Οι αρχαίοι Μακεδόνες και η γλώσσα τους #1: προλεγόμενα

Το ζήτημα της γλώσσας και της εθνοτικής ταυτότητας των αρχαίων Μακεδόνων είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και αμφιλεγόμενα θέματα της αρχαίας βαλκανικής ιστορίας. Υπήρξε το σημείο τομής και συγκρούσεως αμφιλεγόμενων αρχαίων μαρτυριών, σύγχρονων εθνικών προπαγανδιστικών ανταγωνισμών και διαφορετικών εξελικτικών φάσεων τόσο της εθνολογίας όσο και της γλωσσολογίας. Πριν περιγράψω το θέμα της γλώσσας, νομίζω ότι πρέπει να πω δυο λόγια για τα προαναφερόμενα. Το σύγχρονο ενδιαφέρον για τους αρχαίους Μακεδόνες πρέπει αμέσως να διαχωριστεί σε «Ευρωπαϊκό» και «Βαλκανικό». Το ενδιαφέρον της δυτικής Ευρώπης προέκυψε από την άνθηση των κλασικών σπουδών που προκάλεσε η μετάβαση στην νεωτερικότητα (μέσα 18ου αιώνα).  Η φύση του ενδιαφέροντος αυτού αρχικά ήταν ρομαντική/αρχαιοδιφική (ο Μέγας Αλέξανδρος και οι κατακτήσεις του ήταν ανέκαθεν ένα από τα «συναρπαστικά» θέματα της ιστορίας), αλλά με τον καιρό απέκτησε και μία πιο «πεζή»/επιστημονική χρειά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα όταν ο Von Ranke προσπάθησε να θεμελιώσει την κριτική ιστοριογραφία και οι νεογραμματικοί την γλωσσολογία σαν επιστήμη. Αυτή η μετάβαση από την «ρομαντική αρχαιοδιφία» στην «πεζή/κριτική αρχαιογνωσία» φαίνεται ξεκάθαρα σε ένα παράδειγμα που αναφέρει ο γερμανός ιστορικός Hermann Bengtson στο βιβλίο του Griechische Geschichte: von den Anfängen bisin die römische Kaiserzeit” (1977): το 1880 ο γερμανός ιστορικός Schmidt τοποθέτησε τον Περικλή «στο ζενίθ όλης της αρχαίας ή κλασικής εποχής, αποτελώντας, με την προσωπικότητα και το έργο του, ένα από εκείνα τα παλιρροιακά κύματα πολιτισμού, που το ένα μετά το άλλο ωθούν τον άνθρωπο προς τους υψηλότερους στόχους και προς την πιο κατάμεστη ολοκλήρωσή του». Το 1884, ο Julius Beloch, στο βιβλίο του “Die attisce Politik seit Perikles”, παρείχε μια πιο αυστηρή και κριτική εκτίμηση του Περικλή στην οποία δεν αναγνώρισε ούτε τον μεγάλο ηγέτη κράτους, ούτε τον μεγάλο στρατιωτικό ηγέτη, αλλά μόνον τον σημαντικό πολιτικό. Ο Bengtson στη συνέχεια μας πληροφορεί ότι η εκτίμηση των σημερινών ιστορικών  κυμαίνεται ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα. H υπέρμετρη αυστηρότητα του Beloch ήταν μια αντίδραση στον υπέρμετρο ρομαντισμό των προηγούμενων μελετητών που αποσκοπούσε στην ανάγκη διαφοροποίησης μεταξύ ρομαντικής αρχαιοδιφίας και κριτικής ιστοριογραφίας της κλασικής περιόδου. Το άλλο επιστημονικό ρεύμα που αναφέρθηκε ήταν αυτό των ινδο-ευρωπαϊστών γλωσσολόγων, οι οποίοι ενδιαφερόταν για τις νεκρές ΙΕ γλώσσες της αρχαιότητας. Και εδώ έχουμε πρώτα μια «νηπιακή» κατάσταση στον κλάδο μέχρι την δεκαετία του τριάντα, έπειτα μια «εφηβική» μέχρι τη δεκαετία του 60 και, τέλος, μια «ενηλικιωμένη» πλέον κατάσταση τα τελευταία 40 χρόνια. Το Βαλκανικό ενδιαφέρον για τους αρχαίους Μακεδόνες ήταν διαφορετικής φύσεως. Η λόγια τάξη που προέκυψε από τον βαλκανικό διαφωτισμό κληρονόμησε την ρομαντική οπτική για την κλασική εποχή των ευρωπαίων δασκάλων της, την οποία όμως αντί να μετατρέψει σε κριτική ιστοριογραφία, την μπόλιασε με τον ρομαντικό εθνικισμό που συνόδευε την δημιουργία των νεωτερικών βαλκανικών εθνοτικών ταυτοτήτων. Με την δημιουργία των Βαλκανικών κρατών οι εθνοτικές (ethnic) ταυτότητες μετατράπηκαν σε εθνικές (national) και με την έναρξη των εθνικών ανταγωνισμών, ο ρομαντικός εθνικισμός μετατράπηκε σε προπαγάνδα. Η ετερογενής και ετερόγλωσση Μακεδονία των τελών του 19ου αιώνα έγινε το μήλον της έριδος Ελλάδος και Βουλγαρίας και, σε μικρότερο βαθμό, της Σερβίας και της Ρουμανίας. Η εθνικές ιστοριογραφίες εκείνη την περίοδο είχαν διπλή αποστολή. Απο τη μια έπρεπε να παράξουν μια «θελκτική» ρομαντική εκδοχή της ιστορίας η οποία θα είλκυε τους πληθυσμούς προς αυτήν και, από την άλλη, έπρεπε να παράξουν μια «σοβαροφανή» εκδοχή της ιστορίας η οποία θα έδειχνε στον υπόλοιπο κόσμο το «δίκαιον» ιδιοκτησίας. Στην περίπτωση της Ελλάδος, το «δίκαιον» που επινοήθηκε ήταν το χρονολογικό πρωτείο. Οι αρχαίοι Μακεδόνες παρουσιάστηκαν σαν αρχαίο ελληνικό φύλο και, κατά συνέπεια, οι σύγχρονοι ελληνόφωνοι Ρωμιοί της Μακεδονίας συνέχιζαν να ομιλούν την γλώσσα των Ελλήνων προγόνων τους, ενώ οι αλλόγλώσσοι πληθυσμοί της Μακεδονίας ήταν εκσλαβισθέντες και εκβλαχισθέντες/εκλατινισθέντες απόγονοι των τελευταίων. Ο Μακεδόνας Βούλγαρος Βασίλ Τσεκαλάρωφ περιγράφει την ελληνική προπαγάνδα στο ημερολόγιό του:

