Η Δακο-Μυσική γλώσσα

Όπως είπα όταν περιέγραψα την Θρακική γλώσσα, η Δακο-Μυσική είναι ο άλλος πόλος του Δακο-Θρακικού γλωσσικού συνεχούς. Η γεωγραφική της εξάπλωση χαρακτηρίζεται από την χρήση του τοπωνυμικού επιθήματος -deva/-dava/-dova. Το δυτικότερο τέτοιο τοπωνύμιο είναι η Thermidava την οποία ο Κλαύδιος Πτολεμαίος τοποθετεί μεταξύ Σκόδρας και Ουλπιάνας (Lipljan), ενώ τα τοπωνύμια Dasudaba και Pulpudeva (Φιλιππούπολις) δείχνουν τα όρια της Δακο-Μυσικής γλώσσας στην βαλκανική ενδοχώρα. Ανατολικά, η οροσειρά του Αίμου φαίνεται να σχημάτιζε το σύνορο των δύο πόλων.

bria para diza

1) Γενικά:

Ο Δούναβης χώριζε τους ομιλητές σε υπερδουνάβιους Δάκες και υποδουνάβιους Μυσούς, ενώ ένας άλλος διαχωρισμός ήταν μεταξύ ανατολικών Γετών που ζούσαν εκατέρωθεν του κάτω Δούναβη και δυτικότερων Δακών. Τα δυτικότερα υποδουνάβια δακo-μυσόφωνα φύλα ήταν οι Τριβαλλοί και οι Δάρδανοι (ή τουλάχιστον ένα σημαντικό μέρος των τελευταίων). Τα όρια των Τριβαλλών δεν ήταν σταθερά. Σύμφωνα με τον John Wilkes, οι Τριβαλλοί και οι Ιλλυριοί γείτονές τους Αυταριάτες σχημάτιζαν ένα δυναμικό «Θρακο»-Ιλλυρικό σύνορο με τον ισχυρότερο ανά πάσα στιγμή να εξαπλώνεται στα εδάφη του άλλου. Η Κελτική διήθηση στην περιοχή (Σκορδίσκοι) περιέπλεξε τα γλωσσικά σύνορα ακόμα περισσότερο. Ο Ηρόδοτος, γράφοντας περί το 435 π.Χ., μας πληροφορεί ότι ο ποταμός Οίσκος/Όσκιος ξεκινούσε από τους Παίονες και ότι ο ποταμός Άγγρος (άξονας Ibar-Δυτικός Μοράβας) ξεκινούσε από τους Ιλλυριούς και διερχόταν από το «Τριβαλλικό πεδίο» πριν χυθεί στον Βρόγγο (άξονας Νότιου-Μεγάλου Μοράβα), τον οποίο πολλοί συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας θεωρούσαν ως το συμβατικό όριο μεταξύ του Ιλλυρικού και της Θράκης. Ο Θουκυδίδης από την άλλη, γράφοντας περί το 400 π.Χ. και περιγράφοντας τα δυτικά σύνορα του Οδρυσικού βασιλείου του Σιτάλκη, θεωρούσε το όρος Σκόμβρος (τα σημερινά Vitosha και Rila) ως «τριεθνικό» σημείο με τους Θράκες να κατοικούν στα ανατολικά του, τους Παίονες στα νοτιοδυτικά του και τους Τριβαλλούς στα βορειοδυτικά του.

