Περί Σλαβομακεδόνων

Ο όρος «Σλαβομακεδόνες» εφευρέθηκε κυρίως για να χρησιμοποιηθεί ως φερετζές για να κρυφθεί η προνεωτερική εθνοτική (ethnic) βουλγαρική ταυτότητα των «σλαβόφωνων» κατοίκων της ευρύτερης Μακεδονίας. Τόνισα τους όρους «προνεωτερική» και «εθνοτική» για να ξεχωρίσω την παραδοσιακή ταυτότητα του πληθυσμού από τις νεωτερικές εθνικές (national) ταυτότητες που εν τέλει ανέπτυξαν τα μέλη του (ελληνική, μακεδονική, βουλγαρική). Σκοπός της ανάρτησης φυσικά δεν είναι να υπονομεύσει τις παρούσες εθνικές ταυτότητες μιας και η εθνοτικότητα είναι η συνειδητή επιλογή εθνοτικής ταυτότητας και, κατά συνέπεια, κανένας δεν μπορεί να πει σε κάποιον τι είναι (ενεστώτας χρόνος).

H πρώτη φορά που οι «Σλαβομακεδόνες» εμφανίζονται σε χάρτη σαν ξεχωριστή εθνότητα είναι στους εθνολογικούς χάρτες του Σέρβου Jovan Cvijić. Στο άρθρο της βικιπαίδειας με τίτλο «η δημογραφική ιστορία της Μακεδονίας» υπάρχει μια σειρά χαρτών που παράχθηκαν κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Οι περισσότεροι ουδέτεροι χάρτες δείχνουν μία βουλγαρική εθνότητα να εκτείνεται μέχρι την Κορυτσά και το Πιρότ . Ο χάρτης του 1909 του Cvijić είναι ο πρώτος χάρτης που εμφανίζει τους «Μακεδο-σλάβους», ενώ στον χάρτη του ίδιου συγγραφέα του 1918 εκτός από Σλαβομακεδόνες (“Macedo-Slavs”) έχουμε και το νέο έθνος των «Αρναούτηδων» του Κοσόβου, οι οποίοι εμφανίζονται με διαφορετικό χρώμα από το κίτρινο των Αλβανών και η επεξήγηση τους ορίζει σαν «Αλβανόφωνους Σέρβους». Ένα άλλο στοιχείο που οι περισσότεροι δεν προσέχουν σε αυτούς τους χάρτες του Cvijić είναι η λεγόμενη γραμμή Οχρίδας-Kriva Palanka. Ενώ οι προηγούμενοι χάρτες δείχνουν ένα σερβο-βουλγαρικό εθνολογικό σύνορο που εκτείνεται από το όρος Σκάρδο (Šar planina) στο Pirot, στους χάρτες του Cvijić, το σερβικό έθνος εκτείνεται ως την γραμμή Οχρίδος-Kriva Palanka.

Danforth Cvijić

Παραθέτω τα σημεία για σύγκριση στις παρακάτω εικόνες:

Ravestein 1880:

Ravenstein 1880

Cvijić 1918:

Cvijić 1918

Arnautes

Προσέξτε το διαφορετικό λαχανί χρώμα των Σλαβομακεδόνων (Slaves de Macedoine) ως προς τους Βούλγαρους και τους καφέ «Αρναούτηδες» του Κοσσόβου που διαφοροποιούνται από τους κίτρινους Αλβανούς και ορίζονται σαν Arnautes: Serbes de langue albanaise. Ανάλογα κόλπα έκανε και η ελληνική θέση εμφανίζοντας χάρτες όπου όλοι οι πατριαρχικοί πληθυσμοί παρουσιάζονται ως «Έλληνες», ενώ οι Βούλγαροι με τη σειρά τους φρόντισαν να εμφανίζουν ανύπαρκτους Βούλγαρους στις ελληνόφωνες περιοχές της Μακεδονίας και όπου δεν μπορούσαν να εμφανίσουν Βούλγαρους, μεγάλωναν την παρουσία των «Τούρκων» (άλλη δύσκολη κατηγορία για ορισμό, μιας και οι περισσότεροι Βαλκάνιοι σαν «Τούρκους» ονόμαζαν τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους ανεξαρτήτως γλώσσας). Χάρτη με τους Σλαβομακεδόνες να έχουν διαφορετικό χρώμα από τους Βουλγάρους  έκανε και ο Σωτηριάδης.

Τι μπορούμε λοιπόν να πούμε στα σίγουρα για την προνεωτερική ταυτότητα αυτών των «Σλαβομακεδόνων»;

Το 1848 ο Σέρβος πολιτικός Ilija Garašanin ανέθεσε στον προσφάτως ορθοδοξοποιημένο Βόσνιο Stefan Verković να συλλέξει παραδοσιακά τραγούδια των Σλαβομακεδόνων. Η πραγματική αιτία της αποστολής ήταν η συλλογή εθνολογικών πληροφοριών για μια πρώτη εκτίμηση ενδεχόμενης σερβικής επέκτασης στην περιοχή. Η Σερβία έκείνα τα χρόνια δεν είχε άμεσο ενδιαφέρον για την Μακεδονία μιας και η βασική της επιδίωξη ήταν η συνένωση με τους “Prečani“, δηλαδή τους «περατινούς» που ζούσαν «περα απ΄τα ποτάμια» (Η Βοϊβοντίνα πάνω από το Δούναβη που περιείχε το σημαντικό κέντρο του σερβικού διαφωτισμού Novi Sad και η Βοσνία πέρα από τον ποταμό Drina). O Vuk Karadžić αντιτάχθηκε στο κάλεσμα του Κροάτη Ljudevit Gaj για την ανάπτυξη μιας κοινής «Ιλλυρικής» ταυτότητας των νότιων σλάβων (συμπεριλαμβανομένων και των Βουλγάρων αν αυτοί το επιθυμούσαν) με το σύνθημα «όλοι [οι ομιλητές στοκαβιανών διαλέκτων] Σέρβοι παντού, από την Τριέστη μέχρι τον ποταμό Bojana».

