Οι αρχαίοι Μακεδόνες και η γλώσσα τους #9: Γλωσσολογικά

(συνέχεια από μέρος #8)

Το επόμενο που μένει να δούμε είναι η ακριβής θέση της μακεδονικής γλώσσας (θυμίζω ότι ψάχνουμε για δύο γλωσσικές ποικιλίες: μία «κάτω» και μία «άνω» μακεδονική διαλέκτο) εντός του ελληνο-φρυγικού κλάδου της ΙΕ οικογένειας. Για να ταξινομηθεί ως ελληνική διάλεκτος πρέπει να αποδειχθεί ότι ανέπτυξε αποκλειστικές ελληνικές γλωσσολογικές τροπές. Αντίθετα, αν αποδειχθεί ότι υπήρχαν τροπές που δεν απαντούν στην ελληνική τότε η μακεδονική πρέπει να ταξινομηθεί εκτός της ελληνικής οικογένειας.

Θυμίζω ότι η πρωτο-ελληνική και η πρωτο-φρυγική γλώσσα κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο, του οποίου οι φορείς κατεληξαν στην νότια βαλκανική περί το 2500  π.Χ. Γύρω στο 2000 π.Χ. αυτό το γλωσσικό συνεχές ανέπτυξε έναν νότιο πρωτο-ελληνικό πόλο και έναν βόρειο πρωτο-φρυγικό. Όταν εμφανίζονται οι πρώτες πινακίδες της γραμμικής Β, ο ελληνικός κλάδος έχει ήδη σπάσει σε δύο υποκλάδους (βόρειο και νότιο) σύμφωνα με την ταξινόμηση των Porzig-Risch. Η ελληνική ποικιλία ποικιλία που απαντά στις πινακίδες της γραμμικής Β ανήκει στον νότιο υποκλάδο και από αυτόν προέκυψαν η Αρκαδο-Κυπριακή και η Αττικο-Ιωνική διάλεκτοι. Τα χαρακτηριστικά που τον ξεχωρίζουν είναι το αθεματικό απαρέμφατο σε -ναι (λ.χ. αττικ-ιων. εἶναι, Αρκαδ. ἦναι) και η τάση συριστικοποίησης *ti>si (λ.χ. pòtimos > πόσιμος, γεροντία > γερονσία > γερουσία, *ewik’m.ti > εἴκοσι). Ο βόρειος υποκλάδος είναι ο πρόγονος των δωρικών, βορειοδυτικών και αιολικών διαλέκτων. Τα χαρακτηριστικά που τον ξεχωρίζουν είναι το αθεματικό απαρέμφατο σε -μεν (δωρικό ἦμεν, αιολικό ἔμμεν) και η τάση αντίστασης στην συριστικοποίηση του *ti (πότιμος, γεροντία, *ewik’m.ti > ϝἴκατι).

Porzig-Risch

Εκ πρώτης όψεως τα μακεδονικά *h3bhru- > ἀβροῦτες/ἀβρούϝες = ὄφρυες και *bher-> Βερενίκη, Ὑπερβερεταῖος ~ φερένικος, ὑπερφέρω δείχνουν ότι στην πρώτη διακλάδωση του παραπάνω σχήματος , η μακεδονική ακολούθησε την Φρυγική παρά την ελληνική (λ.χ. *bher- > φρυγ. αββερέτορ ~ φέρω, *dheh1- > αδδακέτορ ~ τίθημι, φρυγ. γεγαριτμένος ~ κεχαριτομένος). Η βαθύτερη ανάλυση των μακεδονικών όρων όμως δείχνει ότι η μακεδονική συμμετείχε σε πολλές γλωσσολογικές τροπές που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό κλάδο:

1) Πολλά μακεδονικά λήμματα δείχνουν κανονικότατα ελληνικά «φ,θ,χ» από τα ΠΙΕ *bh,dh,gh:

i) *samh2dhos > Ἄμαθος (επώνυμος μυθικός ήρωας της Ημαθίας κατά Μαρσύα)

ii) O Ησύχιος διέσωσε τους όρους:

<θορώνπηδήσας, ὁρμήσας n(p), δραμών

<θούρητραὀχεῖα

<θούριδες>· νύμφαι. Μοῦσαι. Μακεδόνες

<θούριδος ἀλκῆς>· τῆς πολεμικῆς S. ἀπὸ τοῦ θορεῖν, ὅ ἐστιπηδῆσαι (Δ 234 ..), ἀφ’ οὗ καὶ <θοῦρος> Ἄρης (Ε 507)

<θουριῶνἐνεργῶν<θοῦρον>· *πηδητικόν vgAn, ὁρμητικόν An, πολεμικόν g (Ε 30 ..).

