Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη

Σε μία άλλη ανάρτηση ανέλυσα το ΙΕ επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2 με τις δύο λειτουργίες του (κτητική και συλλογική). Το μέρος με τα πολλά καλάμια το λέμε καλαμώνα, το μέρος με τα πολλά αμπέλια αμπελώνα και το μέρος με τα πολλά ελαιόδενδρα το λέμε ελαιώνα. Τώρα αν στον ελαιώνα υπάρχει και μια κερασιά αυτό δεν κάνει τον ελαιώνα λιγότερο ελαιώνα, όπως μια αχλαδιά μέσα στα αμπέλια δεν κάνει τον αμπελώνα λιγότερο αμπελώνα. Αντίστοιχα, μια ελιά μέσα σε ένα χωράφι με ροδακινιές δεν αρκεί για να έχω Ελαιώνα.  Όπως λέει και ο λαός «ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη». Αν υπάρχει ένας τομέας όπου η παροιμία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή είναι η εθνολογία και αυτό γιατί η εθνοτικότητα είναι εξ ορισμού μια μορφή συλλογικής ταυτότητας.  Είναι, νομίζω, εύλογο σε όλους πως αν εγώ αρχίσω να διαδίδω ότι οι Έλληνες είμαστε λ.χ. Εσκιμώοι, όσο θα είμαστε «τρεις κι ο κούκος» αυτοί που το πιστεύουμε τότε δεν θα υπάρχει «εσκιμωικός» επανεθνοτισμός του Νεοελληνικού έθνους.

Οι μεσαιωνικοί «τρεις κι ο κούκος» και γιατί κάποιοι Νεοέλληνες τόσο εύκολα πίστεψαν ότι αυτοί «έφεραν την άνοιξη» είναι, λοιπόν, το θέμα ενός ενδιαφέροντος κεφαλαίου που έγραψε ο Τάσος Καπλάνης, σε ένα πολυσυγγραφικό έργο που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Τζιόβας, και το οποίο σε λίγο θα κυκλοφορήσει στην αγορά. Ο τίτλος του βιβλίου είναι “Re-imagining the Past: Antiquity and Modern Greek Culture” (Oxford University Press, 2014) και το κεφάλαιο του Τάσου Καπλάνη είναι το 5° με τίτλο: “Antique Names and Self-Identification: Hellenes, Graikoi, and Romaioi from Late Byzantium to the Greek Nation-State”.

Kaplanis0

Kaplanis1

O Καπλάνης, σε αυτό το κεφάλαιο υπολόγισε με τη βοήθεια του TLG τον αριθμό με τον οποίο απαντούν τα εθνωνύμια «Ἕλληνες», «Ῥωμαῖοι» και «Γραικοί» κατά την περίοδο 1000-1700 μ.Χ. Μεγάλο μέρος της δουλειάς του ήταν το λεπτομερές «κοσκίνισμα»  του όρου Έλληνες έτσι ώστε να αφαιρεθούν οι περιπτώσεις όπου ο όρος δεν χρησιμοποιείται ως ενδωνύμιο, αλλά ως εξωνύμιο για τους αλλόθρησκους και τους αρχαίους Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο αφαιρέθηκε το 90% των απαντήσεων του όρου «Ἑλληνες» και έμεινε ένα 10% που αντιστοιχεί συνολικά σε 50 αναφορές. Αντίστοιχο κοσκίνισμα έγινε και στον όρο «Ῥωμαίοι» και αφού αφαιρέθηκαν οι σχετικά λίγες αναφορές στους αρχαίους Ρωμαίους, το όνομα «Ῥωμαῖοι» απαντά ως ενδωνύμιο των ελληνοφώνων γύρω στις 15.000 φορές! Τέλος, ο όρος «Γραικοί» απαντά 493 φορές.

Στη συνέχεια, ο Καπλάνης επιχείρησε ένα δεύτερο «κοσκίνισμα» και παρατήρησε ότι από τις 50 φορές που ο όρος «Ἑλληνες» απαντά, σχεδόν οι 20 είναι του αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρι, την στιγμή που οι επίσημοι ιστορικοί της Νίκαιας Ακροπολίτης και Παχυμέρης χρησιμοποιούν αποκλειστικά τον όρο Ρωμαίοι ως ενδωνύμιο και πολλοί από τους υπόλοιπους 30 είναι υπερρητορισμοί (λ.χ. Χωνιάτης) ή αμφίβολης σημασίας αναφορές (λ.χ. η αναφορά της Κομνηνής που θα αναφερθεί παρακάτω). Το συμπέρασμα του Καπλάνη ήταν ότι ο Θεόδωρος Λάσκαρις είχε έναν «ιδιοσυγκρασιακό» Ελληνισμό τον οποίον δεν επέβαλε στους ιστορικούς του κράτους του. Αντίστοιχα, οι 350 από τις 493 αναφορές του όρου «Γραικοί» σχετίζονται με την γραμματεία που συνδέεται με την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ενώ άλλες 100 φορές περίπου ο όρος απαντά είτε στην αλληλογραφία με ομοεθνείς που εγκαταστάθηκαν στην Δύση είτε ως απόδοση των λόγων δυτικών «Φράγγων/Λατίνων» ή σαρκασμός της δυτικής αντίληψης από βυζαντινούς λογίους (λ.χ. ο Χωνιάτης πετάει ένα  αυτοσαρκαστικό «εμείς οι [αιρετικοί] “Γραικοί”» όταν θέλει να χλευάσει την θεώρηση των «Λατίνων»).