Vuk Trst Bojana

Επομένως, τα μάτια των Σέρβων εκείνη την εποχή δεν κοιτούσαν κάτω στην Μακέδονία, αλλά ο Garašanin ήταν αρκετά προνοητικός και φρόντισε παραταύτα να ελέγξει το έδαφος στον νότο. Τα αποτελέσματα της έρευνας του Βέρκοβιτς ήταν απογοητευτικά για τους Σέρβους. Το 1860 ο Βέρκοβιτς δημοσίευσε τα τραγούδια που συνέλεξε σε ένα βιβλίο με τίτλο “Narodne Pesme Makedonski Bugara” («δημοτικά τραγούδια των Μακεδόνων Βουλγάρων») και δικαιολόγησε τον τίτλο στον πρόλογο του βιβλίου λέγοντας «ονόμασα αυτά τα τραγούδια Βουλγαρικά και όχι Σλαβικά διότι εάν ρωτήσεις σήμερα έναν Σλαβομακεδόνα «τί είσαι;» θα σου απαντήσει ευθύς αμέσως «είμαι Βούλγαρος [Bolgarin] και η γλώσσα μου είναι Βουλγαρική [Bolgarski]».

Τα σχέδια των Σέρβων για επέκταση στην Βοσνία χάλασαν το 1878 όταν η Αυστρο-Ουγγαρία προσάρτησε την Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η μόνη δυνατή διέξοδος σερβικής επέκτασης ήταν προς το νότο, στο Κοσσυφοπέδιο και την Μακεδονία. Το 1888 ο Stojan Novaković περιγράφει πως πρέπει να αντιμετωπιστεί η Βουλγαρική ιδέα στην Μακεδονία με τα λόγια «ως γνωστόν η Βουλγαρική ιδέα είναι βαθιά ριζωμένη στη Μακεδονία και η Σερβική ιδέα δεν μπορεί από μόνη της να την αντιμετωπίσει … η Σερβική ιδέα χρειάζεται έναν ελκυστικό σύμμαχο … αυτόν τον σύμμαχο βλέπω στον Μακεδονισμό και πιστεύω ότι πρέπει να υποστηρίξουμε την ανάπτυξη της ανεξάρτητης Μακεδονικής ταυτότητας και διαλέκτου». Φυσικά, αυτή η υποστήριξη θα ίσχυε μέχρι την προσάρτηση μακεδονικών εδαφών, όπως και εν τέλει έγινε. Μετά την προσάρτηση, τα μακεδονικά εδάφη που κατέληξαν στην Σερβία, ονομάστηκαν «Νότια Σερβία», επιβλήθηκε η χρήση της Σερβικής γλώσσας και απαγορεύτηκε η χρήση τόσο της προτύπου Βουλγαρικής όσο και των Μακεδονικών διαλέκτων. Το ίδιο σενάριο έγινε και στην Ελληνική Μακεδονία. Οι βουλγαρικοί μέχρι τότε πληθυσμοί έγιναν πρώτα«βουλγαρόφωνοι» και εν τέλει «σλαβόφωνοι», και οι κοινώς αναγνωριζόμενες βουλγαρικές μέχρι τότε διάλεκτοι της Μακεδονίας υποβιβάσθηκαν σε «σλαβοφανές ιδιώμα», το οποίο φυσικά απαγορεύθηκε δια καρπαζιάς και καστορέλαιου (ιδίως κατά την δικτατορία του Μεταξά). Αλλά ας μη βιαζόμαστε. Ας επιστρέψουμε στον Verković και στον Novaković.

Kostov serbian

Από τα τραγούδια που συνέλεξε ο Verković (και τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ) έχουν ενδιαφέρον αυτά που έχουν σαν θέμα «τα τρία κορίτσια» από την Μακεδονία εκ των οποίων μία είναι Ρωμιά (Grkinka), η άλλη Βλάχα (Vlahinka) και η τρίτη είναι η «Θοδώρα η Βουλγάρα» (Todora Bulgarka) που εμφανίζεται και μόνη της σε άλλα τραγούδια όπου επαινείται για την ομορφιά της.

Verković 3 girls

Παραθέτω και άλλα δύο. Στο τραγούδι 266, o Τούρκος Αλί ζητά την Βουλγάρα Γκίνα να «τουρκέψει» (ασπαστεί το Ισλάμ), να γίνει γυναίκα του και να πάρει το τούρκικο όνομα Αΐσα, ενώ στο τραγούδι 322 κάποιος ζητά στην «Βαρδαριώτισσα Πετκάνα» (Vardarka Petkana) να πάει να του φέρει νερό από τον Δούναβη (Dunav na voda), τον οποίο ονομάζει «αδελφό» του (Dunave, bratko Dunave!):

Verković Bugarka Gina

Ανάλογα παραδοσιακά τραγούδια συνέλεξαν και οι αδελφοί Μιλαντίνωφ (Dimitar & Konstantin Miladinov) από την Στρούγγα της Οχρίδας. Ο τίτλος με την οποία οι Μιλαντίνωφ ονόμασαν την συλλογή τους είναι “Bugarski narodne pesni” (= «Βουλγαρικά Παραδοσιακά Τραγούδια»). Την συλλογή των τραγουδιών των Μιλαντίνωφ μπορείτε να την διαβάσετε εδώ. Στα τραγούδια αυτά διαβάζουμε για τις Βουλγαρες κοπέλες (Bugarskite momi) που έχουν κατακόκκινα μάγουλα σαν το μήλο της Οχρίδας (Ohritsko jabolko).