Οι νύμφες και οι Μούσες στην Μακεδονία έφεραν τον τίτλο Θούριδες που σημαίνει «αυτές που χοροπηδούν» ~ «χορεύτριες». Η λέξη προέρχεται από την ίδια ΙΕ ρίζα *dher- «κινούμαι απότομα» που έδωσε και το θρώσκω. Το γιατί οι Μούσες ήταν «χορεύτριες» αρκεί να θυμηθούμε την τυπική εικόνα  του Απόλλωνα Μουσᾱγέτη να οδηγεί τις Μούσες στο χορό με την λύρα του:

Στην Βοιωτία όπου η λατρεία των Ἑλικωνίων Μουσών έχει λεπτομερείς ομοιότητες με την λατρεία των Πιερίδων Μούσων στην Πιερία, έχουμε το όρος Θούριον και τον ναό του Απόλλωνα Θούριου στις παρυφές του.

Mousagetes

iii) Ο άλλος όρος που διέσωσε ο Ησύχιος είναι ο Θαύλιος/Θαῦλ(λ)ος = ὁ Ἄρης ἐν Μακεδονίᾳ. Στην γειτονική Θεσσαλία το ίδιο επίθετο Θαύλιος χαρακτηρίζει τον Δία. Η λέξη προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *dhau– «στραγγαλίζω, καταβροχθίζω», που έδωσε τα ελληνικά θὼς (< θάος <θάϝ-ος) και θαῦνον. Μη ελληνικοί ΙΕ συγγενείς όροι είναι το φρυγικό δάος = λύκος και το λυδικό Κανδαύλης, το οποίο ο Ηρόδοτος μεταφράζει ως «κυνάγχης» («σκυλοπνίχτης», απαραίτητη αρετή κάθε αρχετυπικού ζωοκλέπτη όπως ο Ερμής, ο οποίος πρέπει να στραγγαλίσει τα τσομπανόσκυλα πριν προλάβουν να ειδοποιήσουν το αφεντικό τους). Το γιατί οι Μακεδόνες ονόμασαν τον θεό του πολέμου «καταβροχθιστή» μας το υπενθυμίζει το ομηρικό επίετο του θεού βροτολοιγός = «καταστροφέας των θνητών». Το επίθετο Θαύλιος για τον Δία στην Θεσσαλία επίσης δεν μας εκπλήσσει. Εκεί διατηρήθηκαν πιο πρωτόγονες μορφές λατρείας του Δία, στις οποίες ο θεός θυμίζει τον πατέρα του Κρόνο που καταβρόχθιζε τα παιδιά του. Το επίθετο Λαφύστιος του Δία στην Θεσσαλία και στην Βοιωτία σημαίνει πάντα «καταβροχθιστής».

Thaulios

iv) Το τοπωμύμιο Λείβηθρον/Λείβηθρα στην Πιερία σημαίνει «μέρος απ΄όπου αναβλύζει νερό» (λείβω) και απαντά και σε άλλα μέρη του ελληνικού κόσμου όπως η πηγή Λειβηθριάς στον Βοιωτικό Ελικώνα. To ελληνικό οργανικό (instrumental) επίθημα –θρον προέρχεται από το ΠΙΕ επίθημα *-dhrom με την ίδια λειτουργία. Αυτό με τη σειρά του ανήκει σε μια ευρύτερη κατηγορία οργανικών επιθημάτων όπως τα *-trom, *-tlom, *-dhrom, *-dhlom. To ελληνικό λουτρόν/λόετρον και το λατινικό po-lubrum σχηματίστηκαν από την ίδια ρίζα *leuh3 «πλένω», αλλά με διαφορετικά οργανικά επιθήματα ( *louh3-trom vs. *louh3-dhrom). Στο ελληνικό -τρον αντιστοιχεί το λατινικό -trum (λ.χ. ἄροτρον = aratrum), ενώ στα ελληνικά -θρον/-θλον αντιστοιχούν τα λατινικά -brum/-bulum (λ.χ. *sth2-dhlom > stabulum που εισήλθε στα ελληνικά ως στάβλος).