Αν και είχαμε πει να είμαστε κρυφά, παρ’ όλα αυτά όλοι μας κατάλαβαν, ακόμα-ακόμα και ο γραικομάνος παπάς Γκέρμαν ζήτησε να έρθει σε μας. Του επιτρέψαμε να έρθει. Αυτός ο αδελφός σε τέτοιο βαθμό είχε εξελληνιστεί, που άρχισε να μας μιλά και μια βουλγαρική λέξη έλεγε και δύο ελληνικές. Αναφερθήκαμε στο ζήτημα της εθνικότητάς του, αυτός προσπάθησε με κάθε τρόπο να μας αποδείξει ότι είμαστε Έλληνες! Αφού απέτυχε να παρουσιάσει τα στοιχεία που του ζητήσαμε, άρχισε να αναπτύσσει την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Μακεδόνα, ότι δεν είμαστε ούτε Έλληνες ούτε Βούλγαροι, αλλά είμαστε Μακεδόνες, χωρίς να σκεφτεί ότι στη Μακεδονία έχει και Τούρκους και Εβραίους και πολλά άλλα έθνη. Κάποιος που δεν γνωρίζει την ιστορία και αρχίσει να σου κάνει κήρυγμα για αυτήν είναι πολύ αστείο! Δεν θέλαμε να μπούμε σε περισσότερες διαμάχες μαζί του και γι’ αυτό τον σταματήσαμε.