Miladinov-474

Ο Αμερικάνος Stephen Bonsal, στο βιβλίο του “Suitors and Supplicants” (1946) περιγράφει μια σκηνή που διαδραματίστηκε γύρω στο 1890, στον Αξιό ποταμό λίγο κάτω από την πόλη των Σκοπίων. Ο Bonsal περπατούσε με τον Σέρβο προπαγανδιστή Spiridon Gopčević δίπλα στο ποτάμι και σε κάποια στιγμή, ο δεύτερος ρώτησε έναν περαστικό χωρικό που κουβαλούσε ξύλα στην πλάτη ποια ήταν η εθνικότητά του. “Ja sam Bugarin” («είμαι Βούλγαρος») απάντησε απερίσκεπτα ο περαστικός και η απάντηση σύγχυσε τον Gopčević που ανταπάντησε «πως είναι δυνατόν να είσαι Βούλγαρος όταν η γλώσσα σου είναι Σερβική»; Φυσικά, η γλώσσα του περαστικού δεν ήταν «σερβική» απλώς, οι λεγόμενες νότιες τορλακικές διάλεκτοι που μιλιούνται στην περιοχή Σκοπίων-Κουμάνοβου αρχίζουν να έχουν σερβο-κροατικό φωνηεντισμό (λ.χ. vuk αντί για volk/vъlk για το «λύκο» και dub αντί da(m)b/dъ(m)b για το «βελανίδι»). Έτσι, κοντά στην πόλη των Σκοπίων, μέχρι το 1991 υπήρχε το τοπωνύμιο Vučidol («λυκοκοιλάδα» σαν το ανάλογο στην Κροατία και το χωριό του Σαλί Μπερίσα στα αλβανο-κοσοβαρικά σύνορα). Το 1991 μετονομάστηκε σε “Volkovo“. Αντίστοιχα, ο γεννημένος στην Ερζεγοβίνη Σέρβος Vukašin Mrnjavčević στα σχολικά βιβλία των πρώην «γιουγκο-μακεδόνων» εμφανίζεται ως Volkašin (και αν δεν απατόμαι πρέπει να τον θεωρούν και “čist Makedonec” = «γνήσιο Μακεδόνα»).

Vučidol

Gopsevich Bugarin

Οι προνεωτερικοί αυτοί Βούλγαροι της Μακεδονίας ανήκαν σε άλλο κόσμο σε σχέση με τους Σερβο-Κροάτες που πειραματίζονταν με την «Ιλλυρική» ιδέα. Το «φυσιολογικό» για έναν τέτοιο προνεωτερικό Βούλγαρο τόσο στη «Μακεδονία» όσο και στην «Θράκη» και τη «Μυσία» ήταν να αποκτήσει ελληνική μόρφωση και προφίλ και να στείλει τα παιδιά του σε ελληνόφωνο σχολείο μόλις έκανε περιουσία μέσα από το εμπόριο και αυτό γιατί η γνώση της ελληνικής γλώσσας ήταν δείκτης υψηλής κοινωνικής θέσης στα ορθόδοξα Βαλκάνια. Αυτός ο «αποκεφαλισμός» λογίων ήταν η βασική τροχοπέδη στην δημιουργία μιας νεωτερικής βουλγαρικής ταυτότητας. Στην βουλγαρική εθνικιστική ορολογία της περιόδου 1850-1950 αυτός ο αποκεφαλισμός ονομαζόταν «διπλή υποδούλωση» (πολιτική υποδούλωση στους Τούρκους και πνευματική υποδούλωση στο «Γραικικό» Πατριαρχείο).

O Enicherev περιγράφει πως στον Πρίλαπο (Prilep) του 1867, οι μόνοι που είχαν πάψει να φορούν παραδοσιακές φορεσιές και είχαν υιοθετήσει ευρωπαϊκού τύπου ενδυμασία («ρούχα ραμμένα σε φραγγοράφτη» τα λέγαμε παλιά στην ελληνική, frank-tersi έλεγαν οι Βούλγαροι τον φραγγοράφτη, τερζής = ράφτης στα τούρκικα) ήταν «δύο Βούλγαροι, δυο Βλάχοι, δυο Τούρκοι και οι δύο «Γραικοί» δάσκαλοι».

Frangurafts Prilep

Ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία που προκύπτουν διαβάζοντας τις 155 ιστορίες του Marko Cepenkov. H γλώσσα της διήγησης είναι η μητρική διάλεκτος του συγγραφέα, δηλαδή η σλαβομακεδονική διάλεκτος του Πριλάπου, την οποία ο συγγραφέας ονομάζει Bugarcki («Βουλγαρική») και Našincki («η δικιά μας»). Σε πολλές ιστορίες παρουσιάζονται άτομα που δεν μιλάνε βουλγαρικά/σλαβομακεδονικά και ο Τσεπένκωφ παραθέτει φράσεις από την τουρκική, ελληνική, βλαχική και αλβανική γλώσσα. Ο Τσεπένκωφ επίσης αποδίδει λεπτομερώς τις διαλεκτικές ποικιλίες της Βουλγαρικής γλώσσας, δηλαδή τα λόγια ενός Šop αποδίδονται στην Šopski διάλεκτό του, τα λόγια ενός Βουλγάρου/σλαβομακεδόνα από το Mariovo στην τοπική διάλεκτο του Mariovo κοκ. Στην εθνοτική ορολογία του Τσεπένκωφ, ο όρος Bugarin («Βούλγαρος») αποδίδεται MONON στους ορθόδοξους σλαβομακεδόνες (θυμηθείτε το παρακάτω όταν θα διαβάσετε το γράμμα του Kuzman Shapkarev) ! Οι Βουλγαρόφωνοι πληθυσμοί που ζούσαν στο Σιοπλούκι (Šopluk) ονομάζονται «Σιόπηδες» (Šopi) και συχνά αντιπαραβάλλονται στους “Bugari”! Οι μουσουλμάνοι σλαβομακεδόνες επίσης δεν θεωρούνται “Bugari”, αλλά εν γένει Πομάκοι και “Torbeši” αν ήταν από την περιοχή της Δίβρας.