Αφού παρουσιάζει τα στατιστικά (50 Ἐλληνες = 0,3%, 15000 Ρωμαίοι = 96,5% και 493 Γραικοί = 3,2%), ο Καπλάνης παρουσιάζει την διαφωνία ΠολίτηΠαλαμά σχετικά με την Ιστορία της Ρωμιοσύνης του Αργύρη Εφταλιώτη, όπου ο Πολίτης επέκρινε τον Παλαμά που υποστήριξε τον τίτλο του Εφταλιώτη έναντι του Ίστορία του Ελληνικού Έθνους, όπως παρουσιάζει και την απέχθεια του Κοραή για τον όρο «Ρωμαίοι/Ρωμιοί» και το γιατί κατά τη γνώμη του τελευταίου το όνομα «Ρωμαίοι» ήταν «εκβαρβαρισμός» και το ορθότερο κατ΄αυτόν ενδωνύμιο ήταν το «Γραικοί» μιας και «έτσι μας αποκαλούν όλοι οι πεφωτισμένοι λαοί της Ευρώπης». Τέλος, ο Καπλάνης παρουσιάζει τα παραδείγματα της Κρητικής λογοτεχνείας που δείχνουν περίτρανα ότι οι Ρωμιοί Κρητικοί δεν είχαν καμία αίσθηση συγγένειας με τους [αρχαίους] Έλληνες και ένα παράδειγμα από το Χρονικό του Μοριά, όπου γίνεται αναφορά σε ένα αρχαιοελληνικό ερείπιο ως «κάστρο από τον καιρό των Ελλήνων» με την γαλλική εκδοχή του Χρονικού να μεταφράζει τον όρο «Ἕλληνες» ως «γίγαντες». Στο θέμα προστίθεται η συλλογή λαογραφικού υλικού του Ιωάννη Κακριδή, όπου οι Ρωμιοί φαντάζονταν τους αρχαίους Έλληνες σαν «γίγαντες» που ζούσαν πριν από τον Χριστό και την Παναγιά, «και με μια δρασκελιά πήγαιναν από την Ίμβρο στην Σαμοθράκη».

Το συμπέρασμα του Καπλάνη στο γιατί τόσοι Νεοέλληνες προσπαθούσαν μάταια να «αποδείξουν» μια Ελληνική συνέχεια, περιφρονώντας την αδιαμφισβήτητη ενδωνυμική Ρωμαϊκή συνέχεια 1500 ετών (στην οποία ορθά ξεχωρίζει μία πολιτικο-θρησκευτική και μία εθνοτική φάση ή συνιστώσα) του 96,5% και ποντάροντας στο 0,3% είναι πως ο επινοημένος νεωτερικός εθνοσυμβολικός μύθος του «διαχρονικού Ελληνικού έθνους» ήταν ένα πολύ γλυκό παραμύθι.

Πριν παραθέσω τις σελίδες του κεφαλαίου του Καπλάνη, θέλω να περιγράψω λεπτομερέστερα την διαφωνία Πολίτη-Παλαμά. Όταν ο Κωστής Παλαμάς έμαθε ότι ο Γεώργιος Σωτηριάδης επέκρινε τον τίτλο του Εφταλιώτη «Η Ιστορία της Ρωμιοσύνης» κατηγορώντας τον για «έλλειψη φιλοπατρίας» μιας και ο όρος Ρωμιός δήλωνε «άνθρωπο ευτελή και χυδαίο» ο Παλαμάς απάντησε:

Δεν απορεί κανείς πώς ο Εφταλιώτης έγραψε Ρωμιός και όχι “Έλληνας”, έγραψε Ρωμιοσύνη και όχι “Ελληνισμός”. Απορεί πώς ο κ. Σωτηριάδης, με όλα τα δώρα της επιστήμης και της ευφυΐας που τον ξεχωρίζουν ανάμεσα σε πολλούς, έκρινε ότι πρέπει να κατακρίνει το συγγραφέα για το μεταχείρισμα των σωστών και των καλόηχων και των ωραίων όρων […] τάχα λησμόνησε (ο κ. Σωτηριάδης) πώς είναι ο άξιος μεταφραστής της “Ιστορίας της Βυζαντινής Λογοτεχνίας” του Κρουμπάχερ, και λησμόνησε πόσο καθαρά μας εξηγεί ο σοφός ιστορικός τη σημασία του κατηγορημένου Ρωμιού, σε λίγα λόγια ουσιαστικά, αμέσως από τα πρώτα φύλλα του έργου του; “Το όνομα τούτο (δηλαδή Ρωμαίος) διετηρήθη, γράφει ο Κρουμπάχερ, δια των φρικτών χρόνων της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερον, ως η πραγματική και μάλιστα διαδεδομένη επίκλησις του «γραικικού» λαού, απέναντι της οποίας η μεν σποραδικώς απαντώσα Γραικοί μικράν ιστορικήν σημασίαν έχει, η δε δια της Κυβερνήσεως και σχολείου τεχνικώς εισαχθείσα Έλληνες, ουδεμίαν”.

Σε αυτά τα λόγια του Παλαμά ο Νικόλαος Πολίτης ανταπάντησε:

Ο Παλαμάς θα είχε δίκαιο, αν μπορούσε να αποδείξει «ότι η ίδρυσις του βυζαντινού κράτους διέκοψε πάντα δεσμόν συνέχοντα τον Έλληνα του παλαιού κόσμου προς τον υπήκοον των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Έλληνα, τον γενόμενον Ρωμαίον πολίτην. Έπειτα δε, ότι από των χρόνων του Ιουστινιανού μέχρι της επαναστάσεως του 1821 είχεν εξαλειφθή εκ της εθνικής συνειδήσεως το όνομα του Έλληνος αντικατασταθέν δια του Ρωμιού. Είναι τούτο αληθές; Εν τούτω έγκειται το ζήτημα».

Φυσικά, η παπαρολογία του Πολίτη είναι εμφανέστατη σήμερα για όποιον γνωρίζει την σύγχρονη εθνολογική θεωρία, αλλά το 1900 οι απόψεις περί εθνολογίας ήταν ακόμα στην προϊστορία τους.

