Εφευρίσκοντας την Εικονομαχία #1

Επειδή είναι Δεκαπενταύγουστος σήμερα πιστεύω ότι αρμόζει μια ανάρτηση θρησκευτικού περιεχομένου. Το θέμα της ανάρτησης είναι η Βυζαντινή Εικονομαχία και ο λόγος που επέλεξα να γράψω γι΄αυτό το θέμα είναι μια φράση που διάβασα σε πρόσφατο άρθρο του Νίκου Δήμου:

Ενώ θεωρητικά αποτελούν λατρεία προς κάποιον πανάγαθο και ελεήμονα θεό, οι μονοθεϊστικές θρησκείες έχουν  προκαλέσει περισσότερες δολοφονίες, γενοκτονίες, εγκλήματα, και θηριωδίες, από οποιαδήποτε άλλη ιστορική δύναμη. Και το πιο φρικτό: όλες. Όλες έχουν διαπράξει εγκλήματα. Και όχι μόνο πολεμήσαν η μία την άλλη – αλλά και μέσα στις τάξεις τους: Χριστιανοί Καθολικοί έσφαξαν τους Χριστιανούς Προτεστάντες την νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Ορθόδοξοι Εικονολάτρες καθάρισαν «δεκάκις μύριους» (100.000) Εικονομάχους. Μουσουλμάνοι Σουνίτες πολεμάνε και σφάζουν τους επίσης μουσουλμάνους Σιίτες!

Εμπευσμένος από  το μυθοθρυπτικό πνεύμα του Νίκου Δήμου, λοιπόν, θα προσπαθήσω να αποσαφηνίσω αυτήν την λίγο γνωστή και νεφελώδη περίοδο. Ο τίτλος «Εφευρίσκοντας την Εικονομαχία» είναι δανεισμένος από το ομότιτλο βιβλίο της Leslie Brubaker Inventing Byzantine Iconoclasm (Bristol Classical Press, 2012).

IBI

Το μικρό αυτό βιβλίο (κείμενο 128 σελίδων που διαβάζεται σε δύο απογεύματα) είναι μια σύνοψη μιας υπερδεκάχρονης ενασχόλησης της συγγραφέως με το θέμα της Εικονομαχίας σε συνεργασία με τον κορυφαίο Βυζαντινολόγο John F. Haldon. Οι καρποί αυτής της συνεργασίας που προέκυψαν είναι δύο μεγάλα βιβλία για το θέμα. Στο πρώτο (σχεδόν 400 σελίδων) με τίτλο “Byzantium in the Iconoclast Era (ca. 680-850): The Sources”, οι συγγραφείς συγκέντρωσαν όλες τις υπαρκτές γραπτές και μη (λ.χ. βυζαντινή τέχνη) πληροφορίες για την Εικονομαχία. Μετά από μια δεκαετία κριτικής των πηγών (“Quellen Kritik“) που παρουσιάστηκαν στο πρώτο βιβλίο, οι συγγραφείς έγραψαν το δεύτερο βιβλίο (σχεδόν 1000 σελίδων) με τίτλο “Byzantium in the Iconoclast Era (ca 680-850): a History” (Cambridge University Press, 2011):

BIE

Αυτό το δεύτερο βιβλίο είναι σήμερα η gold standard αναφορά στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία της ιστοριογραφίας της εικονομαχικής περιόδου. Το μικρό βιβλίο της Brubaker που ακολούθησε τα δύο μεγάλα είναι μια συνοπτική εκλαΐκευση των βασικών συμπερασμάτων που προέκυψαν από την συνολική ενασχόληση των μελετητών με το θέμα.

 

Το πρόβλημα της εικονομαχικής περιόδου είναι ότι στην πραγματικότητα αγνοούμε το τι ακριβώς συνέβη. Οι βασικές γραπτές πηγές μας, όπως το Χρονικό του Θεοφάνους του Ομολογητή και το Μικρό Χρονικό του Πατριάρχη Νικηφόρου είναι σχετικά ύστερες, υπερμεροληπτικές και εικονόφιλες: στόχος τους δεν ήταν η αμερόληπτη περιγραφή των γεγονότων του 8ου αιώνα, αλλά η παρουσίαση της επινοημένης εκδοχής της ιστορίας, όπως την επέβαλλαν οι εικονόφιλοι «νικητές». Τα κίνητρά τους είναι αφενώς η σπίλωση της Ισαυρικής Δυναστείας (ο πρώτος σημαντικός  αυτοκράτορας μετά τον Ηράκλειο, Κωνσταντίνος Ε΄ έμεινε στην ιστορία ως «Κοπρώνυμος») και αφετέρου η μαρτυροποίηση της εικονόφιλης παράταξης η οποία, όπως ο αρχικά διωκόμενος Χριστιανισμός που τελικά θριάμβευσε, παρουσιάζεται ως ο κυνηγημένος και μαρτυρικός «πρωταγωνιστής» μιας ιστορίας της οποίας το πρώτο μέρος τελειώνει με την δεύτερη σύνοδο της Νίκαιας του 787 μ.Χ. , όπου η αυτοκράτειρα Ειρήνη και ο υιός της Κωνσταντίνος ΣΤ΄, αυτοπροβληθέντες ως το νέο ζεύγος «Κωνσταντίνου και Ελένης» κατάφεραν να επιβάλλουν το «ορθό» δόγμα της εικονοφιλίας. Η εικονοκλαστική πολιτική ξαναεπιβλήθηκε το 815 από τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ τον Αρμένιο και συνεχίστηκε μέχρι και τον αυτοκράτορα Θεόφιλο μέχρι και το θάνατο του τελευταίου, όταν η «κρυπτοεικονόφιλη» σύζυγός του Θεοδώρα επέβαλε οριστικά τον «Θρίαμβο της [εικονόφιλης] Ορθοδοξίας» το 842 μ.Χ. , τον οποίο έκτοτε εορτάζουμε μέχρι και σήμερα την Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Ο όρος «εικονοκλάστης» σημαίνει «αυτός που σπάει ~ καταστρέφει τις ιερές εικόνες» εκ του ρήματος κλάω = σπάω (λ.χ. ἄκλαστος = ἀθραυστος, αδιάκοπος, νωλεμής) επειδή υποτίθεται ότι οι «καταραμένοι» εικονοκλάστες κατέστρεφαν τις ιερές εικονές. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πραγματική απόδειξη καταστροφής εικόνων, απλώς σε ορισμένα Μωσαϊκά οι εικόνες αγίων αντικαταστάθηκαν με το σύμβολο του σταυρού, το οποίο με τη σειρά του ξαναντικαταστάθηκε με νέα εικόνα ύστερα από την τελική νίκη της εικονόφιλης παράταξης. Στην παρακάτω εικόνα από τον ναό κοιμήσεως της Νικαίας, μπορείτε να δείτε το περίγραμμα του «σβησμένου» σταυρού, ο οποίος με τη σειρά του αντικατέστησε μια προηγούμενη εικόνα της Παναγιάς που κρατάει το Χριστό:

mosaic

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της «μαρτυρίας» της αισχρώς αντεικονοκλαστικής εικονόφιλης πηγής των αρχών του 9ου αιώνα που φέρει τον τίτλο «ο Βίος του Αγίου Στεφάνου του Νεώτερου/Σαβαΐτου», στην οποία ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι ο «Kοπρώνυμος» Κωνσταντίνος Ε΄ «κατέστρεψε» μια εικόνα της Παναγίας, ενώ ο όχι τόσο αισχρά αντεικονοκλάστης εικονόφιλος Πατριάρχης Νικηφόρος γράφει ότι απλώς την κάλυψε με τέτοιο ευλαβή τρόπο, ώστε ο Σκυλίτσης αιώνες αργότερα γράφει ότι αποκαταστάθηκε άθικτη το 1031.

Το βασικό συμπέρασμα της Brubaker είναι ότι η εικονομαχία δεν είχε καμία απολύτως συνέπεια στην καθημερινή ζωή των Βυζαντινών. Τα «δεκάκις μύρια» μαρτυρικά θύματα είναι μετέπειτα εφεύρεση των εικονόφιλων, που ως «νικητές» ξανάγραψαν την ιστορία όπως ήθελαν. Άνθρωποι οι οποίοι τιμωρήθηκαν από τους Ισαύρους για λόγους που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με την εικονομαχία, «βαπτίστηκαν» αργότερα ως «εικονόφιλοι μάρτυρες». Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η αποστασία του Αρμένιου στρατηγού του θέματος των Αρμενιακών Αρτάβασδου (Artavazhda). Όντας στρατηγός των Αρμενιακών, αποφάσισε να υποστηρίξει την αποστασία του στρατηγού των Ανατολικών Λέοντα του Ίσαυρου που κατέληξε με τον δεύτερο να στέφεται αυτοκράτορας. Για την συνεργασία του, ο Αρτάβασδος επιβραβεύθηκε με τον τίτλο του Κουροπαλάτη και αυτόν του Κόμη του Οψικίου (διατηρώντας και την στρατηγία των Αρμενιακών) και του δόθηκε για γυναίκα η κόρη του Λέοντα Άννα. Όταν πέθανε ο Λέων και όρισε για διάδοχό του τον γιο του «Κοπρώνυμο» Κωνσταντίνο, ο Αρτάβασδος αποστασίασε γιατί ήθελε τον θρόνο για τον εαυτό του. Ο Κωνσταντίνος κατάφερε να πνίξει την αποστασία και να τιμωρήσει με τύφλωμα (την συνηθισμένη βυζαντινή τιμωρία για προδοσία) όλους όσους συμμετείχαν εκούσια σε αυτήν την εξέγερση. Η εικονόφιλη εκδοχή της ιστορίας του 8ου αιώνα «βάπτισε» τους τιμωρημένους ως «εικονόφιλα θύματα» που εξεγέρθηκαν κατά του «Κοπρώνυμου» για θρησκευτικούς λόγους.

Παρακάτω θα παραθέσω την εκκοσμικευμένη εκδοχή της ιστορίας της περιόδου 680-850 που προέκυψε μετά από την κριτική αφαίρεση των εικονόφιλων εφευρέσεων.

1) Εικονολατρεία: Προλεγόμενα.

Στις σελίδες 9-10 η Brubaker κάνει μια απαραίτητη περιγραφή της προεικονομαχικής περιόδου και της λατρείας των Αγίων. Οι Χριστιανοί της πρωτο-βυζαντινής περιόδου (4ος-6ος μ.Χ. αι.) δεν παρακαλούσαν άμεσα τον Θεό, αλλά έμμεσα μέσω ενός Αγίου. Ο Άγιος είχε τον ρόλο διαμεσολαβητή, που διαβίβαζε τις παρακλήσεις των πιστών στον Θεό. Τα Θαύματα του Αγίου Αρτεμίου, γραμμένα μεταξύ 658 και 668 είναι ένα καλό παράδειγμα της τυπικής παρακλητικής προσευχής. Γράφει η Brubaker:

[σελ. 10] God was rarely invoked directly. Instead, humans asked an intermediary (usually a saint or the Virgin, but sometimes a living person believed to be sufficiently holy to have special access to divine) to arbitrate or intervene on their behalf with Christ. The Miracles of St Artemios (mostly written down between 658 and 668, in Constantinople) provide a good example. Of the forty-five miracles recorded, nine involve mothers asking for their children to be healed. The healings follow a set pattern: Artemios appears to the mother in a dream or vision, touches the ailing child or makes the sign of the cross over it, and explains that the child is healed through Christ. The mother has asked the saint to help her child; the saint has asked Christ, and then returns to tell the mother that Christ has granted his request.

Ως διαμεσολαβητές μεταξύ ανθρώπων και Θεού, οι Άγιοι άρχισαν να λατρεύονται ολοένα και περισσότερο ως σύμβολα αγιότητος. Με τον καιρό σχηματίστηκε η πεποίθηση ότι η ταφή ad sanctos δίπλα στον τάφου ενός αγίου διευκόλυνε την είσοδο στον Παράδεισο και ότι τα λείψανα (relics) των αγίων (και ό,τι ερχόταν σε επαφή με αυτά) διατηρούσαν αυτήν την αγιότητα. Συνεχίζει η Brubaker πάντα στην ίδια σελίδα:

The cult of saints and the cult of relics: As intermediaries, the saints became cast as “friends of God” and, as Peter Brown was first to recognize, thus played a very different role from the gods of antiquity. What is often called the cult of saints resulted from people’s attraction to these heavenly helpers. Probably by the end of the fourth century, and certainly by the mid-fifth, this was joined by a conviction that the holiness of saints remained attached to their bodies after death. Burial in close proximity to a saint’s tomb (burial ad sanctos, to use the Latin phrase), built on this belief in the importance of physical presence, and intended to ensure saintly intervention on one’s behalf at the doors of heaven. This led, in turn, to a cult of relics, based on the belief that the power of the saint to intercede with Christ continued to be exerted even when the body had been dismembered -so parts of thesaintly body (or even objects that had come into contact with the body or bones of a saint) had the same “real presence” as the complete body.

Ήδη κατά τον 5ο αιώνα, με άλλα λόγια, εμφανίζεται η τάση για λατρεία υλικών αντικειμένων που θεωρούνταν φορείς αγιότητος. Το επόμενο βήμα ήταν η μετάβαση από την λατρεία των λειψάνων των αγίων σε αυτήν των εικόνων των αγίων. Αυτή η εικονολατρεία, εξηγεί η Brubaker είναι αποκλειστικό της Βυζαντινής κοινωνίας και δεν εμφανίστηκε στην χριστιανική δύση. Οι πρώτες μαρτυρίες εικονολατρείας εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 6ου αιώνα με τα «ἀχειροποίητα».

