Το «αθροιστικό» α- της ελληνικής

Εκτός από το στερητικό α- που κατάγεται από τον μηδενικό βαθμό *n. του βασικού ΠΙΕ αρνητικού μορίου *ne-, η ελληνική διαθέτει και ένα άλλο «αθροιστικό» [copulative] αρκτικό α-  με τη λειτουργία της ομαδοποίησης όμοιων πραγμάτων. Το αθροιστικό αυτό α- (= (h)a-) προέρχεται, με τη σειρά του, από τον μηδενικό βαθμό *sm.- της ρίζας *sem- «ένας, ίδιος» που έδωσε τα εἷς (< hen-s < *sem-s), μία (<*sm-ieh2), ὅμος (< *somH-os), μόνος (< *sm-on-wos), ὁμάς, ὅμιλος κλπ. Η ίδια ρίζα έδωσε το αγγλικό same και τα λατινικά similis και singulus .

Η εξέλιξη του επιθήματος *sm.- στην ελληνική ήταν *sm.- > *hm.- > ha- > a- , δηλαδή κατά κανόνα ψιλώθηκε/αποδασύνθηκε, με μόνη εξαίρεση την λέξη ἁπλοῦς (ασυναίρετο ἁπλόος) που διατήρησε την δασεία. Η λέξη ἁ-πλό-ϝος προέρχεται από τήν μορφή *sm.-plo-wos και κυριολεκτικά σημαίνει «μονοκόμματος ~ μονόπτυχος». Το μόρφημα -πλo- της ρίζας είναι ΙΕ συγγενής του αγγλικού fold = «πτυχή» (λ.χ. twofold = διπλός). Ο λατινικός όρος sim-plex (< *sm.-plek-s = «απλός», κυριολεκτικά «μονόπλοκος, όχι πολύπλοκος») έχει σχηματιστεί από το ίδιο μόρφημα *sm.-,  το οποίο προστέθηκε στην ΙΕ ρίζα *plek- «πλέκω» (λ.χ. πλέκω, πλοκή, πολύπλοκος).

Αν περάσουμε στις ψιλωμένες περιπτώσεις, η πιο γνωστή λέξη είναι αναμφίβολα ο όρος ἀδελφός. Η παλαιότερη μορφή της λέξης είναι ἀδελφεός και η ΙΕ της ετυμολογική παραγωγή τόσο κανονική που είναι για σεμινάριο. Η αρχή είναι η ρίζα *gwelbhus που έδωσε στην ελληνική την λέξη δελφύς (αιολ. βελφύς) «μήτρα». Όπως η μεταγενέστερη ελληνική ανέπτυξε την διτυπία αδελφός ~ αδερφός έτσι και στην ΠΙΕ γλώσσα υπήρχε η διτυπία *gwelbhus  ~ *gwerbhus/*gwrebhus. H ρ-μορφή έδωσε στην ελληνική την λέξη βρέφος (παλαιότερη μορφή *βρέφεϝος > βρέφεος) και στην εκκλησιαστική παλαιοσλαβωνική την λέξη žrěbę. Η λ-μορφή της ρίζας, από την άλλη, έδωσε το αγγλικό whelp.

Ξεκινώντας από την ρίζα *gwelbhus, λόγω ΙΕ ablaut το τελικό -u μετέπεσε σε -ew- (λ.χ. ὁ βαθύς, τοῦ βαθέϝος > βαθέος, ἡ βαθέϝ-ια > βαθεῖα) και προέκυψε η ρίζα *gwelbhew- η οποία, αφού προστέθηκαν και το αθροιστικό *sm.- και το επίθημα *-os, έδωσε τη λέξη:

*sm.-gwelbhew-os > ἀ-δελφεϝ-ός > ἀδελφεός > ἀδελφός με την κυριολεκτικά σημασία «ὁμομήτριος».

Αντίστοιχα έχουμε: *gwrebhew-os > βρέφεϝ-ος > βρέφος.