Cepenkov

Ας επανέλθουμε όμως στους ελληνοπρεπείς Βούλγαρους Θα παραθέσω τρία περιστατικά. Πρώτος είναι ο «πατριάρχης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού» (κατά τον διευθυντή του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Πασχάλη Κιτρομηλίδη) Ευγένιος Βούλγαρης, ο οποίος συστήθηκε στην τσαρίνα Αικατερίνη της Ρωσίας λέγοντας ότι είναι «Σλαβιανο-Βούλγαρος στην καταγωγή, αναθρεμμένος σαν Γραικός από γεννησιμιού του και φιλορώσος στις διεθνείς πολιτικές του πεποιθήσεις».

Voulgaris Patriarch

Ο δεύτερος είναι ο  Νικόλαος Χατζιήλιεφ «Πίκκολος» από το Βέλικο Τάρνοβο της Βουλγαρίας. Αφού δέχθηκε την καλύτερη δυνατή ελληνική μόρφωση και διέθεσε μέρος της περιουσίας του για την Ελληνική επανάσταση δίδαξε την ελληνική γλώσσα στην Χίο, στην Ύδρα και στην Κέρκυρα μέχρι που εγκαταστάθηκε στην Ιταλία και αργότερα στο Παρίσι όπου έγινε στενός συνεργάτης του Κοραή. Αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του προσπαθώντας να πείσει τους δυτικοευρωπαίους για την ανεξαρτησία της Βουλγαρίας. Οι αλληλογραφίες του με τον ανηψιό του Πέταρ Πρώτιτς που ήταν Βούλγαρος επιθεωρητής νοσοκομείων στο Βουκουρέστι ήταν στην ελληνική γλώσσα. Ο Peter Mackridge γράφει για τον Πίκκολο:

Pikkolos

Η τρίτη περίπτωση είναι ο Grigor Stavrev Prličev από την Οχρίδα. Σε πρώτη φάση αποδέχτηκε την ελληνική ταυτότητα και ήρθε να σπουδάσει στην Αθήνα σαν Γρηγόριος Σταυρίδης, όπου μάλιστα κέρδισε και διαγωνισμό ποίησης με το ποίημά του «Ο Αρματολός». Τελικά η ελληνική ταυτότητα δεν του έκατσε καλά και ανέπτυξε ισχυρή βουλγαρική ταυτότητα και έκανε την πρώτη μετάφραση της Ιλιάδας στα Βουλγαρικά (τα συγγράμματά του είναι τόσο στην πρότυπο βουλγαρική της εποχής όσο και στην μητρική του διάλεκτο της Οχρίδος την οποία φυσικά θεωρούσε διάλεκτο της βουλγαρικής γλώσσας).

Για να προκύψει το νεωτερικό Βουλγαρικό έθνος έπρεπε πρώτα να σταματήσει ο «αποκεφαλισμός» των λογίων. Πρώτα έπρεπε να δημιουργηθεί μια τάξη λογίων που φαντάζονταν το Βουλγαρικό έθνος και μετά οι μηχανισμοί ιδεολογικής διάχυσης (όπως η Βουλγαρική Εξαρχία που προέκυψε) θα αναλάμβαναν να διαδώσουν το μήνυμα στις μάζες. Οι Βούλγαροι πρόσφατα ψήφισαν τον Παΐσιο Χιλεντάρσκι σαν τον μεγαλύτερο Βούλγαρο όλων των εποχών. Στον πρόλογο του βιβλίου του «Σλαβιανο-Βουλγαρική ιστορία» ασκεί κριτική στους ελληνοπρεπείς μορφωμένους Βούλγαρους με τα διάσημα λόγια «Κακόμοιρο και παραμορφωμένο πλάσμα! Γιατί ντρέπεσαι να πεις ότι είσαι Βούλγαρος και ντρέπεσαι να μιλήσεις στην γλώσσα σου; Γιατί μόλις βγάλεις λίγα λεφτά αρχίζεις να μιλάς ελληνικά και στέλνεις τα παιδιά σου σε ελληνόφωνο σχολείο»;

Но някои не обичат да знаят за своя български род, а се обръщат към чужда култура и чужд език и не се грижат за своя български език, но се учат да четат и говорят по гръцки и се срамуват да се нарекат българи. О неразумни и юроде! Защо се срамуваш да се наречеш българин и не четеш, и не говориш на своя език? Или българите не са имали царство и държава? Толкова години са царували и са били славни и mрочути по цялата земя и много пъти са взимали данък от силни римляни и от мъдри гърци. И царе, и крале са им давали своите царски дъщери за съпруги, за да имат мир и любов с българските царе. От целия славянски род най-славни са били българите, първо те са се нарекли царе, първо те са имали патриарх, първо те са се кръстили, най-много земя те завладели. Така от целия славянски род били най-силни и най-почитани и първите славянски светци и просияли от българския род и език, както и за това подред написах в тая история. И за това бъларите имат свидетелство от много истории, защото всичко е истина за българите, както вече и споменах.

Με τα διάσημα λόγια του Παΐσιου αποφάσισε να ξεκινήσει τον πρόλογο του βιβλίου του «Το αίμα είναι πιο παχύρευστο του νερού» (Krъvta voda ne stava) ο Μακεδόνας Βούλγαρος Venko Markovski, όπου προσπαθεί να εξηγήσει στους σημερινούς «εθνικά Μακεδόνες» γιατί [κατά τη γνώμη του] η Μακεδονική ταυτότητα ήταν μια μεγάλη κομμουνιστική απάτη.

Markovski blood

Ο Markovski είναι σημαντικό πρόσωπο διότι συμμετείχε στην κωδικοποίηση της Προτύπου Σλαβομακεδονικής γλώσσας (ΠΣΜ) ώς ιδεολογικός αντίπαλος του «σερβομάνου» Blaže Koneski (γεννηθείς Konev, αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου ως Konjević και εν τέλει κατέληξε Koneski). Ο Κόνεσκι ήθελε να χρησιμοποιηθούν οι βόρειες «τορλακικές» διάλεκτοι για την κωδικοποίηση της ΠΣΜ με περαιτέρω «σερβότροπες» παραλλαγές. Ο Μαρκόφσκι απάντησε πως στην ποικιλία που πρότεινε ο Κόνεσκι τα τραγούδια που συνέλεξαν οι αδελφοί Μιλαντίνωφ γίνονταν … ατραγούδιστα.

