Η τοπωνυμική απάντηση της ρίζας *kelh1- «ορθώνομαι»

Η ΠΙΕ ρίζα *kelh1- «ορθώνομαι, στέκομαι» έχει δώσει λέξεις στις διάφορες γλώσσες που σας είναι λίγο πολύ γνωστές. Οι Mallory-Adams γράφουν για τη ρίζα:

kelh1

Στον γερμανικό κλάδο έχουμε το αγγλικό hill = λόφος (πρωτο-γερμανικό *hulliz < *kl.h1-nis) και τους απογόνους του πρωτο-γερμανικού *hulmaz = «ύψωμα, νησί». Στην λατινική έχουμε το collis = «λόφος» με θέμα -in- όπως η Σαλαμίς και η Ελευσίς, εξού και το ιταλικό θεματικό collina, όπως τα νεοελληνικά Σαλαμίνα και Ελευσίνα, το columen (<*kolh1-u-mn.) και τις παραλλαγές του culmen (εξού και culmination στα αγγλικά η «αποκορύφωση») και columna . Στα λιθουανικά έχουμε τον όρο kalnas = «βουνό».

Στην ελληνική έχουμε τα κολώνη, κολωνός και κολοφών  όλα με την αρχική σημασία «ύψωμα,λόφος» και το λήμμα του Ησυχίου κέλετρον = εξέδρα ψαρέματος στα ποτάμια.

Εμφανώς συσχετισμένα αρχαία τοπωνύμια είναι ο Κολωνός που μνημονεύεται στον έργο του Σοφοκλή «Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ», ο Κολοφών στην Μικρά Ασία (γενέτειρα του Ξενοφάνη), ενώ το λήμμα του Ησυχίου κέλετρον απαντά τοπωνυμικά ως το αρχαίο όνομα της Καστοριάς (Κέλετρον), που ταιριάζει γάντι για μια πόλη που είναι χτισμένη σε ένα ακροτήρι λίμνης.

Keletron

Από γλωσσολογικής άποψης, η λέξη *kl.h1-tr-om > κέλετρον δείχνει δύο χαρακτηριστικά που έχω περιγράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις:

1) Το «οργανικό» επίθημα *-ter- στον μηδενικό του βαθμό -tr-.

2) Την «πλειοφωνική» εξέλιξη του τονισμένου «μακρού» συλλαβικού ενήχου *-l.h1- > -èle- όπως:

α) g’enh1-: *g’n.h1-tis > γένεσις, αλλά γνητός

β) *dhwenh2-: *dhwn.h2-tos > θάνατος, αλλά θνητός

γ) *k’emh2-: km.h2-tos > κάματος, αλλά πολύ-κμητος

accented RH

Εκτός από τα παραπάνω τοπωνύμια, υπάρχουν και ορισμένα αρχαία τοπωνύμια που μπορεί να ανάγονται στην εν λόγω ΙΕ ρίζα αν και δεν είναι σίγουρο ότι μπορούν να χαρακτηριστούν ελληνικά ή προελληνικά (ανατολιακά).

Τα τοπωνύμια αυτά είναι η Καλυδών της Αιτωλίας και τα νησιά Καλύδναι και Κάλυμνος.  Οι λόγοι για τους οποίους η ανατολιακή ΙΕ καταγωγή πρέπει να αναζητηθεί είναι το /a/ του θέματος που δεν συμφιλιώνεται τόσο εύκολα με την ελληνική φωνολογία και το γεγονός ότι τοπωνύμια σε kal-u- απαντούν και στην ανατολιόφωνη Καρία. Ο ανατολιακός κλάδος παράγει εύκολα το /a/ από τον ο-βαθμό ablaut της ρίζας *kolh1-, διότι στον εν λόγω κλάδο (με την εξαίρεση της Λυκιακής) έγινε τροπή *o>a.

anatolian oa

H φωνολογική ένσταση δεν είναι απόλυτη, διότι και τα τρία μέρη ανήκαν στον «δυτικό» κλάδο των ελληνικών διαλέκτων (τα νησιά ήταν δωρικόφωνα και η Αιτωλία βορειοδυτικόφωνη) στον οποίο η τροπή -er-/-el->- ar-/-al- είναι κανονική (λ.χ. ἱερός >αρός, πύελος > πύαλος) και επομένως μπορούν να αναχθούν στoν e-βαθμό της  ρίζας *kelh1-u-. Αλλά εάν ίσχυε αυτή η περίπτωση τότε έπρεπε να είχαμε και μη «δυτικόφωνα» ελληνικά τοπωνύμια σε Κελυ- (όπως υπάρχουν τα ἱερός και πύελος δίπλα στα «δυτικά» ἱαρός,πύαλος) και πρέπει πάντα να εξηγήσουμε γιατί η Καρία έχει τοπωνύμια σε Καλυ-. Η επαυξημένη μορφή *kelh1-u– παρατηρείται στα λατινικά columen και columna που έχουν ήδη παρουσιαστεί.

NWG hiaros

Παραθέτω από τον Στέφανο Βυζάντιο όλα τα τοπωνύμια σε Καλυ- που αναφέρω:

Kalu

1) Η Αιτωλική Καλυδών ήταν χτισμένη πάνω σε δύο λόφους που επέβλεπαν την πεδιάδα του Ευήνου.

Kalydon

Άρα η συσχέτιση με την επαυξημένη ρίζα *kelh1-u- έχει μια βάση.