instrumental suffixes

v) Στην Πιερία έχουμε τον ποταμό Βαφύρα, οποίος προέρχεται από την ΠΙΕ ρίζα *gwabh– «βουτάω, βυθίζομαι» και σχετίζεται με τα βαφή, βάπτω, βάπτισμα κλπ. Θα τον ξαναναφέρω παρακάτω στην μελέτη των χειλοϋπερωικών διότι εκτός από το ελληνικότατο *bh>φ, το υδρωνύμιο δείχνει και ελληνικότατό *gwa->βα-. H φρυγική εξέλιξη του ονόματος θα ηταν **Γαβύρας/Καβύρας.

vii) H μολοσσική Άνω Μακεδονία μας δίνει τα τοπωνύμια Τύμφη και Ο[ι]σφάγος (ποταμός της Πελαγονίας, o σημερινός Semnica, που ρέει σε φαράγγι [< φάρυγξ ~ οἱσοφάγος < *bhagos] πριν χυθεί στον Εριγώνα). Η Τύμφη, όπως και τα Τυμφρηστός, Στυμφηλία, Στυμφᾱλία, ἀστεμφής προέρχονται από τη ρίζα *(s)tembh-, όπως και η λέξη τύμβος (και τα Στύβερρα της Πελαγονίας τα οποία όπως θα δείξω παρακάτω είναι αιολιάζουσα εξέλιξη της λέξης **Στύμβρια = «λόφοι»). Μετά από ρινικά ένηχα (*m,n) είναι φυσιολογική και στην Ελληνική η αποδάσυνση των ΠΙΕ ηχηρών δασέων (λ.χ. *lambh– > λαμβάνω/λάφυρο, *nebh– >νέφος/ὄμβρος, *(s)bhendh– σφόνδυλος/πενθερός):

lambano ombros

Στα παραπάνω λήμματα πρέπει να προσθέσουμε το τυπικότατο μακεδονικό όνομα Μαχάτας, το οποίο φυσικά προέρχεται από το πρωτο-ελληνικό μαχᾱτάς > αττικ-ιων μαχητής. Δίπλα σε αυτό, οι επιγραφές της Μακεδονίας και της γειτονικής Περραιβίας μας έχουν δώσει ονόματα σε-μάγα που αντιστοιχούν στα πανελλήνια -μάχη:

Makhatas Boulomaga

Να σημειωθεί η «κανονική» ελληνική μορφή Φυλομάχη, η εντελώς «ανώμαλη» περραιβική Βουλομάγα και η «υβριδική» Μακεδονική μορφή Φυλομάγα. Θα το αναπτύξω περισσότερο στο τέλος.

2) Η τροπή των ΠΙΕ χειλοϋπερωικών των Μακεδονικών λημμάτων ακολουθεί την ελληνική εξέλιξη. Αυτό είναι σημαντικό διότι γνωρίζουμε ότι τα χειλοϋπερωικά επιβίωσαν αυτούσια στην ελληνική μέχρι και το 1000 π.Χ. . Η μετέπειτα εξέλιξη ήταν σε:

– χειλικά πριν από οπίσθια φωνήεντα (α,ο) λ.χ. *h1ekwos > ἵππος, *gwous> βοῦς

-οδοντικά πριν από πρόσθια φωνήεντα (ε,ι,η) λ.χ. *kwi- τιμή, *penkwe > πέντε

– υπερωικά σε άμεση γειτνίαση με «υ» λ.χ. *gwoneh2 > gwuna > γυνή, *wl.kwos > *lokwos > lukwos > λύκος.

Στην φρυγική γλώσσα αντίθετα, τα χειλοϋπερωικά έγιναν απλά υπερωικά σε όλες τις θέσεις (*kw>k, *gw(h)>g) όπως μαρτυρούν τα *kwo- > κος (ποῖος), *penkwe> pinke (πέντε), *akwa- > akkalos (λατ. aqua), *-kwe/*ad-kwe > –ke/akke (ελλην. τε, λατιν. que/atque).