1) Ο όρος «πολίτης» συνοδεύει τον όρο Ρωμαίος, έτσι ώστε να υπάρχει χώρος για μια επινοημένη μεσαιωνική «Ελληνική» εθνότητα που κατοικεί στην πολυ-εθνοτική «Βυζαντινή» αυτοκρατορία.

2) «Ποντάρισμα» στο 0,3% του Καπλάνη για να δημιουργήσει την εντύπωση συνέχειας, χωρίς να έχει «κοσκινίσει» αυτό το 0,3%, χωρίς να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το 96,5%, αλλά και το υπόλοιπο 90% των φορών που το «Ἑλληνες» απαντά ως θρησκευτικό αντίθετο του Χριστιανού Ρωμαίου (προσέξτε στις σελίδες του Καπλάνη τα λόγια του Κοσμά του Αιτωλού και του Καταρτζή στα τέλη του 18ου αιώνα). Με άλλα λόγια, για να επιστρέψω στο υποθετικό εθνολογικό μου πείραμα, σύμφωνα με τον Πολίτη, όσο εγώ και «οι τρεις κι ο κούκος» θα ισχυριζόμαστε ότι οι Νεοέλληνες είμαστε Εσκιμώοι, η «εσκιμωική ταυτότητα» δεν μπορεί να «αποδειχθεί απούσα» από την συνείδηση του λαού, ασχέτως εάν το υπόλοιπο 99,999% του έθνους θεωρεί τον εαυτού του ως Έλληνες. Για τον Πολίτη, με άλλα λόγια, «ένας Κούκος αρκεί για να φέρει την άνοιξη».

Ας πάμε στον Καπλάνη:

Kaplanis2

Kaplanis3

Kaplanis4

Kaplanis5

Kaplanis6

Στο Χρονικό του Γαλαξειδίου (1703 μ.Χ.) βρίσκουμε τις φράσεις:

Εμβαίνοντας οι πειράταις ανεμπόδιστα στο Γαλαξείδι επεράσασι από σπαθίου ό,τι ευρήκασι ζωντανό, και ανάψασι φωτιά στα σπήτια και εκρημνίσασι και το κάστρο, που ήτανε ένα ευμορφότατο, φυκιασμένο με μάρμαρα μεγάλα από των Ελλήνων τον καιρό· ύστερα εμπήκασι και σταις εκκλησίαις και εκεί ευρήκασι τους γέρους γονατιστά παρακαλώντας ταις εικόναις·

Σ’ εκείνους τους χρόνους επήρασι οι Φράγκοι την εξακουσμένη Κωνσταντινόπολι, και επήρε καθένας στο μερίδι του χώραις και βιλαέτια περίσσα· και ένας από τη Σαλονίκη Φράγκος βασιλέας επήρε και το Σάλονα, χώρα παμπάλαια και εξακουστή στων Ελλήνων τον καιρό, και από ετότες λέγεται Σάλονα, λεγάμενη αλλέως προτήτερα.

Εξουσιάζωντας ένας Τούρκος, Πριλεμπές τον ελέγασι, το Λοιδορίκι, το Γαλαξείδι και τα άλλα χωρία και την χώρα του Επάχτου εγεννήθηκε στο αναμεταξύ μία διχόνια σε Ρωμαίους και Τούρκους, και εσηκώσασι οι Ρωμαίοι άρματα στους Τούρκους, και εσκοτώσασι καμπόσους ζορπάδες που δεν είχασι βασταμό διά ταις κακαίς τους πράξεις και φερσίματα·

Και ήρθε άλλος μπέης, που τον ελέγασι Ιζάρμπεη, πολλά καλός άνθρωπος, και αυτός έφκιασε με εδικά του έξοδα το κανάλι το λιθαρένιο, που κατεβαίνει από το μετόχι της Αγίας Τριάδος το γλυκό νερό έως τ’ αμπέλια· και έφκιασε και μία βρύσι, που φαίνεται ακόμα το όνομα του με Τουρκικά γράμματα και Ρωμέϊκα, λέγοντας. ”Αυτή την βρύσι την έφκιασε με εδικαίς του εξόδεψαις ο Ιζάρ-μπεης, για σεμπάπι των γονικων του· και οποίος στρατοκόπος πίνει διψασμένος να τον συγχωράη μνημονεύωντάς τον· αυπ´. (1480), μήνας Γεννάρης κθ´. (29)”.

Εκεί που διηγάμαι θα σας είπω και ένα κακό, που εγενέθηκε με απιστία των Φραγκών, που πάντα πολεμάνε τη Ρωμέϊκη πίστι, Έστωντας οι Φράγκοι να νικήσουνε την Τούρκικη αρμάτα, επαραγγείλασι σε όλους τους Χριστιανούς πως να σηκώσουνε άρματα κατά τους Τούρκους, και αυτοί θα τους συντρέξουνε.

Εκεί ήρθασι οι μαντατοφόροι, το πως από το Βενέτικο κανένας δεν σηκόνει άρματα, και οι Φράγκοι πουθενά δεν φαίνονται, και πως τους εγελάσασι και βοήθεια δεν στέλνουνε. Ακούοντας αυτά τα μαντάτα, άλλοι εδειλιάσασι και εφύγασι, και το ασκέρι των Ρωμαίων εδιαλύθηκε άταχτα.

Περνώντας καιρός, ήρθασι άλλοι πειράταις, ενδυμένοι τομάρια, ωσάν αρκούδαις, και τρώγοντας άψητα κρέατα, ωσάν θερία, και ανθρώπους ζωντανούς στη σούφλα εψήσασι· και εσκλαβώσασι ούλη την Ελλάδα, που την ελέγασι Ρουμανία· και σκλαβόνοντας τον τόπο απανθρωπινά οι αντίχριστοι, τον ετυραγνεύσασι· εχαλάσασι γουν ταις εκκλησίαις, και αρπάξασι ό,τι εβρήκασι ασημικό και μάλαμα και εβασανίσασι τους Χριστιανούς.