2) Τα νησιά Καλύδναι και Κάλυμνος/Κάλυμνα μπορούν να συσχετιστούν με τη ρίζα *kelh1-u-είτε μέσω της σημασιακής τροπής ύψωμα > νησί που είδαμε στο γερμανικό ζέυγος hullaz (hill, λόφος) και hulmaz (holm, λόφος/νησί) είτε γιατί τα νησιά αυτά έχουν βουνά. Λ.χ. για την Κάλυμνο η βικιπαίδεια λέει:

Το έδαφος της νήσου είναι σχετικά πετρώδες ορεινό με μικρές πεδιάδες (κυριότερες από αυτές είναι οι κοιλάδες της Πόθιας, του Βαθέως και του Πανόρμου) συνολικής έκτασης 109 τ.χλμ. Τα βουνά της Καλύμνου είναι άδενδρα με κυριότερες κορυφές τον Προφήτη Ηλία, ακριβώς στο κέντρο της νήσου (760 μ.), την Κυρά Ψηλή ή Καραψηλή (700 μ.) στα ΝΑ. και τη “Γαλατιανή” στο ΒΔ. άκρο. Οι ακτές της Καλύμνου είναι σχετικά απόκρημνες σχηματίζοντας πολλά ακρωτήρια, όρμους και λιμένες.

Η εν λόγω ΠΙΕ ρίζα έχει δώσει και μια άλλη σειρά μεσαιωνικών ελλαδικών τοπωνυμίων. Το πρωτο-γερμανικό *hulmaz εισήλθε στην πρωτο-σλαβική (όπως πολλά άλλα γερμανικά δάνεια) ως *χŭlmŭ = «λόφος, βουνό» και επιβιώνει στα σημερινά: ρωσικό холм, βουλγαρικό хълм  και σερβο-κροατικό hum.

Τα σλαβικά τοπωνύμια του ελλαδικού χώρου που προέκυψαν από την εν λόγω ρίζα (Χέλμος/Χελμός, Χλουμούτσι, Χλωμός κλπ) τα αναλύω στο τέλος αυτής της ανάρτησης.

Advertisements

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Η τοπωνυμική απάντηση της ρίζας *kelh1- «ορθώνομαι»

  1. Αγιασορίτης

    02.08.2014
    Καλημέρα και καλό μήνα(από χθές)!
    Άς δούμε τι μας λέει και ο Julius Pokorny στο, Indogermanisches Etymologisches Wörterbuch, 1959 (IEW), http://www.proto-indo-european.ru/dic-pokorny/iew-a.htm,
    № 878
    Корень: kel-1, kelǝ-
    Английское значение: to tower, be high; hill
    Немецкое значение: `ragen, hoch (heben)’ Производные: kl̥n-is `Hügel’
    Материал: Gr. κολωνός, κολώνη `Hügel’, κολοφών m. `Gipfel, Spitze’ statt *κολαφών auf Grund eines *kolṇ-bho-s); lat. ante-, ex-, prae-cellō, -ere `hervorragen’ (*cel-d-ō mit präsensbildendem -d-), Partiz. celsus `hoch’; collis `Hügel’ (*kl̥n-is oder *koln-is); columen, jünger culmen `Gipfel, Höhepunkt’ (*kelomn̥ `Erhebung’), columna `Säule’ (*kelomnā `die ragende’); mir. coll `Haupt, Führer’ (*kolnos); gall. celicnon `Turm’ (daraus got. kelikn `Söller’); gallorom. calma `ödes Land’ ist wohl vorkelt.; ags. hyll m. f., engl. hill `Hügel’ (*hulnis, idg. *kḷnis); as. holm `Hügel’, nhd. Holm, ags. holm `Insel, Meereswoge, (hohe) See’, aisl. holmr, holmi `kleine Insel’ (*kḷmo-); lit. keliù, kélti (schwere Basis) `heben, emporheben, tragen, übers Wasser befördern’, lett. ceĺt `heben’, lit. iškéltas .erhaben’, kálnas, lett. kal̂ns `Berg’, vgl. lit. kalvà f. `kleiner Hügel’, lett. kalva `Hügel, Flußinsel’; dazu lit. kìlti `sich erheben, aufsetigen’, iškilùs `hoch’, kilmė̃ f. `Abkunft, Geschlecht’, kìltis und kiltìs f., lett. cil̂ts f. `Geschlecht’; lett. kal’a f. `Hebel’; lit. kélnas m. `Fähre, Kahn’, lit. kélta f., kéltas m. = kéltuvas m. `Fähre’; lett. cel̂tava f. `kleine Fähre’; slav. *cьlnъ m. in skr. čûn (Gen. čûna), `Kahn’, čech. člun, russ. čoɫn `Boot, Weberschifflein’; abg. čelo `Stirn’, russ. čeló `Stirn, Haupt, Spitze’ usw., russ.-ksl. čelesьnъ `praecipuus’ (ursprüngl. -es-St.).
    Ссылки: WP. I 433 ff., WH. I 197, 245, 249 f., 855, Trautmann 125 f.
    Страницы: 544
    PIET: PIET

    Σχετικά δε με το αρχαίο όνομα της Καστοριάς (Κέλετρον),
    α) κέλλω `treibe (das Schiff ans Land); lande’ (Präs. nur bei Gramm. und in ὀ-κέλλω trans. `treibe das Schiff ans Land;,

    № 882
    Корень: kel-5
    Английское значение: to drive, force to move quickly
    Немецкое значение: `treiben, zu schneller Bewegung antreiben’
    Материал: Ai. kā̆láyati `treibt, trägt, nimmt wahr, hält’; alb. geg. qil, sizil. qel `bringe, trage’, shqiltsë `Lab, d. i. co-agulum’, wohl auch kal `stifte, stelle an’ (Jokl IF. 30, 198); gr. κέλλω `treibe (das Schiff ans Land); lande’ (Präs. nur bei Gramm. und in ὀ-κέλλω trans. `treibe das Schiff ans Land; strande, scheitere’; sonst nur Aor. Fut. ἔκελσα, κέλσω), κέλης, -ητος `Renner (Pferd); schnellsegelndes Schiff’; κλόνος `heftige Bewegung’, κλονέω `vor sich her treiben’ (vgl. θρ-όνος, χρ-όνος; Boisacq s. v. m. Lit.); vielleicht (Persson Beitr. 179) κολει̃ν ἐλθει̃ν undκολέα, κολία `Art Tanz’ Hes.; lat. celer `schnell, rasch’ (wie κέλης), celeber, -bris, -bre `betrieben, befahren (via), belebt (locus, oppidum), häufig, gefeiert’ (*kele-dhlo-, -dhli-); als t-Präs. got. haldan `Vieh weiden’ (zum a-Vok. s. Brugmann IF. 32, 181), ahd. haltan `hüten, halten’, as. haldan, ags. healdan, aisl. halda, aschwed. halla (*halþan) `halten’, mnd. hilde, hille `rasch, eifrig’.
    Ссылки: WP. I 442 f., WH. I 194f.;
    См. также: wohl identisch mit kel-6; s. auch keleu- `wandern’.
    Страницы: 548
    PIET: PIET

