Οι Men in Black (MiB) του Γρηγορά: η μπαρούτσα και το φᾶρος

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς περιγράφει στα χωρία [8.14.5-6] της Ρωμαϊκής Ιστορίας του το ταξίδι που έκανε ως μέλος βυζαντινής πρεσβείας στον Κράλη της Σερβίας στα Σκόπια. Λίγο πριν φτάσει η πρεσβεία στην πόλη της Στρούμιτσας, όπου γιόρτασε το πάσχα με τους εγχωρίους, εκεί που η πρεσβεία περπατούσε νυχτιάτικα μέσα στο κατασκόταδο, ξαφνικά, μέσα από τις πέτρες και τα φαράγγια ξεπετάχτηκαν ως «δαιμόνια φάσματα» … ψιλά οπλισμένοι Men in Black με όργανα τόσο αγχέμαχα, όπως λόγχες και τσεκούρια, όσο και τηλεβόλα !

Όχι δεν ήταν οι MiB που γνωρίζετε και τα τηλεβόλα τους όργανα δεν ήταν αυτά της παρακάτω εικόνας, αλλά μάλλον τόξα.

MiB

Το κείμενο του Γρηγορά μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:

Gregoras MiB

Το παραθέτω:

Οὐκοῦν ἀλλ΄ἐν τοῦτοις ὄντων ἡμῶν ἐξαίφνης ἀνιστανται τινες ἄνδρες τῶν ἐκεῖσε πετρῶν καὶ φαράγγων μέλαινας ἐσθῆτας τινας περικείμενοι, αἷ εἰσιν ἐξ ἐρίων καὶ κωδίων, ἄττα ποτὲ ζώων ὰπεδύσαντο οἷ, δήπου γε ἐχρῆν. Ἄντικρυς δαιμόνια φάσματα! Πλὴν οὐ καταφρακτοί τίνες ὁπλίται, ὅτι μη καθάπαξ ψιλοί καὶ ἀγχέμαχα τινα ὄργανα ταῖν χεροῖν οἱ πλείους ἔχοντες, ὅσα ἐν λόγχαις εἰσὶ καὶ πελέκεσιν. Ἦσαν δ΄οἱ καὶ ὅσα ἐν τηλεβόλοις.

«Αἱ μέλαιναι ἐσθῆτες» τους, γράφει ο Γρηγοράς ήταν φτιαγμένες «από φλόκια και προβατοτόμαρα» («ἐξ ἐρίων καὶ κῳδίων») και αναμφίβολα προέκυψαν από γδάρσιμο ζώων.

Πριν προχωρήσω, λίγη γλωσσολογία. Το αρχαιοελληνικό «ἡ ἐσθής/τῆς ἐσθῆτος» = «στολή, φορεσιά» προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *wes- «ντύνομαι» (λ.χ. λατιν. vestiο, vestimentum > αγγλικ. investment = επένδυση). Η ρίζα αυτή στην ελληνική έχει δώσει το ρήμα *wes-numi > ἔννυμι/εἴνυμι = «ντύνομαι», το εἶμα (*wes-mn. , αιολικό (ϝ)ἔμμα, Κρητικό ϝῆμα) και το παράγωγο αυτού ἱμάτιον , καθώς και τo δωρικό βέστον/βέττον που διατήρησε το δίγαμμα /w/ μέχρι αργά, το οποίο αποδόθηκε ως «β» από τους λεξικογράφους.

Το νεοελληνικό «φλόκι» προέρχεται από το λατινικό floccus και εισήλθε στην ελληνική είτε μέσω της αλβανικής (flok) είτε μέσω της βλαχικής (λ.χ. ρουμαν. floc).

Ας συνεχίσουμε με το κείμενο του Γρηγορά. «Μα ήταν να μην τα κάναμε πάνω μας όταν βγήκαν σε τέτοια ακατάλληλη στιγμή (ἀωρία) και σε αλλότριο τόπο άνθρωποι που δεν χρώνται την γλώσσα μας»; Οι MiB συστήθηκαν ως «Μυσῶν ἄποικοι» (φυσικά «Μυσοί» είναι ο κλασικίζων όρος με τον οποίο ο Γρηγοράς αποδίδει την ταυτότητα των MiB), χαιρέτησαν την πρεσβεία «τῇ σφῶν διαλέκτῳ προσηνές τὶ καὶ ἱλαρὸν» («στην γλώσσα τους με τόνο φιλικό και εύθυμο») και δεν αποδείχθηκαν ληστές είτε γιατί ήταν λίγοι και κοντοί και εμείς πολλοί, είτε γιατί τους εμπόδισε ο θεός. Οι MiB προσκάλεσαν την πρεσβεία στην κώμη τους, όπου και πέρασαν τη νύχτα. Η συνομιλία μαζί τους, ξεκαθαρίζει ο Γρηγοράς, γινόταν επειδή «ἦσαν γὰρ οἱ καὶ τῶν ἡμετέρων τῆς ἐκείνων γλώττης οὐ πάνυ τοι ἀδαεῖς  ἦσαν» («υπήρχαν και μερικοί από εμάς που δεν ήταν εντελώς αδαείς της γλώσσας τους»).

