Η Θρακική γλώσσα #3

(συνέχεια από το μέρος #2)

4) Θεωνύμια:

Ο κυριότερος θρακικός θεός ήταν αναμφίβολα ο Σαβάδιος τον οποίο οι Έλληνες θεωρούσαν σαν θρακο-φρυγική εκδοχή του δικού τους Διονύσου. Το γεγονός ότι ο Διόνυσος έφερε σε ορισμένα μέρη το επίθετο Ἐλευθέριος μαζί με το ότι η λατινική εκδοχή του θεού ήταν ο Liber ώθησε ορισμένους γλωσσολόγους να παράξουν το θεωνύμιο από τη ρίζα *swobhod-jos που έδωσε και τον σλαβικό όρο για την ελευθερία (OCS svoboda). Προφανώς και οι τρεις λαοί θεωρούσαν τους θεούς της οινοποσίας και του ξέφρενου γλεντιού «απελευθερωτές» από τις καθημερινές σκοτούρες.

Sabadios

Μιας και  οι λατρείες στην γειτονική Μακεδονία επηρεάστηκαν από αυτές της Θράκης πιστεύω ότι μπορούμε να συνδέσουμε τον μακεδονικό όρο Σαυᾶδαι για τους Σειληνούς (τους σατυροειδείς ακολούθους του Διονύσου) με τον θρακικό όρο Σαβάδιο αν δεκτούμε ότι το θρακικό μεσοφωνηεντικό /b/ τριβοποιήθηκε σε /v/ στο στόμα των Μακεδόνων το οποίο αποδόθηκε γραπτά σαν «υ» ως συνήθως σε μεσοφωνηεντική θέση (λ.χ. μακ. σαυτορία < σαϝοτορία ~ σωτηρία).  Το παρακάτω χρυσελεφάντινο εύρημα από τις Αιγές μάλλον δείχνει τον θεό Διόνυσο/Σαβάδιο με μια Μαινάδα και έναν Σαυάδα/Σειληνό:

Mak Sabadios

H θρακική θεά της μάχης Κότυς (<*katu-/*kotu-) έχει ήδη περιγραφεί στην προηγούμενη ανάρτηση στο ανθρωπωνύμιο Κότυς. O Θανάσης μου θύμισε και την Θρακική Αρτέμιδα που έφερε το όνομα Βενδῖς. Το όνομα με το μακρό /ῑ/ που θυμίζει τα σανσκριτικά θηλυκά τύπου Devī (< *-ih2, συγγενής των ελληνικών θηλυκών σε -ια), στην θρακική πρέπει να ήταν *Bendī και σήμαινε «Τοξότρια», από την ρίζα *(s)bhendh- που έχει δώσει το ελληνικό σφενδόνη και το αγγλικό bend («τανύζω, παραμορφώνω, λυγίζω», όπως γίνεται στο τάνυσμα της χορδής του τόξου και του λάστιχου της σφεντόνας).

Άλλη θρακική θεότητα ήταν ο θεός του κεραυνού  Ζ(ι)βελθ(ι)ούρδος. Γνωρίζουμε ότι οι Θράκες αριστοκράτες έφεραν τον τίτλο Ζιβυθίδαι. Η ρίζα zibu- έχει συσχετιστεί με τα λιθουανικά žiburys = «φως» και žibut = «αστράπτω» και, κατά συνέπεια, ο τίτλος Ζιβυθίδης σήμαινε κάτι σαν τα λατινικά illustris (lux = φως), clarissimus και τα ελληνικά δῖος (< *diwos <*dei- «φέγγω, αστράπτω) και δῆλος (ευδιάκριτος < *dej-elos). Αν το πρώτο συνθετικό του Ζιβελθ(ι)ούρδου σχετίζεται με τα παραπάνω και το δεύτερο σχετίζεται με το γερμανικό stürzen «ρίχνω, εκτοξεύω» τότε το όνομα του θρακικού θεού σήμαινε κάτι σαν «Αστραπο-ρίχτης», «Κεραυνοβόλος».