    β) επίσης από
    http://greek_greek.enacademic.com/67986/%CE%BA%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CF%89
    κέλλω και ὀκέλλω (Α)
    1. προχωρώ, ξεκινώ, κινώ προς τα εμπρός
    2. οδηγώ πλοίο στην ξηρά
    3. κάνω να εξαχθεί κάτι στην ξηρά, αποβιβάζω
    4. (αμτβ.) (για πλοίο ή ναύτες) έρχομαι στην ακτή ή στο λιμάνι, ελλιμενίζομαι, προσορμίζομαι, αράζω
    5. κινώ
    6. τρέχω γρήγορα.

    Αυτά για το αρχαίο όνομα Κέλετρον, για το νέο όνομα Καστοριά απάντησα σε προηγούμενο coment, το επισυνάπτω για να δούμε καλύτερα το lat. CASTERIA,
    Καστοριά, AESTRAUM , CASTRA, CASTERIA, σ.27,

    Frédéric Guillaume de Vaudoncourt

    Des generals Guillaume de Vaudoncourt’s schilderung des heutigen Griechenlands und seiner einwohner, nebst Ali pascha’s von Janina leben und einem wegweiser durch das ganze land, J.C. Hinrichs, Leipzig 1821.
    http://books.google.gr/books?id=LzlCAAAAcAAJ&pg=PA27&dq=%CE%9A%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1+%CE%BA%CE%B1%CE%B9+%CE%B4%CF%81%CF%85%CF%83&hl=en&sa=X&ei=V9_ZU7uEGcf-ygP4-ICIDQ&ved=0CEYQ6AEwBjgK#v=onepage&q=%CE%9A%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%B4%CF%81%CF%85%CF%83&f=false

    AESTRAUM σ.659 , Christoph Cellarius, Notitia orbis antiqui, sive Geographia plenior, ab ortu rerumpublicarum ad Constantinorum tempora, Volume 1, 1703
    http://books.google.gr/books?id=uqc9AAAAcAAJ&pg=PA659&lpg=PA659&dq=albanopolis+aestraum&source=bl&ots=0cbdo8ODzY&sig=jdp9fW3kRx52CpPL1TM_oDHzjfI&hl=en&sa=X&ei=r_TZU7eaJeOg4gTT54GgBA&ved=0CB0Q6AEwAA#v=onepage&q=albanopolis%20aestraum&f=false

    CASTERIA apud Plautum in Asinariu Actus 3. sc. 1. v. 16. Quin pol si reposui remum, Sola ego in casteria, pro schasteria, seu chasteria, Salmasio; quid sit, hisce exponit Lutatius, ad Stat. Theb.
    — — — — Signo [orig: Signô] de puppe dato [orig: datô].
    A gubernatore, inquit. Nam pertica quadam est in navi, quam hortator remigum tenet, quam si incusserit, remiges non desinunt, si deposuerit, quiescunt a labore. Hanc Casteriam Plautus nominavit in Asinaria, etc. Sed error manifestarius est Exegetae. Casteria enim, Nonio [orig: Noniô] auctore, locus est reponendis remis et instrumento coetero nautico. Portisculus autem, ut docti Viri pridem notarunt [orig: notârunt], id quod indicatut his verbis. Casp. Barthius Animadversion. ad Statium Tom. 3. p. 604.

    http://www.uni-mannheim.de/mateo/camenaref/hofmann/hof1/Hofmann_lexicon_t1_0303_castellvm_morinorvm.html
    CASTERIA

    http://www.perseus.tufts.edu/hopper/morph?l=casteria&la=la&can=casteria0&prior=in&d=Perseus:text:1999.02.0031:act=3:scene=1&i=1
    http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.02.0031%3Aact%3D3%3Ascene%3D1
    casteria, ae, s. f. (cabina di nave): «è il luogo in cui, quando cessa la navigazione,
    si collocano remi e timoni [“remi et gubernacula”]» [Non.].
    σ.5 http://www.romaeterna.org/vetrina/glossario.pdf
    σ.532, http://books.google.gr/books?id=JbFWAAAAcAAJ&pg=PA532&dq=casteria&hl=en&sa=X&ei=YuDZU6q5B8XOygOQmICoAg&ved=0CCIQ6AEwAQ#v=onepage&q=casteria&f=false

    Επίσης για τους Καστοριανούς και όχι μόνο ένα χρήσιμο βιβλιογραφικό σχεδίασμα για τη πόλη και τη περιοχή της εδώ,
    http://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_24/ekd_pemk_24_Pelagidis.pdf

