Εθνολογικές παρατηρήσεις στον Σκυλίτση #4

(συνέχεια από μέρος #3)

Δ) Ρωμαίοι μη ρωμαϊκής καταγωγής

Στον Σκυλίτση υπάρχουν πολλά παραδείγματα ατόμων των οποίων η καταγωγή έλκεται εκτός του γένους των Ρωμαίων. Τα άτομα αυτά είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα της υπερσυμπεριληπτικότητας (ultra-inclusiveness) που η μεσαιωνική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κληρονόμησε από τον αρχαίο πολιτικό της πρόγονο. Παρακάτω θα αναφέρω μόνο εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο Σκυλίτσης αναφέρει ρητά την καταγωγή του προσώπου.

1) Αρμένιοι:

Ο Σκυλίτσης λανθασμένα θεωρούσε ότι ο Θωμάς ο Σλάβος ήταν Αρμενικής καταγωγής:

καί τινα πρὸς τούτοις Θωμᾶν ἕλκοντα μὲν τὸ γένος ἐξ Ἀρμενίων, τὴν οἴκησιν δ’ ἔχοντα κατὰ τὴν λίμνην τοῦ Γαζουροῦ …

Έχω ήδη αναφέρει την Αρμενική καταγωγή του ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας Βασιλείου Α΄ και του στενού του φίλου Κωνσταντίνου:

ἤνεγκε τοίνυν ἡ τῶν Μακεδόνων χώρα αὐτόν, εἷλκε δὲ τὸ γένος ἐξ Ἀρμενίων ἐκ πάνυ λαμπρᾶς καταγόμενος τῆς τῶν Ἀρσακιδῶν σειρᾶς, … ἀσύγχυτον τὸ γένος διαφυλάττοντες.

Κωνσταντῖνος ὁ Θωμᾶ τοῦ λογοθέτου πατήρ, σφόδρα φιλίως πρὸς τὸν Βασίλειον διακείμενος, ἅτε καὶ αὐτὸς ἐξ Ἀρμενίων τὴν τοῦ γένους ἕλκων σειράν,

Ο Επόμενος είναι ο Κουρτίκιος, ο άρχων της Λώκανας, ο οποίος αρχικά ήταν εχθρός του Βυζαντίου και επέδραμε τις συνοριακές περιοχές της αυτοκρατορίας και σε κάποια φάση παρέδωσε την πόλη και τον λαό του στον Βυζαντινό αυτοκράτορα. Αργότερα συμμετέχει σε μια βυζαντινή πρεσβεία προς τον Βούλγαρο τσάρο Συμεών:

προσερρύη δὲ καὶ ὁ Κουρτίκιος, γένος ὢν Ἀρμένιος, ὃς κατεῖχε τὴν Λώκαναν καὶ τὰς ἐσχατιὰς τῶν Ῥωμαίων συνεχῶς ἐπόρθει καὶ κατεστρέφετο, ἑαυτὸν παραδοὺς τῷ βασιλεῖ καὶ τὴν πόλιν καὶ τὸν ὑπείκοντα αὐτῷ λαόν.

Προκόπιον τὸν Κρηνίτην τὴν τοῦ στρατηλάτου μετιόντα λειτουργίαν λαῷ πολλῷ καὶ ἄρχουσι καθοπλίσας, δούς τε αὐτῷ καὶ Κουρτίκιον τὸν Ἀρμένιον, ἐκπέμπει κατὰ τοῦ Συμεών.

Ακολουθεί ο Παγκρατούκας (Bagrat) που παρέδωσε την Αδριανούπολη στον Συμεών:

Πολιορκοῦντος δὲ τοῦ Συμεὼν τὴν Ἀδριανούπολιν ἐφ’ ἡμέρας ἱκανὰς καὶ μηδὲν ἀνύοντος, Παγκρατούκας τις γένος ὢν Ἀρμένιος καὶ εἷς τῶν φυλάττειν τεταγμένων τὴν πόλιν χρυσίῳ δελεασθεὶς προὔδωκεν αὐτὴν τῷ Συμεών.

Ο Μελίας (Mleh) και το Αρμενικό του σώμα αναφέρονται ανάμεσα στις βυζαντινές δυνάμεις που αντιμετώπισαν τους Βούλγαρους στην μάχη του Αχελώου/της Αγχιάλου.

συνῆν δὲ τούτοις καὶ Μελίας ὁ μάγιστρος μετὰ τῶν Ἀρμενίων καὶ πλεῖστοι ἄλλοι στρατηγοὶ τῶν θεμάτων.

Ο επόμενος Αρμένιος είναι ο Τατζάτης (το επώνυμο στα Αρμενικά σημαίνει «αυτός που υιοθέτησε το Χαλκηδονικό διφυσιτισμό», ένας στρατηγός του θέματος Βουκελλαρίων με το ίδιο όνομα αυτομόλησε στους Άραβες το 786 μ.Χ.):

ἐξῆρχον δὲ τοῦ νεωτερισμοῦ Ἀδριανός τις Χάλδος καὶ Τατζάτης ὁ Ἀρμένιος, πλούσιοι σφόδρα.

Ακολουθούν οι αδελφοί «Ταρωνίται» (Γρηγόριος και «Παγκράτιος» = Bagrat), οι οποίοι εγκατέλειψαν την γενέτειρά τους Ταρών, για να εισέλθουν στην υπηρεσία του βυζαντινού αυτοκράτορα.

 τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο πεποιήκασι καὶ οἱ Ἀντιοχεῖς, Χριστοφόρον τὸν αὐτῶν ἀνελόντες ἀρχιερέα. προσερρύησαν δὲ τῷ βασιλεῖ Γρηγόριος καὶ Παγκράτιος οἱ αὐτάδελφοι, τῆς ἑαυτῶν παραχωρήσαντες αὐτῷ χώρας τοῦ Ταρών. οὓς πατρικίους τιμήσας καὶ κτήσεσιν ἐφιλοφρονήσατο πολυπροσόδοις.