Το αστείο είναι ότι μέχρι το 1850, μεγάλο μέρος των λογίων του νεοελληνικού κράτους πίστευε ότι οι Μακεδόνες ΔΕΝ ήταν ελληνικό φύλο! Παραθέτω Παπαρρηγόπουλο «πριν» (1849) και «μετά» (1853):

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1849): “Η Μακεδονική εποχή δύναται ευλόγως να διακριθή από της Ελληνικής, διότι το Μακεδονικόν έθνος εξεπλήρωσεν, εν τη Γενική Ιστορία, εντολήν άλλην παρά το Ελληνικόν“.

Παρακάτω, αναφερόμενος στη μάχη της Χαιρώνειας, γράφει ότι συγκρούσθηκαν οι Έλληνες με τους Μακεδόνες. [ Κων. Παπαρρηγόπουλος, “Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας”, 1849, σ. 191-193 & 235-236]

* διευκρίνηση για τον Παπαρρηγόπουλο: 4 χρόνια μετά (1853) στην πρώτη, μονότομη, έκδοση της “Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους”, άλλαξε στάση και πολέμησε αυτή την θέση, κάνοντας λόγο για ελληνικότητα του αρχαίου Μακεδονικού κράτους και για “Μακεδονικό Ελληνισμό”: “Οι Μακεδόνες, αν και μη αναφερόμενοι εις τους αρχαιοτάτους χρόνους της Ελληνικής ιστορίας, ήσαν όμως Έλληνες” Στη μάχη της Χαιρώνειας αντίπαλοι ήταν ο Φίλιππος και οι Αθηναίοι με τους Θηβαίους (όχι πλέον οι “Μακεδόνες” με τους “Έλληνες”). [Κων. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Η πρώτη μορφή:1853, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, 1970, σ. 75-76]

Ακόμα πιο αστείο είναι ότι και αυτή η άποψη είναι επίσης καινοτομική ως προς αυτές που βρίσκουμε στον πρώιμο νεοελληνικό διαφωτισμό, όπως λ.χ. στην «Νεωτερική Γεωγραφία» των Φιλιππίδη και Κωσταντά όπου διαβάζουμε:

ΝεωΓεω Μακ

… για μια ευρύτατη αρχαία Μακεδονία που περιελάμβανε στα εδάφη της και την «Αρβανιτιά» (Αλβανία) και συνόρευε στο βορρά με Δαλματία και Βοσνία (μάλλον είχαν κατά νου την ρωμαϊκή Επαρχία Μακεδονίας) της οποίας οι πρώτοι (αρχαίοι) κάτοικοι «ήταν εκείνοι που ήταν και της Ελλάδος», των οποίων η θρησκεία «ήταν αυτή με τα λοιπά έθνη της Ελλάδος» και «είχε κάθε άδικο λοιπόν ο Δημοσθένης να λέγη τους Μακεδόνας βαρβάρους. Μάλιστα τότε αυτό το επώνυμο άρμοζε περισσότερο εις τους Αθηναίους παρά εις τους Μακεδόνας». Θα εξηγήσω αυτήν την παράλογη πεποίθηση παρακάτω.

Ούτε φυσικά οι συγγραφείς της «Νεωτερικής Γεωγραφίας» εκφράζουν πάγιες/παραδοσιακές πεποιθήσεις, γιατί πριν την δημιουργία της «ευρωπαϊκής κοινωνίας του Λεβάντε», οι ραγιάδες δεν είχαν καμμία απολύτως γνώση ή έγνοια για τους αρχαίους κατοίκους της βαλκανικής. Οι ειδωλολάτρες Έλληνες ήταν για τους περισσότερους χριστιανούς ραγιάδες «άτιμοι και κακοί» λόγω θρησκείας, αλλά «αντρειωμένοι και γιγάντιοι» επειδή κουβαλούσαν αυτά τα πελώρια «παλιολιθάρια», που ζούσαν εδώ «πριν από την Παναγιά και το Χριστό» και «πριν από τους πρωτόπλαστους» και οι οποίοι ή εξαφανίστηκαν από την ιστορία επειδή ο θεός έστειλε «κουνούπια με σιδερένιες μύτες» για να τους τιμωρήσει ή τα μάζεψαν και πήγαν στην Φραγκιά, όπου ζουν σήμερα οι Φράγκοι απόγονοί τους, οι οποίοι έρχονται σήμερα και προσκυνούν τα «παλιολιθάρια».

