Ο χρόνος στις ΙΕ γλώσσες

Η έννοια του χρόνου και η μέτρησή του είναι σημαντικά στοιχεία κάθε πολιτισμού. Η γνώση της περιοδικής εναλλαγής των εποχών ήταν απαραίτητο προαπαιτούμενο για την επιτυχημένη γεωργία και την ασφαλή ναυσιπλοΐα. Παρακάτω θα παραθέσω το «χρονικό» ΙΕ λεξιλόγιο από το βιβλίο “The Oxford Introduction to PIE and the PIE world” των JP Mallory και DQ Adams (OUP,2006).

time1

time2

Δεν υπογράμμισα διότι θα έπρεπε να υπογραμμίσω λίγο πολύ όλες τις σελίδες. Πρέπει να σημειώσω και ένα τυπογραφικό λάθος: στην τελευταία σειρά που πειργράφει την ρίζα *h2erg’-ròs = «ταχύς» δίνει τον ελληνικό απόγονο σαν ἀγρός αντί για ἀργός (λ.χ. ἀργίπους), το οποίο δεν πρέπει να μπερδευτεί με το ἀργός = βραδύς, τεμπέλης με το οποίο έτυχε να συμπέσει μετά την απώλεια του δεύτερου ρω (*ἀργ-ρός).

Όπως θα δείτε στις σελίδες, η ΠΙΕ γλώσσα στο χρονικό της λεξιλόγιο είχε όρους για «τώρα», «ημέρα», «νύκτα», «αυγή», «χθες», «πέρυσι», «έτος», όρους για τις τέσσερεις εποχές, επίθετα με τη σημασία «ταχύς» κλπ.

Η ρίζα για το «τώρα» *nu (λ.χ. νῦν, αγγλικά now) δεν είναι παρά ο μηδενικός βαθμός της ρίζας *new-os «νέος», δηλαδή το «τώρα» ήταν «η νέα στιγμή που ήρθε».

Η ρίζα για το «έτος» *wet- (ελλην. ϝἔτος) εμφανίζεται με το μηδενικό βαθμό της *ut- στην σύνθετη ρίζα *per-ut- «πέρυσι» («προηγούμενο έτος, έτος που πέρασε).

Πρακτικά όλες οι ΙΕ θυγατρικές γλώσσες έχουν κληρονομήσει την κοινή ρίζα για την «νύκτα» *nokwt-, αλλά δεν υπάρχει εξίσου κοινή ρίζα για την «ημέρα». Η «ημέρα» σχηματίστηκε στις θυγατρικές γλώσσες από ρίζες με τη σημασία «λάμπω» (λ.χ. *dei-) και «καίω» (η περίοδος όπου ο ήλιος «καίει») λ.χ. *dhegwh- > αγγλικό day (η ίδια ρίζα έδωσε το ελληνικό τέφρα, το λατινικό febris = πυρετός και το αλβανικό djeg = καίω) και η ρίζα *h2eH- «καίω» που έδωσε το ελληνικό ἧμαρ (ημέρα) το οποίο δείχνει ανώμαλη δασεία.

Αντί να σχολιάσω αυτά που μπορείτε έτσι και αλλιώς να διαβάσετε στις σελίδες που ανάρτησα προτιμώ να πω δυο λόγια για πράγματα που δεν αναφέρονται.

Η ΙΕ ρίζα *k’is με τη σημασία «αυτό (εδώ)» έχει δώσει συν τοις άλλοις το λατινικό cis που οι περισσότεροι το έχετε ακούσει για πρώτη φορά στην οργανική χημεία στην ισομέρεια cis-trans του διπλού δεσμού. Ολόκληρο το φαινόμενο της όρασης βασίζεται σε αυτήν την ισομέρεια και την ικανότητα των φωτονίων που προσπίπτουν στους φωτοϋποδοχείς του αμφιβληστροειδούς να αλλάζουν το 11,cis-retinal σε 11,trans-retinal. Η απλή αυτή ισομερική αλλαγή ξεκινάει μια διαδικασία μετατροπής του φωτεινού σήματος σε ηλεκτρικό που εν τέλει παράγει την νευρική ώση που διαδίδεται στις ίνες των οπτικών νεύρων μέχρι τον ινιακό λοβό όπου βρίσκεται το κέντρο της όρασης. Αλλά ας γυρίσουμε στην ρίζα *k’is-. Η πιο γνωστή χρήση του λατινικού cis ήταν στην διάκριση μεταξύ Gallia Cisalpina («Γαλλία από αυτήν την μεριά των Άλπεων ~ βόρειος Ιταλία πάνω από τον Ρουβικώνα) και Transalpina (Μεταλπική Γαλλία). Στην ελληνική, η συγκεκριμένη ρίζα απαντά στην μορφή *k’jeh2– ~ *k’jā– (το θέμα *k’i- με το /i/ να τρέπεται σε ημιφωνικό /j/) στις σύνθετες λέξεις σήμερον (*k’jā-āmer- > tsāmer- > σήμερον = «αυτήν εδώ την ημέρα») και σῆτες (*k’jā-wetes = «φέτος, αυτό εδώ το έτος»). Στις πινακίδες της Γραμμικής Β, η μορφή za-we-te αποδίδει την ενδιάμεση προστριβόμενη μορφή τσᾱϝέτες. Έχει ενδιαφέρον ότι και η αλβανική γλώσσα χρησιμοποίησε την ίδια πρόθεση *k’jeh2- ~ *k’jā για την κατασκευή της αλβανικής λέξης «σήμερα»: ditë = «ημέρα» και *k’jā-diti > PA *tšāditi > sot «σήμερα» (*k’>ts, ts+j > tš > s όπως *penkwe > pentše > pe(n)së), με κανονική για τη γλώσσα τροπή του μακρού *ā>o (λ.χ. *meh2ter- ~ māter- > motër) και απώλεια του μεσοφωνηεντικού d λόγω εφαρμογής του ρυθμικού κανόνα (medicus > *mjeδik > mjek).

