Η οδοντική ανομοίωση στις ΙΕ γλώσσες

Η οδοντική ανομοίωση (dental dissimilation) είναι ένας βασικός γλωσσολογικός κανόνας σε ΙΕ γλώσσες όπως η ελληνική και ο βαλτο-σλαβικός και ιρανικός κλάδος. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, όταν δύο οδοντικά σύμφωνα (t,d,dh,th) που ανήκουν σε διαφορερικά μορφήματα έρχονται σε άμεση επαφή το πρώτο από αυτά τρέπεται σε συριστικό μέσα από μια ενδιάμεση/μεταβατική προστριβοποίηση. Σε συμβολική γλώσσα:

*tt> *tst> st

*d(h)t>*dzt>zt>st

Στους «δυτικούς» κλάδους της ΙΕ οικογένειας (κελτο-ιταλικός και γερμανικός) το τελικό προϊόν είναι διπλό συριστικό (ss) ενώ στον Ινδικό κλάδο έχουμε διπλό οδοντικό (tt), το οποίο όμως δεν συνεχίζει αυτούσια το ΠΙΕ διοδοντικό σύμπλεγμα. Ο γνωστός ούγγρος ΙΕστής Oswald Szemerènyi εξηγεί τον κανόνα σε 2 σελίδες:

dental dissimilation

Ας το δούμε στην πράξη.

Οι λέξεις εἶδον (<*ἐ-ϝιδ-ον, όπως φεύγ-ω > ἔ-φυγ-ον), εἶδος (<*ϝεἶδ-ος), ἰδέα (<*ϝἰδ-έα) και οἶδα (< *ϝοἶδ-α) ως γνωστόν προέρχονται από διαφορετικούς βαθμούς ablaut της ΙΕ ρίζας *weid-«βλέπω,γνωρίζω».

Όταν όμως η ίδια ρίζα χρησιμοποιείται για να παραχθούν οι έννοιες «γνώστης» και «γνωστόν» έχουμε:

*wid-tōr > *ϝίδ-τωρ > ἵστωρ (με τροπή του δίγαμμα σε δασεία *w>h όπως *we(kw)sper->hèsperos) απ΄όπου προέρχεται και η λέξη ἱστορία και

*wid-tèon > > ἰστέον = «κάτι που [θα έπρεπε να] είναι γνωστό»

Αντίστοιχα, η λέξη πίστις προέρχεται από τη μορφή *πίθ-τις που περιέχει τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *bheidh- που έδωσε το ρήμα πείθω, ενώ τα κλωστήρ, κλωστή κλπ. προέρχονται από το κλώθω.

Άλλα παραδείγματα είναι τα παράγωγα σε -στός/-στικός των ρημάτων σε -ζω (<*-δ-jω) όπως λ.χ.

καπνίζω (<*καπν-ίδ-jω) > καπνιστός (< *καπνιδ-τός), θαυμάζω (<*θαυμάδ-jω) > θαυμαστός (<*θαυμαδ-τός), έλληνίζω > ἐλληνιστικός και

φράζω (< φράδ-jω), εὐ-φράδ-εια, αλλά ἄφραστος (<*ἄ-φραδ-τος) όπως λ.χ. αμετάφραστος.

Αντίθετα, η μικρή κατηγορία ρημάτων σε -ζω (<*-γ-jω) που προέκυψαν από προστριβοποίηση του /g/ και όχι του /d/ δίνουν παράγωγα σε -κτ- (<*g-t με ανάδρομη αφομοίωση/regressive assimilation ηχηρότητας):

ἁρπάζω (<*ἁρπαγ-jω όπως ἁρπαγή, ὁ ἅρπαξ/τοῦ ἄρπαγος) > ἁρπακτός/ἁρπακτικός

στάζω (<*στάγ-jω όπως σταγών) > στακτός

όπως λ.χ. φλέγω > εὔφλεκτος

Υπάρχει μια μικρή μειοψηφία περιπτώσεων όπου η ελληνική φαίνεται να συμπεριφέρεται σαν τους «δυτικούς» κλάδους και το τελικό προϊόν είναι διπλό συριστικό (σσ). Η πραγματική εξήγηση όμως είναι διαφορετική και το διπλό συριστικό φαίνεται να προέκυψε από κανονικό στ πριν από ημιφωνικό /i/.