[Ηρδ. 4.49] οὗτοι μὲν αὐθιγενέες Σκυθικοὶ ποταμοὶ συμπληθύουσι αὐτόν, ἐκ δὲ Ἀγαθύρσων Μάρις ποταμὸς ῥέων συμμίσγεται τῷ Ἴστρῳ, ἐκ δὲ τοῦ Αἵμου τῶν κορυφέων τρεῖς ἄλλοι μεγάλοι ῥέοντες πρὸς βορέην ἄνεμον ἐσβάλλουσι ἐς αὐτόν, Ἄτλας καὶ Αὔρας καὶ Τίβισις. διὰ δὲ Θρηίκης καὶ Θρηίκων τῶν Κροβύζων ῥέοντες Ἄθρυς καὶ Νόης καὶ Ἀρτάνης ἐκδιδοῦσι ἐς τὸν Ἴστρον:  ἐκ δὲ Παιόνων καὶ ὄρεος Ῥοδόπης Κίος [< μάλλον Ὄσκιος] ποταμὸς μέσον σχίζων τὸν Αἷμον ἐκδιδοῖ ἐς αὐτόν. ἐξ Ἰλλυριῶν δὲ ῥέων πρὸς βορέην ἄνεμον Ἄγγρος ποταμὸς ἐσβάλλει ἐς πεδίον τὸ Τριβαλλικὸν καὶ ἐς ποταμὸν Βρόγγον, ὁ δὲ Βρόγγος ἐς τὸν Ἴστρον: οὕτω ἀμφοτέρους ἐόντας μεγάλους ὁ Ἴστρος δέκεται.  ἐκ δὲ τῆς κατύπερθε χώρης Ὀμβρικῶν Κάρπις ποταμὸς καὶ ἄλλος Ἄλπις ποταμὸς πρὸς βορέην ἄνεμον καὶ οὗτοι ῥέοντες ἐκδιδοῦσι ἐς αὐτόν: ῥέει γὰρ δὴ διὰ πάσης τῆς Εὐρώπης ὁ Ἴστρος, ἀρξάμενος ἐκ Κελτῶν, οἳ ἔσχατοι πρὸς ἡλίου δυσμέων μετὰ Κύνητας οἰκέουσι τῶν ἐν τῇ Εὐρώπη:  ῥέων δὲ διὰ πάσης τῆς Εὐρώπης ἐς τὰ πλάγια τῆς Σκυθίης ἐσβάλλει.

[Θουκ. 2.96] ἀνίστησιν οὖν ἐκ τῶν Ὀδρυσῶν ὁρμώμενος πρῶτον μὲν τοὺς ἐντὸς τοῦ Αἵμου τε ὄρους καὶ τῆς Ῥοδόπης Θρᾷκας, ὅσων ἦρχε μέχρι θαλάσσης [ἐς τὸν Εὔξεινόν τε πόντον καὶ τὸν Ἑλλήσποντον], ἔπειτα τοὺς ὑπερβάντι Αἷμον Γέτας καὶ ὅσα ἄλλα μέρη ἐντὸς τοῦ Ἴστρου ποταμοῦ πρὸς θάλασσαν μᾶλλον τὴν τοῦ Εὐξείνου πόντου κατῴκητο: εἰσὶ δ᾽ οἱ Γέται καὶ οἱ ταύτῃ ὅμοροί τε τοῖς Σκύθαις καὶ ὁμόσκευοι, πάντες ἱπποτοξόται. παρεκάλει δὲ καὶ τῶν ὀρεινῶν Θρᾳκῶν πολλοὺς τῶν αὐτονόμων καὶ μαχαιροφόρων, οἳ Δῖοι καλοῦνται, τὴν Ῥοδόπην οἱ πλεῖστοι οἰκοῦντες: καὶ τοὺς μὲν μισθῷ ἔπειθεν, οἱ δ᾽ ἐθελονταὶ ξυνηκολούθουν. ἀνίστη δὲ καὶ Ἀγριᾶνας καὶ Λαιαίους καὶ ἄλλα ὅσα ἔθνη Παιονικὰ ὧν ἦρχε καὶ ἔσχατοι τῆς ἀρχῆς οὗτοι ἦσαν: μέχρι γὰρ Λαιαίων Παιόνων καὶ τοῦ Στρυμόνος ποταμοῦ, ὃς ἐκ τοῦ Σκόμβρου ὄρους δι᾽ Ἀγριάνων καὶ Λαιαίων ῥεῖ, [οὗ] ὡρίζετο ἡ ἀρχὴ τὰ πρὸς Παίονας αὐτονόμους ἤδη. τὰ δὲ πρὸς Τριβαλλούς, καὶ τούτους αὐτονόμους, Τρῆρες ὥριζον καὶ Τιλαταῖοι: οἰκοῦσι δ᾽ οὗτοι πρὸς βορέαν τοῦ Σκόμβρου ὄρους καὶ παρήκουσι πρὸς ἡλίου δύσιν μέχρι τοῦ Ὀσκίου ποταμοῦ. ῥεῖ δ᾽ οὗτος ἐκ τοῦ ὄρους ὅθενπερ καὶ ὁ Νέστος καὶ ὁ Ἕβρος: ἔστι δὲ ἐρῆμον τὸ ὄρος καὶ μέγα, ἐχόμενον τῆς Ῥοδόπης.