και ύστερα οι κουρσάροι, διά την ασυμφωνίαν και ταις διχόνιαις των Γραικών ανεμπόδιστα εμπήκασι και εσκλαβώσασι χώραις περίσσαις και το Σάλονα.

Για τον συγγραφέα, άλλος ήταν ο «καιρός των Ελλήνων» και άλλος είναι ο «καιρός των Ρωμαίων»- άπαξ Γραικών με την Ρωμέικη πίστη και γλώσσα τους.

Από την μεσαιωνική  Κρήτη αντλούμε την ίδια εικόνα:

«Τσι περαζούμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα
κι οπού δεν είχε η πίστη ντως θεμέλιο μηδέ ρίζα»

«Όταν θέλουν να μιλήσουν για κάτι που έγινε σε πολύ παλιά χρόνια, χρησιμοποιούν την έκφραση “από τον καιρό των Ελλήνων“». (Σφακιά, 19ος αι.)

Οι Έλληνες χάθηκαν όλοι όταν κάποτε έπεσε πείνα μεγάλη στη γη. Τότε καθένας τους έπαιρνε λίγες τροφές και έμπαινε στον τάφο του, για να βρεθεί θαμμένος, όταν οι τροφές του θα τελείωναν και θα πέθαινε.

ΚΡΗΤΗ (Σφακιά), 20ος αι.
Πηγή: Λαογραφικό Αρχείο Ακαδημίας Αθηνών, χειρόγραφο 120, σελ. 40.

Και απ΄όλο τον ελλαδικό χώρο φυσικά όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.

Στα Κράβαρα κατοίκησαν Έλληνες, μεγάλοι, αντρειωμένοι. Σε λίγο όμως έπεσαν φοβερά κουνούπια, με μύτες σιδερένιες που κυνηγούσαν κι εθανάτωναν τους Έλληνες, ώσπου αναγκάστηκαν όσοι είχαν απομείνει να φτιάσουν μεγάλα πιθάρια και να θαφτούν μέσα εκεί ολοζώντανοι. Κι έτσι αφανίστηκε από τα Κράβαρα η πρώτη γενιά, η μεγάλη, η αντρειωμένη.

ΑΙΤΩΛΙΑ (Κράβαρα Ναυπακτίας), 19ος αι.
Πηγή: Ν.Γ. Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του Ελληνικού Λαού. Παραδόσεις 2, 1904, σελ. 730 (από τον Α. Καρκαβίτσα).

Παλιόν καιρό οι-γι-ανθρώποι ήταν πολύ μεγάλοι. Μεγαλύτεροι απ’ όλους ήταν οι Ελλένηδες. Αυτοί ήταν κακοί ανθρώποι• γι’ αυτό ο Θεός έστειλε κάτι κουνούπια μεγάλα με μύτες σιδερένιες και τους κυνήγαγαν. Μοναχά τη νύχτα έβγαιναν οι αθρώποι, που κοιμούνταν τα κουνούπια, και το πουρνό, πριν βαρέσει ο ήλιος, και το βράδι, μότι βασίλευε. Όλη την άλλη μέρα κάουνταν μες στη γης. Είχαν φκιάσει εκεί κατοικιά ίσια για έναν άνθρωπο• είχαν το ψωμί τους, το νερό τους σε μποτίλιες, τη λάμπα τους κι ό,τι άλλο χρειαζούμενο. Μα δεν μπόρειαν να ζήσουν όλη τη μέρα κλεισμένοι, κι ένας ένας χάθηκαν. Σήμερα σκάφτουν και βρίσκουν τα κατοικιά τους, σεντούκια λιθαρένια. Μέσα βρίσκουν τα κόκαλά τους, λάμπες, μπότια [= στάμνες] και ό,τι άλλο είναι.

ΗΠΕΙΡΟΣ (Παραμυθιά), 20ος αι.
Πηγή: Λαογραφικό Αρχείο Ακαδημίας Αθηνών, χειρόγραφο 1365, σελ. 389,14.

Στους βοσκούς γύρω από το ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες ζει ακόμα σήμερα το όνομα των Ελλήνων. Με αυτό το όνομα χαρακτηρίζουν καθετί που πιστεύεται ηρωικό και γιγάντιο. Για τον εαυτό τους κάθε άλλο παρά που θαρρούν πως είναι οι κληρονόμοι της δόξας των παλαιών κατοίκων. Η απλοϊκή σκέψη αυτών των βοσκών θεωρεί τους Έλληνες προγόνους των Φράγκων, ξένους τεχνίτες που κάποτε κρατούσαν τον τόπο αυτόν. Έτσι εξηγεί γιατί οι Ευρωπαίοι ταξιδεύουν στα μέρη αυτά και δίνουν τόση σημασία σε ό,τι έχει απομείνει από εκείνους.

ΑΡΚΑΔΙΑ, 19ος αι.
Πηγή: Ο.Μ. von Stackelberg, Der Apollotempel zu Bassae in Arkadien, 1826, σελ. 14.

