Ο άνθρωπος και ο δρώψ

Όταν ήμουν μαθητής στο σχολείο, είχα επινοήσει έναν «προκάτ» επίλογο για τις εκθέσεις που τον χρησιμοποιούσα σε όλα σχεδόν τα θέματα, ο οποίος τελείωνε με ένα μήνυμα ελπίδας και την φράση «γιατί ο άνθρωπος είναι το ον που άνω θρώσκει». Σήμερα, εάν βαθμολογούσα τις εκθέσεις μου θα υπογράμμιζα με κόκκικο την τελική φράση και θα έγραφα στο περιθώριο παρετυμολογία ή, όπως είθισται να λέγεται στα αγγλικά, “FE = folk/false etymology“.

H λέξη «άνθρωπος» είναι μία από εκείνες τις λέξεις οι οποίες διατηρήθηκαν ζωντανές στα ελληνόφωνα στόματα από τα χρόνια της Γραμμικής Β (14ος π.Χ. αιώνας) όπου και πρωτοεμφανίζεται (a-to-ro-qo) μέχρι σήμερα. Αν και η ετυμολογία της λέξης δεν είναι ξεκάθαρη, αυτό που κατάλαβα είναι ότι τα περί «άνω θρώσκων» σίγουρα δεν ευσταθούν. Στο βικιλεξικό προτείνονται δύο ετυμολογίες.

Η παραδοσιακή ετυμολογική προσέγγιση θεωρεί τη λέξη ἄνθρωπος παραφθορά του επιθέτου *ἀνδρωπός = ἀρρενωπός (ἀνήρ, ωψ) και, κατά συνέπεια, το αρχικό νόημα της λέξης χαρακτήριζε μόνο το ενήλικο αρσενικό κλάσμα του πληθυσμού (αυτούς που αργότερα στην κλασική περίοδο είχαν το  δικαίωμα του πολίτη-οπλίτη στις πόλεις-κράτη). Η αλλαγή του τόνου συνήθως εξηγείται σαν προσπάθεια ουσιαστικοποίησης του επιθέτου (λ.χ. επίθετο κλυτός, αλλά όνομα Κλύτος) ενώ η αλλαγή δ-θ δεν εξηγείται αναλυτικά. Το αθεματικό δρώψ = ἄνθρωπος ενισχύει την παραπάνω ετυμολογία. Ξεκινώντας από το *h2nr.-h3kw- έχουμε:

1) φωνηεντοποίηση του αρκτικού λαρυγγικού *h2>a στην μια περίπτωση και απώλεια του στην άλλη ή -εναλλακτικά και κατά τη γνώμη μου πιθανότερο- απώλεια του φωνηεντοποιημένου λαρυγγικού στην δεύτερη περίπτωση επειδή βρίσκεται σε προτονική θέση (λ.χ. τοῦ πατερός > τοῦ πατρός, τοῦ ἄνερός > τοῦ ἀνρός > ἄνδρός και πολλά νεοελληνικά παραδείγματα λ.χ. ὄμμα > ὀμμάτιον > μάτι, ὐπανδρεύω > παντρεύω).

2) Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε δ-επένθεση στο σύμπλεγμα *-nr- > -ndr- (ὅ ἀνήρ, τοῦ ἀνρός ,όπως ὄ πατήρ > τοῦ πατρός και, μετά την επένθεση, τοῦ ἀνδρός).

3) Το άτονο σύμπλεγμα συλλαβικού ένηχου και λαρυγγικού (που λέγεται και «μακρό συλλαβικό ένηχο») δίνει τυπικά μακρό φωνέν: *r.h3>rō όπως *g’hl.h3-ròs > χλωρός και *g’n.h1-tòs > γνητός. Αυτό δείχνει ότι στη λέξη δρώψ ο τόνος «κατέβηκε» δευτερογενώς (*ἄνδρωψ > *ἀνδρώψ > δρώψ) διότι διαφορετικά θα είχαμε **δόροψ (λ.χ. *km.h2’tos > κάματος αλλά *km.h2tòs > πολύ-κμητος).

4) Τέλος, ο άνθρωπος (*-kw-os) έχει θεματική κατάληξη ενώ ο δρώψ αθεματική (-*kw-s) όπως λ.χ. τα ζεύγη Διάκτωρ/Διάκτορος και φλέψ/φλέβα.