[σελ. 11] In the Byzantine world, the “real presence” of the saint in his or her relics gradually became associated with portraits of the saints as well. This did not happen overnight, and it only happened in Byzantium, not in the Christian West. How and why did icons become assimilated into the cult of saints and relics in the East Roman Empire?

Images not-made-by-human-hands: The first images credited with special powers were those that most closely resembled relics, the images “not-made-by-human-hands” (acheiropoietoi), and we begin to hear about them in the later sixth century. […] documentary accounts […] indicate that all portrayed Christ on a piece of linen cloth – much like the later, still preserved shroud of Turin. The earliest known of these, described in a text in 569, is said to have been floating in a well – where it miraculously remained dry – in Kamoulianai in Syria. The next, in Memphis (Egypt), was created when Christ pressed the linen cloth to his face, as we are told in a pilgrim’s account of his journey to the Holy Land, written around 570. The so-called Mandylion of Edessa, first attested c. 590, was the most famous of them all during the Byzantine period, and it too was said to have been produced when Christ pressed his face against a linen cloth. It is the Edessa acheiropoietos that is pictured on the icon in Fig. 1, which was probably painted to celebrate the relic’s arrival in Constantinople in 944. […] The Kamoulianai image, however, was probably the famous acheiropoietos that was paraded around the walls of Constantinople in 626 and thus miraculously saved the city from Avar and Persian attack, while the Edessa image was said to have protected that city too from the Persians.

The earliest powerful images in Byzantium were, then, miraculous relics of Christ (not saints) that acted as protectors of cities. In this, they acted very much like the old Roman palladia, statues of a city’s patron god or goddess that protected that city from harm, as at least some Byzantines were well aware. The seventh-century Paschal Chronicle, for example, tells us that when Constantine I moved his power-base from Rome to Constantinople in 324, he secretly took Rome’s palladion – effectively its protective deity – with him, presumably to ensure the superior protection of his own new capital.

Μέχρι τώρα έχουμε πει ότι τα πρώτα συστατικά της εικονολατρείας είναι η αγιολειψανολατρεία από τη μια και οι αχειροποίητες απεικονίσεις του Χριστού που αντικατέστησαν λειτουργικά τα παλαιά ρωμαϊκά Palladia. Το πασχάλιο χρονικό μας πληροφορεί ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος φρόντισε να φέρει στη Νέα Ρώμη το Παλλάδιον της Παλαιάς. Η αυξανόμενη αγιολατρεία σιγά σιγά έφερε στο προσκήνιο και τις χειροποίητες εικόνες αγίων και τον εγκαινιασμό της αγιογραφικής «βιομηχανίας». Συνεχίζει η Brubaker:

Icons made by human hands: The earliest written accounts of Christian portraits made byhuman hands condemn them as “pagan”. […] It seems to have been the special attention given to these images – the embellishment with wreaths and the illummination with candles- that was seen as un-Christian […] though the “pagan” accoutrements of garlands and candles appear to have been mistly avoided during the fourth, fifth, and sixth centuries.

Όταν οι χειροποίητες εικόνες αγίων πρωτοεμφανίζονται στις γραπτές πηγές κατηγορούνται ως «ειδωλολατρικό» κατάλοιπο. Αυτό που θεωρείται ως «ειδωλολατρικό» έθιμο δεν είναι τόσο η εικόνα όσο το στόλισμά της με στεφάνια και καντηλάκια για να φαίνεται και το βράδυ. Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, το στόλισμα των εικόνων αποφεύγεται. Η αλλαγή στην λατρευτική πράξη εμφανίζεται στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, κατά την μεγάλη κρίση της Βυζαντινής κοινωνίας η οποία, βλέποντας την αυτοκρατορία να καταρρέει, στα ανατολικά λόγω των Αράβων και στα δυτικά λόγω των Αβαρο-Σλάβων, επιζητούσε μαζικά «αποτελεσματικότερη» πρόσβαση στο θείο. Συνεχίζει η Brubaker:

[σελ. 13-14] The changing role of icons: The status of images, icons, changed perceptibly toward the end of the seventh century in the Byzantine world (though not in the Latin-speaking West). They are mentioned more often in texts: Anastasios of Sinai, for example, invokes them regularly in his Guidebook (Hodegos) of the 680s. In the 690s images are mentioned favourably for the first time in anti-heretical polemic; in the same decade, in the writings of Stephen of Bostra, we first hear positive references to icons honoured with candles, curtains and incense, accoutrements that had until then been reserved for relics. In 691/2 the Quinisext Counsil (also known as the Council in Trullo) issued the first ecumenical church legislation concerning images. Whether or not sacred portraits were sometimes and sporadically venerated before this, by the end of the seventh century icons had taken on a much more significant and ubiquitous role in the Byzantine textual record than they had played previously.

Τα πράγματα λοιπόν αναστρέφονται πλήρως προς το τέλος του 7ου αιώνα, όπου το «στόλισμα» των εικόνων έχει πάψει να θεωρείται «ειδωλολατρικό» έθιμο. Υπάρχει μαζική εικονολατρεία και η επίσημη εκκλησία αναγκάζεται για πρώτη φορά να θεσπίσει «κανόνες εικονολατρείας» στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο του 691/2. Όπως εξήγησε δύο φορές μέχρι τώρα η Brubaker αυτή η έξαρση εικονοφιλίας δεν παρατηρείται στην λατινόφωνη δύση. Επομένως δεν μας εκπλήσσει η περιγραφή της από δυτικές πηγές της εποχής σαν κάτι το «εξωτικό». Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Ιρλανδός Adamnan που περιέγραψε γραπτά, κάποια στιγμή πριν το 688, την περιήγηση του Αγγλο-Σάξονα (ή Φράγκου) Arculf στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και στους Αγίους τόπους το 683/4.  Ο Arculf θεώρησε εξωτική και αξιομνημόνευτη την ιστορία που άκουσε στην Κωνστνατινούπολη για έναν Κωνσταντινοπολίτη στρατιώτη, ο οποίος λίγο πριν φύγει στη μάχη με τους Άραβες, προσευχήθηκε σε μια εικόνα του Αγίου Γεωργίου  «μιλώντας στην εικόνα σε δεύτερο ενικό» («Αη Γιώργη σώσε με από τους κινδύνους του πολέμου»). Ενώ μεγάλο μέρος των Βυζαντινών στρατιωτών πέθανε στη μάχη, ο εν λόγω στρατιώτης επέστρεψε αθιγής και μιλώντας πάντα στην εικόνα ευχαρίστησε τον Γεώργιο πάντα σε δεύτερο ενικό πρόσωπο. Γράφει η Brubaker:

How this worked in practise is suggested by a contemporary western pilgrimage account. The Irishman Adamnàn tells us that the Anglo-Saxon Arculf went on pilgrimage to the Holy Land in 683/4, and that he (Adamnàn) recorded his account of the journey sometime before 688. Adamnàn included a tale Arculf is said to have heard from story-tellers in Constantinople. A man about to set off on a great military expedition stood before a portrait of the Confessor George, and “began to speak to the portrait as if it were George present in person”; he asked “to be delivered from all dangers by war.” Adamnàn then tells us that “it was a war full of danger, and there were many thousands of men who perished miserably. But he … was preserved from all misadventure by his commendation to the Christ-loving George, and by the grace of God came safely back … and spoke to St George as though he were present in person again.” The story of the man and icon circulating in Constantinople in the 680s was evidently striking enough for Adamnàn to include it […] George’s image can be spoken to “as though he were present in person.”