Οι απλοποιήσεις ἀδελφεός/βρέφεος > ἀδελφός/βρέφος είναι ανάλογες με αυτήν του όρου:

*doru-/drew- «ξύλο» > διπλασιασμένη ρίζα *der-drew-om > δένδρεϝ-ον > δένδρεον > δένδρον (στην οποία συνέβη ρωτική ανομοίωση *δέρδρεον > δένδρεον, όπως λ.χ. ἄροτρον > αρότριον > αρέτρι > αλέτρι).

Το αθροιστικό α- απαντά και σε δύο ομηρικές λέξεις για την [επίσημη] «σύζυγο» (σε αντίθεση με τις παλλακίδες) των οποίων η σημασία ήταν «αυτή που μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι με τον άνδρα».

Η ΠΙΕ ρίζα *legh- «κείμαι, ξαπλώνω» (λ.χ. αγγλικό lay) έχει δώσει τα ελληνικά λέχος, λέκτρον και το λατινικό lectus, όλα με τη σημασία «κρεβάτι». Η στρατιωτική μονάδα «λόχος» προέρχεται από την ίδια ρίζα, διότι αρχικά ήταν η κρυμμένη ομάδα που έστηνε ενέδρα (λ.χ. ἐλλοχάω).

Ἐτσι, οι λέξεις ἄλοχος (< *sm.-logh-os) και ἄκοιτις (< *sm.-koi-tis, κεῖμαι, κοίτη) για την «σύζυγο» που μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι με τον άνδρα δεν είναι έκπληξη. Οι σλάβοι χρησιμοποίησαν τις ίδιες ρίζες για να περιγράψουν την ίδια έννοια: το «σεξ» στα σλοβακικά λέγεται sulož, κυριολεκτικά «ξάπλωμα μαζί ~ συγξάπλωμα», ενώ ο μεσαιωνικός σερβικός όρος sulogŭ έχει την ίδια σημασία και IE διμορφηματική καταγωγή με τον ελληνικό όρο ἄλοχος. Θυμίζω ότι και το σλαβικό so- «συν» προέρχεται από τον ο-βαθμό *som- της ρίζας *sem-.

sm.-loghos

Θα κλείσω με δύο ενδιαφέροντα λήμματα του Ησυχίου:

<ἄδρυα>· οἱ στῦλοι ἀρότρου, δι’ ὧν ὁ ἱστοβοεὺς ἁρμόζεται

<ἄδρυα>· πλοῖα μονόξυλα. Κύπριοι. λέγονται δὲ καὶ οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ στῦλοι.

Σικελοὶ δὲ ἄδρυα λέγουσι τὰ μῆλα. παρὰ δὲ Ἀττικοῖς ἀκρόδρυα

Οι Κύπριοι ονόμαζαν τα μονόξυλα κανό (σκαμμένος κορμός δένδρου) «ἄδρυα», ενώ άλλοι χρησιμοποιούσαν τον όρο για τους στύλους του αρότρου. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με ένα «μονοκόμματο ξύλο» (κορμό δένδρου στην πρώτη, κλαδί/ράβδο στη δεύτερη) και μπορούμε να ετυμολογήσουμε εύκολα το ἄδρῡον ως *sm.-druh2-om από το αθροιστικό *sm.- > ἀ- και την ρίζα *deru-/druh2- «ξύλο» (δόρυ, δρῦς).

Το δεύτερο λήμμα είναι η φρυγική λέξη για τον «φίλο» ἀδάμνας:

<ἀδαμία>· τὸ ἀδικάστως φονεύειν. Κρῆτες

<ἀδαμνεῖν>· τὸ φιλεῖν. καὶ Φρύγες τὸν φίλον Ἀδάμνα λέγουσιν

<ἀδαμνᾶις>· ἀκολασταίνεις

Η λέξη μπορεί να περιέχει το αθροιστικό *sm.- > ἀ- κολλημένο στο φρυγικό ανάλογο δαμ- του ελληνικού θέματος θαμ- «συχνά» (θαμίζω, θαμώνας). Ἐτσι οι φρυγικοί «φίλοι» μπορούν να ετυμολογηθούν ως αυτοί που «είναι συχνά μαζί», δηλαδή οι «συνθαμώνες».

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s