    Ας έρθουμε τώρα στα τοπωνύμια, Καλυδών της Αιτωλίας και τα νησιά Καλύδναι και Κάλυμνος. Εδώ ο Julius Pokorny στο IEW ,μας παραπέμπει για το δεύτερο συνθετικό -υδών, -ύδνα (-ύμνᾱ), στη ρίζα au̯(e)-9, au̯ed-, au̯er-.
    ……ob auch ὑδνον `Trüffel’ als `saftig’??), sowie wahrscheinlich Καλ-υδών, -ύδνα (-ύμνᾱ),….
    № 136. Корень: au̯(e)-9, au̯ed-, au̯er-
    Английское значение: to flow, to wet; water, etc.
    Немецкое значение: `benetzen, befeuchten, fließen’
    Материал: a) au̯/е/-, au̯ent-: Hisp. FlN Avo[s] > span. Ave, ON A[v]o-briga; gall. FlN Aveda > prov. Avèze (Gard), Avisio portus (Alpes-mar.); ai. avatá-ḥ m. `Brunnen’ (*au̯n̥tos), avaṭá-ḥ `Zisterne’ (mit prakrit. ṭ aus t), ital. FlN Avēns im Sabinerland (davon Aventīnus m. Hügel Roms?), Aventia (Etrurien), gall. Aventia, Quellnymphe von Aventicum > frz. Avenches (Schweiz), zahlreiche FlNAvantia (*au̯n̥tiā) > frz. Avance, La Vence, abrit. *Avantīsā > cymr. Ewenni; alit. FlNAvantà, lett. avuõts (*au̯ontos) `Quelle’. b) au̯ed-, aud-, ū̆d-; heteroklit. r/n-St. u̯édōr, u̯ódōr (Nom. Sg.), udén(i) (Lok.Sg.), udnés (Gen. Sg.) `Wasser’, vgl. J. Schmidt Pl. 172 ft., Pedersen KZ. 32, 240 ff., Bartholomae PBrB. 41, 273. Ai. ōdatī `die Quellende, Wallende’, ōdman- n. `das Wogen, Fluten’, ōda-ná-m `Brei in Milch gekocht’, av. aoδa- m. `Quelle’. Ai. unátti (*u-n-ed-ti), 3. Pl. undáti `quellt, benetzt’; av. vaiδi- f. `Wasserlauf, Bewässerungskanal’. Ai. udán(i) Lok., udnáḥ Gen., udā́ Nom. Akk. Pl. `Wasser’ (Nom. Akk. Sg. udaká-m); vom r-St. abgeleitet samudra-ḥ `Meer’, anudra-ḥ `wasserlos’ (= gr. ἄνυδρος); udro-s `Wassertier’: ai. udrá-ḥ `ein Wassertier’ = av. udra- m. `Otter, Fischotter’ (= gr. ὕδρος, ahd. usw. ottar, vgl. auch lat. lutra und mit ū lit. údra, aksl.vydra ds.); von einem -(e)s-St. ai. utsa-ḥ `Quelle, Brunnen’, vgl. air. uisce (*udeski̯o-) `Wasser’; arm. get `Fluß’ (Gdf. *u̯edō, Sandhiform zu u̯edōr, vgl. unten slav. voda; ihr entspricht auch phryg. βεδυ `Wasser’, d. i. *vedū aus *u̯edō, Kretschmer Einl. 225). Gr. ὕδωρ, ὕδατος (*υδ-n̥-τος) `Wasser’ (mit metr. Dehnung ῡδωρ); vom r-St. abgeleitet ἄνυδρος `wasserlos’, ὕδρος, ὕδρᾱ `Wasserschlange’, ἐνυδρίς f. `Fischotter’, ὑδαρής, ὑδαρός `wässerig’ (ὑδαλέος ds. mit Suffixtausch; ähnlich ὕλλος `Wasserschlange, Ichneumon’ : ὕδρος = lak. ἑλλά̄ : ἕδρα), ὕδερος `Wassersucht’, ὑδρία `Wassereimer’ (: lat. uter); vom n-St. (vgl. ὕδνης `wässerig’) abgeleitet ̔Αλοσύδνη eig. `Meereswoge’ (?), Beiname der Amphitrite und Thetis (Johansson Beitr. 117; ob auch ὑδνον `Trüffel’ als `saftig’??), sowie wahrscheinlich Καλ-υδών, -ύδνα (-ύμνᾱ), Καλύδνιοι, -ύμνιοι (s. Boisacq 998 a)? es-St. τὸ ὕδος `Wasser’ ist erst spät poet. Nom. Akk. zum Dat. ὕδει. Maked. ON ῎Εδεσσα aus *u̯edesi̯ā, Kretschmer RIEt Balc. 1, 383. Alb. ujë `Wasser’ (nach Pedersen KZ. 34, 286; 36, 339 nicht aus *ud-ni̯ā, sondern aus *ud-; oder doch aus *udō?). Lat. unda, f. `Welle, Woge’ (mit n-Infix aus dem Präsens; vgl. apr. wundan n., unds m. `Wasser’ und ai. unátti, undáti sowie lit. vanduõ, -eñs, vándenį, žem. unduo, lett. ûdens m. f. `Wasser’, und dazu Schulze EN. 243, Brugmann Grdr. II2 3, 281, 283, Trautmann 337); uter, utris `Schlauch’ (*udri-s `*Wasserschlauch’, vgl. gr. ὑδρία), lutra `Fischotter’ (l- nach lutum `Pfütze’). Umbr. utur n. `Wasser’ (= ὕδωρ), Abl. une (*udni). Air. u(i)sce `Wasser’ (*udeski̯o-), odar `braun’ (*udaros), coin fodorne `Ottern’ (`Wasserhunde’). Got. watō (n-St.), Dat. Pl. watnam `Wasser’; aschwed. vætur (æ = idg. e? eher Umlaut von germ. a in den -in-Kasus, s. Bartolomae aaO.), aisl. vatn n. (o-St. geworden, vgl. got. Dat. Pl. watnam), vatr, nord. Seename Vättern; ahd. wazzar, as. watar, ags.wæter (*u̯odōr) `Wasser’; aisl. otr, ags. otor, ahd. ottar m. `Otter’, dazu FlN Otter, alt Uterna; mit Binnennasalierung (vgl. oben zu lat. unda) wahrscheinlich got. wintrus, aisl.vetr, ags. winter, ahd. as. wintar `Winter’ als `nasse Jahreszeit’ (Lidén PBrB. 15, 522, Falk-Тоrp unter vinter; nicht besser zu ir. find `weiß’, s. unter su̯eid- `glänzen’); vielleicht zu Wasser auch ahd. ags. wascan, aisl. vaska, nhd. waschen, wusch (*wat-sk-); mit Dehnstufe ē von der Wz. aus gebildet aisl. vātr, ags. wǣt, engl. wet `naß, durchnäßt’. Im Germ. auch mit þ ags. wađum m. `Woge’, schwundstuf. aisl. unnr, uđr, Pl. unnir `unda’, as. ūthia, ūđia, ags. ȳđ, ahd. undea `Woge, Welle, Flut’, wie von einer Wzvariante *u̯et-, die aber sonst nirgends gefunden ist; Johansson Beitr. 