H Brubaker τελειώνει το εισαγωγικό προεικονομαχικό κεφάλαιο στις σελίδες 18-19 με τα λόγια:

Icons took on new significance at the end of the seventh century because they addressed the spiritual crisis and insecurities brought about by the Islamic conquests. […] The following generation of Churchmen, active in the 720s, reacted against the new role of icons and provide our earliest documented iconoclasts.

2) Οι  πρώτες «εικονοκλαστικές» αντιδράσεις:

Επειδή τα πράγματα στο Αραβικό μέτωπο δεν έγιναν καλύτερα με την αλλαγή του αιώνα, ορισμένοι βυζαντινοί κληρικοί, ακολουθώντας την παραδοσιακή ιουδο-χριστιανική ιδεολογία του Θεού που «παιδεύει» το ποίμνιό του που έχει αμαρτήσει, για να το συνετίσει, προσπαθούσαν να βρουν τις αιτίες των συμφορών. Άρχισε σιγά σιγά να δημιουργείται η πεποίθηση ότι ο Θεός τιμωρούσε τους Βυζαντινούς επειδή η εικονολατρεία τους παραβίαζε την δεύτερη από τις δέκα εντολές:

Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υπό κάτω της γης.

Οι πρώτες αντιδράσεις εμφανίζονται σε επιστολές που γράφθηκαν γύρω στο 730 μ.Χ. του Πατριάρχη Γερμανού Α’ (715-730) με δύο επισκόπους που αρνήθηκαν να τελέσουν την προσκύνηση των εικόνων. Αυτοί ήταν ο Κωνσταντίνος της Νακολείας (στην Φρυγία) και ο Θωμάς της Κλαυδιουπόλεως (στην Βιθυνία). Στην  πρώτη επιστολή ο Γερμανός ζητά από τον εφιστάμενο του Κωνσταντίνου, Ιωάννη των Συννάδων να πειθαρχήσει τον υφιστάμενό του και να λύσει το πρόβλημα χωρίς φασαρία. Στην δεύτερη επιστολή, ο Γερμανός αντέδρασε εντονότερα στην «εικονοκλαστική» στάση του Θωμά, κατηγορώντας τον δεύτερο ότι με τη στάση του έδινε αφορμή στους Ιουδαίους και στους Μουσουλμάνους για την σπίλωση της Εκκλησίας. Όπως γράφει στην σελίδα 24 η Brubaker αφού περιγράφει τα δύο περιστατικά:

Finally, Germanos framed Thomas’ action as going against both the practices of the church and the practices of the state. There is no evidence that the image struggle begun as an imperial initiative. Quite the contrary, in fact: Germanos implies that the reigning emperors were friends of icons, who had themselves installed religious images in the environs of the palace.

και, τρεις σελίδες παρακάτω [σελ. 27-29], ένα κεφάλαιο έχει τον τίτλο: «Ήταν εικονοκλάστης ο Λέων Γ;»

Was Leo III an iconoclast?

It used to be assumed without question that the emperor Leo III was a fervent iconoclast, responsible for unleashing the anti-icon movement by removing an icon of Christ from above the main ceremonial entrance to the palace, the Chalke gate, in either 726 or 730, perhaps a reaction to a volcanic eruption on the Aegean island of Thera. This assumption rests on three documents, all of which are problematic.

A) The first document is the Liber Pontificalis, the Book of the Popes, which records (in largely contemporaneous entries) papal events that occurred across the eighth and ninth centuries. […] during Leo III’s reign, the entries for both Gregory II (pope 715-731) and Gregory III (pope 731-741) refer to Leo at various points […] for Leo removed revenues from Sicily and southern Italy from the popes. There are three mentions of Leo’s actions against icons, but all have been shown to be later insertions intended to enhance the anti-iconoclast credentials of the popes retrospectively. There is, in short nothing genuine in the Book of the Popes that indicates whether or not Leo III took sides in the icon struggle that was developing during his reign.

B) The second and third texts concering Leo and image destruction are the Life of Stephen the Younger, written by Stephen the Deacon, and the Chronicle of Theophanes. These are problematic because both are almost viscerally anti-iconoclast documents, and both were written 80 years after the events they purport to describe. Both Stephen the Deacon and Theophanes are particularly anxious to vilify the emperor of their youths, Constantine V (741-775), who was the son of Leo III. As the progenitor of Constantine V, Leo is therefore also presented in a very bad light indeed.

[…] We are left, then, with no clear indication of Leo III’s beliefs, save that around 730 Germanos held him up as a friend of images; and that in the early ninth century he was the villain of legend about the beginning of the image struggle. On this basis, we can hardly reconstruct the early years of iconomachy as an imperial movement. This was, however, to change under Leo III’s son, Constantine V.