Όταν ο Βαρδάς Σκληρός ξεκίνησε την επανάσταση εναντίον του Βασιλείου Β΄, τα Ρωμαϊκά στρατεύματά του και ιδίως οι Αρμένιοι τον ανακήρυξαν Βασιλέα:

ἣν ἐκ μακρῶν ὤδινεν ἀποτίκτει ἀποστασίαν, καὶ κατὰ τῶν βασιλέων καὶ τῶν ὁμοφύλων αἴρει τὰ ὅπλα. εὐθὺς οὖν Ἄνθην τινὰ τοὔνομα, Ἀλυάτην τὴν προσηγορίαν, τὰ μάλιστα ὄντα αὐτῷ τῶν δραστικωτάτων ὑπηρετῶν, ἐς τὴν βασιλίδα ἐκπέμπει, ὅπως, εἰ δύναιτο, Ῥωμανὸν τὸν ἑαυτοῦ κλέψας υἱόν (ἔτυχε γὰρ ἐνδημῶν τῇ βασιλευούσῃ) πρὸς αὐτὸν ἀφίκηται. ὁ δὲ γενόμενος ἐν τῇ πόλει καὶ πάντα τρόπον λαθεῖν ἐπειγόμενος φήμας οὐ καλὰς κατὰ τοῦ Σκληροῦ ἐνέσπειρε, δι’ ὧν λαθεῖν τε ἐδυνήθη ἀνύποπτος φανεὶς καὶ τὸν Ῥωμανὸν ἀποκλέψας πρὸς τὸν Σκληρὸν ἀγαγεῖν. ὁ Βάρδας δὲ τὸ βουλευθὲν εἰς τοὐμφανὲς ἤδη ἐκρήξας διάδημά τε περιβάλλεται καὶ τὰ λοιπὰ τῆς βασιλείας ἀναλαμβάνει παράσημα καὶ ὑπὸ παντὸς τοῦ συνόντος στρατοῦ Ῥωμαίων ἀναγορεύεται βασιλεύς, τῶν Ἀρμενίων καταρξάντων τῆς εὐφημίας.

Στην παραπάνω αναφορά, οι Αρμένιοι είναι μέρος των Ρωμαϊκών στρατευμάτων. Αλλού, ο Σκυλίτσης διαχωρίζει τους Ρωμαίους από τους Αρμένιους, όπως λ.χ. όταν τα νομιμόφρονα Ρωμαϊκά στρατεύματα κατέσφαξαν τους Αρμένιους επειδή πρώτοι είχαν προσχωρήσει στην αποστασία του Σκληρού ή όταν ο Βούλγαρος Τσάρος Σαμουήλ εγκατέστησε πολλούς Ρωμαίους και Αρμένιους αιχμαλώτους γύρω από την Οχρίδα, τις Πρέσπες και την Πελαγονία:

τρέπεται γοῦν ὁ Βούρτζης, καὶ πολλοὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἀπώλοντο, καὶ μᾶλλον τῶν Ἀρμενίων. πάντας γὰρ τοὺς ἁλόντας Ἀρμενίους ἀπέσφαττον οἱ Ῥωμαῖοι, μὴ λαμβάνοντες οἶκτον διὰ τὸ πρώτους προσχωρῆσαι τῷ ἀποστάτῃ.

ἦσαν γὰρ πολλοὶ ἔκ τε Ῥωμαίων καὶ Ἀρμενίων ἔν τε Πελαγονίᾳ καὶ Πρέσπᾳ καὶ τῇ Ἀχρίδι ὑπὸ Σαμουὴλ κατῳκισάμενοι

2) Ίβηρες (Γεωργιανοί):

Η καταγωγή του δομέστικου των σχολών Γρηγορά Ιβηρίτζη δηλώνεται από το επίθετό του:

τούτοις τοῖς λόγοις ὥσπερ ὑπό τινος πλήκτρου νυγεὶς ὁ βασιλεὺς τὸν Ἰβηρίτζην Γρηγορᾶν, δομέστικον τῶν σχολῶν καὶ κηδεστὴν Ἀνδρονίκου τυγχάνοντα …

Ο Ἴβηρ Βαρασβατζέ αναφέρεται σαν διοικητής της Έδεσσας

Τῷ δὲ ΑΜ 6546 ἔτει, ἰνδικτιῶνος ἕκτης, γέγονεν ἐπιβουλὴ κατὰ τῆς πόλεως Ἐδέσσης· καὶ μικροῦ ἂν ἑάλω, εἰ μὴ θεὸς διεσώσατο. στρατηγοῦντος γὰρ ἐν αὐτῇ τοῦ πρωτοσπαθαρίου Βαρασβατζὲ τοῦ Ἴβηρος,

Οι επόμενοι είναι οι Γεωργιανοί άρχοντες Ιωβανεσίκης και ο γιος του Κακίκιος (Gagic). Ο δεύτερος αρνήθηκε να παραδώσει τη γη του στους Ρωμαίους όπως είχαν συμφωνήσει ο πατέρας του με τον Βασίλειο Β΄:

Ἰνδικτιῶνος δὲ τρισκαιδεκάτης ὁ κατὰ τοῦ Ἀνίου ἀρχὴν ἐλάμβανε πόλεμος. ἀλλὰ ῥητέον ἄνωθεν, πῶς καὶ διὰ τίνα τρόπον ἡσυχίαν ἄγοντι τῷ τοῦ Ἀνίου τοπάρχῃ καὶ μηδὲν ἀπαίσιον διαπραττομένῳ Κωνσταντῖνος ὁ βασιλεὺς πολεμεῖν ἐπεχείρησεν. ὅτε Γεώργιος ὁ τῶν Ἰβήρων ἀρχηγὸς ὅπλα κατὰ Ῥωμαίων ἐκίνησε, συμμαχῶν ἦν αὐτῷ καὶ Ἰωβανεσίκης ὁ τῆς τοῦ Ἀνίου κυριεύων χώρας. ἐπεί δ’, ὡς ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἴρηται, Βασίλειος ὁ βασιλεὺς ἀνελθὼν ἐν Ἰβηρίᾳ παρατάξεσιν ἠγωνίσατο κατὰ τοῦ Γεωργίου καὶ τοῦτον ἐτρέψατο καὶ συνέτριψε, φοβηθεὶς ὁ Ἰωβανεσίκης, μή πως ὁ βασιλεὺς μηνιῶν διὰ τὴν συμμαχίαν ἀνήκεστόν τι εἰς αὐτὸν διαπράξηται, τὰς κλεῖς τῆς πόλεως εἰληφὼς αὐτομολεῖ πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ ἑαυτόν τε ἐγχειρίζει ἐθελοντὴς καὶ τὰς κλεῖς παραδίδωσιν. ὁ δὲ τῆς συνέσεως τοῦτον ἀποδεξάμενος μάγιστρόν τε τιμᾷ καὶ ἄρχοντα διὰ βίου Ἀνίου καὶ τῆς λεγομένης μεγάλης Ἀρμενίας προβάλλεται, ἔγγραφον ἀπαιτήσας ἀπ’ αὐτοῦ γραμματεῖον, ὡς μετὰ τὴν αὐτοῦ τελευτὴν ἐπανήξει πᾶσα ἡ τοιαύτη ἀρχὴ ἐς τὰ δίκαια αὐτοῦ καὶ μέρος ἔσεται τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς. ἐγένετο ταῦτα. καὶ θνῄσκει μὲν ὁ βασιλεύς, θνῄσκει δὲ μετὰ χρόνους ἱκανοὺς καὶ ὁ Ἰωβανεσίκης· καὶ θανόντος αὐτοῦ Κακίκιος ὁ τούτου υἱὸς διαδεξάμενος τὴν ἀρχὴν εἰρήνην μὲν διετήρει πρὸς Ῥωμαίους καὶ ὁμαιχμίαν, κατεῖχε μέντοι τὴν πατρῷαν ἀρχήν, καὶ ἀποδοῦναι Ῥωμαίοις οὐκ ἤθελεν, ὡς τὸ πατρικὸν ἐβούλετο γραμματεῖον. εὑρὼν οὖν ἐν τοῖς ἀνακτόροις τὸ γραμματεῖον ὁ Μονομάχος ἀπῄτει καὶ τὸ Ἀνίον καὶ τὴν πᾶσαν μεγάλην Ἀρμενίαν ὡς Βασιλείου τοῦ βασιλέως διάδοχος. τοῦ δὲ δοῦλον μὲν ἑαυτὸν ἀνομολογοῦντος Ῥωμαίων, ἀποστῆναι δὲ τῆς πατρῴας ἀρχῆς μὴ ἐθέλοντος, πολεμητέον ἐδόκει τῷ βασιλεῖ.

Λίγο παρακάτω σε μια βυζαντινή εκστρατεία στην ίδια πάντα περιοχή εναντίον του Κούρδου ηγέτη της Περσαρμενίας Abu’l Aswar («Απλησφάρης») τα βυζαντινά στρατεύματα χωρίζονται σε Ρωμαϊκά, Ιβηρικά και αυτά της Μεγάλης Αρμενίας που διοικούσε ο άρχων του Ανίου:

 καὶ πάλιν προστάττει τῷ παρακοιμωμένῳ μετά τε τῆς Ῥωμαϊκῆς χειρὸς τοῦ τε Ἰβηρικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐν τῇ μεγάλῃ Ἀρμενίᾳ δυνάμεως, ἧς κατῆρχεν ὁ Ἀνιώτης, τῷ Ἀπλησφάρῃ πολεμεῖν.

Αργότερα, ο Σκυλίτσης γράφει ότι ο Κωνσταντίνος Μονομάχος απέλυσε τον Ιβηρικό στρατό (τον οποίο ο Σκυλίτσης  υπερεκτιμά σε 50.000 στρατιώτες) για εξοικονόμηση χρημάτων και αύξησε την φορολογία σε εκείνα τα μέρη:

κατέλυσε δὲ καὶ τὸν Ἰβηρικὸν στρατὸν ἀμφὶ τὰς πεντήκοντα χιλιάδας καὶ ἀντὶ στρατιωτῶν φόρους πολλοὺς ἐπορίζετο ἀπὸ τῶν χωρίων ἐκείνων.

Ανάμεσα στους διοικητές του νομιμόφρονου στρατεύματος που πρωτοστάλθηκε για ν΄αντιμετωπίσει τον αποστασιάζοντα Ισαάκιο Κομνηνό και τα στρατεύματά του ήταν ο Πνυέμιος ο Ίβηρ, στρατηγός του θέματος των Χαρσιανών:

 ἄγγελοι τῆς ἀφίξεως τοῦ Κομνηνοῦ τούτῳ γινόμενοι. ἦσαν δὲ Λυκάνθης τε ὁ τῶν Ἀνατολικῶν κατάρχων ταγμάτων, Θεοφύλακτος ὁ Μανιάκης καὶ Πνυέμιος ὁ Ἴβηρ τῆς φάλαγγος τῶν Χαρσιανιτῶν ἡγεμονεύων, καὶ ἄλλοι πολλοὶ οὐ λίαν ἔχοντες τὸ ἐπίσημον.

3) Ἄραβες/Σαρακηνοί/Ἁγαρηνοί:

Ο πρώτος είναι ο Κουβικουλάριος Σαμωνάς:

Βασίλειος δὲ ὁ ἐπείκτης τοῦ βασιλέως, ἀνεψιὸς ὢν τοῦ Ζαουτζᾶ, μελετῶν κατὰ τοῦ βασιλέως τὸ ἀπόρρητον ἐκοινώσατο Σαμωνᾷ κουβικουλαρίῳ τῷ ἐξ Ἀγαρηνῶν, πίστεις λαβών, ὡς ἀνέκφορον διαφυλάξει τὸ μυστήριον.