[σελ. 34] Στα Κράβαρα κατοίκησαν Έλληνες, μεγάλοι, αντρειωμένοι. Σε λίγο όμως έπεσαν φοβερά κουνούπια, με μύτες σιδερένιες που κυνηγούσαν κι εθανάτωναν τους Έλληνες, ώσπου αναγκάστηκαν όσοι είχαν απομείνει να φτιάσουν μεγάλα πιθάρια και να θαφτούν μέσα εκεί ολοζώντανοι. Κι έτσι αφανίστηκε από τα Κράβαρα η πρώτη γενιά, η μεγάλη, η αντρειωμένη. ΑΙΤΩΛΙΑ (Κράβαρα Ναυπακτίας), 19ος αι.

Πηγή: Ν.Γ. Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του Ελληνικού Λαού. Παραδόσεις 2, 1904, σελ. 730 (από τον Α. Καρκαβίτσα).

[σελ. 38-9]

Στους βοσκούς γύρω από το ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες ζει ακόμα σήμερα το όνομα των Ελλήνων. Με αυτό το όνομα χαρακτηρίζουν καθετί που πιστεύεται ηρωικό και γιγάντιο. Για τον εαυτό τους κάθε άλλο παρά που θαρρούν πως είναι οι κληρονόμοι της δόξας των παλαιών κατοίκων. Η απλοϊκή σκέψη αυτών των βοσκών θεωρεί τους Έλληνες προγόνους των Φράγκων, ξένους τεχνίτες που κάποτε κρατούσαν τον τόπο αυτόν. Έτσι εξηγεί γιατί οι Ευρωπαίοι ταξιδεύουν στα μέρη αυτά και δίνουν τόση σημασία σε ό,τι έχει απομείνει από εκείνους.

ΑΡΚΑΔΙΑ, 19ος αι. Πηγή: Ο.Μ. von Stackelberg, Der Apollotempel zu Bassae in Arkadien, 1826, σελ. 14.

[σελ. 39]

Ο ζήλος των Άγγλων περιηγητών, των «μυλόρδων», να τα δουν όλα βιαστικά, να τα σχεδιάσουν και, αν μπορούν, να πάρουν μαζί τους καμιάν αρχαιότητα ή τουλάχιστο ένα κομμάτι μάρμαρο, έγινε αφορμή στους Καστρινούς [=κάτοικοι των Δελφών] να σχηματίσουν την ακόλουθη παράδοση: οι Μυλόρδοι δεν είναι χριστιανοί, γιατί κανείς ποτέ δεν τους είδε να κάνουν το σταυρό τους. Η γενιά τους είναι από τους παλιούς ειδωλολάτρες τους Αδελφιώτες, που φύλαγαν το βιό τους σ’ ένα κάστρο που το ’λεγαν Αδελφούς [=Δελφούς], από τους δυο αδελφούς τα βασιλόπουλα που το ’χτισαν. Όταν η Παναγία και ο Χριστός ήρθαν σ’ αυτούς τους τόπους και όλοι οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν χριστιανοί, οι Αδελφιώτες σκέφτηκαν πως ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να φύγουν• κι έφυγαν στη Φραγκιά και πήραν και όλα τα πλούτη τους μαζί. Απ’ αυτούς είναι οι Μυλόρδοι, και έρχονται τώρα εδώ και προσκυνούν αυτά τα λιθάρια.

ΦΩΚΙΔΑ (Δελφοί), 19ος αι. Πηγή: H.N. Ulrichs, Reisen und Forschungen, σελ. 123 κ.ε.

