Η ΠΙΕ ρίζα *wer(s)- «ψηλά, κορυφή»

Χθες, συζητώντας στα σχόλια με τον Αγιασορίτη την ετυμολογία του ονόματος Ρώμη πρότεινα μια ετυμολογία που εν τέλει αναγόταν στην ΠΙΕ ρίζα *wer(s)- «ψηλά». Επειδή έχει τύχει να την αναφέρω εδώ και εκεί σε διάφορες αναρτήσεις, πιστεύω ότι αξίζει μια συνοπτική ανάρτηση.

Παραθέτω πρώτα την αναφορά στην ρίζα των Mallory-Adams:

wers

Στην Λατινική γλώσσα λοιπόν η ρίζα έχει δώσει τη λέξη *wers-ūka > verrūca = «κορυφή, εξόγκωμα», ενω στην Λιθουανική έχει δώσει τη λέξη *wr.s-us > viršus = «κορυφή, άνω μέρος». Στις σλαβικές γλώσσες, η ρίζα έχει δώσει τον βασικό όρο για τη λέξη «κορυφή», όπως λ.χ. το OCS *wr.s-os > vrĭχŭ που συνεχίζεται, συν τοις άλλοις, στο σημερινό σερβο-κροατικό vrh, στο πρότυπο σλαβομακεδονικό vrv και στο βουλγαρικό vərχ/vrəχ. To /χ/ προέκυψε από τον κανόνα RUKI που λέει ότι μετά από *r,u,k,i ένα πρωτοσλαβικό /s/ ακολουθεί την εξέλιξη *s>š>χ. Στον γερμανικό κλάδο έχουμε το *wartǭ που έδωσε το αγγλικό wart = δερμανικό εξόγκωμα/εξάνθημα.

Στην ελληνική έχουμε τις παρακάτω λέξεις:

*wer(s)-mn. > ἕρμα = κορυφή, ύψωμα, σωρός από πέτρες, ύφαλος (= υψωμένος βυθός). Η τροπή *w>h είναι ανάλογη της *wesper- > ἕσπερος. Επειδή τα έρματα (σωροί πετρών) χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν τα όρια των περιοχών, το όνομα του Ερμή έχει συσχετιστεί με τον όρο, μιας και οι λειτουργίες του θεού αφορούν την παραβίαση/μετάβαση των διάφορων ορίων όπως λ.χ. την ιδιότητά του ως «διάκτωρ» και «ψυχοπομπός», με την οποία διάγει τις ψυχές στον κάτω κόσμο διαβαίνοντας το όριο ζωής-θανάτου ή την ιδιότητα του ως αρχικλέφτης η οποία φαίνεται στα επίθετά του «Ἀργεϊφόντης» (δολοφόνος του εκατόφθαλμου φύλακα Άργου Πανόπτη) και «Κυνάγχης» (τσομπανοσκυλο-στραγγαλιστής) όπου καταφέρνει να διαβεί τα όρια των αισθητικών πεδίων αυτών των φρουρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και να κλέψει ζώα (Κριοφόρος , φώρ), όπως έκανε νεογέννητος με τα κοπάδια που φυλούσε ο νεαρός Απόλλων.

Hermes

Το τοπωνύμιο Ἑρμιών/Ἑρμιόνη, αν δεν συνδέεται με τον Ερμή, μπορεί να συσχετιστεί ετυμολογικά με τους βραχώδεις λόφους που χαρακτηρίζουν την Ερμιονίδα: ἕρμα (=λόφος, ύψωμα) + συλλογικό επίθημα Hoffmann *(i)h3onh2.

*wors-m.n-òs > worsanòs > οὐρανός/ὀρρανός//ὠρανός. Η διαλεκτική ποικιλία προδίδει το σύμπλεγμα -rs- που απλοποιήθηκε κατά την πρώτη αναπληρωματική έκταση της ελληνικής (ΑΕ1, λ.χ. *h1es-mi > *ἐσμί : εἰμί, ἐμμί, ἠμί).

*wr-iom > ῥίον = κορυφή, ακροτήρι το οποίο συγγενεύει ετυμολογικά με το Θρακικό *wr-ieh2 > Wria ~ Βρία = ακρόπολις.

Το λήμμα του Ησυχίου βρυανίων = μετεωριζόμενος και κορωνιῶν = αυτός που βρίσκεται ψηλά ή αυτός που κορδώνεται μπορεί να εξηγηθεί από την ρίζα *wer(s)- :

*wors-m.n- > wurs-an- > wrusan- > wruhan- > wruan- > βρυαν-.

Η τροπή wor- > wur- οφείλεται στον νόμο του Cowgill.

Έχει ενδιαφέρον ότι το θέμα βρυαν- απαντά στο αρχαίο τοπωνύμιο Βρυάνιον της Θεσπρωτίας (το αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος) και της Πελαγονίας (το αναφέρει ο Στράβων), το οποίο προφανώς σημαίνει «ψηλό/υπερκείμενο μέρος».

Bryanion

Οι Mallory-Adams αναφέρουν και το σανσκριτικό ουδέτερο *wers-mn. > varṣman = «βουνό» το οποίο μορφολογικά σχετίζεται με το ἕρμα και την Ἑρμιόνη που αναφέρθηκαν. Ένας άλλος όρος που, κατά τη γνώμη μου, μάλλον σχετίζεται με την εν λόγω ρίζα είναι το όρος Βέρμιον (< *wer(s)-m-) στην κεντρική Mακεδονία που πρωτομνημονεύεται από τον Ηρόδοτο, αν και το ορωνύμιο αυτό μπορεί να είναι τόσο Ελληνικής (αν δεχτούμε πρώιμη τροπή του δίγαμμα w>v λ.χ. αἰβετός) όσο και Φρυγικής προέλευσης. Συγγενής του μπορεί να είναι το Θρακο-Παιονικό τοπωνύμιο Βρομίσκος στην ανατολική Μακεδονία (Vrum-isk- < wrm.- + -isk- = λοφίσκος, όπως *bhrm.-ko > βρύγχος, ο θρακικός συγγενής του ελληνικού φόρμιγξ από τη ρίζα *bhrem- «ήχος, θόρυβος» που έχει δώσει και την *bhrom-ta > βροντή, τον βρόμο = ισχυρό ήχο και το επίθετο του Δία ὑψιβρεμέτης).

Έχοντας συζητήσει τα παραπάνω θέλω τώρα να προτείνω μια ετυμολογία για το λατινικό τοπωνύμιο Ρώμη (Rōma), για το οποίο δεν υπάρχει ξεκάθαρη ετυμολόγηση. Ως γνωστόν η Ρώμη ήταν επτάλοφος και το αρχαιότερο τμήμα της πόλεως ήταν κτισμένο πάνω στον κεντρικό λόφο Collis Palatium/Mons Palatinus. Το τοπωνύμιο μπορεί να αναχθεί στη ρίζα *wr.s-meh2 > *wrosmā (λ.χ. *mr.twos > mortuus) με τη σημασία «υψικείμενη», από το οποίο προέκυψε το Rōmā > Rōma με απώλεια του αρκτικού *w (όπως στα *wreh2d-ik-s > rādix και *wl.h2na > lāna) και με αναπληρωματική έκταση –osm- > –ōm-  όπως στα aes > aes-nus > aēnus , dis-minuō > dīminuō/dimminuō και dis-ligō > dīligō.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s