Αυτό δείχνει ότι, αντίθετα με την ερμηνεία του Crossland για απομόνωση της μακεδονικής πριν από την πρωτο-ελληνική φάση, στην πραγματικότητα έχουμε μια κοινή καινοτομία μεταξύ ελληνικών διαλέκτων και μακεδονικής η οποία πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο 1300-1000 π.Χ. , 700 χρόνια μετά την πρωτο-ελληνική φάση! Πως γίνεται λοιπόν η μακεδονική να διαχωρίζεται από την πρωτοελληνική πριν από το 2000 π.Χ. και να συμμετέχει στις ελληνικές εξελίξεις 700 χρόνια αργότερα;

Ας δούμε τα Μακεδονικά χειλοϋπερωικά. Οι λέξεις που μας ενδιαφέρουν είναι οι Βαφύρας, ἀργιόπους, αίγίποψ, Βούνομος και το τυπικό μακεδονικο όνομα Ἀέροπος.

Η καταγωγή του Βαφύρα από τη ρίζα *gwabh- έχει συζητηθεί παραπάνω. Οι λεξικογράφοι διέσωσαν δύο μακεδονικές λέξεις για τον αετό. Ο Ησύχιος γράφει:

*<ἀργιόδοντοςλευκοὺς ὀδόντας ἔχοντος (Κ 264) (A) S

<ἀργόςλευκός. ταχύς (β 11 ..)

<ἀργιόπους>· ἀετός. Μακεδόνες

<ἄργιστα>· ἐκ τῶν στεμμάτων [μέρη ὡς] διαπεπλεγμένον δίκτυον]

[<ἀργιάφης>· ὁ ἀπηρτισμένος τῷ λόγῳ]

<ἀργιφόντῃ>· καθαροφόνῳ (Β 103 v. l.)

Ἀργιόπους = ἀετός. Μακεδόνες. Η λέξη είναι σύνθετη με το συζευκτικό -i- του Caland (ἀργ-ι-όπους) όπως η λέξη ἀργ-ι-όδους  = «αυτός που έχει λευκά δόντια). Η λέξη ἀργός περιέχει το σημαντικό πεδίο των ενοιών «λευκός»,«καθαρός» ~ εναργής = διαυγής. Η έννοια «λευκός, φωτεινός» σχεδόν πάντοτε σχετίζεται και με την έννοια του «βλέπω» όπως λ.χ. η ρίζα *leuk- έδωσε τα λευκός και *λεύκ-jω > λεύσσω (λ.χ. λύκος > λύκjα >λύσσα). Το πιο γνωστό γνώρισμα του αετού είναι η ανεπτυγμένη του όραση, δηλαδή η οπτική του ενάργεια (αετομάτης, Eagle eye).

Έτσι η λέξη ἀργιόπους αναλύεται εύκολα σε *r.g’-i-h3kw-ont- «αυτός που βλέπει εναργώς» όπου βλέπουμε την ελληνικότατη τροπή του χειλοϋπερωικού της ρίζας *h3kw– «βλέπω» (λ.χ. ὀπιπεύω και ο τίτλος op-i-teukheh-eus της γραμμικής Β για «φύλακας του οπλοστασίου» ( *h3kw-> op– «βλέπω, προσέχω» και τεῦχος = όπλο).

Opiteukheheus

η λέξη ἀργιόπους = «που βλέπει με ενάργεια» πρέπει να συγκριθεί με το παρατσούκλι Ὀφθαλμίας που προσάπτει ο Λυκόφρων στον αετό, αλλά και μετο επίθετο βλοσυρῶπις = «που κοιτάει σαν αρπακτικό» (το βλοσυρός είναι ΙΕ συγγενής του λατινικού vultur = αρπακτικό από την κοινή ρίζα *gwl.tur-).

Ophthalmias

Η άλλη ενδιαφέρουσα μακεδονική λέξη για τον αετό είναι αἰγίποψ που σημαίνει αἰγοφάγος: αἰγ-ί-ποπ-ς < *h2eig’-i-pokw-s από την ρίζα *pekw– «τρώω, ετοιμάζω φαΐ, χωνεύω» που έδωσε τα ελληνικά πέψις/πεπτικός (<*pekw-tis), πέπτω/πέσσω.

Aigipops

Γιατί αἰγίποψ ο αετός; Μας το εξηγεί το παρακάτω ντοκυμαντέρ:

O Στέφανος Βυζάντιος μας πληροφορεί ότι το παλαιότερο όνομα της Μακεδονικής Πέλλας ήταν Βούνομος/Βουνόμεια το οποίο όπως και το ηπειρωτικό Βούνειμα (ουδέτερο) δείχνει την εξέλιξη *gwous> βοῦς.