Βάσει των παραπάνω περιγραφών η εθνολογική κατάσταση της κεντρικής βαλκανικής στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα ήταν πάνω κάτω η ακόλουθη:

kentrika balkania

Τα νότια σύνορα των Δαρδάνων ήταν λίγο πολύ οι ποταμοί Treska (ο νότιος εκ των δύο παραπόταμων που ενώνονται κοντά στην πόλη των Σκοπίων για να σχηματίσουν τον Αξιό) και ανατολικότερα, ο σημερινός Pčinja που χύνεται στον Αξιό μεταξύ Σκοπίων και Βέλες. Επί Βαρδύλλεως, οι Δάρδανοι εξελίχθηκαν σε τοπική υπερδύναμη και, σύμφωνα με τον Ούγγρο ιστορικό András Mócsy, σε «παρομοιώδεις εχθρούς των Μακεδόνων» (“proverbial enemies of the Macedonians”). Αν και συνήθως περιγράφονται σαν «Ιλλυρικό» φύλο από τους αρχαίους συγγραφείς (μόνο μια προσεκτική μειοψηφία συγγραφέων όπως ο Πολύβιος τους ξεχωρίζει από τους Ιλλυριούς), μεγάλος αριθμός δαρδανικών ανθρωπωνυμίων και τοπωνυμίων είναι Δακο-Θρακικά αν και τα ονόματα των γνωστών ηγεμόνων συνήθως είναι Ιλλυρικά. Παραθέτω τα λόγια του András Mócsy για τα παραπάνω:

proverbial

Bessus Scupi

Αυτά κάνουν πιθανό το σενάριο που θέλει τους Δαρδάνους να έχουν σχηματιστεί από την επιβολή μιας ιλλυρικής άρχουσας «κάστας» σε ένα πολυπληθέστερο Δακο-Μυσικό υπόστρωμα. Σε μια επιδρομή τους στην Ήπειρο, οι Δάρδανοι σκότωσαν 15000 Μολοσσούς, οι οποίοι σε μιά άλλη δαρδανική επιδρομή αναγκάστηκαν να φυγαδεύσουν τα γυναικόπαιδα στην Αιτωλία, ενώ ο Φίλιππος Β΄ έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας όταν οι Δάρδανοι σκότωσαν σε μάχη τον αδελφό του βασιλιά Περδίκκα Γ΄ μαζί με 4000 Μακεδόνες. Τέλος, ο Αντίγονος Δώσων πέθανε κάπου στην Πελαγονία πολεμώντας Δαρδάνους εισβολείς. Επομένως καταλαβαίνουμε γιατί αργότερα, ο βασιλιάς Φίλιππος Ε΄ είχε κατά νου ένα πρόγραμμα «εθνοκαθάρσεως» των Δαρδάνων του Polog (που εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ) σύμφωνα με το οποίο οι Γερμανοί Βαστάρνες αφού τον βοηθούσαν να κατανικήσει και να εκτοπίσει τους Δαρδάνους βορείως του Σκάρδου, θα εγκαθίσταντο στην περιοχή σχηματίζοντας μια προστατευτική αντιδαρδανική «ασπίδα». Το άλλο μισό αυτής της ασπίδας ήταν το βασίλειο της Παιονίας το οποίο προτίμησε να προσαρτηθεί στη Μακεδονία το 217 π.Χ. προκειμένου να γλιτώσει τις Δαρδανικές επιδρομές. Ο Πολύβιος μας πληροφορεί ότι ο Φίλιππος Ε΄ εγκατέστησε «Θράκες και άλλους [φιλικά προσκείμενους] βαρβάρους» στην περιοχή, για να οργανώσει την άμυνά της έναντι των Δαρδάνων. Πάντως η σχέση των Παιόνων με τους Δαρδάνους δεν ήταν πάντοτε εχθρική. Όταν έμαθαν τον θάνατο τόσο του Φιλίππου Β΄ όσο και του Αλεξάνδρου επαναστάτησαν έναντι των Μακεδόνων και συμμάχησαν με τους Δαρδάνους. Όταν ο Λυσίμαχος κατάφερε να ξαναφέρει την Παιονία υπό Μακεδονικό ζυγό, ο Παίονας βασιλιάς Αρίστων (γιός του Αυδωλέοντος) κατέφυγε στους γειτονικούς Δαρδάνους. Παρακάτω παραθέτω δυο σελίδες από το βιβλίο “The Illyrians” του John Wilkes και από τον τρίτο τόμο του βιβλίου “A History of Macedonia” του Hammond.

