακόμα πάνω στη γη άλλος άξιος
σαν κι· αυτόν να παρατάζη άρματα και ασπιδοφόρους άντρες·

μόνο ο Νέστορας τον ανταγωνιζόταν, γιατί ήταν μεγαλύτερος του.
Μαζί Μ’ αυτόν ακολουθούσαν πενήντα μαύρα καράβια.

Επομένως αν δεκτούμε την συσχέτιση του ονόματος Ἀρριδαῖος/Ἐρριδαῖος με την ἐρίδα και το ρήμα ἐρίζω/ἐριδαίνω τότε πρέπει να εξηγήσουμε το διπλό /ρρ/ και την διτυπία Ἀρ-/Ἐρ-.

Το διπλό /ρρ/ πριν από /ι/ είναι φυσιολογικό στην Θεσσαλία όπου τα σύμφωνα τείνουν να διπλασιάζονται πριν από /ι/. Έτσι το θέμα ἐμπεδ- του ονόματος Ἐμπεδοκλής δείχνει διπλασιασμό -δδ-/-τδ- στον τύπο Ἐμπεδδίουν/Ἐμπετδίουν:

Empeddion

Ο CD Buck στην σελίδα 26 από το “The Greek Dialects” (University of Chicago Press, 1955) γράφει:

3. Thessalian doubling of consonants before /ι/, which may then ne retained or omitted in the spelling, as ἱδδίαν, ἱτδίαν, πόλλιος (πόλεως), προξεννιοῦν, ἑξακάττιοι, ἐκκλησσία, κῦρρον beside κύριον, ἀργύρροι gen. sg. = ἀργυρίου beside Μνασσᾶ = Μνασίᾱ.

hiddian

Στα παραδείγματα του Buck προσθέτω τις επιγραφικές ποικιλίες Κραννούννος και Κραννούννιος του εθνικού Κραννώνιος:

Thessalian gemination

Στην Μακεδονία, τα εθνικά Βιστύρριος και Έρδάρριος δείχνουν ότι έχουμε το ίδιο φαινόμενο μιας και το τοπωνύμιο του πρώτου εθνικού είναι σίγουρα Βίστυρος. Επομένως ο διπλασιασμός ἐριδ- > ἐρριδ- είναι αναμενόμενος. Η διτυπία Ἀρ-/Ἐρ- είναι επίσης αναμενόμενη δεδομένου ότι η τυπική βορειοδυτική ελληνική τροπή -ερ-> -αρ- (λ.χ. ἱερός > ἱαρός, πύελος > πύαλος) έχει απαντηθεί σε πρώιμη επιγραφή της Ελιμείας (~480 π.Χ.):

hiaros

Επομένως, γλωσσολογικά δεν υπάρχει καμία ένσταση στην παραγωγή των ονομάτων Ἀρριδαῖος/Ἐρριδαῖος από το θέμα ἐριδ- της ἔριδος και των ρημάτων ἐρίζω και ἐριδαίνω, όπως συνέβη με το Ταράντιο επίθετο του Ηρακλή Ἐριδάντᾱς.

Μία άλλη πιθανότητα είναι η σχέση με το θέμα ἐριθ- του ορνιθωνυμίου ἐριθεύς/ἐρίθακος/ἐρίθυλος . Η τροπή ἐριθ- > ἐριδ- είναι αναμενόμενη μακεδονική ηχηροποίηση (λ.χ. αἰθ- > ἀδῆ, ἀδραία). Ο Garcia Ramon, στην σελίδα 46 του βιβλίου “Old and New Worlds in Greek Onomastics”, αναλύοντας το θεσσαλικό όνομα Ἀριθεύς (Άτραξ, 3ος π.Χ. αι.) γράφει:

Ἀριθεύς (ΑΤΡ, 3rd cent.) is a variant of the bird name ἐριθεύς “robin-redbreast” (Theophr. Sign. 39; Arat. 1025), with a first element ἀρι- instead of ἐρι-. The appellative ἐριθεύς is synonymous with ἐρίθακος (Arist. HA 592b22) and with ἐρίθυλος, as shown by the gloss ἐριθεύς = ἐρίθακος, τὸ ὄρνεον (Hsch.) and by Schol. ad Ar. Vesp. 927 «οὐ τρέφει μία λόχμη δύο ἐριθάκους». Ἔστι δὲ ὄρνεον ὑπὸ μέν τινων καλούμενον ἐριθεύς, ὑπὸ δὲ ἑτέρων ἐρίθυλος. Formations in -εύς, in -ακος and in -υλος are common both as morphemes derived from a basic word and as onomastic suffixes of “short” forms of compound names. The coexistence of all three formations in the case of ἐριθ-, at least in the common noun, may point, in the case of the MN Ἀριθεύς, either to a (rather enigmatic) basic form with different derivatives, or to “short” forms of a compound of the type ἐρίθαυλος (Schol. Ar. Vesp. 922), ἐριθαλής or the like. Non liquet.