Ο επόμενος είναι ο Ιωαννίκιος:

 ἀλλὰ τῆς ἐπιβουλῆς μηνυθείσης τῷ βασιλεῖ παρά τινος τῶν συνωμοτῶν, Ἰωαννικίου τοὔνομα, τῷ γένει Σαρακηνοῦ,

Ένας εκ των Αράβων αρχόντων της Σικελίας, ο Ahmet Al-Akhal («Απολάφαρ») δέχθηκε να γίνει σύμμαχος («ὅμαιχμος») των Βυζαντινών (για να αντιμετωπίσει την αποστασία του αδελφού του Abu Hafs/«Απόχαψ») και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαγίστρου:

  Ἀπολάφαρ δὲ Μουχούμετ ὁ Σικελίας ἄρχων, ὁμαιχμίαν μετὰ τοῦ βασιλέως θέμενος, ἐτιμήθη μάγιστρος. τοῦ δὲ ἀδελφοῦ αὐτοῦ Ἀπόχαψ ἀντάραντος αὐτῷ κατισχυόμενος ἐς τὴν βασιλέως βοήθειαν καταφεύγει.

Μετά την βυζαντινή κατάκτηση του Αραβικού Εμιράτου της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά, ο γιος του Εμίρη «Κουρουπά» (Abd al-Aziz ibn Shuayb II) «Ανεμάς» (Al Numan) βαπτίστηκε χριστιανός και αναφέρεται ως σωματοφύλακας του Ιωάννη Τσιμισκή στην σειρά πολέμων εναντίον των Ρώσων στην Βουλγαρία.

καὶ τὴν πασῶν ὀχυρωτέραν πόλιν, ἣν ἐγχωρίως Χάνδακα ἐκάλουν, πεπορθηκώς, καὶ τὸν ἀμηρεύοντα τῆς νήσου Κουρούπην ὄνομα λαβὼν αἰχμάλωτον καὶ Ἀνεμᾶν τὸν μετ’ αὐτὸν ἐν τῇ νήσῳ πρωτεύοντα, καὶ τὴν νῆσον ὅλην δουλωσάμενος,

τοῦτον ἰδὼν Ἀνεμᾶς ὁ τῶν Κρητῶν τοῦ βασιλέως υἱὸς Κουρουπᾶ, εἷς ὢν τῶν βασιλικῶν σωματοφυλάκων,

Ο τελευταίος βυζαντινός αραβικής καταγωγής που αναφέρει ο Σκυλίτζης είναι ο ευνούχος στρατηγός αυτοκράτωρ και Μέγας Εταιρειάρχης Κωνσταντίνος, άνδρας που ο Κωνσταντίνος Μονομάχος εμπιστευόταν ιδιαίτερα:

ἀγγελθέντος δὲ τοῦ συμβάντος ἀτυχήματος τῷ βασιλεῖ, ὁ μὲν Νικόλαος καὶ ὁ Ἰασσίτης ἀφαιροῦνται τὰς ἀρχάς, προχειρίζονται δὲ ἀντὶ μὲν τοῦ Ἰασσίτου δοὺξ Ἰβηρίας ὁ Κεκαυμένος, ἀντὶ δὲ τοῦ Νικολάου στρατηγὸς αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ὁ τῆς μεγάλης ἑταιρείας ἄρχων, εὐνοῦχος ἄνθρωπος, ἐκ Σαρακηνῶν ἕλκων τὸ γένος καὶ τῷ βασιλεῖ ὑπηρετήσας πρὸ τῆς βασιλείας καὶ πίστιν τηρῶν ἐς αὐτόν·

4) Βούλγαροι:

Οι Βούλγαροι (τόσο οι «Σκύθες» όσο και οι μετέπειτα Σλάβοι) αναφέρονται να κατοικούν σε ρωμαϊκά εδάφη και ορισμένοι Βυζαντινοί διοικητές κυρίως μετά την κατάκτηση/προσάρτηση της Βουλγαρίας, προσδιορίζονται ως Βουλγαρικής καταγωγής από τον Σκυλίτση:

Η πρώτη αναφορά του Σκυλίτση είναι στους «Σκύθες» που κατοικούν γύρω από την Αδριανούπολη, στην οποία έχει καταφύγει ο στασιαστής Θωμάς ο Σλάβος και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β΄ αποφάσισε να μην πολιορκήσει την πόλη, αφενός για να μην σκοτώσει ομόφυλους αντιπάλους του εμφυλίου αυτού πολέμου και αφετέρου για να μην μάθουν οι «προσοικοῦντες Σκύθαι» τις βυζαντινές τεχνικές πολιορκίας:

Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐκ ποδὸς τούτοις ἑπόμενος πρῶτον ἔγνω πολιορκεῖν τὸν Θωμᾶν. ὅθεν ἐπάγει αὐτῷ πολιορκίαν, οὐ διὰ μηχανῶν καὶ ἑλεπόλεων σπουδάζων αὐτὸν καθελεῖν, ἅμα μὲν τὸν ἐμφύλιον εὐλαβούμενος πόλεμον, ἅμα δὲ καὶ τοὺς προσοικοῦντας τῇ Ἀδριανουπόλει Σκύθας μὴ ἐθέλων τῶν πολιορκητικῶν ὀργάνων πεῖραν λαβεῖν, ἀλλὰ λιμῷ καὶ ἀνάγκῃ τῶν ἐπιτηδείων ἐπειγόμενος τὸν ἀντίπαλον παραστήσασθαι.

Βλέπουμε, με άλλα λόγια, ότι οι «Σκύθαι» (και ακόμα «Ἕλληνες» στο θρήσκευμά τους) Βούλγαροι που κατοικούν εντός της αυτοκρατορίας δεν θεωρούνται ομόφυλοι, όπως οι στασιαστές που οχυρώθηκαν στην Αδριανούπολη, και τους οποίουτα νομιμόφρονα στρατεύματα του Μιχαήλ -γράφει ο Σκυλίτσης λίγο πιο πάνω-  αποφάσισαν να μην πολιορκήσουν, για να μην λερώσουν περισσότερο τα χέρια τους με «ὁμόγνιον αἷμα».