Dardanians1

Polog Dardanians

O Στράβων περιγράφει τους Δαρδάνους σαν αποτελούμενους από δύο βασικά φύλα (Γαλάβριοι και Θουνάται) και «εντελώς απολίτιστους» («ἄγριοι τελέως») που κατοικούσαν μέσα σε «σκαμμένους λόφους κοπριάς» (*σημ. μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, σε πολλά μέρη της βαλκανικής, η κοπριά ήταν ένα από τα ευρέως διαδεδομένα τοιχοδομικά συστατικά εξαιτίας της θερμομονωτικής της ικανότητας) αλλά παρά ταύτα ασκούν την μουσική τέχνη με τη χρήση αυλών.

[Στρ. 7.5.7] μετὰ δ᾽ οὖν τὴν τῶν Ἀρδιαίων καὶ Πληραίων παραλίαν ὁ Ῥιζονικὸς κόλπος ἐστὶ καὶ Ῥίζων πόλις καὶ ἄλλα πολίχνια, καὶ Δρίλων ποταμὸς ἀνάπλουν ἔχων πρὸς ἕω μέχρι τῆς Δαρδανικῆς, ἣ συνάπτει τοῖς Μακεδονικοῖς ἔθνεσι καὶ τοῖς Παιονικοῖς πρὸς μεσημβρίαν, καθάπερ καὶ οἱ Αὐταριᾶται καὶ Δασαρήτιοι, ἄλλοι κατ᾽ ἄλλα μέρη συνεχεῖς ἀλλήλοις ὄντες καὶ τοῖς Αὐταριάταις. τῶν δὲ Δαρδανιατῶν εἰσι καὶ οἱ Γαλάβριοι, παρ᾽ οἷς   …  πόλις ἀρχαία, καὶ οἱ Θουνάται, οἳ Μαίδοις ἔθνει Θρᾳκίῳ πρὸς ἕω συνάπτουσιν. ἄγριοι δ᾽ ὄντες οἱ Δαρδάνιοι τελέως, ὥσθ᾽ ὑπὸ ταῖς κοπρίαις ὀρύξαντες σπήλαια ἐνταῦθα διαίτας ποιεῖσθαι, μουσικῆς δ᾽ ὅμως ἐπεμελήθησαν1 ἀεὶ χρώμενοι καὶ αὐλοῖς καὶ τοῖς ἐντατοῖς ὀργάνοις. οὗτοι μὲν οὖν ἐν τῇ μεσογαίᾳ: μνησθησόμεθα δ᾽ αὐτῶν καὶ ὕστερον.

therminsul

Ο πατέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου Kωvστάντιος Χλωρός ήταν επίσης Δαρδανικής καταγωγής από τη Ναϊσσό (σημερινό Niš). Ο Ιουλιανός ο παραβάτης, που ανήκε στην ίδια δυναστεία, θεωρούσε την καταγωγή των προγόνων του Μυσική και περιγράφει στον Μισοπώγωνα τους Μυσούς σαν «γένος άξεστο» και «αγύριστα κεφάλια»:

[Μισοπώγων, κεφ. 11] καὶ τοῖς ἐν μέσῳ κειμένοις Θρᾳκῶν καὶ Παιόνων ἐπ̓ αὐταῖς Ἴστρου ταῖς ᾐόσι Μυσοῖς, ὅθεν δὴ καὶ τὸ γένος ἐστί μοι πᾶν ἄγροικον, αὐστηρόν, ἀδέξιον, ἀναφρόδιτον, ἐμμένον τοῖς κριθεῖσιν ἀμετακινήτως: ἃ δὴ πάντα ἐστὶ δείγματα δεινῆς ἀγροικίας.

Στα χρόνια της πρώιμης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οι Δάρδανοι βοσκοί ήταν γνωστοί για το τυρί τους (caseus Dardanicus):