Μετά την παρουσίαση της εξέλιξης των νεοελληνικών απόψεων για τους αρχαίους Μακεδόνες θα πω δυο λόγια και για την εξέλιξη των νεοβουλγαρικών απόψεων. Σήμερα, οι Βούλγαροι χλευάζουν τους αρχαιόπληκτους πρώην ομοεθνείς τους από τη Μακεδονία επειδή πιστεύουν ότι δεν είναι ούτε Βούλγαροι ούτε Σλάβοι, αλλά εκσλαβισθέντες απόγονοι των Μακεδόνων του Αλεξάνδρου, τον οποίο πλέον οι Βούλγαροι αναγνωρίζουν σαν “грък”, δηλαδή Έλληνα. Έτσι ο Βούλγαρος δημοσιογράφος μιλώντας με έναν συμπαθή πλην όμως ανίδεο σλαβομακεδόνα στο σημείο [02:05] του παρακάτω βίντεο δείχνει το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου λέγοντας «μα αυτός είναι грък!» και η απάντηση του σλαβομακεδόνα (σε μισά αγγλικά μισά σλαβομακεδονικά) είναι Bullshit, καθόλου грък!”.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Ο γνωστός ιστορικός Traian Stoianovich ( γεννημένος στην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία -τότε «Νότιο Σερβία» και κατά συνέπεια ανέπτυξε Σερβική συνείδηση) μας πληροφορεί ότι κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, οι Βούλγαροι αξιωματικοί παρότρυναν τους στρατιώτες τους σε μάχη ζητώντας τους «να αναβιώσουν την φήμη του τρανού Βούλγαρου, του Μεγαλέξανδρου!»:

Stoianovich BulgAlex

ενώ, πιο πριν, τον 19ο αιώνα έχουμε πιο hardcore καρακιτσαρίστικους ισχυρισμούς εφάμιλλους αυτών που σήμερα οι Βούλγαροι χλευάζουν:

Ο μαθητής του [Βενέλιν] Ρακόφσκι (1818-1868) υποστήριξε σε έργο του (1859) για την καταγωγή των Βουλγάρων ότι ο Ολύμπιος Ζευς, ο Δημοσθένης, ο Μέγας Αλέξανδρος,ο βασιλιάς των Φράγκων Κλόβις, ως και ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης, ήταν όλοι Βούλγαροι. Απέδιδε ακόμη στους Βούλγαρους τους Ορφικούς Ύμνους και ισχυρίστηκε ότι σ΄αυτούς δίδαξε το χριστιανισμό ο απόστολος Παύλος. Ο Βέρκοβιτς (1827-93), δάσκαλος από τη Μακεδονία, ο οποίος συνέγραψε στα ρωσικά μια Εθνογραφία της Μακεδονίας κι εμφανίστηκε στη Ρωσία ως αυθεντία για τη Μακεδονία, «ανακάλυψε»μακεδονικές ωδές για τον Μέγα Αλέξανδρο καθώς και ύμνους για τον Ορφέα. Ο Κρστοβιτς και άλλοι πρόσθεσαν τη δική τους συμβολή στη μυθολογία αυτή. Ο Αριστοτέλης, υποστήριξε ο Κρστοβιτς, μιλούσε βουλγαρικά αλλά έγραψε στα ελληνικά για χάρη των βαρβάρων του νότου.

σελ. 22-3 από το βιβλίο του Dakin Douglas «O Ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία: 1897-1913» (IMXA, πρώτη έκδοση στα αγγλικά 1966, πρώτη ελληνική μετάφραση 1996)