καὶ συμπλοκῆς γενομένης καταστρατηγῆσαι τάχα τοὺς ἀντιπάλους βουλόμενος ὁ Θωμᾶς ἅμα τῇ συμβολῇ νῶτα δοῦναι τοῖς περὶ αὐτὸν προσέταξεν, εἶτα τῶν ἐναντίων εἰς διωγμὸν τραπέντων ἐκ παλιώξεως ἐπιστραφῆναι τούτους καὶ τῷ παραδόξῳ τρέψασθαι τῆς ὑποστροφῆς. καὶ ἦν μὲν αὐτῷ τοιαύτη παραγγελία, οὐκ ἔμελλε δὲ ἄρα εἰς ἔργον ἐκβῆναι τὰ μεμελετημένα. οἱ γὰρ σὺν αὐτῷ στρατιῶται πολὺν χρόνον γυναικῶν καὶ τέκνων στερισκόμενοι δι’ αὐτὸν καὶ τὰς χεῖρας χραίνοντες ὁμογνίοις αἵμασιν, ἅμα δὲ καὶ τῷ χρόνῳ πεπιεσμένοι …

Όταν ο Τσιμισκής ολοκλήρωσε την κατάκτηση της [ανατολικής] Βουλγαρίας έφερε τον Βούλγαρο άρχοντα Βόρις στην Κωνσταντινούπολη όπου του αφαίρεσε συμβολικά τα «παράσημα της Βουλγαρικής βασιλείας» και τον τίμησε στην συνέχεια με τον τίτλο του μαγίστρου:

τὰ παράσημα τῆς Βουλγαρικῆς βασιλείας ἐπ’ ὄψει τῶν πολιτῶν τὸν Βορίσην ἀποδιδύσκει. τὰ δὲ ἦν στέφανος ἐκ χρυσοῦ καὶ τιάρα νενησμένη ἐκ βύσσου καὶ πέδιλα ἐρυθρά. ἐκεῖθεν εἰς τὴν μεγάλην φοιτήσας ἐκκλησίαν καὶ ἐν αὐτῇ τὸν Βουλγαρικὸν στέφανον ἀνάθημα τῷ θεῷ δεδωκώς, ἀναγαγὼν δὲ καὶ τὸν Βορίσην εἰς τὸ τῶν μαγίστρων ἀξίωμα, ἐπορεύθη εἰς τὰ βασίλεια.

Είναι ο ίδιος Βόρις που -όπως έχω γράψει στο μέρος για τις ενδυμασίες- θα σκοτωθεί αργότερα από Βούλγαρο σκοπό, ο οποίος τον μπέρδεψε για Ρωμαίο επειδή φορούσε Ρωμαϊκά ρούχα ερχόμενος από Κωνσταντινούπολη για να βρει τους Κομητόπουλους στασιαστές.

Ο αδελφός του Βόρις Ρωμανός, τον οποίον ο Σαμουήλ εγκατέστησε άρχοντα στην πόλη των Σκοπίων, παρέδωσε την πόλη στον Βασίλειο και τιμήθηκε με τους τίτλους του πατρίκιου και του πραιπόσιτου, καθώς και με την σημαντική διοίκηση της Αβύδου.

ἐνεχείρισε δὲ καὶ τὴν πόλιν τῶν Σκοπίων τῷ βασιλεῖ ταύτης ἄρχειν παρὰ τοῦ ὁ Πέτρου μὲν τοῦ βασιλέως Βουλγάρων τοῦ δὲ Βορίση ἀδελφός, Συμεὼν τῷ τοῦ πάππου ὀνόματι μετονομασθείς· ὃν ὁ βασιλεὺς ἀποδεξάμενος τῆς προαιρέσεως πατρίκιόν τε καὶ στρατηγεῖν ἐκπέμπει Ἀβύδου.

Όταν ο Βουλγαροκτόνος κατέκτησε τα Βοδενά (Έδεσσα) μετοίκησε τους Βουλγάρους στο Βολερόν και στη θέση τους έφερε τους Ρωμαίους Κονταράτους, ανθρώπους θηριώδεις, νηλεείς, φονικούς και ληστρικούς (οδοστάται). Στην ίδια εκστρατεία κατέκτησε τα φρούρια της περιοχής των Μογλενών (Αρριδαία) όπου αιχμαλώτησε τον Δομιτιανό Καυκάνο και τον Ηλίτζη και πολλούς άλλους σημαντικούς και μάχιμους Βούλγαρους τους οποίους έστειλε στην Μηδία/Vaspurakan:

 Ἔαρος δ’ ἐπιστάντος ὑπέστρεψε πάλιν εἰς Βουλγαρίαν καὶ τῷ φρουρίῳ τῶν Βοδηνῶν προσίσχει. ἔφθασαν γὰρ οὗτοι, τὴν πρὸς βασιλέα πίστιν ἀπαρνησάμενοι, ἆραι κατὰ Ῥωμαίων ὅπλα. καρτερὰν οὖν ἐνστησάμενοι πολιορκίαν ἠνάγκασε πίστεις λαβόντας ἑαυτοὺς ἐγχειρίσαι τοὺς ἔνδον. οὓς πάλιν ἐν τῷ Βολερῷ μετοικίσας, καὶ ἕτερα φρούρια ἀνεγείρας δύο ἐν τῷ μέσῳ τῆς δυσχωρίας, ὧν τὸ μὲν Καρδίαν ὠνόμασε, τὸ δ’ ἕτερον Ἅγιον Ἠλίαν, ὑπέστρεψεν εἰς Θεσσαλονίκην. ἐπιστάντος-εἰς Θεσσαλονίκην] ἐπιστάντος κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τοῦ μεγάλου σαββάτου ἐξ ἐφόδου ἐλθὼν παρέλαβε τὰ Βοδηνὰ καὶ τοὺς οἰκήτορας ταύτης εἰς τὸ Βολερὸν μετῴκησεν, Ῥωμαίους δὲ ἀντ’ αὐτῶν τῇ πόλει οἰκήτορας ἐναφῆκε τοὺς καλουμένους Κονταράτους, θηριώδεις ἀνθρώπους καὶ φονικούς, ἀνελεήμονάς τε καὶ ὁδοστάτας. ἀνήγειρε δὲ καὶ ἕτερα δύο φρούρια ἐν τῷ μέσῳ τῆς δυσχωρίας, ὧν τὸ μὲν Καρδίαν ὠνόμασεν, τὸ ἕτερον τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, καὶ ὑπέστρεψεν εἰς Θεσσαλονίκην. ἐν ᾗ Ῥωμανὸς ὁ καὶ Γαβριὴλ διά τινος Ῥωμαίου τετμημένην ἔχοντος τὴν χεῖρα δούλωσιν καὶ ὑποταγὴν ὑπισχνεῖτο. ὁ δὲ ὑποπτεύσας τὰ γράμματα, τὸν πατρίκιον Νικηφόρον τὸν Ξιφίαν καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Διογένην, μετὰ τὸν Βοτανειάτην στρατηγὸν γεγονότα Θεσσαλονίκης, μετὰ δυνάμεως ἐκπέμπει ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Μογλένων. ὧν τὴν πᾶσαν ληϊσαμένων ἐκείνην γῆν καὶ τὴν πόλιν πολιορκούντων, ἔφθασε καὶ ὁ βασιλεύς, καὶ τὴν παραρρέοντα τῇ πόλει μετοχετεύσας ποταμὸν καὶ τὰ θεμέλια τῶν τειχῶν ὑπορύξας καὶ ξύλα καὶ εὔπρηστον ὕλην ὑποβαλὼν τοῖς ὀρύγμασι καὶ πῦρ ἐμβαλών, τῆς ὕλης καταπρησθείσης κατέστρεψε τὸ τεῖχος. ὅπερ ἰδόντες οἱ ἔνδον πρὸς ἱκεσίαν μετ’ ὀλοφυρμῶν ἐτράποντο καὶ ἑαυτοὺς παρεδίδουν σὺν τῷ φρουρίῳ. ἐλήφθη οὖν Δομετιανὸς ὁ Καυκάνος, ἀνὴρ δυνάστης καὶ τῷ Γαβριὴλ συμπάρεδρος, καὶ Ἠλίτζης ὁ ἄρχων Μογλένων, καὶ ἕτεροι δυνάσται πολλοὶ καὶ λαὸς πολεμιστὴς οὐκ ὀλίγος. τοὺς μὲν οὖν ὅπλα δυναμένους κινεῖν εἰς Ἀσπρακανίαν ἐκπέμπει ὁ βασιλεύς, τὸν δὲ λοιπὸν συρφετώδη λαὸν διαρπαγῆναι προσέταξεν, ἐμπρησθῆναι δὲ καὶ τὸ φρούριον. ἑάλω δὲ καὶ ἕτερον φρούριον Ἐνώτια κεκλημένον, γειτονοῦν τοῖς Μογλένοις.

Λίγο παρακάτω, ο Σκυλίτσης αναφέρει Βούλγαρους άρχοντες και έναν αδελφό του προρρηθέντος Καυκάνου που έστειλαν γράμματα παράδοσης και υποταγής στον Βασίλειο:

 καὶ μετ’ ὀλίγας πάλιν ἡμέρας ἐπανῆκεν ὁ τετμημένος τὴν χεῖρα Ῥωμαῖος, γραφὰς κομίζων Ἰωάννου τε καὶ τῶν ἀρχόντων Βουλγαρίας ὑπηκόους ὁμολογούντων γενέσθαι καὶ δούλους τοῦ βασιλέως. προσερρύη δὲ τῷ βασιλεῖ καὶ Καυκάνος (Θεόδωρος ὁ Κπαχάνης [sic] ὁ ἀδελφὸς Δομετιανοῦ καὶ Μελίτωνος τοῦ ἐν Μογλένοις ἁλόντος). ὃν φιλοτιμησάμενος διὰ τιμῆς ἦγεν.

Το χωρίο με τον μεγαλύτερο αριθμό «μεταγραφών» Βουλγάρων Ζουπάνων είναι το ακόλουθο:

ἄρξας Βουλγάρων ἐπ’ ἐνιαυτοὺς δύο καὶ μῆνας πέντε. μηνυθέντος δὲ τῷ βασιλεῖ τοῦ θανάτου τοῦ Ἰωάννου διὰ τοῦ στρατηγοῦντος Δυρραχίου Νικήτα πατρικίου τοῦ Πηγονίτου, ἔξεισι παραυτίκα ὁ βασιλεύς. γενομένῳ δ’ αὐτῷ κατὰ τὴν Ἀδριανούπολιν ὑπαντῶσιν ὁ ἀδελφὸς τοῦ περιφήμου Κρακρᾶ καὶ ὁ υἱός, προσχωρεῖν εὐαγγελιζόμενοι τό τε περίπυστον φρούριον τὸν Πέρνικον, καὶ ἕτερα πέντε ἐπὶ τριάκοντα. οὓς τιμήσας ἀξίως καὶ τὸν Κρακρᾶν ἐς τὸν τῶν πατρικίων θρόνον ἀναβιβάσας ἦλθεν εἰς Μοσυνούπολιν. ἐνταῦθα δὲ καὶ πρέσβεις ἧκον ἐκ Πελαγονίας καὶ Μωροβίσδου καὶ Λιπενίου, παραδιδόντων τῷ βασιλεῖ τὰς πόλεις. ἐκεῖθεν ἄρας ἦλθεν ἐν Σέρραις, αἷς ἀφίκετο ὁ Κρακρᾶς μετὰ τῶν ἀρχόντων τῶν προσρυέντων τριακονταπέντε κάστρων, καὶ καλῶς ὑπεδέχθη. προσερρύη δὲ καὶ Δραγομοῦζος, τὰ ἐν τῇ Στρουμβίτζῃ παρεσχηκὼς καὶ πατρίκιος τιμηθείς, ἄγων μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸν πατρίκιον Ἰωάννην τὸν Χάλδον, τότε τῆς χρονίας ἀπολυθέντα καθείρξεως. ἔτυχε γὰρ ἁλοὺς παρὰ τοῦ Σαμουὴλ καὶ ἐπὶ εἴκοσι καὶ δύο χρόνους ὢν ἐν τῇ φυλακῇ. ἄρτι δὲ τῇ Στρουμβίτζῃ προσήγγισεν ὁ βασιλεύς, καὶ ἧκεν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας Δαβὶδ μετὰ γραμμάτων Μαρίας τῆς Ἰωάννου γυναικός, ὑπισχνουμένης ἐκστῆναι Βουλγαρίας, εἰ τεύξεται τῶν κατὰ σκοπόν. ὑπήντησε δὲ καὶ Βογδάνος ὁ τῶν ἐνδοτέρω κάστρων τοπάρχης, καὶ τιμᾶται καὶ οὗτος πατρίκιος, ὡς καὶ πάλαι τὰ βασιλέως φρονῶν καὶ τὸν ἑαυτοῦ πενθερὸν ἀνελὼν Ματτθαΐτζην. ἐκεῖθεν ἄπεισιν εἰς τὰ Σκόπια, ἔνθα συνήντησεν αὐτῷ καὶ ὁ νέος Νικολιτζᾶς, τὴν πρώτην καὶ μαχιμωτάτην σύνταξιν τοῦ Σαμουὴλ ἐπαγόμενος, καὶ ἐτιμήθη πρωτοσπαθάριος καὶ στρατηγὸς