Koneski Konjevic Konev

Markovski1

Markovski2

Αλλά ας γυρίσουμε στον Παΐσιο. Το κάλεσμά του έγινε ευρέως αποδεκτό με καθυστέρηση σχεδόν ενός αιώνα από τους Βούλγαρους λόγιους τόσο της Μυσίας και της Θράκης όσο και της Μακεδονίας. Σιγά σιγά δημιουργήθηκε μια λόγια τάξη που επιζητούσε μόρφωση στην μητρική της βουλγαρική γλώσσα και ονειρευόταν ένα Βουλγαρικό εθνικό κράτος. Στην επίτευξη του δεύτερου στόχου βοήθησε και η Ρωσία με τον «πανσλαβισμό» της που είχε σαν στόχο την άσκηση πιέσεως στην Υψηλή Πύλη μέσα από την απειλή δημιουργίας σλαβικών κρατών στα βαλκανικά εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οι Μακεδόνες Βούλγαροι της εποχής χρησιμοποιούν τρεις ποικιλίες της λέξης «Βούλγαρος» για τον αυτοπροσδιορισμό τους: Bugarin, Bolgarin και Bălgarin. Η λέξη «Βούλγαρος» σε κάθε επιχώρια διάλεκτο ακολουθεί την προφορά των λέξεων «λύκος» και «γεμάτος». Τα παλαιοσλαβωνικά Blŭgarinŭ (/bl.garinŭ/), vlĭkŭ και plĭnŭ εξελίχθηκαν στις τριάδες:

– Bugarin, vuk, pun στις βόρειες σλαβομακεδονικές διαλέκτους, όπως στην σερβική

Bălgarin, vălk/vlăk και păln/plăn σε αυτές που εμφανίζουν φωνημικό schwa όπως οι ανατολικές βουλγαρικές διάλεκτοι και,

– Bolgarin, volk, poln σε αυτές που χρησιμοποιήθηκαν για την κωδικοποίηση της ΠΣΜ (η οποία όμως δανείστηκε τον σερβοειδή όρο Bugarin για τον όρο «Βούλγαρος»).

Ο Partenij Zografski από το Galičnik λ.χ. χρησιμοποίησε τον όρο “dolnobolgarski” («κάτω Βουλγαρική») για τις μακεδονικές διαλέκτους (και χαρακτήρισε την Μακεδονία σαν Stara Bolgaria «παλαιά Βουλγαρία»), ενώ ο Kuzman Šapkarev από την Οχρίδα σε γράμμα του στον Βούλγαρο γλωσσολόγο Marin Drinov το 1888 γράφει πως «ο απλός κόσμος [δυτικά του Αξιού] δεν γνωρίζει τον όρο «Μακεδόνες» που εισάχθηκε πρόσφατα όχι από δικούς μας λόγιους, αλλά από έξω, αλλά γνωρίζει τον παραδοσιακό όρο “Bugari” τον οποίο θεωρεί αποκλειστικά δικό του και ανεφάρμοστο στους άλλους Βούλγαρους τους οποίους ονομάζει “Šopi” και ονομάζει την γλώσσα του “Bugarski”, ενώ τις λοιπές βουλγαρικές διαλέκτους τις ονομάζει “Šopski”.

Bolgari

In a letter to Prof. Marin Drinov of May 25, 1888 Kuzman Shapkarev writes:

But even stranger is the name Macedonians, which was imposed on us only 10-15 years ago by outsiders, and not as some think by our own intellectuals…. Yet the people in Macedonia know nothing of that ancient name, reintroduced today with a cunning aim on the one hand and a stupid one on the other. They know the older word: “Bugari”, although mispronounced: they have even adopted it as peculiarly theirs, inapplicable to other Bulgarians. You can find more about this in the introduction to the booklets I am sending you. They call their own Macedono-Bulgarian dialect the “Bugarski language”, while the rest of the Bulgarian dialects they refer to as the “Shopski language”.

(Makedonski pregled, IX, 2, 1934, p. 55; the original letter is kept in the Marin Drinov Museum in Sofia, and it is available for examination and study)

Το τραγούδι “Makedonija Stara Bălgaria” («Μακεδονία Παλαιά Βουλγαρία») τραγουδήθηκε και στην εξέγερση του Ίλιντεν την οποία οι σημερινοί εθνικά Μακεδόνες διδάσκονται ως «μακεδονική» εξέγερση (στην πραγματικότητα στο «παμμακεδονικό» κάλεσμα των Βουλγάρων αγωνιστών απάντησαν μόνο μερικοί Βλάχοι, όπως ο Pitu Guli που αναφέρεται στον εθνικό ύμνο της γειτονικής χώρας χωρίς να διδάσκεται ότι ο γιος του Στέριος αυτοκτόνησε μόλις έμαθε ότι οι παρτιζάνοι του Τίτο έδιωξαν τους  Βούλγαρους «κατακτητές» το 1944).

Mak Stara Bulgaria

Σε κάποια στιγμή, οι μακεδόνες Βούλγαροι λόγιοι τα έσπασαν με τους «μαυροθαλασσίτες» στο θέμα της κοινής βουλγαρικής γλώσσας. Οι μαυροθαλασσίτες πίστευαν αμετακίνητα ότι η δική τους διάλεκτος έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την κοινή βουλγαρική. Η πρόταση των μακεδόνων για επιλογή μιας μέσης βουλγαρικής διαλέκτου των κεντρικών βαλκανίων που θα ισαπείχε από τα δύο άκρα δεν έγινε αποδεκτή με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός αισθήματος μακεδονικού τοπικισμού, το οποίο όμως, αντίθετα με αυτά που ισχυρίζονται μερικοί, δεν οδήγησε σε αποβολή της βουλγαρικής ταυτότητας. Όπως γράφει και ο Loring Danforth: «η αίσθηση ότι είναι Μακεδόνες και μόνο Μακεδόνες ήταν ακόμη φρέσκια το 1950» και, κατά συνέπεια, ήρθε μετά την ίδρυση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας.