Το επόμενο πρωί, η πρεσβεία έφτασε στην Στρούμιτσα όπου γιόρτασε το Πάσχα ακούγοντας τις ιερές υμνωδίες σε γλώσσα ούτε καν μιξοβάρβαρη, αλλά παντελώς βάρβαρη, ποιμενική και ορεινή των νομάδων (ὅλον βοσκηματώδη και ὄρειον …νομάδων).  Την τελευταία φράση που υπογράμμισα, ο Γρηγοράς την αντέγραψε από την Ιλιάδα:

[2.471] ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ ὅτε τε γλάγος ἄγγεα δεύει,

«που την εποχή της άνοιξης γεμίζουν με γλάγος (γάλα) τα αγγεία».

Η ταυτότητα αυτών των Μυσών MiB δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί αν και οι επιλογές είναι δύο: ή Βλάχοι ήταν ή Βούλγαροι. Ο Καλδέλλης, τους θεωρεί Βούλγαρους, αλλά ο κλασικίζων όρος «Μυσοί» μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιείται και για τους Βλάχους, όπως κάνει λ.χ. ο Χωνιάτης για τους Βλάχους του Αίμου όταν περιγράφει την επανάσταση των αδελφών Άσεν γράφοντας:

… καὶ Ρωμαῖοις ἐκπολεμώσας τοὺς κατὰ τὸ Αἷμος τὸ ὄρος βαρβάρους, οἱ Μυσοί πρότερον ὠνομάζοντο, νυνὶ δὲ Βλάχοι κικλήσκονται.

Και αφού παρουσιάζει την εξίσωση Μυσοί = Βλάχοι του Αίμου μετά λέει ότι οι Άσεν κατάφεραν να ενώσουν τα δύο γένη των Βουλγάρων και των Βλάχων στην επανάσταση με ένα τέχνασμα που έδειχνε ότι ο Άγιος Δημήτριος είχε εγκαταλείψει την Θεσσαλονίκη και τους Ρωμαίους και ήταν πλέον με το μέρος των επαναστατών.

MiB Kaldellis

Asan1

Asan2a

Asan2b

Δεν μπορώ να αποφασίσω σε ποιο γένος ανήκαν οι MiB του Γρηγορά γιατί κοντά στην Στρούμιτσα ζούσαν και Βουλγαρικοί και Βλαχικοί πληθυσμοί και, ενώ μεν η «μπαρούτσα» (μαύρη φλοκωτή κάπα) είναι χαρακτηριστική των ποιμενικών φύλων όπως οι Βλάχοι και οι Σαρακατσάνοι (το όνομα των τελευταίων Καρακατσάνοι = «Μαυρένδυτοι νομάδες» και αυτό των Καραγκούνηδων = «που φορούν την μαύρη γούνα» οφείλεται σε αυτήν την «μπαρούτσα»), από την άλλη, ο αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας Θεοφύλακτος Ήφαιστος (που από προσωπικός δάσκαλος πορφυρογέννητου βασιλoπαίδα και κορυφαίος ομηριστής της εποχής του, κατέληξε μετά από αλλαγή «της κυβερνήσεως» με δυσμενή μετάθεση στην Οχρίδα), κλαίει την μοίρα του λέγοντας:

[Επιστολή 5] πλῆν ὅσον οὐ βασιλίδι δουλεύω πλουσίᾳ, καθαρίῳ τε καὶ καλῇ καὶ συνόλως Ἀφροδίτῃ χρυσῇ, ἀλλὰ δούλοις βαρβάροις ἀκαθάρτοις κινάβρας κωδίων ἀπόζουσιν καὶ πενεστέροις τὸν βίον, ἧ ὅσον τὴν κακοήθειαν πλούσιοι … λύσατε με τῆς αἰσχρᾶ ταύτης δουλείας οἱ τοῦτο δυνάμενοι.

«Αντί να είμαι υπηρέτης σε πλούσια, καθαρή και καλή βασίλισσα, Χρυσή Αφροδίτη σε όλα της, βρέθηκα μεταξύ υπόδουλων και ακάθαρτων βαρβάρων που βρομάνε τραγίλα  και προβατοτομαρίλα (κινάβρας κωδίων ἀπόζουσιν) και ζουν πάμπτωχο βίο, όντας πλούσιοι μόνο σε κακοήθεια … ελευθερώστε με από αυτήν την δουλεία αυτοί που μπορείτε»!