117 f. sieht darin das t des Typus ai. yakr̥-t. Lit. vanduõ usw. (s. oben); lit. údra, аpr. udro f., ostlit. údras, lett. ûdris m. `Fischotter’; aksl. vydra, skr. vīdra (bsl. ūd- : lit. vánd-eni; s. zuletzt Trautmann 334 m. Lit.; zum ū vgl. Pedersen Ét. Lit. 54 f.); aksl. voda `Wasser’ (Fem. geworden wegen des Ausganges -a, der hier für idg. -ō[r]); dehnstufig aksl. vědro `κάδος, σταμνος’ (mit ὑδρία in der Bed. gut stimmend, s. Meillet MSL. 14, 342, Trautmann 337); hett. wa-a-tar (wātar) `Wasser’, Gen. úе-te-na-aś (e-Stufe wie phryg. βεδυ, das a des Nom. aus e?). Nom. Pl. ú-wi-ta-ar, mit ungeklärtem Vokalismus trotz Pedersen Hitt. 167. c) au̯er- `Wasser, Regen, Fluß’ (u̯ēr- : ūr-; zum Ablaut Persson Beitr. 604, Anm. 2). 1. u̯ēr-, u̯er-: Ai. vā́r, vā́ri n. `Wasser’, av. vār n. `Regen’ (mit themat. Flexion iran. av. vār `regnen’, med. `regnen lassen’), ai. vārī f. `Wasser’, av. vairi- m. `See’; toch. A wär, В war `Wasser’; arm. gayṙ `Sumpf, Schlamm’ (*u̯eri̯o-); gr. vielleicht in ἀρύω `schöpfe’, wenn *ὰρ ὔ[σ]ω (s. *aus- `schöpfen’); alb. (nach Jokl SBAk. Wien 168 I 30, 89, 97) vrëndë `leichter Regen’ (nt-Partiz.); hur-dë `Teich, Zisterne, Sumpf’ (*ūr-), shure `harne’, shurë (postverbal) f. `Harn’ (Präfix sh aus lat. ex oder idg. *sm̥ + ūr-në; oder + gr. οὐρέω?); cymr. gwer m. `Talg’; anord. vari m. `Flüssigkeit, Wasser’. 2. ūr-, au̯er-: Lat. ūrīna `Harn’ (in der Bed. durch οὖρον beeinflußt?), ūrīnor, -ārī `untertauchen’, ūrīnātor `Taucher’; anord. ūr `feiner Regen’, ȳra `fein regnen’, ūrigr `betaut’, ags. ūrig ds.; vielleicht anord. ūrr, Gen. ūrar (u-St.), ags. ūr, ahd. ūro, ūrohso, lat. Lw. ūrus `Auerochs’, schwed. mdartl. ure `stößiger Stier’ (`*Beträufler, Besamer’ wie ai. vr̥šan- usw., s. unten); Wzf. au̯er- in thrak. FlN Αὔρας, gr. (Persson IF. 35, 199) *αὔρα `Wasser, Quell’ in ἄναυρος `wasserlos, von Bächen’ u. dgl. (über gr. θησαυρός und Κένταυρος vgl. Schwyzer Gr.Gr. I 267, 444); in FlN: ital. Met-aurus (Bruttium), Pisaurus (Umbrien), gall. Avara > frz. Avre, Aura > frz. Eure, Aurana > nhd. Ohrn (Württemb.), Ar-auris > frz. Hérault, Vi-aurus > frz. Le Viaur; аpr. Aure, lit. Aur-ytė; anord. aurigr `naß’, aurr `Naß, Wasser’, FlN Aura, ags. ēar `Meer’; аpr. wurs (*ūras) `Teich’, iūrin Akk. Sg., iuriay Pl. fem. `Meer’, alett. jūri- m., lett. jũ’ra, lit. jū́rės, jū́rios Pl. fem. `Meer, bes. die Ostsee’ (s. oben zu lat. ūrīna; j- vermutlich Vorschlag nach J. Schmidt PL 204); lit. jaurùs `moorig, sumpfig’, jáura, jáuras `sumpfige Stelle, Moorgrund’ aus *eu̯ǝr- (s. Berneker IF. 10, 162, Trautmann 335 m. Lit.). 3. Verbum: Lit. vérdu, vìrti `sprudeln, wallen, kochen’, versmě `Quelle’, vỹrius `Strudel’, atvyrs `Gegenstrom am Ufer’, lett. ver̂du, vir̂t `quellen, sprudeln, sieden, kochen’, atvars `Wirbel’, aksl. vьrjǫ, vьrěti `quellen, sprudeln, wallen, sieden, kochen’, virъ `Strudel’, izvorъ `Quelle’, wozu mit aus `kochen’ entwickelter Bed. `Hitze’, lett.wersme `Glut’, aksl. varъ `Hitze’. Über allfällige Zugehörigkeit von *u̯er/e/nā `Еrlе’ s. dort. 4. Erweiterung u̯er-s- `Regen, Таu’: ai. varśá- n. `Regen, Regenzeit, Jahr’ (varšati `es regnet’), gr. οὖρον `Harn’; ἔρση, ἐέρση `Tau’, ion. att. οὐρέω `harne’ (kausativ *u̯orseiō, – erwiesen durch die Augmentierung ἐούρησα), οὐρία `ein Wasservogel’; mir. frass `Regen’ ist älter fross (u̯ros-tā, trotz Pedersen KG. I 44); hett. wa-ar-ša-aš `Regen'(?) scheint ai. Lw. u̯r̥sen- `semen emittens = männlich’, ai. vr̥šán- `männlich’, m. `Männchen, Mann, Hengst’. Davon abgeleitet av. varǝšna- `männlich’, ai. vŕ̥ṣ̣a-, vr̥ṣabhá- `Stier’, vŕ̥ṣṇi- `männlich’, m. `Widder’ (= av. varǝšni- ds.), vŕ̥šaṇa- m. `Hoden’; Specht (Dekl. 156) stellt hierher (aus germ. *wrai-njan-) ohne s-Erweiterung ahd. reineo `Hengst’, as. wrênio ds., ags. wrǣne `geil’; ahd. wrenno `Hengst’ ist aus dem Mlat. rückentlehnt. u̯ersē/i-: lat. verrēs, -is `Eber’, lit. ver̃šis `Kalb’, lett. versis `Ochs, Rind’.
    Ссылки: Vgl. im allgemeinen Persson Wzerw. 47, 85 f., Johansson KZ. 30, 418, IF. 2, 60 ff., Persson Beitr. 604 f., 845 (auch gegen Verknüpfung von u̯ers- mit ers-). Über finn. vesi, St. vete `Wasser’ s. Mikkola Mél. van Ginneken 137. WP. I 252 f., 268 f., WH. I 81 f., Pokorny Urillyrier 93, 105, 159, 169, Specht Dekl. 18 f., Trautmann 20, 334, 337, Schwyzer Gr. Gr. I 519, 548, 838.
    Страницы: 78-81. PIET: PIET.