Η λέξη δρώψ μπορεί να ξεχάστηκε, αλλά άφησε τα ίχνη της στο ελληνικό ανθρωπωνυμικό. Τα πιο ξακουστά παραδείγματα είναι ο μεγάλος αδελφός του Σόλωνα Δρωπίδης, ο πατέρας του Κλείτου του Μέλανος Δρωπίδης και ο Παίονας βασιλιάς Δρωπίων. Στην Θεσσαλία που το ωμέγα τράπηκε διαλεκτικά σε «ου» έχουμε ονόματα Ἀνθρουπ- και Δρουπ-:

drops

Σχετικά με την αλλαγή δ-θ πιστεύω ότι υπάρχει μια γλωσσολογική εξήγηση. Εάν η λέξη *h2nr.-h3kw- > *h2ndr.-h3kw- σχηματίστηκε αρκετά νωρίς όταν τα λαρυγγικά υπήρχαν ακόμα τότε υπάρχει η πιθανότητα λαρυγγικής δασύνσεως. Το φαινόμενο είναι τυπικό του Ινδο-Ιρανικού κλάδου( *h2osth1 ὀστέον ~ ὀστοῦν, Skt. asthi), αλλά εμφανίζεται ενίοτε και στην ελληνική (λ.χ. *skeh1id- > skh1id- > skhid-> σχίζω, ρίζα *h1idh2 > *idha- > ἰθαγενής):

laryngeal aspiration

Επομένως, το λαρυγγικό *h3 της ρίζας *h3ekw- μπορεί να «προσπεράσει» το ένηχο /r/ και να δασύνει το επενθετικό /d/ (*h2ndr.-h3kw-> *h2ndhrōkw- > anthrōkw-) σε *dh, το οποίο κατά την πρωτο-ελληνική περίοδο απηχηροποιήθηκε κανονικά σε *dh>th (λ.χ. *dheh1- > τίθημι), όπως η δασεία της λέξης ἴππος «προσπέρασε» το /r/ του «τετρα-» στη λέξη τέθριππος.

Αυτή η ετυμολογική πρόταση εξηγεί το ζεύγος ἄνθρωπος-δρώψ χωρίς να παραδεχτεί τίποτε το «ανεξήγητο/τυχαίο».

Στο βικιλεξικό βρήκα και μια άλλη ετυμολογική πρόταση που προσπαθεί να εξηγήσει το «θ» του ανθρώπου σαν κανονικότατο εάν η λέξη προέρχεται από το *n.dhr.-h3kw- με πρώτο συνθετικό την ρίζα *n.dher- «κάτω» που έδωσε το λατινικό infra/inferior και το αγγλικό under. H σημασιολογική εξήγηση που προτάθηκε είναι «γήινος, επιχθόνιος» (δηλαδή θνητός έναντι των Ουρανιώνων Αθανάτων) και συσχετίστηκε με το λατινικό homo και τα λιθουανικά  žmuo και žmogùs («γεωβάτης» = αυτός που περπατά πάνω στη γη, το επίθημα *-gwus = «βάτης» απαντά στα ελληνικό πρέσβυς/πρεῖγυς = «αυτός που περπατά μπροστά ~ προηγείται»).

presbys

Όσο ενδιαφέρουσα κι αν είναι αυτή η ετυμολογική πρόταση, προσωπικά δεν με πείθει γιατί δεν εξηγεί το δεύτερο συνθετικό *h3kw- «βλέπω, έχω την όψη ~ μοιάζω» (λ.χ. ἀρρενωπός = «έχω αρσενική όψη»). Το σύνθετο *n.dhr.-h3kw- θα σήμαινε κάτι σαν «αυτός που βλέπει κάτω» ή «αυτός που μοιάζει κατώτερος/γήινος ~ έχει γήινη όψη». Η μόνη λογική πιθανότητα από αυτές είναι να υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος σαν όρθιο δίποδο κοιτάει (από επάνω) προς τα κάτω, αλλά πιστεύω ότι αυτό προϋποθέτει υπερβολική ετυμολογική φαντασία των πρώιμων πρωτο-Ελλήνων.