Danforth 1950

Βέβαια το χαρτί του «Μακεδονισμού» το έπαιξαν και οι τρεις μνηστήρες (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία). Η Ελλάδα και η Σερβία χρησιμοποίησαν τον όρο «σλαβομακεδόνες», για να αποκρύψουν τον βουλγαρικό χαρακτήρα του πληθυσμού, ενώ η Βουλγαρία εφηύρε τα συνθήματα «η Μακεδονία για τους Μακεδόνες», «η Θράκη για τους Θράκες» και «η Ντόμπρουτζα για τους Ντομπρουτζάνους» έτσι ώστε να φαίνεται λιγότερο απαιτητική στις επιδιώξεις της, αλλά και για να διατηρήσει την ολότητα του βουλγαρικού στοιχείου σε αυτές τις περιοχές. Χαρακτηριστικά, ο ιδρυτής της Εσωτερικής Θρακικής Επαναστατικής Οργάνωσης Τάνε Νικολώφ, φώναζε «η Θράκη για τους Θράκες» στο πατρικό του Χάσκοβο, μέχρι που κατέληξε «βοεβόδας» στην περιοχή Φλώρινας-Μοναστηρίου.

Συχνά, το πιο δύσκολο προς κατανόηση είναι γιατί η αυτόνομη Μακεδονία βόλευε την Βουλγαρία (όταν η μεγάλη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου έγινε απραγματοποίητο όνειρο). Ο Κροάτης ιστορικός Ivo Banac παραθέτει τα λόγια μιας εφημερίδας της Σόφιας για το θέμα:

Since the term autonomy traced the Macedonian maze, it is essential to note its sense and reason. Its inspiration certainly belonged to the curious nineteenth-century Balkan practice whereby the powers maintained the fiction of Ottoman control over effectively independent states under the guise of autonomous status within the Ottoman state (Serbia, 1829 – 1878; Danubian principalities [Romania], 1829 – 1878; Bulgaria, 1878 – 1908). Autonomy, in other words, was as good as independence. Moreover, from the Macedonian perspective, the goal of independence by autonomy had another advantage. Goce Delchev (1872 – 1903) and the other leaders of the BMORK were aware of Serbian and Greek ambitions in Macedonia. More important, they were aware that neither Belgrade nor Athens could expect to obtain the whole of Macedonia and, unlike Bulgaria, looked forward to and urged partition οf the land. Autonomy, then, was the best prophylactic against partition – a prophylactic that would preserve the Bulgar character of Macedonia’s Christian population despite the separation from Bulgaria proper. In the words of an editorial in Pravo (Right), a Sofia newspaper close to the BMORK, the idea of Macedonian autonomy (or separatism) was strictly political and did not imply a secession from Bulgar nationhood. Inasmuch as the ideal of San Stefano was unworkable, the autonomous idea was the only alternative to the partition of Macedonia by the Balkan states and the assimilation of its severed parts by Serbs, Greeks, and even Romanians (who claimed the areas of Vlach minority):

The Bulgars of the principality [of Bulgaria] – if there be still some who dream of the Bulgaria of San Stefano, have no reason to object to the separatism of the Macedonian population. Irrespective of the harm that the dream of the Bulgaria of San Stefano might bring both now and in the future, irrespective of all the opportunities that political separatism can bring, there is one essential and important consequence of this doctrine, that is, the preservation of the Bulgar tribe – whole, undivided, and bound by their spiritual culture, though separated politically. Without this politically separatism, the spiritual integrity of the Bulgar tribe seems impossible. It is in the interest of the Bulgarian principality not only to support this idea but to continue to work for its realization.As far as the other small Balkan states of Romania, Serbia, and Greece are concerned, we think that, should their policy be free of egotistical incentives but instead based on the broad mission of Balkan confederation, and should they sincerely believe that the majority of the Macedonian population is of the same nationality as they, nothing would be more urgent for them than to support autonomy and political separatism.

Με άλλα λόγια, γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα και η Σερβία προτιμούσαν τον διαμελισμό αυτής της ευρύτερης Μακεδονίας και την μετέπειτα αφομοίωση των θραυσμάτων του παραδοσιακού βουλγαρικού πληθυσμού, η αυτονομία της Μακεδονίας τουλάχιστον θα διατηρούσε την ακεραιότητα του βουλγαρικού της στοιχείου.

Έτυχε να αναφέρω προηγουμένως ότι στο «παμμακεδονικό» κάλεσμα των Βουλγάρων για το Ίλιντεν απάντησαν μόνο μερικοί Βλάχοι. Ο ανθρωπολόγος Keith Brown δήλωσε ότι αισθάνθηκε έκπληξη όταν συνειδητοποίησε ότι οι Βλάχοι του Κρουσόβου μέχρι και τη δεκαετία του 1990, όταν μιλούσαν στη γλώσσα τους δεν διαχώριζαν μεταξύ «εθνικά Μακεδόνων» και Βουλγάρων, αλλά χρησιμοποιούσαν τον όρο «Βίργκαρι» («Βούλγαροι») και για τους δύο.