    Επίσης παραθέτω και τη σημείωση του Boisacq, σ.998 a,
    https://archive.org/stream/dictionnairety00bois#page/998/mode/2up

    Δηλαδή Καλυδών= Καλό νερό, Καλύδναι=Καλά νερά.
    Σίγουρα μιάς και η αρχαία Καλυδών (σημερινή θέση Ευηνοχώρι ,
    Μποχώρι,Ιπποχώριον) είναι δίπλα στον Ευηνο(Φίδαρι, Οφίδαρι) ποταμό.

    Επίσης το Καλυδών>Καλ-υδνον από το Υδνον όπου ο Julius Pokorny μας αναφέρει ώς τρούφα (saftig=χυμώδης). Ας δούμε όμως τι είναι η τρούφα και ποια η σχέση της με την Καλυδώνα, ανατρέχοντας στη σοφή ελληνική μυθολογία.
    Περί τρούφας λοιπόν
    http://www.troufaplus.com/posts/historical-information?locale=el

    Κοραή Ατακτα σ.626 λήμμα ΥΚΝΑΙΣ, ΥΔΝΟΝ, Τartufo(Truffe),Χοiρόχορτον.
    http://books.google.gr/books?id=Ai83AQAAIAAJ&pg=PA626&dq=%CF%85%CE%B4%CE%BD%CE%BF%CE%BD&hl=en&sa=X&ei=ApDbU6TXCuHIyAPT24HQBw&ved=0CDQQ6AEwAzge#v=onepage&q=%CF%85%CE%B4%CE%BD%CE%BF%CE%BD&f=false
    ύδνο από http://greek_greek.enacademic.com/201868/%CF%8D%CE%B4%CE%BD%CE%BF

    ύδνο το / ὕδνον, ΝΑ
    μανιτάρι, γένος βασιδιομυκήτων, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, που ανήκει στην τάξη πολυπορώδη τής κλάσης υμενομύκητες και τού οποίου τα περισσότερα είδη είναι εδώδιμα.
    [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Έχουν διατυπωθεί από τους μελετητές διάφορες απόψεις για σύνδεση τής ονομασίας τού φυτού αυτού, όπως με τη λ. ὕδωρ μέσω μιας σημ. «χυμώδης» ή με το ρ. ὕει «βρέχει» (βλ. ὕω) μέσω μιας ερμηνείας «φυτό που φυτρώνει με τη βροχή», ενώ άλλοι θεωρούν τη λ. σύνθ. από τη λ. ὗς «χοίρος» και έναν αμάρτυρο τ. *ἔδνον (< ρίζα εδ- «τρώω» τών ἔδω, ἐσθίω). Η τελευταία αυτή άποψη στηρίζεται στην παρουσία ανάλογα σχηματισμένων ονομάτων φυτών σε άλλες γλώσσες: αγγλ. sowbread (< sow «θηλυκός χοίρος» + bread «ψωμί»), γερμ. Saubrot (< Sau «θηλυκός χοίρος» + Brot «ψωμί»). Ως σύγχρονος επιστημ. όρος, η λ. είναι αντιδάνειο, πρβλ. νεολατ. Hydnum].