Ο ποταμός Zlatna Panega της Βουλγαρίας παίρνει το όνομά του από την ομώνυμη μικρή λίμνη από την οποία ξεκινάει, η οποία με τη σειρά της, τροφοδοτείται από την πηγή Glava Panega. Εκεί έχει βρεθεί ένας αριθμός ελληνικών και λατινικών επιγραφικών αφιερώσεων που φέρουν τοπικά επίθετα θεών. Τα επίθετα που βρίσκουμε στις επιγραφές είναι Σαλδοκελ(λ)ῆνος, Σαλδουισῆνος και Saldaecaputenus/Saltocaputenus. Τα βουλγαρικά ονόματα μας βοηθούν στην ετυμολογία των όρων. Τα λατινικά επίθετα περιέχουν την λατινική λέξη για την κεφαλή caput ή οποία μεταφράστηκε σλαβιστί σαν glava. Ο όρος για την κεφαλή (δείτε ορισμό 2α εδώ) χαρακτηρίζει αναμφίβολα την πηγή (λ.χ. κεφαλόβρυσο, headwaters, ιταλ. Capofiume). Αναλόγως οι θρακολόγοι πιστεύουν ότι το σλαβικό zlatna = «χρυσή» μεταφράζει το θρακικό *salda/zalda «χρυσή», το οποίο όπως το αγγλικό gold, το λεττονικό zelts και το νοτιοσλαβικό zlato (πρωτοσλαβικό *zolto) προέρχονται από την ΙΕ ρίζα *g’hol-tom. Έχοντας δει τόσα παραδείγματα σατεμοποίησης παραπάνω (Ρῆσος, Βύζας, -δίζα) η προτεινόμενη ετυμολογία δεν μας εκπλήσσει. Άρα το Σαλδοκελλῆνος είναι παράγωγο του υδρωνυμίου *Σαλδοκέλλα = «Χρυσή πηγή» την οποία οι εκλατινισμένοι Θράκες άρχισαν να αποκαλούν Saldaecaput (~ aquae-ductus). Ούτε ο όρος *κέλλα = «πηγή» μας εκπλήσσει. Η ΙΕ ρίζα *gwel– «αναβλύζω» έχει δώσει το γερμανικό Quelle = «πηγή» (< *gwelna) και ο μηδενικός βαθμός ablaut το -βλ- των ελληνικών βλύω, αναβλύζω. Ο θρακικός όρος προήλθε από το *gwelna όπως ο γερμανικός με τροπή *gw>g>k (θυμίζω *gwherm-> Γέρμ- και *m.g’h2> Muka-). Τέλος, ο όρος Σαλδουισήνος αποδίδει το θρακικό *Saldo-wis- το δεύτερο μόρφημα του οποίου είναι ο μηδενικός βαθμός της ρίζας *weis- «ρέω» που έχει δώσει τον τα ονόματα των ποταμών Weser και Vistula, αλλά και τον ελληνικό και λατινικό όρο για δηλητηρίο (ἰός, virus ~ «αυτό που ρέει από τα δόντια του φιδιού»).

Saldokellenos

Υπογράμμισα στη σελίδα και τη ρίζα *h2el(m)- «αναβλύζω» διότι απαντά στο θρακικό υδρωνύμιο Ἄλμος/Almus , αλλά και στην περιοχή Αλμωπία της αρχαίας Μακεδονίας, στην οποία υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός πηγών τα νερά των οποίων ενώνονται για να σχηματίσουν τους ποταμούς Λουδία και Μογλενίτσα (αρχαίος Αστραίος;). Το δεύτερο συνθετικό -ωπ- απαντά και σε άλλα υδρωνύμια όπως Ἀσωπός και Ἰνωπός και ίσως σχετίζεται με τη ρίζα *weΗp– «υδάτινη μάζα». Και στην διπλανή Εορδαία της Μακεδονίας έχουμε την αρχαία πόλη Κέλλα/Κέλλη (κοντά στο σημερινό Αμύνταιο) σε μια περιοχή που είναι γεμάτη με πηγές νερού (λ.χ. Ξυνό Νερό, και το βουλγαρικό/σλαβομακεδονικό όνομα της περιοχής  Surovičevo). Δίπλα από την Κέλλη ήταν η αρχαία Ἄρνισ(σ)α της οποίας το όνομα είναι προελληνικό μη ΙΕ και σημαίνει «πηγή», όπως έχω ήδη αναλύσει εδώ. Πιστεύω ότι το τοπωνύμιο Κέλλη είναι Θρακο-Παιονο-Φρυγικό κατάλοιπο στην Μακεδονία, όπως και το όνομα της λίμνης Βεγορίτιδος/Βοκέριας η οποία κατά τη γνώμη μου περιέχει την ρίζα *wegw- «υγρός» που έχω περιγράψει εδώ. Βλέπουμε με άλλα λόγια την τροπή *gw>g>k σε δύο γειτονικά τοπωνύμια της Μακεδονίας, όπως είδαμε και στα θρακικά *m.g’h2-> Muka- και *gwel-na > Kella, αλλά και στα φρυγικά *meg’h2s > mekas και βέκος = «ψωμί» αν αυτό προέρχεται από την ρίζα *bheh1g– (> φώγω, bake) όπως μερικοί γλωσσολόγοι προτείνουν.