Virgari

Εγώ προσωπικά δεν εξεπλάγην αφενώς διότι ξέρω ότι το παραδοσιακό εξωνύμιο των Ρωμιών της Μακεδονίας για τους «Σλαβομακεδόνες» ήταν «οι Βουργάρ΄» και «τα βουργάρ΄κα» για τη γλώσσα τους, εφετέρου δε διότι την πληροφορία του Keith Brown την πρωτοδιάβασα στην ιστοσελίδα του Αστέριου Κουκούδη:

Οι Βλάχοι είχαν και έχουν μέχρι και σήμερα σαφείς όρους για τον προσδιορισμό και υπόλοιπων κατοίκων των Βαλκανίων. Με την ίδια βιωματική πολιτική αντίληψη οι Βλάχοι χαρακτήριζαν ως Τούρκους όλους τους Βαλκάνιους μουσουλμάνους. Αν και ανάμεσα στους διάφορους μουσουλμάνους αναγνώριζαν κάποιες μη τουρκόφωνες γλωσσικές ομάδες, όπως τους αλβανόφωνους Τουρκαλβανούς – Αρναούτηδες, τους σλαβόφωνους Πομάκους και Καρατζοβαλήδες, τους ελληνόφωνους Βαλαάδες και τους μουσουλμάνους Βλαχομογλενίτες της Νώτιας. Όσον αφορά τους σλαβόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς γείτονές τους, αναγνώριζαν την ύπαρξη Βουλγάρων και Σέρβων, αλλά και αυτή των σλαβόφωνων “γραικομάνων”. Χαρακτηριστική είναι η καταγραφή πως μέχρι και σήμερα οι βλάχικης καταγωγής κάτοικοι του Κρουσόβου στην π.Γ.Δ.Μ. ονομάζουν “Βίργκαρι”, δηλαδή Βούλγαρους, τους συμπολίτες τους που έχουν καταγωγή από σλαβόφωνες οικογένειες. Οι Αρβανίτες, δηλαδή οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί, ονομάζονται από τους Βλάχους “Αρμπινέσι”. Αυτό είναι και το όνομα με το οποίο κάνουν την πρώτη μεσαιωνική τους εμφάνιση οι πρόγονοι των σημερινών Αλβανών.

Τρία πρόσωπα που σήμερα λατρεύονται από τον Μακεδονικό εθνικισμό είναι ο Georgi Pulevski, o Krste Petkov Misirkov και ο Dimitrija Čupovski.

O Pulevski εκεί που δούλευε ως πετράς στο Βελιγράδι, έγραψε συγγράμματα τα οποία εκδόθηκαν με έξοδα της σερβικής κυβέρνησης και στα οποία μιλάει για «μακεδονική» γλώσσα και για «μακεδονικό» έθνος που κατοικεί στην Μακεδονία. Περιέργως, ο Πούλεφσκι κατέληξε στη Βουλγαρία, αυτοπροσδιοριζόμενος σαν Βούλγαρος στα μετέπειτα γραπτά του και θεωρώντας την μακεδονική ως διάλεκτο της βουλγαρικής γλώσσας. Σήμερα είναι θαμμένος στη Σόφια. Ο Μίσιρκωφ από την άλλη, σπούδασε στο Βελιγράδι και, ενώ βρισκόταν με σερβική υποτροφία στην Αγία Πετρούπολη έγραψε το «Περί Μακεδονικών Θεμάτων» όπου παραθέτει τα σχέδια δημιουργίας ενός Μακεδονικού έθνους και την κωδικοποίηση μιας Μακεδονικής γλώσσας βασισμένης στις διαλέκτους της Πελαγονίας έτσι ώστε να απέχει όσο το δυνατόν περισσότερο από την πρότυπο βουλγαρική και την πρότυπο σερβική γλώσσα. Ξανά περιέργως, ο μακεδονισμός του Μίσιρκωφ διέρκησε λιγότερο από δέκα χρόνια και επέστρεψε σε φανατικά βουλγαρική θέση ισχυριζόμενος μερικά χρόνια μετά τα «Μακεδονικά Ζητήματα» ότι «εμείς [οι (Σλαβο-)Μακεδόνες] είμαστε Βούλγαροι, περισσότερο Βούλγαροι και από τους ίδιους τους Βούλγαρους της Βουλγαρίας» (“Ние сме българи, повече българи и от самите българи в България“, Misirkov, 1924). Σήμερα είναι θαμμένος στη Σόφια και συν τοις άλλοις διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Μουσείου της Βουλγαρίας.

misirkov2

misirkov

Τέλος ο Τσούποφσκι, όσο ζούσε στην Αγία Πετρούπολη, σχεδίασε μεν το χάρτη της «Μεγάλης Μακεδονίας» που τα γειτονόπουλα βλέπουν σήμερα πάνω από τους πίνακές τους, αλλά αυτό που δεν τους λέει κανείς είναι ότι όταν επέστρεψε στην Μακεδονία για να κηρύξει τον μακεδονισμό διώχθηκε κακήν κακώς από τον συντοπίτη του Ivan Naumov Alyabaka σαν «αντι-βούλγαρος προπαγανδιστής».

Čupovski:

When in 1905 Čupovski tried to organize a pan-Macedonian conference in Veles, he was expelled from the town by a local pro-Bulgarian chief of IMRO Ivan Naumov Alyabaka.

Alyabaka:

In 1905, Ivan Naumov’s band expelled Dimitar Chupovski from Macedonia, because he conducted anti-Bulgarian propaganda.

Kostov Misirkov Pulevski

Maxwell Misirkov

Θα κλείσω με ένα ενδιαφέρον θέμα. Ο Καναδός ιστορικός Chris Kostov έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για την εξέλιξη της εθνοτικής συνείδησης των σλαβομακεδόνων μεταναστών στον Καναδά. Μέρος των στοιχείων που χρησιμοποίησε για την έρευνά του ήταν οι μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις των πρώτων αυτών μεταναστών. Σύμφωνα με τον Κώστωφ, οι πρώτοι μετανάστες είχαν ξεκάθαρη Βουλγαρική ταυτότητα αν και κάποιοι από αύτούς είχαν ελληνική. Η μακεδονική ταυτότητα έγινε δημοφιλής στον Καναδά μετά το 1960 όταν μεγάλος αριθμός «Γιουγκο-μακεδόνων» έφτασε στη χώρα φέρνοντας μαζί τους την μακεδονική ταυτότητα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Στην περίπτωση του Καναδά, οι προϋπάρχοντες πληθυσμοί αφομοιώθηκαν από τους νεοφερμένους. Το αντίθετο συνέβη στην Αμερική, όπου σύμφωνα με τον Loring Danforth, οι παλαιότεροι (φιλο-)βουλγαρικοί πληθυσμοί κατάφεραν να διατηρήσουν το πάνω χέρι.