    Υδνα, σ.111 στους Δειπνοσοφιστές,
    http://books.google.gr/books?id=z8ADAAAAQAAJ&pg=PA110&dq=%CE%A5%CE%94%CE%9D%CE%91&hl=en&sa=X&ei=joPbU5_cBMHqyQPJ2oJY&ved=0CEEQ6AEwBTgU#v=onepage&q=%CE%A5%CE%94%CE%9D%CE%91&f=false
    Ας πάμε στην ελληνική μυθολογία λοιπόν, όπου ο Οινέας (Οινεύς) ήταν βασιλιάς της Καλυδώναςαπόγονος του Ενδυμίωνα και της Προνόης, εγγονός του Αγήνορα και γιος του Πορθάονα και της Ευρύτης. Κατά έναν από τους γενεαλόγους, ο Οινέας καταγόταν από τον Αιτωλό, που έδωσε το όνομά του στους Αιτωλούς. Σύμφωνα με μιαν άλλη γενεαλογία ο Οινέας καταγόταν από τον Δευκαλίωνα, του οποίου ο γιος Ορεσθέας ήταν παππούς του Οινέα.
    Ο Ορεσθέας (= «ο άνθρωπος των βουνών») είχε μια σκύλα, που λένε πως γέννησε ένα ραβδί. Ο Ορεσθέας παράχωσε το ραβδί στο χώμα και φύτρωσε έτσι το πρώτο κλήμα. Ο γιος του Ορεσθέα ονομαζόταν Φύτιος (= «αυτός που φυτεύει») και ήταν αυτός που διέδωσε την καλλιέργεια του αμπελιού. Άλλοι λένε πως το κρασί έγινε γνωστό για πρώτη φορά στους ανθρώπους από τον Οινέα. Σύμφωνα με το μύθο,ένα τραγί εξαφανιζόταν συχνά και όταν γύριζε πίσω, φαινόταν χορτασμένο. Ο βοσκός Ορίστας ή Στάφυλος, το παρακολούθησε και είδε να πηγαίνει σ' ένα αμπέλι και να τρώει τα σταφύλια. Λένε πως από το Στάφυλο πήραν τ' όνομά τους τα σταφύλια. Ο Οινέας έβγαλε το κρασί από τα σταφύλια κι έτσι το κρασί ονομάστηκε «οίνος» από το όνομά του. Το νερό που για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε για να ανακατέψουν το κρασί, το πήραν από το Αχελώο κι αυτό δεν ξεχάστηκε από τους ποιητές. Τη σωστή χρήση του μεθυστικού ποτού λένε πως τη δίδαξε στον Οινέα ο Διόνυσος, όταν είχε φιλοξενηθεί στο ανάκτορο του βασιλιά. Στην πραγματικότητα ο Διόνυσος είχε βάλει στο μάτι τη βασίλισσα Αλθαία. Ο Οινέας προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε το σκοπό της επίσκεψης κι έφυγε από την πόλη για να θυσιάσει στην εξοχή. Έτσι το αμπέλι και η διδασκαλία για το πώς καλλιεργείται και πώς πίνεται το κρασί ήταν δώρο ευγνωμοσύνης του Διόνυσου προς τον Οινέα. Από τον έρωτα του Διόνυσου με την Αλθαία γεννήθηκε η Δηιάνειρα.
    Ο Οινέας είχε αρκετά αδέλφια, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται και οι Άγριος,που πίστευαν ότι είχε διώξει τον Οινέα, Αλκάθοος, Λευκοπέας και Στερόπη. Το όνομά του σχετίζεται με τον οίνο (κρασί), αφού θεωρείται ότι έμαθε την τέχνη της οινοποιίας από τον ίδιο τον θεό Διόνυσο και την εισήγαγε στην Αιτωλία.
    Ο Οινέας πήρε για σύζυγο την κόρη του Θεστίου, την Αλθαία, και μαζί απέκτησαν πολλά παιδιά, μεταξύ των οποίων τον ήρωα Μελέαγρο τον Αιτωλό και τις 4 Μελεαγρίδες. Η μυθολογία λέει πως ο Μελέαγρος ήταν γιος του Άρη, αφού η Αλθαία, κοιμήθηκε μαζί του την ίδια νύχτα που έκανε έρωτα και με τον Οινέα. Διηγούνταν μάλιστα ότι στη γέννηση του Μελέαγρου παρουσιάστηκαν και οι τρεις μοίρες. Η Κλωθώ του ευχήθηκε να γίνει λεοντόκαρδος. Η Λάχεση έπλεξε ένα εγκώμιο για τον ήρωα που γεννήθηκε και η Άτροπος κοίταξε στη φωτιά ένα ξύλου που καιγόταν και ευχήθηκε να ζήσει τόσο όσο να καεί εντελώς το ξύλο. Η Αλθαία μόλις άκουσε την τελευταία ευχή, πετάχτηκε, άρπαξε το δαυλί, το έσβησε και το έκρυψε σε μέρος που μόνο αυτή ήξερε.
    Μετά τον θάνατο της Αλθαίας, ο Οινέας ήλθε σε δεύτερο γάμο με την Περίβοια, κόρη του βασιλιά Ιππονόου, και μαζί απέκτησαν τον Τυδέα, τον πατέρα του ήρωα Διομήδη.
    Κατά τον σημαντικότερο μύθο που σχετίζεται με τον Οινέα, ο βασιλιάς ξέχασε να θυσιάσει κάποτε στη θεά Άρτεμη κατά τα Θαλύσια. Η θεά οργίσθηκε και έστειλε εναντίον των Καλυδωνίων ένα φοβερό αγριογούρουνο, τον Καλυδώνιο Κάπρο, που προκαλούσε μεγάλες καταστροφές. Ο Μελέαγρος καταδίωξε μαζί με τους πιο ονομαστούς Έλληνες ήρωες της εποχής το θηρίο και πέτυχε τελικά να το σκοτώσει.
    Στο παλάτι του, ο Οινέας φιλοξένησε τον Ηρακλή για πολλά χρόνια, αφού τον έδιωξε ο Ευρυσθέας μετά την ολοκλήρωση των άθλων του. Παραδίνεται ότι ο Οινέας φιλοξένησε και τους Μενέλαο και Αγαμέμνονα.
    Στα γηρατειά του, ο Οινέας εκθρονίστηκε από τους ανεψιούς του, τους γιους του Αγρίου, αλλά αποκαταστάθηκε και πάλι στον θρόνο του από τον εγγονό του, τον Διομήδη. Κατά άλλη εκδοχή όμως ο Οινέας σκοτώθηκε από δύο γιους του Αγρίου σε ένα ταξίδι του στην Αρκαδία. Ο Οινέας τάφηκε στο Άργος από τον Διομήδη.