Η παρακάτω σελίδα στην οποία βρήκα τα λόγια του Θεοφύλακτου είναι γραμμένη από την Αγγελική Λαΐου:

Laiou Theophylact

Εδώ τελείωσα το πρώτο μέρος της ανάρτησης με τους MiB του Γρηγορά. Στην συνέχεια θα ασχοληθώ γλωσσολογικά με το όνομα «μπαρούτσα» με το οποίο η μαύρη φλοκωτή κάπα απαντά στην Ήπειρο.

Η λέξη είναι αλβανικό δάνειο στην ελληνική μέσω λατινικής (δηλαδή Βλαχικής) διαμεσολάβησης. Η αλβανική λέξη  barukë = «προβατοτόμαρο» είναι παράγωγο της λέξης berr (= μῆλον, αιγοπρόβατο). Η λέξη berr προέρχεται από την πρωτο-αλβανική μορφή *barwa που ανάγεται στην ΠΙΕ μορφή *bhor-wos που έδωσε και την πρωτο-σλαβική λέξη *borvŭ «αρσενικό αιγοπρόβατο, τράγος/κριάρι» που έγινε brav στις νοτιοσλαβικές γλώσσες ύστερα από την μετάθεση των υγρών και την απώλεια του τελικού ασθενούς yer.

Η «μπαρούτσα» προέρχεται από την λατινοποιημένη μορφή barūcea > barūkja > barutša, όπως το carrus = κάρο έγινε πρώτα carrūca και, κατόπιν, carrūcea και εν τέλει καρότσα/carozza (ρουμανικό căruță).

To αλβανικό παράγωγο barukë είναι πολύ παλιό στη γλώσσα και σχηματίστηκε κατά την πρωτο-αλβανική περίοδο όταν ακόμα το αιγοπρόβατο λεγόταν *barwa. Αυτό προκύπτει διότι το /u/ της λέξης προέκυψε από την φωνηεντοποίηση του ημιφωνικού /w/ πριν την τροπή -rw->-rr-.  Η τροπή -rw->-rv->-rr- στην αλβανική συνέβη πριν την είσοδο των λατινικών δανείων, στα οποία το -rv- ακολουθεί τους κανόνες της Ανατολικής Βαλκανικής Λατινικής (Βλάχική και Ρουμάνική) και εξελίσσεται σε -rv->-rb- λ.χ. corvus > korb, corb, corbu, cervus > cerb[u] κλπ . Ένα ανάλογο παράδειγμα από την ελληνική είναι το /u/ των λέξεων ῥεῦμα (*sreu-mn.) και χεῦμα (*g’heu-mn) από τις ΠΙΕ ρίζες *sreu- και *g’heu- των ρημάτων ῥέϝω και χέϝω (ϝ=/w/). Όπως είναι εύλογο σε όλους, οι λέξεις ῥεῦμα και χεῦμα δεν μπορεί να σχηματίστηκαν αφού η ελληνική απώλεσε το δίγαμμα, αλλά όσο ακόμα υπήρχε και είχε λειτουργικό μορφολογικό ρόλο.

Η πρωτο-αλβανική λέξη *barwa έδωσε και ένα άλλο παράγωγο με τη σημασία «δέρας, τομάρι»: *baru-ška > *barška > bashkë το οποίο απαντά και στην ρουμανική ως υποστρωματική λέξη (bască) με την ίδια ακριβώς σημασία.

barwa

Η ύπαρξη της ΙΕ ρίζας *bhor-wos με τη σημασία «ζώον» (λ.χ. PAlb. barwa > alb. berr, PSlav. borvŭ > SSlav brav, OHG barug/baruh κλπ) και τα αλβανικά παράγωγα *baru-ka και *baru-ška με τη σημασία «δέρας, τομάρι» ~ «μπαρούτσα» = «μαύρη φλοκωτή κάπα χωρίς μανίκια», μου θύμισαν την ελληνική λέξη φᾶρος = «μανδύας, κάπα χωρίς μανίκια». Το φᾶρος απαντά ήδη στην Γραμμική Β στον πληθυντικό αριθμό ως  pa-we-a2 (/pharweha/) και δείχνει ότι το μακρό ᾱ της ιστορικής λέξης προέκυψε κατά την τρίτη αναπληρωματική έκταση της ελληνικής ύστερα από την απώλεια του δίγαμμα: pharwos > phᾱros όπως korwᾱ > κούρη/κώρα κλπ. Η πρωτο-ελληνική μορφή της λέξης πρέπει να ήταν *phèrwos και να μετέπεσε δευτερογενώς στον μηδενικό βαθμό *phr.wos > phàrwos όπως συνέβη με τα:

θέρσος > θράσος/θάρσος/θάρρος

βένθος > βάθος

πένθος > πάθος

κέρτος/κρέτος > κράτος (στην Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτο και στην Λεσβιακή αιολική τα ονόματα σε -κράτης απαντούν ως -κέρτης/κρέτης).

kretos

Και παρακάτω παραθέτω τον πληθυντικό pa-we-a2 (/pharweha/) που απαντά στην Γραμμική Β:

pharweha

Για όσους προβληματίζονται με το μεσοφωνηεντικό /h/ της λέξης pharweha θυμίσω ότι το ΙΕ θέμα των ουδετέρων σε -ος είναι -εσ- λ.χ. τὸ ὄρος, τα ὄρεσ-α > ὄρεhα > ὄρεα/ὄρη και φαίνεται στα αναλογικώς αναβιωμένα παραδείγματα ὁρεσ-ί-βιος και ὁρεσ-ί-τροφος και στην λέξη Ὀρέστης. Στις λέξεις ὀρεινός (< ὁρεσ-νός) και ὁρείτης (ὁρεσ-ίτης) το /σ/ χάθηκε κατά την πρώτη αναπληρωματικη έκταση και κατά την πρωτο-ελληνική περίοδο αντίστοιχα.

Συμπέρασμα: αφού έδειξα την «μέλαινα ἐσθῆτα» των μεσαιωνικών βαλκανικών ποιμενικών πληθυσμών, αποτελούμενη «ἐξ ἐρίων και κῳδίων» (από φλόκια και προβατοτόμαρα) γδαρμένων ζώων και τη σχέση που μπορεί να έχει με τα ονόματα των Καρακατσάνων και των Καραγκούνηδων, στη συνέχεια έδειξα ότι το ηπειρωτικό όνομα αυτής «μπαρούτσα» φαίνεται να προέρχεται από μια εκλατινισμένη εκδοχή του αλβανικού barukë το οποίο, όπως και το συγγενικό και ταυτόσημό του *baruška > bashkë, σημαίνει «δέρας, τομάρι» και είναι παράγωγο της πρωτο-αλβανικής λέξης *barwa = αιγοπρόβατο που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *bhorwos όπως το νοτιοσλαβικό brav και το παλαιό άνω γερμανικό (OHG) barug/baruh = «γουρούνι». Τέλος, έδειξα την γλωσσολογική ιστορία της αρχαίας ελληνικής λέξης «φᾶρος» και, με την βοήθεια των πινακίδων της γραμμικής Β, έδειξα ότι η πρωτο-ελληνική μορφή της λέξης ήταν phr.wos/*phèrwos. Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι η τελευταία είναι απόγονος της ίδιας ΙΕ ρίζας *bher-w- που έδωσε και τα παραπάνω παραδείγματα στις άλλες γλώσσες.

*** Συμπλήρωμα: Αφού έκανα την ανάρτηση διαπίστωσα ότι οι Mallory-Adams ανάγουν το ελληνικό φᾶρος σε μια IE ρίζα *bhr.w- την οποία παράγουν από την υποθετική ρηματική ρίζα *bher- «υφαίνω» και δίνουν ως συγγενή το λιθουανικό bùrva = «ρούχο».

bhrw

Advertisements

4 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Μεσαίωνας

4 responses to “Οι Men in Black (MiB) του Γρηγορά: η μπαρούτσα και το φᾶρος

  1. JohnnieR

    Με το που διάβασα το άρθρο σου, θυμήθηκα αυτό: http://youtu.be/e1I1mS486S4
    κι αυτό:

    • Κοίταξα τα βιντεάκια των αδελφών Μανάκια μπας και έδειχναν καμιά παραδοσιακή μαύρη φλοκωτή μπαρούτσα, αλλά τίποτε.

      • JohnnieR

        Ούτε εγώ έτυχε να πετύχω ποτέ καμία, μιας και οι κάπες που έτυχε να δω, αλλά και τα κοντοκάπια κλπ παραδοσιακά ποιμενικά ρούχα δεν είχαν φλόκο. Λογικό… ύστερα από τόσους αιώνες ήταν επόμενο να επέλθει κάποιος εκσυγχρονισμός… Πάντως η κατεργασία του μαλλιού έμεινε η βασική απασχόληση των γυναικών όλους αυτούς τους αιώνες…
        Τώρα που το θυμάμαι, η μια από τις δύο Βλάχες γιαγιάδες μου χρησιμοποιούσε για τις βελέντζες το όνομα «γιάμπολη»…
        Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μη σου δώσω πολλά-πολλά συγχαρητήρια για αυτή τη σημαντική δουλειά που κάνεις αλλά και για το χρόνο που αφιερώνεις σ’ αυτήν.

      • Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

        Με τη «γιάμπολη» μου έδωσες και μια καινούρια λέξη για ψάξιμο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s