Με άλλα λόγια, η εδραιωμένη παράδοση που δυστυχώς υιοθετήθηκε ακρίτως και από πολλούς περίοπτους Βυζαντινολόγους όπως λ.χ. ο Warren Treadgold, που θέλει τον Λέοντα Γ΄«ένθερμο εικονοκλάστη που επιβάλλει την εικονοκλασική πολιτική του δια πυρός και σιδήρου» δεν μπορεί να αποδειχθεί ιστορικά. Οι μόνες μαρτυρίες είναι, στην μεν Δύση, μία εκ των υστέρων προσθήκη στο Liber Pontificalis, στην οποία ο «καλός και αλάνθαστος» Πάπας «τιμωρήθηκε» από τον «κακό εικονοκλάστη» Λέοντα Γ΄ με την αφαίρεση της Σικελίας, Νοτίου Ιταλίας και Νοτίου Ιλλυρικού (~ Ελλάδα) από την δικαιοδοσία του Βατικανού και την ένταξή τους στην δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κων/πόλεως, «επειδή ο Πάπας αρνήθηκε να αναγνωρίσει την εικονοκλαστική πολιτική ως ορθή».  Θυμίζω ότι η παραδοσιακή δικαιοδοσία του Βατικανού τελείωνε στο Νέστο , από τον οποίο ξεκινούσε η δικαιοδοσία της Κων/πόλεως. Ορισμένοι έχουν υποστηρίξει ότι ήδη πριν από τον Λέοντα Γ΄, η δικαιοδοσία της Κων/πόλεως είχε επεκταθεί προς δυσμάς μέχρι τη γραμμή Αξιού-Μοράβα, αλλά ο Λέων έφερε το τελικό κτύπημα όταν εξίσωσε γεωγραφικά την πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία της Κων/πόλεως. Οι μόνες Βυζαντινές μαρτυρίες από την άλλη, είναι αντεικονοκλαστικό λάσπωμα εικονοφίλων που μισούσαν την Ισαυρική δυναστεία, οι οποίες γράφτηκαν 80 χρόνια μετά το θάνατο του Λέοντα. Η μόνη σύγχρονη πηγή με τον Λέοντα, είναι μια αναφορά στα γραπτά του Πατριάρχη Γερμανού που αναφέρθηκε, στην οποία αναφέρεται ότι επί Λέοντος Γ΄, η εικονολατρεία ήταν η επίσημη πολιτική του κράτους.

Αναρωτιέται λοιπόν η Brubaker, πως είναι δυνατόν ένας αυτοκράτορας που θεωρείται εικονόφιλος από τον πατριάρχη της εποχής του, 80 χρόνια αργότερα να εμφανίζεται «ένθερμος εικονοκλάστης στο Liber Pontificalis και στα γραπτά των εικονόφιλων συγγραφέων που μισούσαν τον γιο του Κωνσταντίνο «Κοπρώνυμο», τον πρώτο πραγματικό εικοκλάστη αυτοκράτορα.

Πόσο πραγματική είναι η περιγραφή του Θεοφάνη της εξέγερσης των Ελλαδικών και των Κυκλαδιτών, οι οποίοι δήθεν υποκινηθέντες από τον  «[εικονόφιλο] θείο ζήλο τους» αποφάσισαν να επιτεθούν στους «εικονοκλαστικούς» Κωνσταντινοπολίτες («Βυζάντιοι») και κατατροπώθηκαν από το υγρό πυρ των δευτέρων;

 

ἐν τούτοις οὖν θείῳ κινούμενοι ζήλῳ στασιάζουσι καταὐτοῦ μεγάλῃ ναυμαχίᾳ συμφωνήσαντες Ἑλλαδικοί τε καὶ οἱ τῶν Κυκλάδων νήσων Κοσμᾶν τινα συνεπόμενον ἔχοντες εἰς τὸ στεφθῆναι, Ἀγαλλιανὸς δέ, τουρμάρχης τῶν Ἑλλαδικῶν, ἡγεῖτο τῆς στρατιᾶς, καὶ Στέφανος· οἳ καὶ προσπελάσαντες τῇ βασιλίδι πόλει ιηʹ τοῦ Ἀπριλλίου μηνὸς τῆς ιʹ ἰνδικτιῶνος ἡττῶνται συμβαλόντες τοῖς Βυζαντίοις, ἐμπρησθέντων αὐτῶν τῶν νηῶν τῷ σκευαστῷ πυρί.

Μάλλον έχουμε μια «φυσιολογική» αποστασία του Κοσμά, ο οποίος αποσκοπούσε τον θρόνο όπως πολλοί άλλοι στασιαστές στην βυζαντινή ιστορία, η οποία, όπως αυτή του Αρτάβασδου αργότερα, αναβαπτίστηκε ως «υποκινούμενη από θείο [εικονόφιλο] ζήλο» από τους εικονόφιλους προπαγανδιστές που ξαναέγραψαν αργότερα την ιστορία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι λίγα χρόνια μετά την προαναφερθείσα εξέγερση, ο Λέων Γ΄ αφαιρεί την Ελλάδα από την δικαιοδοσία της Ρώμης και την φέρνει σε αυτήν της Κωνσταντινούπολης. Το ότι οι Ελλαδικοί δεν είχαν «εικονόφιλο» ζήλο φαίνεται από την επόμενη αποστασία τους εναντίον της εικονόφιλης συντοπίτισσάς τους Ειρήνης, όταν -με τη βοήθεια του σλάβου άρχοντα των Βελεγεζιτών Ακάμηρου– προσπάθησαν να φέρουν στην εξουσία τους τυφλωμένους από την εικονόφιλη Ειρήνη γιους του εικονοκλάστη πεθερού της Κωνσταντίνου Ε΄. Γράφει πάντα ο Θεοφάνης:

Τῷ δὲ Μαρτίῳ μηνὶ τῆς ζʹ ἰνδικτιῶνος ἠβουλήθη Ἀκάμηρος, ὁ τῶν Σκλαυινῶν τῆς Βελζητίας ἄρχων, νυχθεὶς ὑπὸ τῶν Ἑλλαδικῶν ἐξαγαγεῖν τοὺς υἱοὺς Κωνσταντίνου καὶ προχειρίσασθαι ἐξ αὐτῶν βασιλέα. γνοῦσα δὲ τοῦτο ἡ βασίλισσα Εἰρήνη ἀποστέλλει πρὸς τὸν πατρίκιον Κωνσταντῖνον τὸν Σεραντάπηχον Θεοφύλακτον, τὸν υἱὸν αὐτοῦ, σπαθάριον ὄντα καὶ ἀνεψιὸν αὐτῆς· καὶ πάντας ἐτύφλωσε καὶ διεσκέδασε τὴν καταὐτῆς βουλὴν αὐτῶν.

Αλλά ας μην κάνουμε χρονικά άλματα.

3) Κωνσταντίνος Ε΄ ο «Κοπρώνυμος» (741-775): ο πρώτος εικονοκλάστης αυτοκράτορας

Αναμφίβολα ο πιο αδικομνημόνευτος Βυζαντινός αυτοκράτορας, του οποίου οι εικονοκλαστικές πεποιθήσεις του στοίχισαν την υστεροφημία. Για να καταλάβουμε τι ώθησε τον Κωνσταντίνο Ε΄ στην αποδοχή και υποστήριξη της εικονοκλαστικής ιδεολογίας πρέπει να εξηγήσουμε τι είδε ο συγκεκριμένος αυτοκράτορας, θυμούμενοι πάντα την ιουδο-χριστιανική αντίληψη του Θεού που τιμωρεί το αμαρτωλό ποίμνιό του για να το συνετίσει:

1) Το 740 ισχυρός σεισμός πλήττει την Κωνσταντινούπολη προκαλώντας καταστροφές τις οποίες ο «Κοπρώνυμος» χρειάστηκε να επιδιορθώσει κατά το ανοικοδομικό έργο του στο οποίο, συν τοις άλλοις, διόρθωσε τα τείχη και επισκεύασε το υδραγωγείο του αυτοκράτορα Ουάλεντος (Valens).