Το ότι τα Θρακο-Παιονο-Φρυγικά τοπωνύμια δεν είναι κάτι το περίεργο στην Μακεδονία θα το καταλάβετε όταν θα κάνω ανάρτηση για την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων και τις γλώσσες με τις οποίες ήρθαν σε επαφή. Εδώ στα γρήγορα παραθέτω μόνο το μακεδονικό λήμμα του Ησύχιου ἀρκόν = σχολήν Μακεδόνες, δηλαδή «ελεύθερος χρόνος», «χρόνος για ξεκούραση» το οποίο σχετίζεται με το ελληνικό ἀργός = βραδύς, τεμπέλης και ἀργία = τεμπελιά, μέρα ξεκούρασης κλπ το οποίο δείχνει την ίδια διαδικασία απηχηροποίησης g>k.

5) Διασωθέν Λεξικό:

Ήδη έχω παρουσιάζει κάποιους όρους από το διασωθέν θρακικό λεξιλόγιο όπως ζετραία,βρύγχος, ζιβυθίδαι κλπ. Άλλοι όροι είναι η σκάλμη = ξίφος (*skalma < *skolma) η οποία απαντά στην αλβανική γλώσσα σαν shkallmë με συμφωνισμό που δείχνει ότι πρόκειται για δάνειο μιας και οι «γνήσιοι» αλβανικοί όροι τρέπουν το *sk πριν από  r,l,m,n,j,w,b,d,g σε *sk>ks>h (λ.χ. *skōla > hell ~ σκῶλος, *skr.d- > hurdhë/hudhër ~ σκόρ(ο)δον κλπ) και η ρομφαία, ενώ ο θρακικός όρος για τον άγριο ταύρο βόλινθος (*bulint-) φαίνεται να έχει την ίδια ΙΕ καταγωγή με το αγγικό bull.

Thracian list

Σε μια λατινική επιγραφή του 226 μ.Χ. εμφανίζεται ο μη λατινικός όρος midne μέσα σε μια φράση όπου φαίνεται να σημαίνει «χωριό, οικισμός». Ο όρος έχει συσχετιστεί με το λεττονικό mitne = «χωριό» και το περσικό maeθana = «κατοικία».

midne

Οι παραπάνω όροι μπορούν να ετυμολογηθούν από την ρίζα *mei(t)– «ανταλλάσσω, ανακατώνω (λ.χ. ελλην. μεῖγμα)» που σημαίνει ότι το αρχικό νόημα του οικισμού ήταν το «παζάρι» (τόπος ανταλλαγής προϊόντων). Έχει ενδιαφέρον ότι οι μόνιμοι οικισμοί στην βαλκανική ενδοχώρα ξεκίνησαν ως canabae (παράγκες που στηνόταν για περιοδικά παζάρια) γύρω από τα ρωμαϊκά στρατόπεδα. Η τρανή Βιέννη (Vindobona)λ.χ. ξεκίνησε σαν canabae Vindelicum. από την ίδια ρίζα φαίνεται να προέρχεται ο παλαιο-σλαβικός όρος město (<*moit-tom) «οικισμός», με κανονική τροπή της διφθόγγου σε yat *oi>ě (λ.χ. *kwoina > ποινή αλλά OCS čěna). Ξανά, όπως και στην περίπτωση του -διζα δεν είμαι σε θέση να καταλάβω εάν το θρακικό midne προέρχεται από τον πλήρη (*meit-na) ή τον μηδενικό βαθμό (*mit-na) ablaut. Πάντως το λατινικό communis προέρχεται από τον ο-βαθμό της ρίζας (<*con-moi-nis).