Ο ζήλος των Άγγλων περιηγητών, των «μυλόρδων», να τα δουν όλα βιαστικά, να τα σχεδιάσουν και, αν μπορούν, να πάρουν μαζί τους καμιάν αρχαιότητα ή τουλάχιστο ένα κομμάτι μάρμαρο, έγινε αφορμή στους Καστρινούς [=κάτοικοι των Δελφών] να σχηματίσουν την ακόλουθη παράδοση: οι Μυλόρδοι δεν είναι χριστιανοί, γιατί κανείς ποτέ δεν τους είδε να κάνουν το σταυρό τους. Η γενιά τους είναι από τους παλιούς ειδωλολάτρες τους Αδελφιώτες, που φύλαγαν το βιό τους σ’ ένα κάστρο που το ’λεγαν Αδελφούς [=Δελφούς], από τους δυο αδελφούς τα βασιλόπουλα που το ’χτισαν. Όταν η Παναγία και ο Χριστός ήρθαν σ’ αυτούς τους τόπους και όλοι οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν χριστιανοί, οι Αδελφιώτες σκέφτηκαν πως ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να φύγουν• κι έφυγαν στη Φραγκιά και πήραν και όλα τα πλούτη τους μαζί. Απ’ αυτούς είναι οι Μυλόρδοι, και έρχονται τώρα εδώ και προσκυνούν αυτά τα λιθάρια.

ΦΩΚΙΔΑ (Δελφοί), 19ος αι.
Πηγή: H.N. Ulrichs, Reisen und Forschungen, σελ. 123 κ.ε.

Από διάλογο ενός περιηγητή με μια γριά εκκλησιάρισσα στην Τσαριτσάνη Τυρνάβου (19ος αι.):
«Τι, φώναξε, εσύ δεν πιστεύεις για τους Έλληνες πως έζησαν; Μα ήταν γίγαντες, τόσο ψηλοί, που όταν έπεφταν, δε μπορούσαν πια να σηκωθούν, γι’ αυτό και χάθηκαν». Καθώς δεν έδειχνα να την πιστεύω, η γριά συνέχισε: «Αυτοί οι Έλληνες ήταν πιο παλιοί από τον Αδάμ. Στα χρόνια εκείνα ζούσαν και άνθρωποι τόσο μικροί, που όταν έπεφταν μέσα στο φαγητό τους, την πάθαιναν σαν τις μύγες, όταν πέφτουν μέσα σε λίγο γάλα. Έτσι χάθηκαν και αυτοί. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, μια φορά όλα τούτα που σού λέω τα βρίσκεις στο Ευαγγέλιο!»

Με άλλα λόγια, οι απόψεις των απλών Ρωμιών του 19ου αιώνα περί Ελλήνων δεν διέφεραν από αυτές των «Βυζαντινών» λογίων για «τον Ρώσο Αχιλλέα και τους Ρωσο-Βούλγαρους Μυρμιδόνες του» και για το Βουλγαρικό απόκρυφο κείμενο του Ησαΐα (~ 1100 μ.Χ.) που θέλει τους φθονερούς Έλληνες να ήθελαν να σκοτώσουν τον Κωνσταντίνο και την Ελένη και ο θεός να τους ακουμπάει με το αόρατο ραβδί του και να τους κάνει αόρατους

Έτσι ο Νικήτας Χωνιάτης, ακολουθώντας τις κλασικίζουσες λόγιες συμβάσεις του 12ου αιώνα μιλάει άκρως ρητορικά (γνωρίζοντας ότι θα γίνει κατανοητός μόνο από την μικρή μερίδα των αττικιζόντων λογίων αναγνωστών του) για τις «Ἑλληνίδες πόλεις» (οι πόλεις της Μικράς Ασίας που δεν είχαν πέσει στους Τούρκους) και παρακαλεί τον Ἔλληνα ποταμό Αλφειό να μην στείλει με τα νερά του στους βάρβαρους της Σικελίας τα νέα για τα «ἑλλήνια δυσπραγήματα» που συνέβησαν με την επίθεση των ομοφύλων τους σταυροφόρων εναντίον των «Ἑλλήνων». Αλλά από την άλλη, εκεί που το θέμα του «στο πραγματικό τώρα» είναι οι Ρωμαίοι και ο Βλάχος Ιβαγκός, μιλάει για τους Ἕλληνες σε χρόνο παρελθοντικό όταν λέει ότι ζήτησαν από τον μάντη Κάλχα να τους βρει την αιτία του λοιμού και αλλού, όταν λέει ότι οι Έλληνες είχαν αντιπαράθεση με τον πρώτο αυτοκράτορα της πίστεώς μας Κωνσταντίνο και θεωρούσαν τον χριστιανισμό μωρία.

NChon 496 611

NChon 444 473

Από εκεί και μετά, αν εξαιρέσουμε τις 2-3 στυλιστικές αναφορές σε «Ἐλληνες» της εποχής του, όλες οι εκατοντάδες υπόλοιπες αναφορές στους ομόφυλούς του γίνονται με τον όρο «Ρωμαίοι» (ο Ρωμαίος ἀνήρ αντιπαραβάλλεται στα ετερόγλωττα και (μιξο)βάρβαρα γένη) και γνωρίζει πολύ καλά ότι οι Έλληνες ήταν ένας λαός του παρελθόντος που πλέον δεν υπάρχει.

Advertisements

8 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

8 responses to “Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη

  1. Pertinax

    Μια ακόμα εργασία που, κατά τη γνώμη μου, κινείται προς την σωστή κατεύθυνση «αδειάζοντας» τα εθνικιστικά και μοντερνιστικά στερεότυπα. Τα θεμέλια έχουν ήδη μπει (απο θεωρητικούς όπως ο Barth και ο Smith και εξειδικευμένους ερευνητές όπως ο Καλδέλης, η Page, ο Μαλατράς, ο Καπλάνης κ.α.) και πλέον είναι ζήτημα χρόνου να διευρυνθούν οι σχετικές μελέτες και να αποκατασταθεί η πραγματική εικόνα των προνεωτερικών ταυτοτήτων.