Δηλαδή, ο Garcia-Ramon δεν μπορεί να καταλήξει στο εάν το θεσσαλικό όνομα Ἀριθεύς ετυμολογείται από το παρόμοιο ορνιθωνύμιο ή αν είναι υποκοριστική μορφή ενός σύνθετου ονόματος με πρώτο συνθετικό το επιτατικό ἀρι- και δεύτερο συνθετικό μιά λέξη που αρχίζει από «θ».

Αυτό μας παραπέμπει στην δεύτερη διερευνητική υποπερίπτωση που αναφέρθηκε πιο πάνω, δηλαδή η ετυμολόγηση του ονόματος Ἀρριδαῖος/Ἐρριδαῖος ως σύνθετου ονόματος. Σε αυτήν την υποπερίπτωση, μια εύκολη σχετικά πιθανότητα είναι εκ του *ἀρι-δαῖος/ἐρι-δαῖος με πρώτο συνθετικό το επιτατικό ἀρι-/ἐρί- και δεύτερο το μόρφημα -δαῖος (θυμίζω δάις = μάχη και δηιάλωτος = αιχμαλωτισμένος σε μάχη ) που απαντά σε ονόματα όπως Θρασυδαῖος = Θρασύμαχος, Μενεδάιος = Μενέμαχος και Κλεοδαῖος = Κλεόμαχος.

daios

Σε αυτήν την περίπτωση, το όνομα Ἀρριδαῖος/Ἐρριδαῖος ως παράγωγο των επιθέτων ἀρι-δαῖος/ἐρί-δαῖος τα οποία είναι λειτουργικά αντίστοιχα του επιθέτου πολύ-μαχος, γίνεται ανάλογο του ονόματος Πολύμαχος (θυμίζω Πολύαινος ~ Ἐρραίνας ~ Ἀρίσταινος):

Polymaxos

Ο διπλασιασμός -ρρι- οφείλεται στον ίδιο λόγο που έχει εξηγηθεί παραπάνω. Με αυτόν τον τρόπο, το όνομα Άρριδαῖος/Ἐρριδαῖος μπορεί να ετυμολογηθεί ως «αυτός που έχει πολεμήσει πολλές μάχες» ή «αυτός που έχει μεγάλη πολεμική ικανότητα» ~ Ἀριστόμαχος:

Aristomaxos

ΙΙΙ) Το όνομα Δέρδας είναι αναμφίβολα το πλέον ανετυμολόγητο από αυτή την σειρά ανετυμολόγητων ονομάτων. Από τις 18 απαντήσεις του ονόματος στο LGPN οι 10 είναι από τη Μακεδονία, οι 6 από την Ήπειρο και 2 από τη Θεσσαλία:

Derdas

Άλλα παρεμφερή ονόματα από τον ελληνικό κόσμο είναι το όνομα Δέρδενις (πατέρας του Λέσβιου Τέρπανδρου) και τα ονόματα Δερδωπίδᾱς, Δερδωπίδης, Δαρδωπίδᾱς που απαντούν στην Κρήτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει μια σειρά θρακικών ονομάτων σε Δερζ- (λ.χ. Δέρζενις, Δερζίτραλις, Δέρζων) αν και είναι λίγο δύσκολη η θρακική επίδραση στο ανθρωπωνυμικό υλικό της Κρήτης.

derd

Οι Κρητικοί τύποι είναι πατρωνυμικά βασισμένα στο σύνθετο Δέρδωψ. Κατα πόσο αυτό το όνομα συνδέεται με το ρήμα δαρδάπτω = «καταβροχθίζω» (< *δερ-δράπτω < *der-dr.p- διπλασιασμένη μορφή του δρέπω = «αρπάζω», με ρωτική ανομοίωση όπως στα *χρονδρός > χονδρός και *δρύφρακτος > δρύφακτος και φρατρία > φατρία) ή με τα λήμματα δάρδα = μέλισσα και δαρδαίνω = μολύνω δεν μπορώ να πω. Αν το δαρδαίνω = μολύνω είναι -ερ->-αρ- εκδοχή ενός **δερδαίνω, που με τη σειρά του είναι αιολική εκδοχή ενός **δριδ-αίνω (λ.χ. τρίτος > αιολ. τέρτος) τότε το θέμα **δριδ- μπορεί να αναχθεί στην ΙΕ ρίζα *dhreid- «αφοδεύω, λερώνω» που έδωσε το αγγλικό dirt = «βρομιά».