2) To 747 έχουμε το τελευταίο ισχυρότατο κύμα του λοιμού που κυνηγούσε περιοδικά το Βυζάντιο από την εποχή του Ιουστινιανού. Ο εικονόφιλος Θεόδωρος Στουδίτης περιγράφει τον λοιμό του 747 (τον οποίο ο ίδιος δεν πρόλαβε, αλλά η γενιά πριν από την δική του τον είχε προλάβει) λέγοντας ότι άφησε την Κωνσταντινούπολη σχεδόν ακατοίκητη. Ο Κοπρώνυμος αντέδρασε μεταφέροντας Αρμένιους και Συρίους στην Θρακική ενδοχώρα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι Αρμένιοι πρόγονοι της Μακεδονικής δυναστείας και, στην Κωνσταντινούπολη πληθυσμούς από τα νησιά του Αιγαίου, την Ελλάδα και τα κατωτικά μέρη (Πελοπόννησος) οι οποίοι έφευγαν, με τη σειρά τους, από τα μέρη τους για να γλιτώσουν το ελλαδικό κύμα του λοιμού που έφερε στην Μονεμβασιά ένα καράβι από τη Σικελία. Η εγκατάλειψη των ελλαδικών οικισμών σε συνεργασία με τους θανάτους που προκάλεσε ο λοιμός, δημιούργησαν ένα δεύτερο κύμα σλαβικού εποικισμού, αυτόν που περιγράφει ο Πορφυρογέννητος στο «Περὶ των Θεμάτων»:

Ἐσθλαβώθη πᾶσα δε ἡ χώρα καὶ γέγονε βάρβαρος, ὅτε ὁ λοιμικός θάνατος πᾶσαν ἐβόσκετο τὴν οἰκουμένην, ὁπινίκα ὁ Κωνσταντίνος ὁ τῆς κοπρίας ἐπώνυμος τὰ σκήπτρα τῆς τῶν Ῥωμαίων διεὶπεν ἀρχῆς

Γράφει ο Θεοφάνης:

 

Τῷ δαὐτῷ ἔτει λοιμώδης θάνατος ἀπὸ Σικελίας καὶ Καλαβρίας ἀρξάμενος οἷόν τι πῦρ ἐπινεμόμενον ἐπὶ τὴν Μονοβασίαν καὶ Ἑλλάδα καὶ τὰς παρακειμένας νήσους ἦλθε διὅλης τῆς ιδʹ ἰνδικτιῶνος προμαστίζων τὸν ἀσεβῆ Κωνσταντῖνον καὶ ἀναστέλλων τῆς κατὰ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν καὶ τῶν σεπτῶν εἰκόνων μανίας, εἰ καὶ ἀδιόρθωτος ἔμεινεν, ὡς Φαραὼ τὸ πάλαι. ἡ δὲ αὐτὴ λοιμικὴ νόσος τοῦ βουβῶνος ἀνέδραμε τῇ εʹ ἐπινεμήσει ἐν τῇ βασιλίδι πόλει. ἤρξατο δὲ αἴφνης ἀοράτως γίνεσθαι ἔν τε τοῖς τῶν ἀνθρώπων ἱματίοις καὶ εἰς τὰ τῶν ἐκκλησιῶν ἱερὰ ἐνδύματα καὶ εἰς τὰ βῆλα σταυρία ἐλαιώδη πλεῖστα. ἐγένετο οὖν ἐντεῦθεν τοῖς ἀνθρώποις λύπη καὶ ἀθυμία πολλὴ τῇ τοῦ τοιούτου σημείου ἀπορία· κατέλαβε δὲ καὶ θεομηνία ἀφειδῶς ὀλοθρεύουσα οὐ μόνον τοὺς ἐν τῇ πόλει, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ αὐτῆς.

Τούτῳ τῷ ἔτει Νικήτας ὁ Ἡλιουπόλεως ἀνεθεματίσθη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πάσης. ὁ δὲ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος Σύρους τε καὶ Ἀρμενίους, οὓς ἤγαγεν ἀπὸ Θεοδοσιουπόλεως καὶ Μελιτηνῆς, εἰς τὴν Θρᾴκην μετῴκισεν, ἐξ ὧν καὶ ἐπλατύνθη ἡ αἵρεσις τῶν Παυλικιάνων. ὁμοίως καὶ ἐν τῇ πόλει, ὀλιγωθέντων τῶν οἰκητόρων αὐτῆς ἐκ τοῦ θανατικοῦ, ἤνεγκε συμφαμίλους ἐκ τῶν νήσων καὶ Ἑλλάδος καὶ τῶν κατωτικῶν μερῶν, καὶ ἐποίησεν οἰκῆσαι τὴν πόλιν καὶ κατεπύκνωσεν αὐτήν.

3) To 726 είχε προηγηθεί η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας που κατέστρεψε τον Αραβικό στόλο, αλλά σίγουρα και πολλά άλλα πράγματα εκτός από τον τελευταίο. Ίσως η έκρηξη αυτή, καταστρέφοντας τις περιουσίες των κυκλαδικών, να ευθύνεται για την αποστασία τους του 727 που αναφέρθηκε παραπάνω.

Επομένως, όταν ο Κωνσταντίνος άκουγε τους παλαιότερους να μιλάνε για την έκρηξη του Ηφαιστείου και αυτός είδε με τα μάτια του τον σεισμό του 740 και τον λοιμό «όλης της οικουμένης» του 747, δεν χρειάστηκε πολύ για να ασπαστεί τις εικονοκλαστικές πεποιθήσεις που εδώ και δέκα χρόνια ήθελαν τον θεό να τιμωρεί τους Βυζαντινούς για την «ειδωλολατρική» τους εικονοφιλία.

Γράφει η Brubaker για τα παραπάνω:

[σελ 32] Leo III’s son and co-ruler, Constantine V (sole rule 741-775), was challenged for the throne at his father’s death by his brother-in-law, his father’s former ally the general Artabasdos, but cemented in Constantinople by 743. He had to besiege the capital in order to achieve this, however, which caused a severe famine. This was followed in 747 by the last outbreak of plague in Byzantium until the Black Death in 1347, which, according to the monk Theodore of Stoudios, left the city deserted. In the aftermath of these disasters – and the damage resulting from an earthquake that had damaged the capital in 740- Constantine repopulated the city by relocating people from the Aegean islands, Hellas and the Peloponnese into Constantinople, and initiated major repairs to the urban infrastructure.