    Ωστόσο θα διαφωνήσω με τον υπερβολικά χαμηλό αριθμό εμφάνισης που δίνει ο Καπλάνης στον αυτοπροσδιορισμό «Έλληνες». Τις αναφορές του Χαλκοκονδύλη τις βλέπει σαν εσκεμμένο αρχαϊσμό και τις απορρίπτει, ενώ δεν διαφέρουν ουσιαστικά απο τις αντίστοιχες του Θεόδωρου Λάσκαρι και του Πλήθωνα (που έχει προσμετρήσει). Στον 14-15ο αι. βλέπει μόνο τον Πλήθωνα να μιλάει για Έλληνες της εποχής του και αγνοεί πολλές άλλες αναφορές από τους Γρηγορά, Κυδώνη, Βησσαρίωνα, Αργυρόπουλο, Μιχαήλ Αποστόλη, Δούκα, τον ίδιο το Σχολάριο κ.α. Στον 17ο βλέπει τον Χρ. Άγγελο και τον Κονταρή και δεν αναφέρει περιπτώσεις όπως του Κύριλλου Λούκαρη, του Σκούφου, του Μηνιάτη κ.α. Επίσης, συνδέει τη χρήση των εθνωνύμων με τις απόψεις περί καταγωγής, ενώ στην πραγματικότητα πολλοί λόγιοι χρησιμοποιούσαν το όνομα Ρωμαίοι, θεωρώντας παράλληλα τους Ρωμαίους σαν απόγονους των Ελλήνων.

    Η γενική εικόνα βέβαια δεν αλλάζει (κυρίως όσον αφορά τα λαϊκά στρώματα) και δικαιώνει τον Κρουμπάχερ που στα τέλη του 19ου αι. υποστήριζε ότι: «Το όνομα [Ρωμαίοι] διετηρήθη […] ως η πραγματική και μάλιστα διαδεδομένη επίκλησις του «γραικικού» λαού, απέναντι της οποίας η μεν σποραδικώς απαντώσα Γραικοί μικράν ιστορικήν σημασίαν έχει, η δε δια της Κυβερνήσεως και σχολείου τεχνικώς εισαχθείσα Έλληνες, ουδεμίαν».

    • Πάντοτε ορθές οι παρατηρήσεις σου Περτίνακα. Όντως η αποβολή του Χαλκοκονδύλη είναι προβληματική.

      Καταλαβαίνω κάποιος να τον απορρίψει αν ασχολείται με το Βυζάντιο, διότι όπως λέει και ο Καλδέλλης, ο Χαλκοκονδύλης είναι μεταβυζαντινό και όχι βυζαντινό πρόσωπο. Αλλά ο Καπλάνης έθεσε το χρονικό διάστημα της αναζήτησης στο 1000-1700, χωρίς να διακρίνει «βυζαντινούς» και μετα-«βυζαντινούς». Γιατί από τη στιγμή που συμπεριέλαβε τις 3 υπερρητορικές χρήσεις του όρου «΄Ελληνα» του Χωνιάτη που παρέθεσα (για να μην πω και το σαρκαστικό «εμείς οι αιρετικοί “Γραικοί”» του), τότε έπρεπε να συμπεριλάβει και τον Χαλκοκονδύλη, ο οποίος πίστευε πολύ πιο ειλικρινά από τον Χωνιάτη ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμιοί ήταν ανέκαθεν Έλληνες.

      Πάντως είδα ότι προτιμάει την δική σου εκδοχή του χωρίου της Κομνηνής ερμηνεύοντας τον «αγράμματο Έλληνα» σαν «αγράμματο Ελλαδικό Ρωμαίο». Θυμάσαι που το συζητούσαμε 1-2 χρόνια πριν;

  2. Pertinax

    Δεν είναι δική μου εκδοχή αλλά του Runciman o oποίος γράφει: «Here “Ρωμαίον” means Byzantine and “Έλληνα” an inhabitant of Hellas or peninsular Greece» [στο «Byzantine and Hellene in the fourteenth century», «Επετηρίς Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών Πανεπ. Θεσ/νικης», 1952]

    Το χωρίο αυτό έχει προκαλέσει αληθινό πονοκέφαλο στους ερευνητές, οι οποίοι έχουν προτείνει ένα σωρό ερμηνείες. Ίσως θα έπρεπε να διερευνηθεί περισσότερο μια άλλη πτυχή: ότι πολλές φορές οι αριστοκράτες της Πόλης έβλεπαν αφ’ υψηλού τον ελληνόφωνο όχλο και τόνιζαν τις ελληνικές του καταβολές σε σχέση με τις δικές τους «γνήσιες» ρωμαϊκές. Για παράδειγμα, όσοι, στο ύστερο Βυζάντιο, διατύπωναν το μύθο της διπλής καταγωγής του Γένους από τους παλαιούς Ρωμαίους και Έλληνες που έκτισαν την Κωνσταντινούπολη, είναι σαν να έλεγαν ότι οι αυτοκράτορες και ο σκληρός πυρήνας της αριστοκρατίας προέρχονταν από τους πρώτους, ο λαός από τους δεύτερους και όλοι μαζί συναποτελούσαν το βυζαντινό Γένος των Ρωμαίων ή Ρωμελλήνων. Η περίπτωση φέρνει στο νου αυτή της Γαλλίας, όπου οι Φράγκοι αριστοκράτες και ο γαλατικός λαός σχημάτισαν το έθνος των Φραντσέζων/Γάλλων.