Μετά την κατάκτηση της Βουλγαρίας, άτομα Βουλγαρικής καταγωγής εμφανίζονται να κατέχουν βυζαντινά αξιώματα σε άλλα μέρη και δηλώνεται η καταγωγή τους. Ο Ρώσος Χρυσόχειρ (συγγενής του Βλαδίμηρου του Κιέβου) εξέδραμε εναντίον του Βυζαντίου με τον στόλο του, ο οποίος κατεσφάγη από τους Κιβυρραιώτες, τον άρχοντα της Σάμου Δαβίδ από την Οχρίδα και τον Δούκα Θεσσαλονίκης Νικηφόρο Καβάσιλα:

κατῆλθεν εἰς Λῆμνον. ἐκεῖσε δὲ παρὰ τοῦ στόλου τῶν Κιβυρραιωτῶν, καὶ Δαβὶδ τοῦ ἀπὸ Ἀχριδῶν στρατηγοῦντος Σάμου, καὶ Νικηφόρου τοῦ Καβάσιλα, δουκὸς ὄντος Θεσσαλονίκης, παρασπονδηθέντες ἅπαντες ἀπεσφάγησαν.

Ο μάγιστρος Προυσιάνος ο Βούλγαρος (γιος του Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Βλάντισλαβ) εμφανίζεται διοικητής του θέματος Βουκελλαρίων:

Βασίλειος δὲ πατρίκιος ὁ Ῥωμανοῦ τοῦ Σκληροῦ υἱὸς προσκρούων τῷ μαγίστρῳ Προυσιάνῳ τῷ Βουλγάρῳ στρατηγοῦντι Βουκελλαρίων, ἐς τοσοῦτον προήχθη τόλμης, ὡς καὶ διὰ μάχης τούτῳ ἐλθεῖν.

Κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον διαβληθεὶς ὁ μάγιστρος Προυσιάνος ὁ Βούλγαρος κοινοπραγεῖν Θεοδώρᾳ τῇ τῆς βασιλίδος ἀδελφῇ καὶ τῆς βασιλείας ἀντιποιεῖσθαι εἰς τὸ τοῦ Μανουὴλ μοναστήριον φρουρεῖται.

Ο στρατηγός της Χίου Βεριβόης αν και δεν αναφέρεται ρητά ως Βούλγαρος, το σλαβικό του όνομα (Borivoj/Borivoje = «Λαόμαχος ~ Στρατόμαχος», boriti, voji) προδίδει την καταγωγή του και έχουμε ήδη δει τον Δαβίδ εξ Οχρίδος να είναι στρατηγός της Σάμου.

ἐξῆλθεν οὖν καὶ στόλος Ἀγαρηνῶν κατὰ τῶν Κυκλάδων νήσων. οἷς συμπλακεὶς ὁ στρατηγὸς Σάμου Γεώργιος ὁ Θεοδωροκάνος ἅμα Βεριβόῃ τῷ στρατηγοῦντι τῆς Χίου ἐτρέψατο, καὶ δώδεκα μὲν αὔτανδρα εἷλε, τὰ δὲ λοιπὰ διεσκέδασεν.

Η οικογένεια των αρχόντων του Δυρραχίου, οι Χρυσήλιοι, επειδή είχαν συμπεθεριάσει με τον τσάρο Σαμουήλ και επειδή το θέμα του Δυρραχίου ενίοτε περιγράφεται ως μέρος του ευρύτερου θέματος Βουλγαρίας προσδιορίζονται ως «Βούλγαροι»: Ένας Νικόλαος «ὁ Βούλγαρος» Χρυσήλιος αναφέρεται να έχασε το φρούριο Περκρίν κοντά στην Βαγδάτη («Βαβυλών») λόγω αμέλειας:

καὶ τὸ φρούριον τὸ λεγόμενον Περκρὶν ὁ κατέχων αὐτὸ Σαρακηνὸς Ἀλείμ, ἔγγιστα Βαβυλῶνος διακείμενον, τῷ βασιλεῖ Ῥωμαίων, ἐλπίσας πατρικιότητός τε καὶ πλείστων ἄλλων ἀμοιβῶν ἀξιωθῆναι, διὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τὴν πρὸς τὸν βασιλέα ποιησάμενος ἔντευξιν. καὶ τὸ μὲν φρούριον παρειλήφει ὁ πατρίκιος Νικόλαος ὁ Βούλγαρος, ᾧ Χρυσήλιος τὸ ἐπώνυμον, ὁ δὲ τοῦ Σαρακηνοῦ υἱὸς εἰσελθὼν ἐν Βυζαντίῳ καὶ διὰ τὸ τὸν βασιλέα συνέχεσθαι ἀρρωστήματι μηδεμιᾶς τυχὼν ἐπιστροφῆς καὶ μετὰ θυμοῦ ὑποστρέψας ἀνέπεισε τὸν γεννήσαντα ἀντιλαβέσθαι τοῦ οἰκείου φρουρίου, ὅστις λάθρᾳ τοῖς ὁμόροις Πέρσαις κοινοπραγήσας νυκτός τε τὸ φρούριον ἀπέκλεψε καὶ ἑξακισχιλίους ἄνδρας Ῥωμαίους πολεμιστὰς ἀπέκτεινε ῥᾳστώνῃ καὶ ἀμελείᾳ τοῦ κατέχοντος τοῦτο Χρυσηλίου.