k'is

Η ελληνική λέξη χρόνος δεν φαίνεται να έχει ΙΕ καταγωγή και, κατά συνέπεια, πρέπει να είναι προελληνικής καταγωγής. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βρούμε άλλες λέξεις του ελληνικού λεξιλογίου που να ανάγονται στην ίδια προελληνική ρίζα. Πιστεύω ότι τέτοιες είναι οι λέξεις χρέος και χρεία = «ανάγκη» που σχετίζονται με το απρόσωπο ρήμα χρή = πρέπει, επιβάλλεται, για τα οποία επίσης δεν υπάρχει ξεκάθαρη ΙΕ ετυμολογία. Αν η συγγένεια ισχύει τότε ο «χρόνος» ήταν για τους πρώιμους Έλληνες «η αναπόφεκτη τροχιά της ζωής που κάθε άνθρωπος έπρεπε να διασχίσει λόγω της μοίρας που του έλαχε».

Ο Αναξίμανδρος δείχνει ξεκάθαρα τη σχέση όταν χαρακτήρισε την νομοτέλεια των φυσικών μεταβολών με τα λόγια «κατὰ τὸ χρεών» και «κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν».

Ἀναξίμανδρος μὲν Πραξιάδου Μιλήσιος Θαλοῦ γενόμενος διάδοχος καὶ μαθητὴς ἀρχήν τε καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοῦτο τοὔνομα κομίσας τῆς ἀρχῆς. λέγει δ’ αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ’ ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον, ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους· ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν, ποιητικωτέροις οὕτως ὀνόμασιν αὐτὰ λέγων. δῆλον δὲ ὅτι τὴν εἰς ἄλληλα μεταβολὴν τῶν τεττάρων στοιχείων οὗτος θεασάμενος οὐκ ἠξίωσεν ἕν τι τούτων ὑποκείμενον ποιῆσαι, ἀλλά τι ἄλλο παρὰ ταῦτα· οὗτος δὲ οὐκ ἀλλοιουμένου τοῦ στοιχείου τὴν γένεσιν ποιεῖ, ἀλλ’ ἀποκρινομένων τῶν ἐναντίων διὰ τῆς αἰδίου κινήσεως.

Με άλλα λόγια, η μεταφυσική/θρησκευτική έννοια της μοίρας  ως αναπόφευκτου και προκαθορισμένου βίου φαίνεται να προδιαθέτησε τους Έλληνες προς την αντίληψη της νομοτέλειας του φυσικού κόσμου που συναντούμε για πρώτη φορά στους προσωκρατικούς. Στον δάσκαλο του Δημόκριτου Λεύκιππο αποδίδεται το ρητό:

Οὐδὲν χρῆμα μάτην γίνεται, ἀλλὰ πάντα ἐκ λόγου τε καὶ ὑπ΄ἀνάγκης.

«Τίποτε δεν γίνεται μάταια (χωρίς λόγο), αλλά όλα γίνονται από λόγο και ανάγκη»

Επομένως, ο «χρόνος» φαίνεται να ήταν για τους πρώιμους Έλληνες «η αναπόφευκτη και προκαθορισμένη ροή/τροχιά εξέλιξης των γεγονότων».

Για την έννοια «χρόνος» των λατίνων (tempus) έχουν προταθεί δύο ετυμολογίες. Η μία συνδέει τη λέξη με τη ρίζα *tem- «τέμνω» και, κατά συνέπεια, ετυμολογεί το tempus σαν «αυτό που υποδιαιρείται σε περιόδους, εποχές, μήνες κλπ) και φαίνεται να ενισχύεται από το λατινικό templum = ναός (~ ελλην. τέμενος). Η άλλη ετυμολογική πρόταση το συνδέει με τη ρίζα *ten- «εκτείνομαι» (λ.χ. τείνω,τεντώνω, ταναός, τανύζω) που έδωσε *ten-pos > tempus (συν+πολίτης > συμπολίτης) κάνοντά το «αυτό που εκτείνεται συνεχώς». Η ελληνική λέξη τέμπεα (Τέμπη) = «στενόμακρες κοιλάδες ανάμεσα σε βουνά» φαίνεται να ενισχύει αυτήν την πρόταση.