The 740s were clearly traumatic. Perhaps as a result, Constantine V seems to have thought long and carefully about his own theological position. He evidently concluded that the iconoclasts – who had, as we saw in the last chapte, been active in the environs of Constantinople since the 730s- were thinking along the right lines

Έτσι φτάνουμε στην Σύνοδο της Ιέρειας του 754, όπου υιοθετείται επίσημα η εικονοκλαστική πολιτική από την εκκλησία. Με άλλα λόγια, αντίθετα με τον ισχυρισμό του Θεοφάνη ότι ο θεός έστειλε τον λοιμό του 747 επειδή ο «Κοπρώνυμος» ήταν ήδη δεδηλωμένος εικονοκλάστης, όπως υποτίθεται ήταν και ο πατέρας του, το συμπέρασμα της Brubaker είναι ότι ο Κωνσταντίνος Ε΄ έγινε εικονοκλάστης μετά από τους … «σεισμούς, λοιμούς και καταποντισμούς» που συνέβησαν στα χρόνια του.

Στην σελίδα 34, η Brubaker παραθέτει τις 3+1 συνέπειες της Συνόδου της Ιέρειας:

The 754 synod shaped a theology focused on the Trinity […] and, according to the synod, the only religious symbol of importance was the cross, […] There were three major spin-offs of these beliefs. The first […] relics were to be removed from them to avoid contamination of the Trinity by the bodily remains of the mortal saints. Second, … that the intercessory power of the saints was reached through prayer, rather than through their relics or their portraits. Third and finally, the symbolic resonance of the cross as a victorious standard closely associated with the imperial house became increasingly important, and took on complementary force as an emblem of Christian opposition to Islam. […] Another major characteristic of the synod’s Horos was its emphasis on the importance of the church as an institution. This appears in a number of forms, all of which make clear the churchmen’s desire to take control of spiritual leadershipto remove people’s personal relationship with saints, channelled through relics and icons, and instead to insist that people used the clergy as their intermediaries. In other words, the synod wanted to move from a bottom-up theology, in which priests were not necessarily the central figures […] to a top-down theology, in which the church controlled people’s access to the sacred. Hence the counsil rejected all sources of spiritual authority outside the church (including, as we have seen, images as sites of the “real presence” of saints) and decreed that the clergy were the only authoritative intermediaries between the sacred and humanity.

Σύμφωνα με την εικονόφιλη εφευρημένη εκδοχή των γεγονότων μετά από το 754, οι «δαιμονισμένοι» εικονοκλάστες άρχισαν να καταστρέφουν μανιωδώς τις εικόνες. Η Brubaker γράφει περί αυτού στη σελίδα 35:

The destruction – and construction – of images: Had the emperor wished to mount a concerted assault on images, it would surely have been not long after the 754 synod had ratified his personal beliefs as the official view of the state, yet there is little evidence for any actual destruction. As we have seen, the Horos specifically forbade acts of vandalism against ecclesiastical furnishings. Furthermore, the later claims of the pro-image faction that their enemies set about destroying images rest on a very few events, almost all of dubious authenticity.

και στην σελίδα 39 καταλήγει:

It is, finally worth noting here that both pre-iconoclast imagery that survives today (for example, at Hagios Demetrios in Thessaloniki) and textual references to icons indicate that much religious representation came through Constantine V’s reign unscathed.

Στην ίδια πάντα σελίδα, η Brubaker προσπαθεί να αποδώσει τα του καίσαρος τῷ καίσαρι γράφοντας πως αν δεν είχε αμαυρωθεί για τις εικονοκλαστικές του πεποιθήσεις σήμερα ο Κωνσταντίνος Ε΄ θα είχε την υστεροφημία που αρμόζει στον πρώτο σημαντικό αυτοκράτορα μετά τον Ηράκλειο που συνέβαλε στην σταθεροποίηση και ανάκαμψη της υπο διάλυσης αυτοκρατορίας. Η εικονόφιλη προπαγάνδα του στέρησε αυτήν την αναγνώριση και η προπαγάνδα της Μακεδονικής Δυναστείας απέδωσε τα του Κωνσταντίνου στον ιδρυτή της Βασίλειο Α΄.

Were it not for his iconoclast policies, to which the (iconophile) historians whose chronicles and histories have survived responded with near universal condemnation, Contantine V would now be celebrated alongside the ninth-century emperor Basil I (867-886) as the restorer of Constantinople after the so-called Dark Ages of the seventh and early eighth centuries.

Εκτός από το ανοικοδομικό και μετοικιστικό του έργο στην Κωνσταντινούπολη, ο «Κοπρώνυμος» είναι αυτός που σταθεροποίησε τα σύνορα με τους Άραβες και τους Βουλγάρους, αναδιοργάνωσε το στρατό σχηματίζοντας τα 5 Τάγματα ως εκστρατευτικό σώμα πέρα από τα κυρίως αμυντικά Θέματα και έκανε την πρώτη σειρά νικηφόρων εκστρατειών εναντίον των Βουλγάρων, οι οποίες ακολουθήθηκαν από την σταδιακή ανάκτηση της νοτίου Βαλκανικής από τους διαδόχους του. Γράφει στις σελίδες 45-46 για τα παραπάνω η Brubaker:

[…] Constantine V’s other achievements are often forgotten. His reign saw, however, major shifts in the international policy, most of which had little to do with his beliefs about religious images. […]

THE STABILISATION OF BYZANTINE BORDERS: One of Constantine V’s most significant long-term achievements was the stabilization of the empire’s borders with Bulgaria and the Islamic Caliphate. Constantine’s major accomplishment here was the development of an unpopulated buffer zone along the Arab frontier, which discouraged raiding parties and, by making hostile forces venturing into this zone more visible, also made then easier to detect and track. In the mid-750s, as part of this strategy to depopulate the frontier zones bordering on Arab-held lands, Constantine relocated emigrants from north Syria and the Anatolian region into Thrace and built a chain of fortresses to protect them against the Bulgars. In responce, the Bulgars demanded renewed payments from the emperor; when these were refused, a Bulgar army marched into Thrace. Constantine’s troops beat them back and, acroos the next twenty years, mounted nine further campaigns against them. By the end of his reign in 775, the western frontier was stabilised, and Byzantium once more again controlled the south and central Balkans.

[…] Maintaining peace on the eastern and western fronts required effective military and diplomatic skills, and both were expensive. To optimise efficiency, Constantine V reformed the military administration. He also created a centrally-paid and controlled palatine army, which remained loyal to the emperor long after his death, as we shall see.

BYZANTIUM AND THE WEST: […] By the time of Constantine’s death, however, the popes had turned more or less permanently from relying on Constantinople to relying on the Franks (and their successors) for aid and protection.