Kostov Can imm

Στην συνέντευξη που έδωσε στην Λίλιαν Πετρώφ ο Αναστάς Πετρώφ (από τους πρώτους Μακεδόνες Βούλγαρους του Καναδά που αργότερα απέκτησε Μακεδονική εθνική συνείδηση) αναγνώρισε σαν ηγέτες της «εθνικά μακεδονικής» κοινότητας στον Καναδά τους John Grudeff και Δρ. Μάλιντσεφ. «Όλα καλά», γράφει ο Κώστωφ, «αρκεί να συνειδητοποίησουμε ότι στο μυαλό του Πετρώφ ο όρος «εθνικά Μακεδόνας» είναι ταυτόσημος του όρου «Βούλγαρος». Και οι δύο αυτοί «ηγέτες»που ανέφερε ήταν Βούλγαροι της Βουλγαρίας (ο Μάλιντσεφ γεννημένος στο χωριό Vrachesh κοντά στο Botevgrad και ο Grudeff γεννημένος στο μαυροθαλασσίτικο Γραμματίκοβο κοντά στο Burgas).

Anastas Petrov

Ο Γκρούντεφ έφυγε από το Γραμματίκοβο και ήρθε στην Θεσσαλονίκη όπου φοίτησε στο Αμερικανικό Σχολείο. Όταν ερωτήθηκε από την Ειρήνη Μαρκώφ που του έπαιρνε την συνέντευξη αν οι «σλαβομακεδόνες» συμμαθητές του ήταν εθνικά Μακεδόνες, ο Γκρούντεφ απάντησε:  «Δεν υπήρχαν Μακεδόνες τότε! Είμασταν όλοι Βούλγαροι. Εγώ ήμουν ο μόνος Βούλγαρος από τη Βουλγαρία και οι άλλοι ήταν Βούλγαροι από τη Μακεδονία».

Grudeff

Η εξέλιξη της ιστορίας ήταν τέτοια, ώστε η παραδοσιακή βουλγαρική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων εν τέλει εξαφανίστηκε τόσο στην νότια και νυν ελληνική Μακεδονία όσο και στην βόρεια Μακεδονία του Βαρδάρη όπου ιδρύθηκε το 1944 η «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Στην ελληνική Μακεδονία η πλειοψηφία των ατόμων σλαβομακεδονικής καταγωγής έχει εδώ και δεκαετίες μία ισχυρή ελληνική εθνική ταυτότητα, ενώ από τους σχετικά ολιγάριθμους συντοπίτες τους που απορρίπτουν την ελληνική εθνική ταυτότητα, οι μόνοι που ακούγονται πλέον είναι αυτοί που έχουν αναπτύξει την μακεδονική εθνική ταυτότητα. Στη γειτονική χώρα, όπου είναι το πολιτικό κέντρο του εθνικού Μακεδονισμού, το αντιβουλγαρικό φρόνημα των σλαβομακεδόνων έχει λάβει διαστάσεις υστερίας.

Σε μια επίσκεψή του στον Πρίλαπο τo 1912, ο τότε Σέρβος πρίγκηπας Αλέξανδρος (αργότερα βασιλιάς) ρώτησε ένα εγχώριο μικρό κοριτσάκι «ποια ήταν η εθνικότητά του». Το αθώο και απονήρευτο κοριτσάκι απάντησε «Βουλγάρα» και σφαλιαρίστηκε δημόσια από τον διάδοχο Αλέξανδρο ! Η ιστορία έγινε γνωστή στον κόσμο το 1935 από τον Μακεδόνα Βούλγαρο Στόγιαν Χρίστωφ (Stoyan Christowe) από το Κονόμλατι Καστοριάς (Konomladi, σημερινό Μακροχώρι), του οποίου οι κάτοικοι που αποφάσισαν να φύγουν στην Βουλγαρία με τις «εκούσιες» ανταλλαγές πληθυσμών όπου ίδρυσαν το Νέο Κονόμλατι (Novo Konomladi) στο Πετρίτσι της Βουλγαρίας.

Christowe girl

Η ειρωνία της ιστορίας ήταν ότι τα εγγόνια του σφαλιαρισμένου κοριτσιού σήμερα γράφουν στους τοίχους με σπρέι «Η Μακεδονία για τους Μακεδόνες. Θάνατος στους Βούλγαρους!» (Makedonija na Makedoncite. Umrete Bugari !).

Το δε τέλος του Αλεξάνδρου που έδωσε το χαστούκι στον Πρίλαπο, για όσους δεν το γνωρίζετε, είναι το παρακάτω. Δολοφονήθηκε στην Γαλλία από τον Βούλγαρο Vlado Chernozemski :

Assassin_Bulgarian_terrorist

Advertisements

3 Comments

Filed under Εθνολογία

3 responses to “Περί Σλαβομακεδόνων

  1. Ο Βούλγαρις, που γεννήθηκε στην Κέρκυρα, πώς προέκυψε βουλγαρικής καταγωγής; Ξέρουμε ποιο ήταν το επώνυμό του;

    • Πέρα από το ότι συστήθηκε ως «σλαβιανο-βούλγαρος στην καταγωγή» στην Αικατερίνη; Δεν έχω βρει άλλο στοιχείο.

      Από εκεί και μετά τα επώνυμα «Βούλγαρης», «Αρμένης», «Βλάχος»,«Αρβανίτης» κλπ προέκυψαν από εθνικά παρατσούκλια όταν άτομα ανάλογης καταγωγής κατέληξαν να ζουν σε ελληνόφωνες περιοχές. Η διαδικασία ήτνα ανάλογη με τα γεωγραφικά «Μοραΐτης», «Ρουμελιώτης», «Τσάκωνας», «Χιώτης» κλπ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s