    Ένας φίλος που ετοιμάζει διδακτορικό πάνω στους ιστορικούς της Άλωσης, μου έχει υποδείξει ότι ανάλογο αριστοκρατικό σνομπισμό εξέφραζε και ο Δούκας. Και πράγματι υπάρχει ένα χαρακτηριστικό χωρίο του φιλενωτικού Δούκα, όπου «στολίζει» τα ανθενωτικά πλήθη κάνοντας ταυτόχρονα αναφορά στην ελληνική τους καταγωγή: «Ἀλλ’ ὁ λαὸς ὁ ἀπηνὴς καὶ μισόκαλος, ἡ ῥίζα τῆς ὑπερηφανείας, ὁ κλάδος τἠς κενοδοξίας, τὸ ἄνθος τῆς υψηλοφροσύνης, ἡ τρυγία* τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων, ἡ καταφρονοῦσα τὰ γένη τῶν ἀνθρώπων καταφρόνησις ἀληθινὴ πάντα τὰ γενόμενα ἐλογίζοντο ὡς μὴ γενόμενα»

    * τρυγία: Το κατακάθι που εναποτίθεται στον πυθμένα και στα τοιχώματα των βαρελιών (από το Λεξικό Μπαμπινιώτη).

    Δηλ. είναι σαν να λέει ότι το παλιό σοφό γένος των Ελλήνων έχει χαθεί και έχει απομείνει το κατακάθι του.

    • Και ο Νικήτας Χωνιάτης μιλάει για τεταμένες σχέσεις Κωνσταντινουπολιτών και επαρχιωτών, όταν περιγράφει την συνάντηση εξόριστων από τους Φράγγους Κων/πολιτών και «αγροίκων» της Σηλυβρίας που «έκαναν τον σταυρό τους και ευχαριστούσαν το Χριστό και την Παναγιά που τους επέτρεψαν να δουν τους Κων/πολίτες γυμνούς και πένητες» στους οποίους είπαν «τώρα πια έχουμε ισοπολιτεία» (γιατί μέχρι τότε η πρωτεύουσα έκανε οικονομική αφαίμαξη των επαρχιών).

      Πάντως βρήκα και άλλη μια περίπτωση (Σκυλίτσης ~ 1090 μ.Χ.) όπου ο όρος «Ἑλληνες» σημαίνει «κάτοικοι του θέματος Ελλάδος» ~ «Ἑλλαδικοί».

      Ο Σκυλίτσης μιλάει για έναν «δικαστή Ἑλλήνων» (θεματικός «κριτής» του θέματος Ελλάδος):

      τοῦτον γάρ, ὁπηνίκα τὸν ἕτερον ἐβουλεύετο Κωνσταντῖνον εἰς τὸν βασίλειον θρόνον
      ἀναγαγεῖν, δικαστὴν Ἑλλήνων προεχειρίσατο· ἐπεὶ δὲ κἀκεῖνος,

      Ενώ αλλού μιλάει για τον Νικήτα «τον Ελλαδικό»:

      [Const7.6] Πολιορκοῦντος δὲ τοῦ Συμεὼν τὴν Ἀδριανούπολιν ἐφ’ ἡμέρας
      ἱκανὰς καὶ μηδὲν ἀνύοντος, Παγκρατούκας τις γένος ὢν Ἀρμένιος καὶ
      εἷς τῶν φυλάττειν τεταγμένων τὴν πόλιν χρυσίῳ δελεασθεὶς προὔδωκεν
      αὐτὴν τῷ Συμεών. μετ’ ὀλίγον δὲ ἀπεστάλη παρὰ τῆς αὐγούστης
      Βασίλειος πατρίκιος ὁ ἐπὶ τοῦ κανικλείου καὶ Νικήτας ὁ Ἑλλαδικός, καὶ
      χρυσίῳ καὶ χρήμασι πλείστοις πάλιν αὐτὴν ἀνεκτήσαντο.

      Και το άλλο

  3. Pertinax

    Κοίτα πλάκα. Έχω βρει μια διαστρεβλωμένη εκδοχή του αποσπάσματος του Κρουμπάχερ για τη χρήση των τριών ονομάτων:

    «[οι Έλληνες] όχι μόνον το όνομα τούτο [Ρωμαίοι] παρεδέχθησαν, αλλά και δια μέσου των φρικτών μακρών της Τουρκοκρατίας χρόνων διετήρησαν μέχρι σήμερον, αν όχι ως αυτόχρημα την πραγματικήν, εξάπαντος όμως ως την μεταξύ πάντων διαδεδομένην επίκλησην του ελληνικού λαού. Διά τούτο και παρ΄αυτήν η μεν σποράδην απαντώσα Γραικοί δεν δύναται να θεωρηθή ότι αληθώς έχει ιστορικήν σημασίαν: η δε όχι ως αλλοτρία και αυτή πάντοτε εις τας συνειδήσεις ζήσασα Έλληνες, από δε την αναγέννησιν του έθνους και επισήμως δια της Κυβερνήσεως και του σχολείου εισαχθείσα, ότι τεχνητώς τρόπον τινά εις χρήσιν εισήλθεν».
    [στο άρθρο της Μαρίας Μαντούβαλου: «Ρωμαίος-Ρωμιός και Ρωμιοσύνη. Κριτική Βιβλιογραφία», Κείμενα και Μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Γραμματείας, Αφοί Τολίδη 1990, σ. 85]

    Έχουν πέσει στα χέρια μου δύο αντίτυπα της 1ης ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Κρουμπάχερ (ένα της Εθνικής Βιβλιοθήκης και ένα που έχω «κατεβάσει» από την Ανέμη) και το απόσπασμα είναι ακριβώς όπως το παραθέτει ο Παλαμάς στο άρθρο του. Φαίνεται λοιπόν ότι σε κάποιον δεν άρεσε η ωμή διατύπωση του Κρουμπάχερ, γι’ αυτό αποφάσισε… να της αλλάξει τα φώτα, προσθέτοντας την επισήμανση ότι το «Ρωμαίοι», αν και απόλυτα διαδεδομένο, δεν ήταν φυσικά το «αυτόχρημα πραγματικό» όνομα του ελληνικού λαού και ότι το «Έλληνες», παρόλο που δεν βρισκόταν στην κοινή χρήση, δεν ήταν ξένο και ζούσε πάντοτε και αυτό στη συνείδηση του λαού…Έτσι και η φράση «η τεχνηκώς εισαχθείσα [επίκληση] Έλληνες» εξωραΐστηκε σε «τεχνητώς τρόπον τινά».

