H ρίζα *sekw = «μιλώ» στην ελληνική

Οι δύο βασικές ΙΕ ρίζες για το ρήμα «μιλώ» είναι η *wekw- (λ.χ. λατιν. vox, voceo και ελλην. ϝἔπος, ϝὄψ) και η *sekw-, της οποίας οι πιο γνωστοί απόγονοι παγκοσμίως μάλλον είναι το αγγλικό say και ο σκανδιναβικός όρος saga = «έπος, παραμύθι, διήγηση».

sekw

Το βασικό ελληνικό παράγωγο είναι το ρήμα ἐ(ν)νέπω (< *en-sekw-ō με το διπλό -νν- να είναι αιολικού τύπου αφομοίωση ns>nn λ.χ. *σελάσνᾱ > σελάνν) το οποίο συναντούμε στον πρώτο στίχο της Οδύσσειας:

ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν·
πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.

Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου, που πλήθος
διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο,
και πολιτείες πολλές εγνώρισε, πολλών βουλές ανθρώπων,
κι αρίφνητα τυράννια ετράβηξε στα πέλαγα η καρδιά του,
για να σωθεί κι αυτός παλεύοντας και πίσω τους συντρόφους
να φέρει·

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Αν θα θέλαμε να είμαστε λίγο πιο ακριβείς στη μετάφραση θα βάζαμε «Μίλα μου Μούσα, για τον άνδρα τον πολυγυρισμένο».

Ο μηδενικός βαθμός ablaut *skw- με την διπλασιασμένη μορφή *si-skw- (λ.χ. *men- >μένω και *mi-mn-> μίμνω) εμφανίζεται στο ρήμα ἐνίπτω (< *en-si-skw-jō) του οποίου η διπλή μορφή ἐνένισπεν/ἐνένιπτεν δείχνει το χαμένο /s/ του μηδενικού βαθμού *-skw-. Αν και αρχικά είχε την ίδια γενική σημασία με το ἐννέπω, το ρήμα ἐνίπτω εν τέλει εξειδικεύθηκε στην σημασία «επιτιμώ, επικρίνω». Όπως θα δείξω παρακάτω, πριν γίνει η σημασιολογική εξειδίκευση πρόλαβε να δώσει το υδρωνύμιο Ἐνιπεὺς.

Ο μηδενικός βαθμός επίσης απαντά στην λέξη ἄσπετος (< *n.-skw-etos = ανείπωτα/απερίγραπτα μεγάλος, λ.χ. ἔσπον) που έχει την ίδια μορφολογία με το ἄσχετος (< *n.-sgh-etos, *segh-ō > ἔχω και *si-sgh-ō > ἴσχω) που στην αρχαία ελληνική δεν είχε την νεοελληνική σημασία «που δεν έχει σχέση με κάποιο αντικείμενο», αλλά σήμαινε «ανεξέλεγκτος, ακράτητος».

Έτσι στην Οδύσσεια [9,162] η φράση «φάγαμε μπόλικο κρέας και ήπιαμε γλυκό κρασί» αποδίδεται ως:

ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τ᾽ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ:

ενώ αλλού [5.101] ο Οδυσσέας λέει ότι ήταν θέλημα του Διός να περιπλανηθεί σε «ἄσπετον ἁλμυρόν ὕδωρ»:

Ζεὺς ἐμέ γ᾽ ἠνώγει δεῦρ᾽ ἐλθέμεν οὐκ ἐθέλοντα:
100τίς δ᾽ ἂν ἑκὼν τοσσόνδε διαδράμοι ἁλμυρὸν ὕδωρ
ἄσπετον;

Για την νεκρική πυρά του Πατρόκλου ο Αχιλλέας χρησιμοποίησε «ἄσπετον ὕλη» (Ιλ. 23.127, «ανείπωτα μεγάλη ποσότητα ξύλων»):

αὐτὰρ ἐπεὶ πάντῃ παρακάββαλον ἄσπετον ὕλην
ἥατ᾽ ἄρ᾽ αὖθι μένοντες ἀολλέες. αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς
αὐτίκα Μυρμιδόνεσσι φιλοπτολέμοισι κέλευσε

Ο Πλούταρχος στον Βίο του Πύρρου μας πληροφορεί ότι ο όρος «Ἄσπετος» ήταν τιμητικό επίθετο του Αχιλλέα στην «ἐπιχώριο φωνή» της Ηπείρου (ο γιος του Αχιλλέα Νεοπτόλεμος ήταν ο μυθικός γενάρχης του βασιλικού Μολοσσικού οίκου των Αιακιδών):

[Πλουτ. Πύρρος, 1.2] χρόνῳ δὲ ὕστερον Νεοπτόλεμος ὁ Ἀχιλλέως λαὸν ἀγαγὼν αὐτός τε τὴν χώραν κατέσχε καὶ διαδοχὴν βασιλέων ἀφ᾽ αὑτοῦ κατέλιπε, Πυρρίδας ἐπικαλουμένους: καὶ γὰρ αὐτῷ Πύρρος ἦν παιδικὸν ἐπωνύμιον. καὶ τῶν γνησίων παίδων ἐκ Λανάσσης τῆς Κλεοδαίου τοῦ Ὕλλου γενομένων ἕνα Πύρρον ὠνόμασεν. ἐκ τούτου δὲ καὶ Ἀχιλλεὺς ἐν Ἠπείρῳ τιμὰς ἰσοθέους ἔσχεν, Ἄσπετος ἐπιχωρίῳ φωνῇ προσαγορευόμενος.

Ο μηδενικός βαθμός της ρίζας *skw- εμφανίζεται και στη λέξη θεσπέσιος (<* dhes-skw-et-ios, «που περιγράφεται με λόγια που αρμόζουν σε θεό», λ.χ. θέσ-φατος).

Τέλος, η διπλασιασμένη μορφή του του μηδενικού βαθμού *si-skw- (θυμίσω ἐνίπτω, ένισπεῖν) έχει δώσει το τοπωνύμιο Ἐνίσπη στην Αρκαδία και το υδρωνύμιο Ἐνιπεὺς με το οποίο ονομάστηκαν τρεις ποταμοί στην Ελλαδα: ο πιο γνωστός ήταν στην Θεσσαλία, ένας άλλος στην Ήλιδα και, ο λιγότερο γνωστός, στην ΠιερίαΠίμπλεια ήταν κοντά στις πηγές του και το Δίον βρισκόταν στη βόρεια όχθη του). Το μακρό /ī/ του υδρωνυμίου προέκυψε από αναπληρωματική έκταση που συνόδεψε την απώλεια του /s/: *En-si-skw-ēws > Enispeus > Enīpeus.

Για να εξηγήσω την σημασία του υδρωνυμίου πρέπει να πω δυο λόγια για την ετυμολογία της αγγλικής λέξης god = «θεός». H λέξη προέρχεται από το PIE *ghuto- «επίκλητος» ~ «αυτός που αναφέρεται σε επικλήσεις και προσευχές».

Enipeus

Η ετυμολογία του Ενιπέα είναι η ίδια ακριβώς με το αγγλικό god (“the invoked One”) δηλαδή «ο επίκλητος ποτάμιος θεός» που αναφέρεται στις επικλήσεις και προσευχές. Προφανώς το υδρωνύμιο σχηματίστηκε πριν την σημασιολογική εξειδίκευση της  διπλασιασμένης μορφής ἐνίπτω/ἐνίσπω στη σημασία «επικρίνω, επιτιμώ».

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s