Με άλλα λόγια, στα Βαλκάνια γινόταν της τρελής. Στην Ευρώπη τα πράγματα ήταν καλύτερα, αλλά οι γνώσεις της εποχής για την αρχαία Μακεδονία ήταν πενιχρές. Μόλις είχαν εκδοθεί οι πρώτες επιγραφές από την Μακεδονία σε αττική κοινή και επειδή σχεδόν όλες ήταν από την ρωμαϊκή περίοδο, δεν είχαν τίποτε να πουν για την μητρική γλώσσα των Μακεδόνων πριν την υιοθέτηση της ελληνιστικής κοινής. Για την άντληση γλωσσολογικών πληροφοριών χρησιμοποιήθηκαν οι λεγόμενες «γλώσσες», δηλαδή τα λήμματα που οι λεξικογράφοι της ύστερης αρχαιότητας διέσωσαν ως Μακεδονικά. Αν και οι περισσότερες λέξεις έδειχναν συνάφεια με την ελληνική, ωστόσο παρατηρήθηκε ότι συχνά τα μακεδονικά λήμματα περιέχουν τα γράμματα «β,γ,δ» (τα οποία κατά την κλασική εποχή τυπικά απέδιδαν τους ηχηρούς κλειστούς φθόγγους [b,d,g]) εκεί που τα ελληνικά ανάλογα είχαν «φ,χ,θ» (γράμματα που κατά την κλασική εποχή τυπικά απέδιδαν τους άηχους δασείς φθόγγους [ph,th,kh]) που ηχούσαν όπως τα αντίστοιχα αρκτικά γράμματα των λέξεων pen,ten, can της αγγλικής, τα οποία προφέρονται σωστά όταν βάζοντας το χέρι μας κοντά στο στόμα νιώσουμε ένα ρεύμα αέρα να τα συνοδεύει (δάσυνση). Επειδή είμαστε σε μια εποχή όπου οι Νεογραμματικοί υποστηρίζουν την μη παραβατικότητα των γλωσσολογικών νόμων (“Ausnahmslosigkeit der Lautgesetze”) με θρησκευτική ευλάβεια, αλλά και φανατισμό (ήταν ένα αναγκαίο βήμα για την μετατροπή της γλωσσολογίας από χόμπυ λογίων σε επιστήμη) η συγκεκριμένη φωνολογική απόκλιση θεωρήθηκε ενδεικτικό διαφορετικής φυλογενετικής καταγωγής μεταξύ της Μακεδονικής και του σώματος των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων. Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές απόψεις της εποχής για την εθνοτικότητα εν γένει δεν ήταν και οι ορθότερες. Ο Herder στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αναγνώρισε την γλώσσα σαν το βασικότερο Volksgeist (ιδιάζον χαρακτηριστικό ενός λαού). Οι γερμανοί φυλετιστές του 19ου αιώνα θεωρούσαν ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι βιολογικά καθοριζόμενη και, κατά συνέπεια, η εθνοτικότητα ήταν μια «ουσία» του αίματος η οποία μπορεί να «κληρονομηθεί», μπορεί να «διατηρηθεί», μπορεί να «νοθευτεί», αλλά δεν μπορεί να «αποκτηθεί». Το πάντρεμα των δύο θεωριών δημιούργησε μια τάση στην Ευρωπαϊκή διανόηση του 19ου αιώνα σύμφωνα με την οποία η γλωσσολογική απόκλιση ήταν πρακτικά ισοδύναμη της ετερότητας του αίματος!  Ανωμαλίες της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας εξηγήθηκαν σαν «Ιλλυρικές» επιδράσεις (όχι γιατί υπήρχαν στοιχεία ότι ήταν τέτοιες, αλλά επειδή η άγνωστη Ιλλυρική γλώσσα ήταν ένας βολικός κάδος απορριμμάτων για τις ελληνο-λατινικές ανωμαλίες που φαινόταν να διαψεύδουν τους «απαραβίαστους» γλωσσολογικούς κανόνες. Θα δώσω τρία ενδεικτικά παραδείγματα:

Για να εξηγηθούν ορισμένες «ανωμαλίες» της Λακωνικής διαλέκτου (που παρεπιπτώντως θύμιζαν τις αντίστοιχες Μακεδονικές) προτάθηκε ότι ένα από τα υποφύλα των Δωριέων, οι Υλλείς, ήταν Ιλλυρικό και ακολούθησε τους Δωριείς στην κάθοδό τους, ενώ το «Ιλλυρικό» αίμα προτάθηκε από τον Karl Otfried Müller για να εξηγήσει την «πολιτισμική και πνευματική καθυστέρηση των Θεσσαλών» μέσα από την παράδοση που θέλει τους Θεσσαλούς να έρχονται από την Ήπειρο.