Το λατινικό annus = «έτος» από την άλλη προέρχεται από το *atnos και περιέχει την ρίζα *h2et- «πάω, κινούμαι» κάνοντάς το έτος «αυτό που πηγαίνει ~ ακολουθεί την κυκλική του πορεία».

Τα αγγλικά time και tide και το γερμανικό zeit ανάγονται στην ΙΕ ρίζα *diH- που φαίνεται να κρύβεται πίσω από την αλβανική λέξη για την ημέρα που αναφέρθηκε παραπάνω.

Για τους Σλάβους ο χρόνος είναι «αυτό που γυρίζει/περιστρέφεται» (ακολουθεί περιοδική/κυκλική εξέλιξη). Η πρωτο-σλαβική λέξη *wert-mn. είναι ουδέτερο σε *-mn. (λ.χ. ελλην. -μα, λατιν. -men) που περιέχει την ρίζα *wert– «περιστρέφομαι» (λ.χ λατινικό vertere, vortex) με το t να χάνεται εξαιτίας του νόμου των ανοικτών συλλαβών της πρωτο-σλαβικής. Η παλαιοσλαβωνική μορφή μετά την μετάθεση των υγρών ήταν vrěmę. Η ίδια ρίζα *wert- «περιστρέφομαι» στην ελληνική γλώσσα έχει δώσει την λέξη *wr.t-ana > ῥατάνη (Ηλειακό βρατάνᾱ) = «κουτάλα για το ανακάτωμα της σούπας» (το ανακάτωμα γίνεται με περιστροφική κίνηση της κουτάλας).

Για τους λιθουανούς ο χρόνος laikas είναι μάλλον «αυτό που ρέει/σπαταλιέται» μιας και φαίνεται να προέρχεται από τον ο-βαθμό *loik(w)os της ρίζας *(w)leik(w)- «ρέω, τρέχω» που έδωσε το λατινικό liquidus = υγρός/ρευστός. Άλλοι γλωσσολόγοι πιστεύουν ότι η εν λόγω ρίζα δεν υπάρχει και παράγουν το λατινικό liquo = «ρεώ» από την ρίζα *leikw– που έδωσε το ελληνικό λείπω (λείπω > έχω φύγει/σπαταληθεί > διαρρέω).

Τέλος για τους αλβανούς, ο χρόνος (mot) είναι «αυτό που μετράται». H πρωτο-αλβανική μορφή *mēta περιέχει τον πλήρη βαθμό της ρίζας *meh1- «μετρώ, υπολογίζω» που έδωσε τα ελληνικά μέτρον, μετράω, μήδομαι, μῆτις = «σκέψη ~ υπολογισμός» και την λέξη για τον «μήνα» σε όλες σχεδόν τις ΙΕ γλώσσες.

Advertisements

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Ο χρόνος στις ΙΕ γλώσσες

  1. Dejan

    [quote]The Latin annus = “year”… comes from the * atnos and contains the root * h2et-«go, move” making the year “what goes ~ follows the circular path.”[/quote]
    In addition, PS *leto gave “year”, some recent development gave all Slavic summer.:http://en.wiktionary.org/wiki/%D0%BB%D0%B5%D1%82%D0%BE
    Spring is something what is PRO-summer =PRO-leto, (proleće)
    http://en.wiktionary.org/wiki/%D0%BF%D1%80%D0%BE%D0%BB%D0%B5%D1%9B%D0%B5
    and also with meaning of “flow/to pass quickly/fly”
    http://en.wiktionary.org/wiki/Appendix:Proto-Slavic/let%C4%9Bti

    • Hvala Gospodine Dejane !!!

      I liked very much the connection between lěto = “year” and lějǫ = “pour” !!! It is like latin atnus>annus and lithuanian laikas and latin liquo/liquidus.

      BTW, I think that the slavic yat (ě) in these terms does not come from PIE *eh1 (as the wiktionary proposes *leh1tom), but from the o-grade of the diphthong *ei contained in the root *Hlei- “flow” found in Greek àleison = cup/goblet for drinking/pouring wine as in *kwoina > Grk. ποινή, lith. kaina, OCS cěna and in *h1roi-ka > rěka … same etymology with river and the Rhine.

      The greek term aleison is considered by some as an IE pre-greek loaword because of its intervocalic /s/.

      Latin litus = “littoral” probably comes form the same root and originally it probably ment “river delta” = “place where the river pours itself into the sea”.

      http://en.wiktionary.org/wiki/litus

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s