Η ρίζα *telh2- «σηκώνω» στην ελληνική

Η ΙΕ ρίζα *telh2- «σηκώνω» έχει ενδιαφέρον διότι σε όλες τις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες όπου απαντά έχει κάνει την μεταφορική σημασιολογική τροπή «σηκώνω» > «κουβαλώ» > «υποφέρω/υπομένω/ανέχομαι».

telh2

Έτσι το αγγλικό thole σημαίνει «υποφέρω/υπομένω/ανέχομαι», το λατινικό tollo «σηκώνω > βγάζω κάτι από τη θέση του», ενώ το tolero σημαίνει «κουβαλώ, ανέχομαι» και έχει δώσει στην αγγλική τα λατινικά δάνεια tolerate, tolerance και intolerance (στο ιατρικό λεξιλόγιο η δυσανεξία), intolerable o «ανυπόφερτος» και intolerant «ο δυσανεκτικός/ μη ανεκτικός».

Πριν περάσω στους ελληνικούς απογόνους της ρίζας πρέπει να πω δυο λόγια για τους διάφορους βαθμούς ablaut αυτής. Ο πλήρης ε-βαθμός *telh2- στην ελληνική αναμένεται να δώσει τελα-, ενώ ο μηδενικός βαθμός *tl.h2- έχει δύο εξελίξεις: αν δεν τονίζεται τότε η εξέλιξη είναι προς το πρωτο-ελληνικό τλᾱ– (αττικο-ιωνικό τλη-), ενώ αν τονίζεται τότε η αναμενόμενη εξέλιξη είναι προς ταλα- όπως συμβαίνει με τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *dhwenh2- (θάνατος, θνητός/θνήσκω) και της *kemh2- (κάματος, πολύκμητος).

Βέβαια, στην ελληνική με τον καιρό ο κανόνας αυτός «λησμονήθηκε» και αναπτύχθηκαν δύο ισοδύναμες και ταυτόσημες ρίζες ταλ(α)-/τλᾱ- ανεξαρτήτως του τονισμού.

Έτσι το βασικό ελληνικό ρήμα είναι το τλάω «υποφέρω, ανέχομαι, αντέχω» με το μακρό ᾱ να βραχύνεται φυσιολιογικά πριν από το ωμέγα. τλήμων και ταλαός είναι αυτός που τλάει και Τληπτόλεμος αυτός που «αντέχει τον πόλεμο». Ο Οδυσσέας είναι πολύτλας επειδή υπέφερε πολλά (δηλαδή πολυτλήμων), ενώ ο Ἄτλας (< *n.-tl.h2-nt-s) ονομάστηκε έτσι επειδή δεν ήθελε άλλο να βαστάζει τον ουρανό στον σχετικό μύθο με τον Ἣρακλή. Ο ταλάφρων/ταλασίφρων είναι αυτός που έχει υπομονετική ψυχή και χαρακτήρα που αντέχει στις κακουχίες.

Στην Ιλιάδα η φράση «ταλαεργός ἡμίονος» =«μουλάρι που αντέχει την δουλειά» (< ΙΕ *tl.h2-werg’-os) είναι αρκετά συχνή.

Ο πλήρης βαθμός της ρίζας εμφανίζεται με την κυριολεκτική σημασία της ρίζας στο λήμμα τελαμών = ο διαγωνίως φορεμένος απ΄οτον λαιμό ιμάντας που «βαστούσε» την θήκη του ξίφους (στα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού ο τελαμών ονομάζεται βαστάγιον, τλάω ~ βαστάζω).

Ο ταλαύρῑνος (< *tl.h2-wrīnos) είναι αυτός που έχει ασπίδα φτιαγμένη από ανθεκτικό ρῖνο (= δέρμα, λ.χ. ἑπταβόειον σάκος = ασπίδα με εφτά στρώσεις βοϊδοτόμαρου).

H ρίζα έδωσε και ένα παράγωγο στον ο-βαθμό ablaut χωρίς φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού *h2: tolh2-ma > τόλμη, τολμάωτολμήεις ~ τολμηρός στην οποία η σημασιολογική εξέλιξη ήταν από «τλήμων» σε «θαρραλέος» (αυτός που ξέρει να υποφέρει και δεν φοβάται τις κακουχίες είναι θαρραλέος).

Ο ταλαίπωρος είναι ο τληπαθής, ενώ ο ταλαπείριος είναι αυτός που έχει πείρα στην υπομονή κακουχιών).

Στον τελευταίο προσωκρατικό φιλόσοφο Δημόκριτο αποδίδεται η προσηγορία «τάλαινα φρήν !» (= «ταλαίπωρη λογική/διάνοια!» ), την οποία προσάπτουν οι αισθήσεις στη λογική επειδή η τελευταία αντλεί τις πληροφορίες της από τις πρώτες και προσπαθεί μέ ό,τι αυτές της παρέχουν να αποκαλύψει τις πλάνες τους:

[Δημόκριτος] … τάς αισθήσεις λέγουσας πρὸς τὴν διάνοιαν οὔτως: «τάλαινα φρήν ! Παρ’ ἡμέων λαβοῦσα τὰς πίστεις ἡμέας καταβάλλεις. Πτῶμα τοι τὸ κατάβλημα».

[Ο Δημόκριτος] έβαζε τις αισθήσεις να λένε στην διάνοια τα εξής: «Ταλαίπωρη λογική! Από εμάς αντλείς τις πληροφορίες σου και εμάς προσπαθείς να νικήσεις. Το κατόρθωμά σου είναι και η ήττα σου.»