Panillyrianism

Αυτή η τάση συσχέτισης γλώσσας και αίματος δεν μπορούσε να μην εφαρμοστεί στους Μακεδόνες. Ο ίδιος ο Müller που θεωρούσε τους Θεσσαλούς «διανοητικά καθυστερημένους» εξαιτίας του «Ιλλυρικού» τους αίματος γράφει για τους Μακεδόνες ότι χρησιμοποιούσαν μια «μπάσταρδη» (mongrel) Ελληνο-Ιλλυρική γλώσσα και «μην μπορώντας να προφέρουν» τα ελληνικά φ,θ,χ «ίσως εξαιτίας κάποιας ιδιαιτερότητας του Ιλλυρικού έθνους» τα απέδιδαν σαν β,δ,γ στην γλώσσα τους:

Muller Macedonian

Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα η φυλετιστική/βιολογική θεώρηση της εθνοτικότητας και η ταύτιση γλώσσας και «φυλής» που κυριαρχούν τον 19ο αιώνα: Η αρχικά Ιλλυρική γλώσσα των Μακεδόνων «νοθεύθηκε» από παλιά με ελληνικές λέξεις τις οποίες όμως οι Μακεδόνες «δεν μπορούν να προφέρουν ορθά» όσο κι αν προσπαθούν διότι το «αίμα» τους είναι Ιλλυρικό. Με άλλα λόγια, η Ιλλυρική «φύση» ευθύνεται για την «πνευματική καθυστέρηση» των Θεσσαλών και για την «κακοφωνία» των Μακεδόνων (και εν μέρει των Λακώνων).

Για να καταλάβετε μέχρι πότε επιβίωσαν τέτοιες φυλετιστικές (ο αγγλικός όρος είναι primordial, essential) θεωρήσεις της ιστορίας, το 1963 σε μια διάλεξη στο πανεπιστήμιο του Cincinnati, o Romilly JH Jenkins, ένας από τους μεγαλύτερους Βυζαντινολόγους της εποχής του αποδίδει την «πνευματική παρακμή» των μεσαιωνικών και νέων Ελλήνων «στην αποτυχία [failure] των αρχαίων Ελλήνων να διατηρηθούν φυλετικά καθαροί» και στην «τελική απώλεια ισορροπίας στην αρμονική ανάμειξη των δύο «φυλών» – μεσογειακής και νορδικής- η οποία κατά την κλασική περίοδο κατάφερε να δημιούργησει τόση δόξα και ευγένεια και τόση δημιουργική τέχνη και διανοητικό μεγαλείο».

Jenkins

Δεν είναι τυχαίο ότι οι εθνολόγοι σήμερα αναγνωρίζουν τον Fredrik Barth σαν τον πατέρα της σύγχρονης εθνολογίας που έχει καταφέρει να αποδεσμευθεί τελειώς από την έννοια του «αίματος» και εξετάζει πλέον την εθνοτικότητα όχι σαν αέναη βιολογική σταθερά, αλλά σαν ευμετάβλητο και πολλές φορές εφήμερο κοινωνικό κατασκεύασμα που αποσκοπεί στην εκπλήρωση συγκεκριμένων στόχων (instrumentalism)όπως η κοινωνική ανέλιξη και η σφυρηλάτηση επωφελών συμμαχιών. Το πρώτο έργο του Barth που σηματοδότησε την νέα εποχή ήταν η εισαγωγή του στο βιβλίο “Ethnic Groups and Boundaries” (1969). Όλα τα βιβλία εθνολογίας που έχω το αναγνωρίζουν σαν «πρωτοπόρο» και γι΄αυτό σε κάποια φάση το αγόρασα. Η αλήθεια είναι πως όταν το διάβασα δεν βρήκα κάτι το εκθαμβωτικά ιδιαίτερο και αυτό γιατί είχα ήδη διαβάσει 2 βιβλία «γενικής εθνολογίας» και  5 βιβλία «εφαρμοσμένης εθνολογίας» για την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, γραμμένα από το 1986 μέχρι το 2009. Με άλλα λόγια, είχα ήδη πάρει από τους «διαδόχους» του Barth αυτό που πρώτος ο Barth πρότεινε. Για να καταλάβει κανείς την πρωτοπορία του Barth πρέπει να τον δει έχοντας πρώτα δει αυτό που υπήρχε πριν από αυτόν, όπως η παραπάνω διάλεξη του Jenkins λίγα μόλις χρόνια πριν το “Ethnic Groups and Boundaries”.