    Και να φανταστεί κανείς ότι ο Κρουμπάχερ και ο Παλαμάς δεν αμφισβητούσαν τη συνέχεια του ελληνισμού, παρά μόνο υποστήριζαν πως οι Έλληνες κατά την εποχή του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας είχαν αλλάξει όνομα!

    Ο ίδιος ο Κρουμπάχερ επανήλθε λίγα χρόνια μετά, απαντώντας στο άρθρο του Πολίτη, με ακόμα πιο ωμό τρόπο (που αυτή τη φορά ο παραχαράκτης ήταν αδύνατον να σουλουπώσει):
    «Ναι μεν επειράθη ο Νικόλαος Πολίτης ν’ αποδείξη ότι το εθνικόν όνομα «Έλλην» ήτο πάντοτε εν χρήσει και ουδέποτε εξηλείφθη εκ της συνειδήσεως του λαού. Αλλ’ αι αποδείξεις, τας οποίας μετά μεγάλης πολυμαθείας συνέλεξεν, αποδεικνύουσι μόνον, ότι περίπου από του 12ου αιώνος, οφθαλμοφανώς εκ της επιδράσεως της ανθρωπιστικής αναγεννήσεως, συγγραφείς τινες πάλιν ενεθυμήθησαν το παλαιόν εθνικόν όνομα, και τούτο μάλιστα εις την παναρχαίαν αντίθεσιν «Έλληνες και βάρβαροι», και ότι το όνομα «Έλληνες» μετά των εξ αυτού παραγώγων εχρησίμευσε και κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα ως εθνικόν σύμβολον.

    Παρά τω λαώ αυτώ η λέξις «Έλλην» (ή μάλλον, ως είναι ο δημώδης τύπος αυτής, «Έλληνας») είχε βεβαίως εξαφανισθή, και απαίδευτος τις Έλλην του 16ου ή του 17ου αιώνος ήθελε βεβαίως εκπλαγή, αν τις κατήγγελεν εις αυτόν ότι δεν είναι Ρωμαιός, αλλά Έλλην. Και σήμερον ακόμη η λέξις παρά τω λαώ σημαίνει συνήθως μόνον τους υπηκόους του βασιλείου της Ελλάδος. Ότε ηρώτησα εις το Αϊδίνιον Έλληνα τινά όστις είχε καθήσει εν τινί καφενείω εις την αυτήν μετ’ εμού τράπεζαν, πόσοι Έλληνες είναι εις το Αϊδίνιον, απεκρίθη: «περί τους τεσσαράκοντα», και ότε εγώ ηπόρησα δια τον μικρόν τούτον αριθμόν πρεσέθηκεν εκείνος εξηγούμενος: «Μάλιστα, Έλληνες είναι μόνο 40, αλλά Ρωμαιοί είμεθα πολλοί»».
    [Καρλ Κρουμπάχερ, Το πρόβλημα της Νεοτέρας Γραφομένης Ελληνικής, 1905, σελ. 240-241]

    Πρόσεξες ότι η απάντηση του Ρωμιού του Αϊδινίου ήταν ίδια με αυτή του μικρού Χαράνη στη Λήμνο του 1912; 😉

    • Πρόσεξες ότι η απάντηση του Ρωμιού του Αϊδινίου ήταν ίδια με αυτή του μικρού Χαράνη στη Λήμνο του 1912; 😉

      Ναι, έχει και ο Mackridge στο “Language and national identity in Greece” ένα ανάλογο παράδειγμα. Πήγαινε στη σελίδα 54 και διάβασε την υποσημείωση 81 που συνεχίζει στην επόμενη σελίδα:

      However, as late as 1842, Evangelinos Sophocles – albeit writing in America- claimed that the mass of the people call themselves Romaioi and that the term Hellenes “is used chiefly by the inhabitants of Bavarian Greece, who perhaps do not constitute more than one fourth of the Greek nation” (Sophocles 1842: iv). Sophocles’ use of the term “Bavarian Greece” to refer to the Greek state is highly derogatory.

  4. patatas

    ποτε δεν υπηρχε ελληνικο κρατος ουτε ελληνικη αυτοκρατορια .

    Αρα μη συγκρινουμε Mbytes με στρεματα.

  5. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Και ξέχασε να αναφέρει και αυτό ο κος Καπλάνης

    Στον Πανηγυρικό εις Μανουήλ και Ιωάννην Η’, τους Παλαιολόγους, κάποιου ανωνύμου, παρατηρούμε τη λέξη «Ρωμέλληνες» (Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, Αθήνα 1926, τόμ Γ’, σελ. 152).

    Για τον Ακροπολίτη δε ενδιαφέροντα είναι αυτά για να δούμε αν συμεριζόταν έστω κατ’ελάχιστο τον Λάσκαρι

    Στην Χρονική Συγγραφή του Γεώργιου Ακροπολίτη (13ος αι.) διαβάζουμε

    κεφ. 76: [οι Σκύθες] οὐ βαρβαρικῶς ἀπεκρίνοντο ἀλλὰ καὶ Ἑλληνικῶς τε καὶ συνετῶς

    κεφ. 80: …τῆς Ἑλληνίδος καὶ ἡμετέρας γης

    http://www.portaaurea.gr/istoria_meletes/ellrom.htm

    Καλά δεν μιλάμε για το ότι δεν εξέτασε καθόλου τα δημοτικά τραγούδια ιδιαιτέρως του Πόντου που εξέφραζαν τον λαό.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s