THE WESTERN RESPONSE TO THE COUNCIL OF 754: […] Under popes Paul I and Stephen III (768-772), however, two synods -one at Gentilly in Francia in 767, the other at the Lateran in Rome in 769- condemned Constantine V’s image policy. […] at the Lateran synod, the Acts from which are preserved. This synod was prompted by the arrival of a letter to the pope from the eastern patriarchs (representing those Christians now living in lands under Arab rule) that set out their disagreement with the church at Constantinople over the question of the images, and enlisted the support of Rome. […] Henceforth, pope Stephen III intensified papal ties with the Franks and loosened those with the empire. Constantine V’s only remaining ally in northern Italy was Desiderius, king of the Lombards, who was conquered by Charlemagne in 773/4.

Δηλαδή αντίθετα με τις ευεργετικές στρατο-πολιτικές του μεταρρυθμίσεις, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις απομάκρυναν τα αραβοκρατούμενα Πατριαρχεία από την εικονοκλαστική πλέον Κων/πολη, τα οποία στράφηκαν για βοήθεια στον Πάπα. Το Βατικανό που εκείνη την εποχή επιτελούσε σιγά σιγά την απαγκίστρωση από τον πολιτικό έλεγχο της Κων/πόλεως και την πολιτική εξάρτηση από τους Φράγγους, βρήκε στην εικονοκλαστική ιδεολογία του «Κοπρώνυμου» την αφορμή, για να δικαιολογήσει την απαγκίστρωσή του.

H Brubaker τελειώνει το κεφάλαιο για τον «Κοπρώνυμο» με τα λόγια [σελ. 49-50]:

Though even his later Byzantine detractors admitted his qualities as a strong military leader and as the reconstructor of the urban fabric of Constantinople, they created a damning portrait of activities associated with his religious policies such as his purported persecution of monks and destruction of church decorations and furnishings. As we have seen, most of this cannot be substantiated. Contemporary texts are silent, and there was no protest from Rome: the entry for pope Stephen II (752-7) in the Book of Popes did not mention the 754 synod, or refer to the icon debates at all. Constantine V has fallen victim to an extremely successful later smear campaing – and the negative image promoted by the later Byzantine authors has been accepted uncritically by most modern scholars until now.

(συνέχεια στο μέρος #2)

Advertisements

4 Comments

Filed under Βυζαντινολογία, Ιστορία, Μυθοθρυψία, Μεσαίωνας

4 responses to “Εφευρίσκοντας την Εικονομαχία #1

  1. Πόσο πιθανό είναι ο Κοπρώνυμος να είχε στο θέμα αυτό διαφορετική ιδεολογία από το πατέρα του (καταγόμενοι και οι δύο από την Γερμανίκεια της Συρίας); Η οποία στο κάτω κάτω ήταν ιδεολογία όλης της Ανατολής, που πάντα είχε πιο αυστηρές έως ανεικονικές αντιλήψεις;

    Άλλωστε, κανείς δεν υποστήριξε ότι ο Λέων εφήρμοσε εικονομαχική πολιτική από το πρώτο έτος της βασιλείας του (όπως το ίδιο δέχονται οι συγγραφείς και για τον Κωνσταντίνο). Υπό αυτήν την έννοια η αναφορά του Γερμανού εξηγείται: απλώς ήταν Πατριάρχης στην πρώτη περίοδο της αυτοκρατορίας του Λέοντα.

    “δεν υπάρχει πραγματική απόδειξη καταστροφής εικόνων”

    Μα, αν καταστρέφονταν, προφανώς δεν θα έμεναν και πολλές αποδείξεις… Πόσες εικόνες του 8ου αιώνα σώζονται; Γιατί κάτι λίγες προηγούμενων αιώνων έχουν διασωθή σε μέρη εκτός αυτοκρατορίας.

    • Η αναφορά του πατριάρχη Γερμανού για κανονική εικονολατρεία επί Λέοντος Γ΄ είναι του 730 μ.Χ όταν γράφει πως η εικονοκλασία αντιτίθεται στις αρχές της εκκλησίας και του κράτους. Σύμφωνα με τον Θεοφάν,η ο Λέων επισημοποίησε την εικονοκλαστική πολιτική το 727. Επομένως ένα από τα δύο δεν στέκει.

      Τώρα, όπως έγραψες, ούτε ο «Κοπρώνυμος» ξεκίνησε ως εικονοκλάστης, επομένως αυτό δείχνει ότι ανατράφηκε κανονικά ως εικονόφιλος από τον Λέοντα. Από εκεί και μετά διαβάζοντας το βιβλίο της Brubaker, δεν βρήκα πουθενά επιβεβαίωση αυτού που λέει η Αρβελέρ ότι οι Ασιατικοί πληθυσμοί ήταν παραδοσιακά «ανεικονικοί» και οι εσπέριοι/βαλκάνιοι εικονόφιλοι. Αυτή η άποψη βασίζεται σε δύο στοιχεία:

      1) Ότι οι πρώτες δύο περιπτώσεις εικονοκλασίας εμφανίζονται στην Μικρά Ασία (Νακολία και Κλαυδιούπολις) και
      2) Στην άποψη του Θεοφάνη ότι οι Ελλαδικοί επαναστάτησαν «για θρησκευτικούς λόγους» εναντίον του «εικονοκλάστη» Λέοντος Γ΄.

      Αργότερα όμως, στην βασιλεία της εικονόφιλης Ειρήνης, οι Ελλαδικοί επαναστατούν εναντίον της υπέρ των εικονοκλαστών γιών του πεθερού της «Κοπρώνυμου».

      Κοίτα το γεγονός ότι, η εικνόφιλη πηγή του Βίου του Αγίου Στεφάνου του Νεότερου (γραμμένη στα χρόνια του Θεοφάνη) μιλάει για «καταστροφή» μιας εικόνας που ο Σκυλίτσης αργότερα (γράφει γύρω στο 1090) λέει πως το 1030 υπήρχε ακόμα, απλώς ήταν μέχρι τότε σκεπασμένη, δείχνει ότι πρέπει να βλέπουμε με καχυποψία τις εικονόφιλες πηγές, όταν λασπώνουν τους εικονοκλάστες.

  2. frances farmer

    Πάρα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα και τα δυο μέρη του “εφευρίσκοντας την εικονομαχία”. Δεν θα μπω στην ουσία της συζήτησης (δεν έχω άλλωστε τις γνώσεις), αυτό που απλώς θα ήθελα να παρατηρήσω είναι ότι δεν μπορούμε γραμμικά να αποδώσουμε την εικονομαχία στην κουλτούρα της ανατολής. Το λέω αυτό γιατί, ως γνωστόν, ο πιο σημαντικός και χαρισματικός υπερασπιστής των εικόνων, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όχι μόνο καταγόταν από την Συρία και έζησε όλη του την ζωή στο χαλιφάτο των Ομεϋαδών, αλλά ήταν και προσωπικός φίλος του μετέπειτα χαλίφη al-Yazid. Βλ http://www.nybooks.com/articles/archives/2004/nov/04/the-truth-about-muslims/

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s