Advertisements

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Ο άνθρωπος και ο δρώψ

  1. edokieki

    η ετυμολογική πρόταση… …από το *n.dhr.-h3kw- με πρώτο συνθετικό την ρίζα *n.dher- «κάτω» που έδωσε το λατινικό infra/inferior και το αγγλικό under. H σημασιολογική εξήγηση που προτάθηκε είναι «γήινος» (δηλαδή θνητός έναντι των Ουρανιώνων Αθανάτων)…

    θυμίζει την φράση μέροπες βροτοί του Ομήρου που σημαίνει αυτό ακριβώς θνητοί άνθρωποι σε αντίθεση με τους αθάνατους θεούς. Ίσως επηρρεάστηκαν από εκεί.

    • Το πρόβλημα δεν είναι το *n.dher- «κάτω», αλλά το πως ενώνεις την έννοια «κάτω» με την έννοια «βλέπω, έχω όψη» του *h3ekw-.

      To βροτός προέρχεται ξεκάθαρα από το *mr.tos που σημαίνει κυριολεκτικά θνητός (λατιν. mortuus)
      To μέροπες ἄνθρωποι/βροτοί σημαίνει «αυτοί που μερίζουν την οπή τους» το οποίο μπορεί να εξηγηθεί είτε σαν παραδοχή του ότι η ανθρώπινη ομιλία περιέχει πολλές διάφορες λέξεις αντί για μονότονο «γαύγισμα» ή «νιαούρισμα» είτε σαν παραδοχή της ανθρώπινης ετεροφωνίας: όλα τα σκυλιά γαυγίζουν, όλες οι γάτες νιαουρίζουν, αλλά το ανθρώπινο είδος έχει διάφορες γλώσσες.

      http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.04.0057%3Aentry%3Dme%2Froy