caseus dardanicus

Αλβανοί και μη μελετητές έχουν συσχετίσει το όνομα των Δαρδάνων με την αλβανική λέξη dardhë = αχλάδι και παρουσιάζουν σαν επιπλέον στοιχείο τα σλαβικά τοπωνύμια Kruševo και Kruševac στην ευρύτερη περιοχή που σημαίνουν «αχλαδότοπος». Η πρόταση δεν είναι απίθανη, αλλά πρέπει να εξεταστεί με γλωσσολογική σχολαστικότητα. Το αλβανικό dardhë μάλλον έχει κοινή καταγωγή με το ελληνικό ἄχερδος από μια κοινή ΙΕ ρίζα *h2g’herd- (λ.χ. *g’heimen- > χειμών ~ τοσκ. dimër/γκεγκ. dimën < EPA *deimena). Το όνομα Δάρδανοι απαντά ήδη στην Ιλιάδα, για να περιγράψει το βαλκανικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Τρωάδα λίγο πριν το 1000 π.Χ. μαζί με τους Βιθυνούς και τους Φρύγες. Αυτό σημαίνει ότι για να ισχύει η παραπάνω συσχέτιση πρέπει να αποδειχθεί ότι το ΙΕ *g’h είχε ήδη κάνει την διαδρομή *g’h>dz>d στην πρωτοαλβανική περί το 750 π.Χ. όταν γράφτηκε η Ιλιάδα, όπως πρέπει να αποδειχθεί η τροπή *g’h>d σε κάποιο άλλο δαρδανικό ή εν γένει Δακο-Μυσικό τοπωνύμιο. Το ότι υπάρχουν και εναλλακτικές προτάσεις φαίνεται από τα λήμματα του Ησύχιου δάρδα = μέλισσα και δαρδαίνω = μολύνω καθώς και το δαρδάπτω = καταβροχθίζω (< *δαρ-δράπτω, διπλασιασμένη μορφή του δρέπω = «αρπάζω απότομα» με ρωτική ανομοίωση όπως τα ρονδρός > χονδρός και δρύφρακτος> δρύφακτος). Το τελευταίο θα μπορούσε να εξηγήσει το όνομα των Δαρδάνων σαν ελληνικό εξωνύμιο για «Ἄρπαγες» εξαιτίας του ληστρικού/επιδρομικού τους χαρακτήρα μιας και ο Στράβων θα γράψει αργότερα ότι «όλα αυτά τα έθνη είναι ληστρικότατα» και ότι οι Βέσσοι του Αίμου ειδικότερα «αποκαλούνται ληστές ακόμα και από τους ίδιους τους ληστές»:

[Στράβων 7.5.12] πάντα μὲν οὖν ταῦτα λῃστρικώτατα ἔθνη, Βέσσοι δέ, οἵπερ τὸ πλέον τοῦ ὄρους νέμονται τοῦ Αἵμου, καὶ ὑπὸ τῶν λῃστῶν λῃσταὶ προσαγορεύονται, καλυβῖταί τινες καὶ λυπρόβιοι, συνάπτοντες τῇ τε Ῥοδόπῃ καὶ τοῖς Παίοσι καὶ τῶν Ἰλλυριῶν τοῖς τε Αὐταριάταις καὶ τοῖς Δαρδανίοις.

Το όνoμα των Μυσών ειδικότερα μπορεί να συσχετιστεί με τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *meus– «κλέβω» που έδωσε και την ΙΕ λέξη για το ποντίκι *muHs. Με άλλα λόγια, για τους ΠΙΕους το ποντίκι ήταν ο «μικρός κλέφτης του σπιτιού».

meus steal

Βορείως των Δαρδάνων ζούσαν οι Τριβαλλοί οι οποίοι το 424 π.Χ. σκότωσαν σε μάχη τον Θράκα βασιλιά Σιτάλκη που προσπάθησε να τους κατακτήσει. Το 374 π.Χ. υποκινούμενοι από τους Μαρωνίτες διέσχισαν τον Αίμο και βρέθηκαν «προ των πυλών» των Αβδήρων για να λεηλατήσουν την πόλη, την οποία έσωσε η Αθηναϊκή παρέμβαση.  Το 339 π.Χ. Τριβαλλοί επιτέθηκαν στους Μακεδόνες που επέστρεφαν γεμάτοι λάφυρα από εκστρατεία κατά των Σκυθών σε μια μάχη όπου ο Φίλιππος τραυματίστηκε και κόντεψε να χάσει τη ζωή του. Ο Αλέξανδρος πραγματοποίησε μια εκστρατεία κατά των Τριβαλλών όπου κατάφερε να τους αναγκάσει να αποδεκτούν την υποτέλεια. Η Κελτική επέκταση αργότερα θα περιορίσει την ισχύ των Τριβαλλών και θα τους ωθήσει προς τα ανατολικά.  Ο Ισοκράτης στο «Περὶ εἰρήνης» αντιπαραθέτει την «εὐγένεια» των Αθηναίων στην «δυσγένεια» των Τριβαλλών, ενώ στον «Παναθηναϊκό» του λόγο λέει ότι όλοι οι Τριβαλλοί έχουν ένα μόνο πράγμα στο μυαλό τους: να σφάζουν τους γείτονές τους και όσους άλλους λαούς μπορούν να φτάσουν με τις επιδρομές τους:

[50]  καὶ σεμνυνόμεθα μὲν καὶ μέγα φρονοῦμεν ἐπὶ τῷ βέλτιον γεγονέναι τῶν ἄλλων, ῥᾴδιον δὲ μεταδίδομεν τοῖς βουλομένοις ταύτης τῆς εὐγενείας ἢ Τριβαλλοὶ καὶ Λευκανοὶ τῆς δυσγενείας

[227] εἰ δέ τισι δοκῶ τὴν παραβολὴν ἀπρεπῆ πεποιῆσθαι πρὸς τὴν ἐκείνων δόξαν, ταύτην μὲν ἐῶ, λέγω δὲ Τριβαλλούς, οὓς ἅπαντές φασιν ὁμονοεῖν μὲν ὡς οὐδένας ἄλλους ἀνθρώπους, ἀπολλύναι δ᾽ οὐ μόνον τοὺς ὁμόρους καὶ τοὺς πλησίον οἰκοῦντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ὅσων ἂν ἐφικέσθαι δυνηθῶσιν.

Ο Αριστοφάνης, από την άλλη, στις «Ὄρνιθες» εμφανίζει έναν Τριβαλλικό θεό που μιλάει «σπαστά» ελληνικά (λ.χ. «σαὺ νάκα βακτάρι κροῦσα» ~ «μη με χτυπήσεις με την βακτηρία» στον στίχο 1628) σαν πρότυπο βαρβαρότητας τον οποίον ο Ποσειδών [στ. 1572-3] χαρακτηρίζει ως «πολύ γὰρ δή σ΄ἐγώ ἐόρακα πάντων βαρβαρώτατον θεῶν» («με μεγάλη διαφορά τον πιο βάρβαρο όλων των θεών που έχω δει»).

Οι υπερδουνάβιοι Δάκες, από την άλλη, γίνονται πρωταγωνιστές με την ρωμαϊκή κατάκτηση των Βαλκανίων και τους βασιλείς Βυρεβίστα και Δεκέβαλο που πολέμησαν εναντίον των Ρωμαίων. Ο αυτοκράτορας Τραϊανός θα κατακτήσει τους Δάκες και θα δημιουργήσει την υπερδουνάβια Τραϊανική Δακία, την οποία ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός (δακο-μυσικής καταγωγής) θα εκκενώσει λόγω της γοτθικής πίεσης όταν θα μεταφέρει τον πληθυσμό νοτίως του Δούναβη στην περιοχή που ονομάστηκε Αυρηλιανική Δακία και η οποία χωριζόταν σε Δακία Παραποτάμια (Dacia Ripensis/Malvensis) με πρωτεύουσα την Ρατιαρία και σε Μεσόγαια Δακία (Dacia Mediterranea) με πρωτεύουσα την Σερδική (Σόφια). Ο Προκόπιος μιλά για τρεις «Ιλλυριούς» αγρότες από την Bederiana (κάπου μεταξύ Σκοπίων και Ναϊσσού) που πήγαν στην Κωνσταντινούπολη εκ των οποίων ο ένας (Ιουστίνος) έγινε αυτοκράτορας, αλλά τα ονόματα των άλλων δύο (Διτούβιστος, Ζίμαρχος) είναι Δακο-Θρακικά. Ο ανηψιός του Ιουστίνου Πέτρος Σαββάτιος έγινε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός. Ο αρχικά σύμμαχος/συνάδελφος και αργότερα αντίπαλος του Μεγάλου Κωνσταντίνου Λικίνιος ήταν επίσης δακο-μυσικής καταγωγής.

2) Γλωσσολογικά:

α) Τα ΠΙΕ ηχηρά δασέα *{bh,dh,gh} αποδασύνθηκαν και έγιναν ηχηρά κλειστά {b,d,g}. Το εθνωνύμιο «Δάκαι» σημαίνει «Λύκοι», όπως μας πληροφορεί το φυτωνύμιο δάκινα = «λύκου καρδία». Η ρίζα dak- προέρχεται από την ρίζα *dhau-k που έδωσε τα ελληνικά θώς (<θάϝος) και θαῦνον, το φρυγικό δάος και το λατινικό Faunus μέσα από μονοφθογγοποίηση au>a όπως στα αλβανικά Pal, pak, ar, gaz, ag. Τα δακο-μυσικά τοπωνυμικά επιθήματα –deva/-dava/-dova έχουν ετυμολογηθεί σαν να προέρχονται από τη ρίζα *dheh1- «θέση» που έδωσε το ελληνικό θέσις (<*dhh1-tis) και το αλβανικό datë = «χωριό» (<*dhh1-ta). O Georgiev εξήγησε την φωνηεντική αλλαγή *dhēwa> dēva>dāva>dova  μέσα από την αλβανική εξέλιξη *ē>ā>o (λ.χ. η ρίζα *pl.h1-~plē– που έδωσε το ελληνικό πλήρης και τα λατινικά complētus,plēnus στα αλβανικά ακολούθησε την πορεία *plēta>*plāta>plo). Το δακικό φυτωνύμιο ἄδιλα = φοινίκεον προέρχεται από τη ρίζα *h2eidh-«καίω» (λ.χ. αἶθος).

β) Τα ΠΙΕ ηχηρά κλειστά *{b,d,g} διατηρήθηκαν αυτούσια. Salmorude = «ἁλμυρόν ὕδωρ» (*salm- ελλην. ἄλμυρός, αλβανικό ngjelmë & *wod/wed/ud-«νερό» ελλην. ύδωρ, φρυγικό βέδυ, σλαβ. voda κλπ). Διέσεμα < *di-eus-mn.

γ) Τα ΠΙΕ άηχα κλειστά *{p,t,k} διατηρήθηκαν αυτούσια. *(s)kerp– «κόβω,κοφτερός,μυτερός» (ελληνικά σκορπιός, καρπός) > Δακ. Καρπάτις ὄρος ~ «Βραχώδη Όρη» (αλβαν. karpë= «πέτρα»).

δ) Όπως και η Θρακική έτσι και η Δακο-Μυσική δείχνει στοιχεία σατεμοποίησης (*k’>s, *g’,g’h>z): *k’eiwa> σέβα, *h3meig’h– > Μίζηλα, *h2eig’-> Ἀιζ-> Ἀζ-. Το λήμμα βουδάθλα = βούγλωσσον, lingua bubula μάλλον είναι υβριδικό σύνθετο αποτελούμενο από το ελληνικό βοῦς και το δακικό *δάθλα = γλώσσα το οποίο μάλλον προέρχεται από το IE dn.g’hwa = «γλώσσα» μέσα από «αλβανοειδή» σατεμοποίηση *g’>δ,k’>θ και τροπή του μετεξακολουθητικού θw>θl όπως στο σλαβικό svoboda>sloboda.

ε) Τα χειλοϋπερωικά έχασαν την χειλική τους συνιστώσα και έγιναν απλά υπερωικά λ.χ. το τοπωπύμιο Γερμισάρα «ζεστή πηγή» (<*gwherm- ελληνικό θερμός, λατιν. formus, θρακικό Γέρμη/Γερμάν(ν)η (= τα σημερινά Sapareva Banya με τα θερμά λουτρά) και -sara από την ρίζα *ser- = «ρέω» (λ.χ. ελλην. ὀρός, λατιν. serum). Αργότερα, τα υπερωικά πριν από εμπρόσθια σύμφωνα (e,i) υπέστησαν προστριβοποίηση (Γερμισάρα > Ζερμισάρα, θρακ. –κενθος ~ δακ. –τζιντος).

Ένα ενδιαφέρον Δακο-Μυσικό όνομα που δείχνει την παραπάνω εξέλιξη του χειλοϋπερωικού *gw>g είναι το Γαῦκος. Μπορεί να συγκριθεί με το αλβανικό gak = «αγριογούρουνο» (< PA *gauka < gwou-kos), με το οποίο είναι πολύ πιθανό να συνδέεται, και με το μάλλον μη ελληνικό (παιονικό;) μακεδονικό λήμμα γο[υ]τάς = ὗς (γουρούνι, αγριογούρουνο, *gwou-to, η μονοφθογγοποίηση *ou>o θυμίζει την παιονική Δόβηρο < *dhoub-). Παραθέτω μια επιγραφή από την Ιστρία της Μικράς Σκυθίας όπου το όνομα Γαῦκος απαντά 3 φορές:

Gaukos Histria

gauka orel

ζ) Τα ρινικά συλλαβικά ένηχα έγιναν *n./m.>a (διέσεμα < *-mn., δάθλα < *dn.g’hwa- και ξ(ε)ιός/Axiupa < *n.-ksei-) ενώ τα υγρά έγιναν *l./r.> il/li,ir/ri όπως στο υδρωνύμιο *kwr.s-os > Κρίσος «μαύρος» όπως το σημερινό Ουγγρικό και Ρουμανικό όνομα του ποταμού. Η αλβανική έχει παρόμοιες τροπές λ.χ. *dek’m. > EPA *detsa > djeth και *dr.k’-to > EPA *drikta > dri.