dhreid

Φυσικά ακόμα και αν το δαρδαίνω = μολύνω έχει την παραπάνω καταγωγή δεν σημαίνει ότι σχετίζεται με τα ονόματα Δέρδας, Δέρδενις και Δερδωπίδας και, εν πάση περιπτώσει, αν στην ελληνική υπήρχε απόγογος της ρίζας *dhreid- αυτός θα ήταν **θρ(ε)ιδ-. Απλώς δεν αποκλείεται τα ονόματα αυτά να προέρχονται από έναν μη ελληνικό απόγονο **drid- της ρίζας *dhreid- και να είναι παρατσούκλια με τη σημασία «βρομιάρης». Όπως θα δειχθεί στο όνομα Μόλοβρος//Μόλογρος = «σκατοφάγος, σκουπιδοφάγος» και στα παρεμφερή του, ονόματα τέτοιου είδους δεν είναι εντελώς απίθανα, αλλά δεν πιστεύω ότι οι βασιλείς της Ελιμείας θα διατηρούσαν ένα όνομα με αρνητική σημασία. Όπως είπα στην αρχή της ανάλυσης του ονόματος Δέρδας, δεν υπάρχει κάποια γλωσσολογικά πιθανή ή πειστική ετυμολόγηση.

IV) Το όνομα Ἀδαῖος είναι το τελευταίο συχνό ανετυμολόγητο μακεδονικό όνομα. Απαντά 46 φορές στο LGPN: 45 φορές ως Ἀδαῖος και ἅπαξ, σε μία βοιωτική επιγραφή που αναφέρει έναν Θεσσαλονικέα, ως Ἀζαῖος.

Adaios

Η Βοιωτική γραφή Ἀζαῖος, μάλλον προσπαθεί να αποδώσει τον τριβόμενο φθόγγο /δ/ αντί του «φυσιολογικού» /d/, όπως πιστεύουν ο Horrocks και ο Mendez-Dosuna για ανάλογες γραφές στην Ήλιδα (λ.χ. ζᾱμιουργός, ζέκα, ζίκαια, Ἑλλᾱνοζίκαι). Σύμφωνα με αυτούς τους μελετητές, η «βαρβαρόφωνος» διάλεκτος της Ήλιδος είχε ήδη τον «νεοελληνικό» τριβόμενο ήχο /δ/ (early fricativization) κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, πολλούς αιώνες πριν τον αποκτήσει η αττικο-ιωνική («δ»= /d/). Έχω υπογραμμίσει με κόκκινο και κάποια διαλεκτικά στοιχεία που έχω περιγράψει παραπάνω, όπως -ερ->-αρ- και [ε:]>[α:] (ē>ā):

Elean

Ας γυρίσουμε όμως στο όνομα Ἀδαῖος. Για να καταλάβετε την συχνότητά του, στην λίστα των Βοττεατών της Βέροιας του 223 π.Χ., όπου αναγράφονται 119 ονόματα, τα ονόματα που απαντούν πάνω από 2 φορές είναι:

Νικάνωρ (7 φορές)

Μένανδρος (6 φορές)

Άντίγονος (4 φορές)

Ἀδαῖος (4 φορές)

Παράμονος (4 φορές)

Ἀλέξανδρος (3 φορές)

Μαχάτας (3 φορές)

Ούτε αυτό έχει ξεκάθαρη ετυμολογία αλλά, αντίθετα από το προαναφερθέν Δέρδας, τουλάχιστον μπορούμε να κάνουμε κάποιες γλωσσολογικά πιθανές υποθέσεις. Δεδομένου ότι τα μακεδονικά λήμματα ἀδῆ = «ουρανός» (~ αἰθήρ) και ἀδραῖα (= αἰθρία) δείχνουν μονοφθογγοποίηση /ai/>/a/, ένα φαινόμενο που έχει απαντηθεί και στην Θεσσαλική Ιστιαιώτιδα (λ.χ. -σθαι > στα στο απαρέμφατο ποδέξαστα = προσδέξασθαι):

O φωνηεντισμός της Iστιαιώτιδος είναι περίεργος: <EI> αντί για <E> στα εἴντεσσι, κοινανείντουν/αττ. οὖσι, κοινωνούντων. <A> αντί για το αναμενόμενο <EI> (< *ē) στα μά, μαδέμινα/αττ. μή, μηδένα. <A> αντί <AI> στο ποδέξαστα/αττ. προσδέξασθαι. <OY> αντί <Y> (/u:/) στο Σπουράγου και, πιθανώς, <Y> αντί <OY> στα τύτουν, τύτεις/αττ. τούτων, τούτοις. <E> (και <EI>) αντί <O> (<OI>) σε τελική συλλαβή μετά από φατνιακά και /i/ ([j]): τὲν πάντα χρόνεν, τύτεις, Mένουνες, Kλιάνδρες, δικαστειρρεῖς/αττ. τὸν πάντα χρόνον, τούτοις, Mένωνος, Kλέανδρος, δικαστηρίοις.