  2. pu2keqiri

    Ευχαριστούμε! Δεν είναι πολύ ειρωνικό το γεγονός ότι το τσιτάτο των σχολικών σου εκθέσεων (βλέπω πάνω) κατέληξε να συζητιέται σήμερα για το αν βρίσκεται εντελώς αντιδιαμετρικά στον εννοιολογικό ορίζοντα (βλέπει κάτω); Οι παρετυμολογίες εξ’αγχιστείας εκ του “αναθρώσκω” (=σκιρτώ) και του “άνθρακα” είναι ακόμη πιο ευφάνταστες και πιασάρικες.
    Συμφωνώ και εγώ πως η τρέχουσα ετυμολογία είναι ικανοποιητική, αλλά ευελπιστώ να σχηματίσω τελική γνώμη όταν μελετήσω πιο προσεκτικά τις αντιρρήσεις του Beekes. Έχω τη διαίσθηση πως αν το επίθημα στο PIE *h2ner-t-os βρίσκεται εκεί για να σχηματίσει την ουσιαστικοποίηση της επιθετικής μετοχής (π.χ *mer > mer-t-wos > mrtos), ίσως η δ-επένθεση να μην χρειάζεται. Το μόνο που απαιτείται είναι μια φορά Grimm και αντιμετάθεση. Για παράδειγμα: *h2ner-tos > *anertos > *anerdhos > *andheros -> andros. Έτσι, το πρώτο συνθετικό είναι ήδη έτοιμο προς χρήση ως ανθ-. Σε αυτο συνηγορεί και το κελτ. “nert” αλλά ακόμη περισσότερο ένα παράδειγμα που κατά την ταπεινή μου άποψη θα μπορούσε να ομαδοποιηθεί. Στην Καρική υπάρχει ένα επίθετο του Απόλλωνα ως “Ntro/Natr” που στην Ελληνική αντιστοιχεί στο όνομα “Νετερβιμος” (ή ως Νωτρ-ασσις, Νυταρ) μέσω του Λυκικού Natrbbijemi. Δεδομένου τώρα πως το *ndhre που χρησιμοποιεί ο Garnier (2007) άπτεται νοήματος, πιστεύω πως τα *h3ndhr / *h3ndh-eros με τη σημασία του “κάτω” (lat: infra, en: under) και *h3nter / *h3nt-eros με τη σημασία του “ενδιάμεσα” (lat: intra, en: enter, ἔντερος>έντερον) πρέπει τελικώς να ταυτοποιηθούν έτσι ώστε να αποτελέσουν επεκτάσεις της ρίζας *ner / *nerdh-eros (νέρτερος, έ-νερθ-εν, north). Έτσι, δικαιολογείται αυτόματα (σημασιολογικά πάντα) και η προσφώνηση/επίκληση του Απόλλωνα, με το χθόνιο ανάλογο των μικρασιατικών θεοτήτων -ως είθισται- για τους Ανατολιακούς λαούς. Επιπρόσθετα, όσον αφορά το δεύτερο συνθετικό νομίζω πως η ερμηνεία παραμένει ομιχλώδης. Ο λόγος είναι ότι η Μυκ. λέξη είναι “a-to-ro-qo” (anthrokwos) και όχι “a-to-ro-po” (ανθρώπω), η οποία συναντάται στη Γραμμική Γ και είναι μεταγενέστερη. Η διαφορά αυτή είναι σημαντική γιατί η κατάληξη -gwos δεν είναι ανάγκη να πηγάζει
    από το *h3okw/h3ekw. Αν δεν πρόκειται για λάθος των γραφέων της εποχής, δημιουργεί φωνολογικά προβλήματα. Δεν είναι όπως τα *h1ekwos > *ikwos (i-qo), *gwous (qo-u-ko-ro) κτλ, όπου η Μυκηναϊκή συνεχίζει να κάνει διάκριση μεταξύ /k^w/ και /gw/=q π.χ καταλήξεις -βώτης/βότης/βότας εκ του βόσκω: su-go-ta (Συβότας), qo-u-qo-ta (Βουβότας) αλλά έχουμε pe-ri-qo-ta (Περιkwontas = Περι-φόντας ή Περι-πόλτας;), a-pi-qo-ro (αμφί-πολοι ή αμφί-βροτοι;) κ.ο.κ με σημαντική σημασιολογική απόκλιση. Υπ’όψιν επίσης ότι στο au-to-te-qa-jo έχουμε Αυτο-θηβαίος, δηλαδη /b/. Kάνοντας το συνήγορο του διαβόλου, θεωρώ πως μια πιθανή απάντηση στον προβληματισμό σου για το πώς συνδέεται το *h3kw με την έννοια του “κάτω” είναι ότι το -kwos μπορεί να σχετίζεται με κάτι εντελώς διαφορετικό. Και πράγματι, δίνεις μόνος σου την απάντηση αναφέροντας πως το πρέσ-βυς συνδέεται με το πρείγυς<πρέσγυς και την ρίζα του βαίνω < *βανjω/βάμjω come) αλλά και συνακόλουθα της μεγάλης οικογένειας του *gwa (διαλεκτικό βάμα/βήμα, βά-σις, βατός, βι-βά-δjω/βάζω κτλ). Νομίζω πως με την παραπάνω τυπογραφική διόρθωση λοιπόν αποκαθίσταται πλήρως το νόημα του γεω-βάτη (αντ. με το λιθ. zmo-gus < zmuo < zeme) που αναφέρεις. Είναι ενδιαφέρον επίσης ότι το *gwem=βαίνω στα Λιθ. δίνει το gimti που έχει την σημασιολογική μεταβολή του "γενημμένος" οπότε η σύνδεση με το *dhgh-mos (ελληνοφρυγ. χθαμαλος/ΖΕΜΕΛΩΣ) είναι ακόμα πιο πιθανή ως εκείνος "που πατάει στο χώμα/κάτω" ή "που είναι γεννημένος από το χώμα/κάτω".

    • To *nert-«κάτω»που ανέφερες μου άρεσε:

      http://en.wiktionary.org/wiki/north#Etymology

      Νόμο του Grimm δεν μπορείς να έχεις στην ελληνική (έγινε μόνο στον γερμανικό κλάδο), αλλά υπάρχουν παραδείγματα που δείχνουν ανώμαλη τροπή *t>th όπως το πολυσυζητημένο ἀσκηθής.

      Επομένως το πρώτο συνθετικό *nr.tho- μπορεί να υπάρξει και να δώσει με μετάθεση n.thro-> anthro-.