Σε αυτό λοιπόν το σημείο πρέπει να παραθέσω ορισμένα βασικά συμπεράσματα:

1) Η εθνοτική ταυτότητα των αρχαίων Μακεδόνων και η γλωσσική τους ταυτότητα δεν πρέπει να ταυτίζονται αυτομάτως. Αυτό σημαίνει πως όποιος επιθυμεί να εντρυφήσει στο θέμα πρέπει να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς ψάχνει. Η εθνοτική ταυτότητα των Μακεδόνων, που μεταφράζεται συνήθως στην ερώτηση «ήταν ή δεν ήταν Έλληνες οι Μακεδόνες», είναι κάτι που πρέπει να αναζητηθεί μόνον στις φιλολογικές μαρτυρίες σε εκείνα τα χωρία όπου γίνεται η διαπραγμάτευση, συσχέτιση ή αντιπαράθεση των ταυτοτήτων «Έλληνες» και «Μακεδόνες». Σε αυτήν την μελέτη είναι επίσης απαραίτητη η συνειδητοποίηση τόσο της υποκειμενικότητας όσο και της δυναμικότητας (μεταβολή στο χρόνο) των δύο ταυτοτήτων. Για την γλωσσολογική ταυτότητα των Μακεδόνων, οι φιλολογικές μαρτυρίες είναι χρήσιμες μόνον όταν παρέχουν γλωσσολογικές ή μεταγλωσσολογικές πληροφορίες. Αυτά σημαίνουν ότι η παραδοχή/απόδειξη της ελληνοφωνίας των Μακεδόνων (όπως είναι λίγο πολύ το consensus σήμερα) δεν σημαίνει αυτόματα και παραδοχή/απόδειξη του ότι οι Μακεδόνες ήταν εθνοτικά Έλληνες. Η Ελληνική εθνοτική ταυτότητα, όπως όλες οι ταυτότητες, ήταν ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που εκτός από τη γλώσσα χρησιμοποιούσε και άλλους αντικειμενικούς δείκτες όπως λ.χ. η πολιτική οργάνωση,τα ήθη κλπ. Το ειδικό «βάρος» του κάθε δείκτη ήταν υποκειμενικό και εξαρτιώταν κάθε φορά από τα κίνητρα αυτού που κάνει την εθνοτική δήλωση που διασώθηκε σαν μαρτυρία. Σκοπός μας δεν είναι απλά να συλλέξουμε μια μαρτυρία, αλλά να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί στο συγκεκριμένο χωρίο η συγκεκριμένη πηγή παίρνει την συγκεκριμένη θέση.

2) Η εθνοτική ταυτότητα των αρχαίων Μακεδόνων δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την όποια σύγχρονη εθνική ταυτότητα των πληθυσμών της Μακεδονίας. Δεν «δικαιώνεται» η «Ελληνικότητα» της σημερινής Μακεδονίας με την απόδειξη της «Ελληνικότητας» των αρχαίων Μακεδόνων ούτε φυσικά ακυρώνεται η «Ελληνικότητα» της σημερινής Μακεδονίας με την απόδειξη της «μη Ελληνικότητας» τους. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει ένα αγεφύρωτο χάσμα ασυνέχειας, όπως και σε κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας και των λοιπών Βαλκανίων.

(συνεχίζεται στο μέρος #2)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s