Η ρίζα *k’end-«φαίνομαι, λάμπω» (ή για εκείνους τους λίγους ΙΕές που δέχονται ότι το /a/ μπορεί να υποστεί ablaut όπως το /e/ η πιο γνωστή ρίζα *(s)kand-«λάμπω» που έδωσε τα κάνδαρος = «πυρακτωμένο κάρβουνο» και τα λατιν. candidus/candela κλπ) έχει μηδενικό βαθμό *k’n.d- που στην πρωτοελληνική εξελίχθηκε σε *καδ-. Το παράγωγο σε *-to της ρίζας είναι *kad-to > kasto και έχει δώσει τα ονόματα ἸοκάστηΝαυσικάστη (πλήρες όνομα του υποκοριστικού Ναυσικάα με σημασία «στολίδι του καραβιού»), Κάστωρ (< *K΄n.d-tōr =«αυτός που λάμπει» καμία σχέση με το ζώο κάστορα μιας και οι Διόσκουροι και τα ΙΕ ξαδελφιάκια τους είναι μυθεύματα που τριγυρίζουν γύρω από τα άλογα και το φως) και το όνομα Καστιάνειρα (< *k’n.d-t-i-aner-ja) που εξελίχθηκε στα Κασσάνδρα και Κάσσανδρος. Εδώ η εξήγηση δεν είναι δύσκολη γιατί στις μορφές *Καστιάνδρα και Κάστιανδρος το άτονο «ι» έγινε ημιφωνικό και το σύμπλεγμα *tj έγινε κανονικά (s)s όπως στα mèlitja > μέλισσα, *n.-bhudh-jos > ἀβύθjος > ἄβυσσος («χωρίς πάτο») και *tjegw- > σέβομαι.

Kastor

Η άλλη «ανώμαλη» περίπτωση στην ελληνική είναι η λίμνη Νεσσωνίς στην Θεσσαλία. Πολλά ΙΕ τοπωνύμια φαίνεται να προέρχονται από την ρίζα *ned– «νερό,ποταμός» που έδωσε τον ποταμό Νέδα στην Πελοπόννησο, τον Νέστο (<*Ned-tos) στην Θράκη, τον ποταμό Ness στη Σκωτία (και την ομώνυμη λίμνη με το μυθικό τέρας), την σανσκριτική λέξη neda = ποταμός και το γερμανικό ρήμα netzen = «βρέχω»:

ned

Ενώ το κελτικό Ness (<*Ned-to) έχει φυσιολογικό διπλό συριστικό, η Νεσσωνίς θέλει εξήγηση. Η εξήγηση είναι ότι είναι παράγωγο σε -ιδ- ενός τοπωνυμίου που περιείχε το επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2: *Ned-t-ih3onh2 > *Νέστιων> Νέσσων από το οποίο προέκυψε το παράγωγο Νεσσωνίς.

Από τα λατινικά παραδείγματα θα αναφέρω μόνο ενδεικτικά μια λέξη που υπάρχει και στα αγγλικά: session από το λατινικό sessiō/sessiōnem που προέκυψε από το *sed-t-ih3onh2. Όπως η ελληνική ξεχωρίζει τα παράγωγα φράζω>φραστικός και ἄρπάζω>ἀρπακτικός έτσι και το λατινικό ρήμα ago έδωσε *ag-t-ih3onh2> actiō/actiōnem > αγγλικό action.

Οι σλαβικές γλώσσες από την άλλη που έκαναν οδοντική ανομοίωση όπως και η ελληνική εμφανίζουν το φαινόμενο στην απαρεμφατική μορφή των ρημάτων επειδή το βαλτο-σλαβικό και ινδο-ιρανικό απαρέμφατο είναι *-ti.

Έτσι το σερβοκροατικό ρήμα «τρώω» έχει απαρέμφατο jesti (<*jed-ti < *h1ed-«τρώω»), αλλά η κλίση του ενεστώτα είναι:

jedem, jedeš, jede, jedimo, jedete, jedu

που θυμίζει τα ελληνικά σθω (<*ἔδ-θω) –  και ἔδω (<*ἔδ-ω) που όμως έδωσαν τα παράγωγα *ne-h1edtis > νῆστις, νηστεία κλπ.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s