      Στο δεύτερο συνθετικό που προτείνεις (*gwem-/gweh2 «πάω,βαίνω») έχουμε δύο προβλήματα:

      1) Πρέπει να βρούμε άλλα παραδείγματα όπου το ηχηρό χειλοϋπερωικό απηχηροποιήθηκε μεσοφωνηεντικά *gw>kw στην ελληνική.
      2) Αν το δεύτερο συνθετικό δεν ξεκινάει από φωνήεν ή λαρυγγικό δεν μπορούμε να έχουμε το ωμέγα του ανθρώπου.

      Για να έχω ωμέγα (μακρό ο) πρέπει να έχω:

      α) ένηχο συλλαβικό + λαρυγγικό h3: *-r-h3- > ρω (λ.χ. *g’hl.h3-ros > χλωρός, *ml.h3dh-ros> βλωθρός
      β) δεύτερο συνθετικό που ξεκινάει από ο στο οποίο θα εφαρμόσουμε τον νόμο του Wackernagel λ.χ. όνομα > τοπωνύμιο
      http://en.wikipedia.org/wiki/Jacob_Wackernagel
      γ) πρώτο συνθετικό που να τελειώνει σε e/o και δεύτερο συνθετικό που να ξεκινάει από h3

      Επομένως για το «γεωβάτης» χρειαζόμαστε μια ρίζα *h3kw- με τη σημασία «περπατώ»

      είτε ξεκινήσεις από το *n.rtho- είτε από το n.dher- το δεύτερό σου συνθετικό πρέπει να ξεκινάει από h3 ή /ο/, αλλιώς δεν έχεις ωμέγα.

  3. pu2keqiri

    Εποικοδομητικές οι παρατηρήσεις σου όπως πάντα.
    Για το πρώτο πρόβλημα που θέτεις στο -kwos/quos ως παραγόμενο από το -βος < βάω < *gwem σχετικά με την ανομοίωση των χειλοϋπερωικών στην πρωτοελληνική νομίζω πως ένα παράδειγμα που θα δούλευε είναι το: "ku-na-ja" < PIE *gʷḗn ενώ θα περιμέναμε κάτι σαν "qu-na-ja" (αντιπαραβάλλω ως αναμενόμενα τα ku-na-ke-ta-i < *ḱwṓ και το λύκος < *wĺ̥kʷos). Παρεμπιπτόντως, ο νόμος του «βουκόλου» (για την μεταστροπή /kʷ/ σε /k/ μόνο όταν ακολουθεί /υ/) φαίνεται να μην ισχύει σε μερικές λέξεις όπως π.χ στο λύκος (ru-qo) αφού στη γειτονική θέση υπάρχει /ο/. Παρ'όλα αυτά σε όλες τις υπόλοιπες τα καλά διατηρούμενα /kʷ/ και /gʷ/ στην Μυκ. γίνονται /p/ και /b/ (π.χ πέτταρες και βανά αντίστοιχα) στην Αιολική. Όσον αφορά τον δεύτερο προβληματισμό απανθίζω από το βίκι: "A voiced realisation also matches more neatly when seen in the context of Cowgill's law and Grimm's law in Germanic. Along this vein, Rasmussen has chosen a consonantal realization for *h3 as a voiced labialized velar fricative [ɣʷ], with a syllabic allophone [ɵ], i.e. a close-mid central rounded vowel." Αναρωτιέμαι αν υπάρχει (έστω η σπάνια) περίπτωση να λειτουργήσει αυτό αντίστροφα και η φαινομενική απουσία λαρυγγικού να εξηγεί ένα /ɵ/ που θα δημιούργησε μακρό ο. Έαν όχι, δε θα έπρεπε να αποκλείσουμε ταυτόχρονα την ύπαρξη σπάνιων παράλληλων τύπων όπως το "χαροπός" (που ίσως μάλιστα και να αποτελεί το αρχαιότερο τεκμήριο μυκ. λέξης (qo-ro-qa) αν το βότσαλο της Καυκανιάς είναι αυθεντικό); Διαφορετικά, δεν βλέπω γιατί το -ωπος να μην αποτελεί τουλάχιστον in principle λανθασμένη γραφή λόγω επίδρασης από τόσα ονόματα (σχεδόν όλων) σε κάθε περίοδο της Ελληνικής που τελειώνουν σε -ωψ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s