Pella Bounomos

Τέλος έχουμε το όνομα Ἀέροπος. Η σημασία του είναι η ίδια με το ἠερόφωνος «του οποίου η δυνατή φωνή ακούγεται μακριά ~ ταξιδεύει στον αέρα» που αποδίδει σημασιολογικά την φράση «βοήν ἀγαθός» που συνοδεύει τους Ομηρικούς ήρωες με τη μόνη διαφορά ότι αντί για τη λέξη φωνή χρησιμοποιείται η λέξη ὄψ (λ.χ. Καλλιόπη = έχουσα όμορφη φωνή). Αλλά τα ελληνικά ὄψ και ἔπος έχουν την ίδια ΙΕ καταγωγή με το λατινικό vox από τη ρίζα *wekw .

Οι Δερρίοπες ήταν ένα από τα μολοσσικά φύλα της Πελαγονίας που εξελίχθηκαν σε Άνω Μακεδόνες. Κατοικούσαν στο δυτικό μέρος του Πελαγονικού κάμπου και οι κύριες πόλεις τους ήταν τα Στύβερρα και οι Αλαλκομεναί (< ἀλαλκεῖν = «φυλάω,προστατεύω») που φυλούσαν το στενό από το οποίο ο ποταμός εισέρχεται στον Πελαγονικό κάμπο. Αυτό το στενό μαζί με αυτό του Οισφάγου νοτιότερα ο Λίβιος τα ονομάζει fauces Pelagoniae («τα στενά της Πελαγονίας»). Το όνομα Δερρίοπες πιθανόν σημαίνει «Φύλακες των στενών» (δερϝ-ί-οπ-ς < *δέρϝα = τράχυλος, λαιμός, μεταφορικά «στενό» + *h3ekw = «βλέπω, επιβλέπω, φρουρώ» που συζητήθηκε παραπάνω στο ἀργιόπους). Το LSJ ετυμολογεί το λήμμα δέρϝα από την ρίζα *gwerh3- που έδωσε τα βιβρώσκω, βάραθρον, ζέρεθρον. Αν ναι τότε το Δερρίοπες δείχνει την διαφορετική τροπή των χειλοϋπερωικών της ελληνικής: *gwerw-i-h3kw-s ~ δερρίοπ-ς.

Με άλλα λόγια, η εξέταση των χειλοϋπερωικών δείχνει ότι οι μακεδονικές διάλεκτοι συμμετείχαν στις γλωσσολογικές διαδικασίες που καθόρισαν την εξέλιξη των χειλοϋπερωικών στην ελληνική γλώσσα κατά τους τελευταίους αιώνες της 2ης π.Χ. χιλιετίας. θυμίζω ότι στην γραμμική Β απαντούν και οι δύο μορφές qa-si-re-u (gwasileus) και pa-si-re-u (basileus) της λέξης βασιλεύς.

gwasileus

Αφού εξήγησα τα «κανονικά» χειλοϋπερωικά τότε πρέπει να πω δυο λόγια για τα πιο περίεργα.

Τα ανθρωπωνύμια Ἱκκότᾱς και Ἱκκότιμος στην Μακεδονία δείχνουν ύπαρξη της διαλεκτικής μορφής ἵκκος αντί για ἵππος (< *h1ekwos). Το όνομα Ἵκκος έχει απαντηθεί επιγραφικά στην Επίδαυρο και ήταν το όνομα ενός διάσημου ολυμπιονίκη από τον Τάραντα.

Hikkotimos

Ένα μακεδονικό λήμμα που κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι ελληνικό είναι το λήμμα του Ησύχιου:

<γόρυνος>· μικρὸς βάτραχος

<γοτάνὗν. Μακεδόνες

<γορός>· κυρτός vgn

Γότᾱς = ὕς = γουρούνι, μακεδόνες. Ακόμα και αν συσχετιστεί με το ελληνικό βοτόν έχουμε μη ελληνική τροπή του χειλοϋπερωικού *gw. Επιπλέον, ο Vladimir Orel το συνέδεσε με το αλβανικό gak = αγριογούρουνο (< PA *gauka < PIE *gwou-kos). Αν δεκτούμε την δεύτερη ετυμολογία τότε ο όρος μπορεί να είναι παιονικός μιας και η μονοφθογγοποίηση *ou>o εμφανίζεται στο Παιονικό Δόβηρος (< *dhoub-eros) που ίσως επιβιώνει στο σημερινό όνομα Δοϊράνη (< σλαβ. Dovir-ane «κάτοικοι Δοβήρου»).