Η άλλη φράση του Δημόκριτου «ἐτεῇ δὲ οὐδὲν ἴδμεν· ἐν βυθῷ γὰρ ἡ ἀλήθεια» (DK68, «στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτε, διότι η αλήθεια βρίσκεται κρυμμένη στο βάθος») εκφράζει την ευρύτερη πεποίθηση των προσωκρατικών ότι αυτό που βλέπουμε είναι μια ψευδαίσθηση και ότι μόνο ο λόγος μας βοηθά να δούμε την πραγματικότητα που κρύβεται στο βάθος. Αυτή η πεποίθηση πάει πολύ πίσω στην ελληνική σκέψη, όπως μαρτυρεί η ετυμολογία της λέξης ἀλήθεια (= «αυτό που πρέπει να αποκαλυφθεί/ξεσκεπαστεί», λαθραῖος = κρυφός, λανθάνω = «μένω απαρατήρητος ~ κρυμμένος» > ἀ-λήθεια με στερητικό ἀ- = «η κρυμμένη πραγματικότητα που πρέπει να αποκαλυφθεί/ξεσκεπαστεί». Το θηλυκό τάλαινα (< *tl.h2-en-ih2) αντιστοιχεί στο αρσενικό τάλας (< *tl.h2-n-s, τοῦ τάλανος).

Απόψεις ανάλογες με αυτή του Δημόκριτου βρίσκουμε σε ρήσεις που αποδίδονται στον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη και, πιο παλιά, στον Σόλωνα:

Ηράκλειτος:

«Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων»

Είναι κακοί μάρτυρες τα μάτια και τ΄αφτιά για τους ανθρώπους που έχουν  βάρβαρες ψυχές.

Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Πολλοί χρησιμοποιούν λανθασμένα αυτή τη ρήση σαν απόδειξη ότι το «σύμπλεγμα ανωτερότητας» των αρχαίων Ελλήνων και η αρνητική φόρτιση της λέξης «βάρβαρος» προϋπήρχαν του 5ου π.Χ. και δεν ήταν προϊόντα της Αθηναϊκής μεταπερσικής προπαγάνδας, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι ιστορικοί σήμερα (λ.χ. το βιβλίο  σταθμός “Inventing the barbarian: Greek self-definition through tragedy” της Edith Hall).  Ο Ηράκλειτος σε αυτήν την ρήση δεν χρησιμοποιεί το επίθετο «βάρβαρος» με την μεταγενέστερη αθηνοκεντρική σημασία του «πολιτισμικά κατώτερου», αλλά με την πρωταρχική σημασία του «μη ελληνόφωνου» που δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Όπως ο μη ελληνόφωνος βάρβαρος βλέπει ένα ελληνικό κείμενο, αλλά δεν το κατανοεί επειδή αγνοεί την σημασία των γραμμάτων και των λέξεων, έτσι και οι «βάρβαρες ψυχές» του Ηράκλειτου δέχονται αυτά που τους παρέχουν τα μάτια και τ΄αφτιά χωρίς να μπορούν να κατανοήσουν την πραγματική τους σημασία. Στα χρόνια του Ηράκλειτου (ύστερη αρχαϊκή εποχή) οι Έλληνες κάθε άλλο παρά ελληνοκεντρικοί ήταν. Κατά την λεγόμενη «ανατολιάζουσα περίοδο» (orientalizing) της πρώιμης αρχαϊκής περιόδου οι Έλληνες μιμούνται τους ανατολικούς βαρβάρους (δεχόμενοι το αλφάβητο και την οργάνωση σε πόλεις-κράτη από τους Φοίνικες, την μόδα των Κούρων από την Αίγυπτο και ένα σωρό μυθολογικές παραδόσεις από τον ευρύτερο κόσμο της ανατολής). Η Σαπφώ στα ποιήματά της θαυμάζει τα ενδύματα “made in Lydia” (πρέπει να ήταν τα Gucci της εποχής) και την Λυδική ἁβρότητα (πολυτέλεια) και ο Αλκμάν εξυμνεί τους τρόπους των πρωτευουσιάνων Σαρδίων Λυδών τους οποίους αντιπαραθέτει στην αγροικία και σκαιότητα του Θεσσαλικού γένους και των ποιμένων της Ακαρνανικής Ερυσίχης. Τέλος, αυτή η Λυδομανία γέννησε και αντιδράσεις όπως αυτή του Ανακρέωντα που χαρακτήρισε σαν «λυδοπαθείς» (~ λυδόπληκτους) όλους τους Έλληνες που λάτρευαν μανιωδώς τον λυδικό υλικό πολιτισμό και αυτή του Ξενοφάνη (στο μεταίχμιο 6ου και 5ου αιώνα π.Χ.) όπου επέκρινε την υιοθέτηση «ανούσιων λυδικών πολυτελειών» από τους συμπολίτες του. Στο ίδιο αντιδραστικό μήκος κύματος κυμαίνεται και ο μύθος του υπερπολυτελούς Κροίσου που πίστευε ότι ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου μέχρι που ο Σόλων του είπε το περιβόητο «μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε».

Lydomania

Επιστρέφοντας στην κρυμμένη ἀ-λήθεια που πρέπει να φανερωθεί με τη λογική, στον Σόλωνα αποδίδεται η φράση «τὰ ἀφανῆ τοῖς φανεροῖς τεκμαίρου» (= «να τεκμηριώνεις αυτά που δεν φαίνονται από αυτά που φαίνονται»).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s