η) Στα φωνήεντα βρίσκουμε: διφθογγοποίηση του τονισμένου /è/> je και τροπή της διφθόγγου je>ja πριν από δισυμφωνικά συμπλέγματα e>je~ja (σκιάρη, Κέβρος > Κιάβρος) όπως στην βαλκανική ρωμανική (λ.χ. πέτρα > petra > pietra > piatră και την αλβανική (λ.χ. *sèrpena > gjarpër), *o>a (λ.χ. *-sora> -sara, *(s)korp- > Καρπάτις), δευτερογενή μονοφθογγοποίηση όλων των διφθόγγων *ai,ei>a,e & *au,eu>a,e (*aig’->aiz>az-, *aidh-> adila, *dhaukos> dak-, *k’eiwa> seva). H αλβανική συμφωνεί στην εξέλιξη των u-διφθόγγων (λ.χ. *gwou-kos > gauka > gak παραπάνω), αλλά όχι σε αυτήν των i-διφθόγγων (*aig’-> *aidza> edh , *g’heimen-> deimena > dimër).

Ο ίδιος ο όρος «Δάκαι» (~ «Λύκοι») δείχνει την μονοφθογγοποίηση *dhh2u-kos < *dhaukos > *dauka > *daka = «λύκος» (λ.χ. ελληνικό θαῦνον = θηρίο, θώς (< θάϝος) = «τσακάλι» και φρυγικό δάος <dawos = «λύκος»). Υπάρχει και το δακικό φυτωνύμιο δάκινα = «λύκου καρδία». Έχειο ενδιαφέρον οτι η Ρουμανική και η Αλβανική συμμερίζονται τον μονοφθογγοποιημένο όρο *dhousom = «ἔμψυχο, ζώο» > *dauša > αλβανικό dash = «κριάρι» ~ ρουμανικό daș = «μανάρι, αρνίτου σπιτιού».

Dacian-mnphth

Το όνομα Dacia Malvensis = Ripensis = Παραποτάμια μας δίνει την δακική λέξη *malva = «ποταμός,όχθη» που επιβιώνει στο σημερινό ρουμανικό mal = «όχθη» και ίσως σχετίζεται με το αλβανικό mal = «βουνό». Ο Προκόπιος κατέγραψε στη Δαρδανία το υβριδικό λατινο-δακικό τοπωνύμιο Καπομάλβα (Capo Malva = “headwaters” = «αρχή του ποταμού»), ενώ στην Σερβία σήμερα έχουμε τον ποταμό Mlava (<Malva) που έχει υποστεί την νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών.

Dacian1

Dacian2

Πολλά υδρωνύμια στην σημερινή περιοχή Ρουμανίας-Μολδαβίας φέρουν το όνομα της «σκόνης» όπως Moldau και Prahova:

An explanation was proposed by the Romanian historian Bogdan Petriceicu-Hasdeu, who connected the name of the river Moldova with Mulde, a river in Saxony, and Moldau, the German name of the river Vltava in the Czech Republic, and argues that all derive from the Gothic word for “dust” (Gothic: 𐌼𐌿𐌻𐌳𐌰, Runic: ᛗᚢᛚᛞᚨ) – Mulda.[2] It is notable that this would not be the only river in Romania that got its name in connection to the word, as Prahova could be derived from the Slavic equivalent, Prah.

Έτσι, το αρχαίο Γετικό τοπωνύμιο Scenopa μπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχεται από το *Skin-upa μέσω υστερολατινικού «ανοίγματος» i>e & u>o (λ.χ. λατιν.cinis, caput > ιταλ. cenere,capo) το οποίο μπορεί να ετυμολογηθεί σαν «σκονισμένο νερό» με το -upa όπως το Αξιόπα/Axiupa και το *skin- από την ρίζα *(s)kenH- «σκόνη,στάχτη» που έδωσε το ελληνικό κόνις, το λατινικό cinis και το αλβανικό hi (< EPA *skina).

Leave a comment

Filed under Αρχαιότητα, Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s