όπως δείχνουν και την τυπική μακεδονική ηχηροποίηση θ>δ , ένα καλό σημείο έναρξης της ετυμολογικής διερεύνησης του ονόματος Ἀδαῖος είναι η ρίζα *h2eidh- ~ *aidh- «λάμπω, καίω» που στην ελληνική απαντά ως αιθ-: λ.χ. αἶθος = φωτιά, Αἰθ-ί-οψ = «αυτός που έχει «καμμένο» ~ μαύρο πρόσωπο», αἶθ-οψ = «λαμπερός, που έχει το χρώμα της φωτιάς», αἴθριος = «λαμπερός ουρανός, χωρίς σύννεφα». Στο ανθρωπωνυμικό υλικό η ρίζα απαντά στο όνομα Αἴθρα (μητέρα του Θησέα) και στα παρακάτω ονόματα (λ.χ. Αἴθων, Αἰθέριος κλπ):

aithon

Σημασιολογικά, οι έννοιες «φωτιά» και «λαμπερός» έχουν δώσει πολλά συχνά ονόματα όπως Πύρρος (< πυρρός) και Φαῖδρος (< φαιδρός) και Ἄγλαος (< ἀγλαός):

Aglaos

Αν πάλι το όνομα Ἀδαῖος είναι σύνθετο *ἀ-δαῖος που περιέχει το στερητικό α- κολλημένο στο επίθετο δάιος = «εχθρός, καταστρεπτικός» (δαΐς = μάχη) τότε το όνομα μπορεί να σημαίνει κάτι σαν «άκακος, φίλος» (λ.χ. Ἀκάκιος) και «αβλαβής» (λ.χ. Ἀβλάβιος, Ἀβλαβίων), όπως λ.χ. το λατινικό inimicus = «εχθρός» κυριολεκτικό σημαίνει «όχι φίλος (amicus)»:

Akakios

Ένα εναλλακτικό διάβασμα του παραπάνω σχηματισμού είναι το «ακατανίκητος».

Αν πάλι το αρχικό /α/ είναι το αθροιστικό *sm.->(h)a-  (λ.χ. ἄλοχος, ἄκοιτις = σύζυγος = «αυτή που μοιράζεται το ίδιο λέχος/την ίδια κοίτη) τότε το όνομα μπορεί να σημαίνει «σύμμαχος, συμπολεμιστής» (λ.χ. το συχνό όνομα Σύμμαχος). Να θυμάστε αυτήν την ετυμολογική πρόταση όταν περιγράψω το όνομα Ἀταρρίας και την σχέση του με την λέξη ἑταῖρος = σύντροφος.

Symmachos

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ἅπαξ όνομα Συνδαῖος.

Syndaios

Όσον αφορά τις μη ελληνικές ετυμολογήσεις, το ἅπαξ όνομα Ἀτταῖος με ώθησε να διερευνήσω την σχέση του ονόματος Ἀδαῖος με το συχνό Φρυγικό όνομα Ἄτ(τ)ης/Ἄτ(τ)ας που ίσως σχετίζεται με τον νεαρό σύντροφο της θεάς Κυβέλης που μας είναι γνωστός ως Ἄττις. Αν η θεότητα είναι Φρυγική και όχι ανατολιακή, τότε μπορεί να έγινε γνωστός στους Μακεδόνες όταν ακόμα ήταν σύνοικοι των Φρυγών στην Μακεδονία. Η μορφή Ἄτᾱς μπορεί κάλλιστα να έγινε *Ἄδᾱς στο στόμα των Μακεδόνων (Πορτῖνος > Βορδῖνος) κάτι που κάνει το παράγωγο όνομα Ἀδαῖος θεοφορικό που σχετίζεται με τον Ἄττη (λ.χ. Ἀπόλλων > Ἀπολλώνιος, Διόνυσος > Διονύσιος, Ποσειδών/Ποτιδᾶς > Ποσειδώνιος/Ποτιδαῖος κλπ).

Attaios

Εδώ τελείωσα με τα συχνά ανετυμολόγητα Μακεδονικά ονόματα, δυστυχώς αφήνοντάς σας μόνο με λιγότερο ή περισσότερο πιθανές ετυμολογικές προτάσεις. Σε μια τρίτη ανάρτηση, θα παραθέσω ορισμένα ενδιαφέροντα ἅπαξ Μακεδονικά ονόματα.

(συνεχίζεται στο μέρος #3).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s