gak Gotas

Ένα επιγραφικό εύρημα που δείχνει ότι η Μακεδονική ήταν βόρεια ελληνική διάλεκτος ήταν το αθεματικό απαρέμφατο ἀνατιθήμειν αντί του αττικο-ιωνικού ἀνατιθέναι σε μία κατά τα άλλα γραμμένη σε αττική κοινή επιγραφή του 3ου μ.Χ. αιώνα:

anatithemen

Hatzo ανατιθήμειν

Τέλος, τα ονόματα Κόρρᾱγος, Κορράτᾱς, Κορράβων, Ἄγερρος, τα τοπωνύμια Γένδερρος και Στύβερρα και τα εθνικά Ἐρδάρριος και Βιστύρριος δείχνουν ένα φαινόμενο της αιολικής διαλέκτου. Στην Θεσσαλία και στην Λέσβο η άτονη συλλαβή -ρι- έγινε πρώτα -ρj- και τελικά -(ε)ρρ- με ένα αναπτυχθέν -ε- μπροστά για την διάσπαση του προκύψαντος πολυσυμφωνικού συμπλέγματος.

Στην Σαπφώ οι λέξεις μέτριος και ἀλλότριος απαντούν σαν μέτερρος και ἀλλότερρος, ο περίοχος έγινε πρώτα πέρjοχος και τελικά πέρροχος, ενώ στην Θεσσαλία έχουμε τις μορφές Πέρρανδρος και Ἐρραίνας αντί για Περίανδρος και Ἐρί-αινος = Πολύ-αινος. Τέλος τα ρήματα φθείρω (<φθέρ-jω και ἀγείρω (<ἀγέρ-jω) απαντούν στην αιολική διάλεκτο σαν φθέρρω και ἀγέρρω αντίστοιχα.

Τα ελληνικά ονόματα σε κορρ- και την σχέση τους με τη λέξη κοίρανος και την ΙΕ ρίζα *korjos = στρατός, τα έχω εξηγήσει αλλού.

Εδώ θα εξηγήσω το μακεδονικό όνομα Άγερρος. Στα διάφορα ελληνικά μέρη ο μήνας Ἀγριώνιος/Ἀγριάνιος ήταν αφιερωμένος στον Διόνυσο Ἄγριο. Στην Ερεσό της Λέσβου, ο μήνας απαντά με τη μορφή Ἀγερράνιος σύμφωνα με την αιολική διαλεκτική συνήθεια που περιέγραψα παραπάνω. Αυτό ώθησε τον Χατζόπουλο να εξηγήσει το μυστήριο μακεδονικό όνομα Ἄγερρος σαν μακεδονική διαλεκτική παραλλαγή του Ἄγριος.

Agerros

Τα Στύβερρα, όπως ανέφερα και πιο πάνω προέρχονται από την πληθυντική μορφή της λέξεως **Στύμβριον = λόφος (τα Στύ(μ)βρια > Στύβερρα), ενώ όποια και εάν είναι η ετυμολογία του άγνωστου θέματος του τοπωνυμίου Γένδερρος, η κατάληξη -ερρος φαίνεται να είναι αιολική παραλλαγή της -ριος.

Με άλλα λόγια, εξετάζοντας υπομονετικά το γλωσσολογικό υλικό από την Μακεδόνία, προκύπτει εντελώς αβίαστα το συμπέρασμα ότι, αντίθετα με την ερμηνεία του Crossland, η Μακεδονική έχει συμμετάσχει σε ένα σωρό αποκλειστικές γλωσσολογικές τροπές που χαρακτηρίζουν την ελληνική γλώσσα και δεν μπορεί να είναι μια γλώσσα που ξέκοψε πριν από τον σχηματισμό της πρωτο-ελληνικής γλώσσας.

Η συνειδητοποίηση αυτού του συμπεράσματος μας αναγκάζει να εστιάσουμε την προσοχή μας στα μακεδονικά «β,δ,γ» αντί των ελληνικών «φ,θ,χ» όχι σαν απευθείας καταγώμενα από τα ΠΙΕ *bh,dh,gh (όπως λ.χ. στην φρυγική), αλλά σαν προϊόντα δευτερογενούς ηχηροποίησης.

Αυτό θα είναι το θέμα την επόμενης ανάρτησής μου.

(συνέχεια στο μέρος #10)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s