Σε προηγούμενη ανάρτηση έχω αναφέρει τον αδελφό του Προυσιάνου, Αλουσιάνο που κατέληξε βυζαντινός διοικητής της Θεοδοσιοπόλεως και μεταμφιεσμένος σε Αρμένιο έφτασε στην Θεσσαλονίκη και από εκεί στον Οστροβό, για να ενωθεί με τους Βούλγαρους στασιαστές του Πέτρου Δελεάνου. Ο Δελεάνος του παρέδωσε ένα μέρος του στρατού με το οποίο ο Αλουσιάνος επειχείρησε να εκπορθήσει την Θεσσαλονίκη. Ο Σκυλίτσης λέει ότι ο Άγιος Δημήτριος πολέμησε στο πλευρό των επιχώριων Ρωμαίων έναντίον των Βουλγάρων, «εκπέμποντας φλόγες», ενώ ο πιο προσγειωμένος Κεκαυμένος γράφει ότι οι Βούλγαροι απέτυχαν εξαιτίας της στρατιωτικής απειρίας του Αλουσιάνου.

Σεπτεμβρίου δὲ μηνός, ἰνδικτιῶνος ἐννάτης τοῦ 6549 ἔτους, Ἀλουσιάνος πατρίκιος καὶ στρατηγὸς Θεοδοσιουπόλεως, ὁ τοῦ Ἀαρὼν δεύτερος υἱός [sic], ἄφνω τῆς πόλεως ἀποδρὰς τῷ Δελεάνῳ προσέρχεται ἐξ αἰτίας τοιαύτης. ἐν Θεοδοσιουπόλει καὶ γὰρ στρατηγῶν οὗτος καὶ ὡς ἄδικος κατηγορηθείς, πρὶν ἢ ἐξετάσει δοθῆναι τὰ κατ’ αὐτοῦ λεγόμενα, ἀπῃτήθη παρὰ τοῦ Ἰωάννου λίτρας χρυσίου πεντήκοντα, προσαφῃρέθη δὲ καὶ γυναικεῖον χωρίον, ὅπερ εἶχεν ἐν τῷ Χαρσιανῷ κάλλιστον. δεηθεὶς δὲ περὶ τούτου τοῦ βασιλέως πολλὰ καὶ μὴ τυχὼν ἐπιστροφῆς, πάντοθεν ἀπογνούς, στολὴν λαβὼν Ἀρμενίων, καὶ ὡς τάχα θεράπων τοῦ Θεοδωροκάνου Βασιλείου ἐς τὸν βασιλέα εἰς Θεσσαλονίκην ἀπιών, λαθὼν πάντας ἔφυγε καὶ ἐν Ὀστροβῷ διασῴζεται, ἐκεῖσε πανσυδὶ τοῦ Δελεάνου ἐστρατοπεδευμένου τυγχάνοντος. τοῦτον περιχαρῶς δεξάμενος ὁ Δελεάνος (ἐδεδοίκει γάρ, μή πως προστεθῶσιν αὐτῷ μᾶλλον οἱ Βούλγαροι ὡς εἰς βασιλικὸν αἷμα τὴν ἀναφορὰν ἔχοντι) καὶ κοινωνόν, ὡς ἐδόκει, τῆς βασιλείας παρειληφώς, στρατιὰν αὐτῷ δίδωσι χιλιάδας τεσσαράκοντα, ἀπελθεῖν κελεύσας καὶ ἐκπολιορκῆσαι Θεσσαλονίκην. ἦρχε δὲ τότε τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης Κωνσταντῖνος πατρίκιος ὁ τοῦ βασιλέως ἀνεψιός, ὃς ἀπελθὼν καὶ τάφρον περιβαλλόμενος ἐπιμελῶς εἴχετο τῆς πολιορκίας. ἐπὶ ἓξ δὲ ἡμέρας ἀποπειρασάμενος τῆς πόλεως ἑλεπόλεσι καὶ μηχαναῖς καὶ πάντοθεν ἀποκρουσθεὶς καὶ τοῖς πᾶσιν ἀπειρηκὼς διὰ προσεδρείας ἐδόκει ἀνύσαι τὸ σπουδαζόμενον. μιᾷ δὲ τῶν ἡμερῶν τῷ τάφῳ τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου προσελθόντες οἱ ἐπιχώριοι, καὶ πάννυχον ἐπιτελέσαντες δέησιν καὶ τῷ μύρῳ τῷ ἐκ τοῦ θείου τάφου βλύζοντι χρισάμενοι, ὡς ἐκ μιᾶς ὁρμῆς ἀναπετάσαντες τὰς πύλας ἐξέρχονται κατὰ τῶν Βουλγάρων. συνῆν δὲ τοῖς Θεσσαλονικεῦσι τὸ τάγμα τῶν μεγαθύμων. ἐξελθόντες δὲ καὶ τῷ ἀπροσδοκήτῳ καταπληξάμενοι τρέπουσι τοὺς Βουλγάρους, μηδ’ ὅλως πρὸς ἄμυναν ἢ ἀλκὴν στῆναι βουληθέντας, τοῦ μάρτυρος προηγουμένου τῆς Ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς καὶ τὴν πορείαν προομαλίζοντος, καθὼς ἐνωμότως διεβεβαίουν οἱ αἰχμαλωτισθέντες Βούλγαροι, λέγοντες νεανίαν ἔφιππον ὁρᾶν προηγούμενον τῆς Ῥωμαϊκῆς φάλλαγος, ἐξ οὗ πῦρ ἐξαλλόμενον ἐπυρπόλει τοὺς ἐναντίους. ἔπεσον οὖν πλείω τῶν πεντεκαίδεκα χιλιάδων, δορυάλωτοι δὲ ἐλήφθησαν οὐκ ἐλάττους τούτων. οἱ δὲ λοιποὶ αἰσχίστως σὺν τῷ Ἀλουσιάνῳ πρὸς τὸν Δελεάνον διασῴζονται.

(συνέχεια στο μέρος #5)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s