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CE%B1%CF%82
    Στη πιο κάτω παράσταση του Οινέα σε αττική λήκυθο του 5ου π.χ. αιώνα βλέπουμε να κρατά το σκήπτρο στο αριστερό του χέρι και στο δεξί του κάτι άλλο(με τι μοιάζει αλήθεια;) . Ας συνδυάσουμε λοιπόν τις παρακάτω εικόνες:

    Ο Οινέας μαζί με την Αλθέα απέκτησε και τον Μελέαγρο (Μέλας+ Αγρός) τον Αιτωλό.
    …….Κατά τον σημαντικότερο μύθο που σχετίζεται με τον Οινέα, ο βασιλιάς ξέχασε να θυσιάσει κάποτε στη θεά Άρτεμη κατά τα Θαλύσια. Η θεά οργίσθηκε και έστειλε εναντίον των Καλυδωνίων ένα φοβερό αγριογούρουνο, τον Καλυδώνιο Κάπρο, που προκαλούσε μεγάλες καταστροφές. Ο Μελέαγρος καταδίωξε μαζί με τους πιο ονομαστούς Έλληνες ήρωες της εποχής το θηρίο και πέτυχε τελικά να το σκοτώσει…..
    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CE%BB%CF%85%CE%B4%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%AC%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82
    Τι «ζημιές» λοιπόν προκαλούσε ο Καλυδώνιος Κάπρος τον οποίο σκότωσε τελικά ο Μελέαγρος (Μέλας+ Αγρός) ο Αιτωλός.
    Αυτό εξηγείται, είδαμε και πρίν ,

    ύδνο το / ὕδνον, ΝΑ
    μανιτάρι, γένος βασιδιομυκήτων, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, που ανήκει στην τάξη πολυπορώδη τής κλάσης υμενομύκητες και τού οποίου τα περισσότερα είδη είναι εδώδιμα.
    [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Έχουν διατυπωθεί από τους μελετητές διάφορες απόψεις για σύνδεση τής ονομασίας τού φυτού αυτού, όπως με τη λ. ὕδωρ μέσω μιας σημ. «χυμώδης» ή με το ρ. ὕει «βρέχει» (βλ. ὕω) μέσω μιας ερμηνείας «φυτό που φυτρώνει με τη βροχή», ενώ άλλοι θεωρούν τη λ. σύνθ. από τη λ. ὗς «χοίρος» και έναν αμάρτυρο τ. *ἔδνον (< ρίζα εδ- «τρώω» τών ἔδω, ἐσθίω). Η τελευταία αυτή άποψη στηρίζεται στην παρουσία ανάλογα σχηματισμένων ονομάτων φυτών σε άλλες γλώσσες: αγγλ. sowbread (< sow «θηλυκός χοίρος» + bread «ψωμί»), γερμ. Saubrot (< Sau «θηλυκός χοίρος» + Brot «ψωμί»). Ως σύγχρονος επιστημ. όρος, η λ. είναι αντιδάνειο, πρβλ. νεολατ. Hydnum].

    δηλαδή ο Κάπρος τους έτρωγετο «ψωμί»!

    Υδνα, σ. 205 …τα ανακαλύπτουν συνήθως δια των χοίρων…..
    http://books.google.gr/books?id=CzY7AAAAcAAJ&pg=PA205&dq=%CE%A5%CE%94%CE%9D%CE%91&hl=en&sa=X&ei=joPbU5_cBMHqyQPJ2oJY&ved=0CF0Q6AEwCDgU#v=onepage&q=%CE%A5%CE%94%CE%9D%CE%91&f=false
    και στη σημερινή εποχής στη μεριά της «Φραγκίας» και στους «κουτόφραγκους».

    http://www.latitude-gallimard.com/fr/-Sud-Ouest/gastronomie-prix-truffe-marche-saint-alvere–.html

    Υ.Γ. Σχετικά με την πιο πάνω, ετυμολογική όμως μόνο εξήγηση της Καλυδώνος, έγινε πρόσφατα αναφορά στο 2ον Διεθνές Αρχαιολογικό και Ιστορικό Συνέδριο για το Αρχαιολογικό Έργο στην Αιτωλοακαρνανία και την Λευκάδα από τον κ. Ιωάννης Νεραντζής στην ανακοίνωσή του με θέμα « Οικοπεριβάλλον αρχαίας Αιτωλίας και ονοματοδοσία οικωνυμίων και τοπωνυμίων».

    http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2013/11/%CE%A4%CE%9F-%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%9C%CE%9C%CE%91-%CE%A4%CE%9F%CE%A5-%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%95%CE%94%CE%A1%CE%99%CE%9F%CE%A52.pdf

    Αϊ γειά σας!

    • Χαράς στο κουριάγιο σου.

      Σχετικά με τον Μελέαγρο που ανέφερες, οι Mallory-Adams δίνουν την εξής ετυμολογία:

      http://postimg.org/image/ad5jw6c77/

      μέλω = φροντίζω και *wag’ros = ρόπαλο (αρχ. Ινδ. vajra και Περσ. vasra καιτα δύο «ρόπαλο»).

      Δηλαδή ο Μελέαγρος είναι «αυτός που φροντίζει το ρόπαλο [κάποιου ήρωα;]», λ.χ. το αγγλικό cup-bearer = οινοχόος κυριολεκτικά σημαίνει «κυπελλοφόρος» = «αυτός που κουβαλάει το κύπελλο του βασιλιά».

      http://en.wikipedia.org/wiki/Cup-bearer

      Πάντως, για να τον συνδέσουμε και με το κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, μπορεί να σημαίνει και «αυτός που φροντίζει/οργανώνει το κυνήγι» μιας και άγρα = κυνήγι:

  2. Αγιασορίτης

    Νά είσαι καλά!

    Σωστά , Μελέαγρος (ᾧ μέλει ἄγρα), αυτός που φροντίζει το κυνήγι.
    http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.04.0073%3Aalphabetic+letter%3Dm%3Aentry+group%3D3%3Aentry%3D*mele%2Fagros

    Διαβάζοντας για την Καλυδώνα στη δημοσίευση:
    “Εσχάρα-βωμός στο Λαφριαίον Ιερόν της πόλεως Καλυδώνος Αιτωλίας, Θυσίες προς τιμήν των χθονίων θεοτήτων και των ηρώων” του Ιωάννη Γ. Νεραντζή.
    http://www.archaiologia.gr/blog/2013/05/27/%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B1-%CE%B2%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%BD-%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BD-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80/

    αναρωτήθηκα για την ετυμολογία της λέξης Εσχάρας και του αρχ. σλαβ. iskra. Ισκα λέμε τη σπίθα και το “τσακμάκι”,

    http://androni.blogspot.gr/2010/12/blog-post_30.html.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s