meit exchange

6 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

6 responses to “Η Θρακική γλώσσα #3

  1. Dejan

    In addition for exchange:
    prefixed:
    http://en.wiktionary.org/wiki/%D0%B7%D0%B0%D0%BC%D0%B5%D0%BD%D0%B0
    without prefix (“for”)
    MENA = one of four lunar phases

  2. Και η Βενδίς δεν ήταν θρακική θεότητα; Ξέρουμε κάτι για αυτήν;

    • Καλώς τον Θανάση !

      Ναι, ξέχασα να την αναφέρω.

      http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%AD%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CF%82

      Οι Έλληνες εν τέλει την ταύτισαν με την Αρτέμιδα. Οι Αθηναίοι υιοθέτησαν την λατρεία της μέσα από τους Θράκες μέτοικους της πόλης (Βενδίδεια).

      Οι Θρακολόγοι (Duridanov) πιστεύουν ότι στις αρμοδιότητές της ήταν και η προστασία του γάμου (η προστασία του δεσμού του ανδρόγυνου) και ετυμολογούν το όνομα από την ρίζα *(s)bhendh-«συνδέω» (αγγλικό bond = δεσμός, ελληνικό σφόνδ-υλος/σπόνδ-υλος «μικρή αρθρωτική μονάδα» και πενθ-ερός με την σημασία «αυτός που τώρα έγινε συγγενής»).

      Εγώ θα προσέθετα ότι το όνομά της μπορεί να συσχετίζεται με την όμοια ρίζα της σφενδ-όνας *(s)bhendh- που έδωσε και το αγγλικό bend αν υποθέσουμε ότι οι Θράκες χρησιμοποιήσαν την ρίζα με την σημασία «τανύζω» για να ονομάσουν το τόξο, όπως έκαναν οι Έλληνες με την σφενδόνα.

      http://en.wiktionary.org/wiki/bend#Etymology

  3. antonis

    Καλημέρα….Κοίτα να δεις τι μου ήρθε στο μυαλό…
    1/. λες παραπάνω ότι η ΙΕ ρίζα *gwel– «αναβλύζω» έχει δώσει το γερμανικό Quelle = «πηγή» (< *gwelna) και ο μηδενικός βαθμός ablaut το -βλ- των ελληνικών βλύω, αναβλύζω. Και θυμήθηκα μία λέξη που υπάρχει κοινή στη Βλάχικη και στη Ρουμάνικη. "Izvoru" = πηγή. Σκέφτομαι μήπως η κατάληξη "- voru" έχει σχέση με το " gwel" και το l έχει γίνει r… '"Iza" αν δεν κάνω λάθος κάπου διάβασα πως είναι μία από τις λέξεις που σημαίνουν νερό στην θρακικη…Μήπως το izvoru λοιπόν, σημαίνει "σημείο που αναβλύζει νερό" γιατί μέχρι και σήμερα είναι μία από τις δύο λέξεις στη βλάχικη για να περιγράψεις την πηγή ( η άλλη είναι η fontana)…Μήπως μία παλαιoτερη μορφή του Izvoru ήταν το Iza – gwel που έγινε iza – wer – iz-voru ???
    2/. Για τον "Σκόμβρο" που αναφέρεις ως εξόγκωμα, καρούμπαλο, βουνό.. υπάρχει αντίστοιχη στην Βλάχικη 'Scambu" (το α ακούγεται μεταξύ α και ου) που σημαίνει συγκεκριμένα "άγριος βράχος", αφού υπάρχουν και άλλες λέξεις που περιγράφουν άλλου είδους βράχια ή μεγάλες πέτρες..
    Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού… 🙂

    • Γειά σου Αντώνη και καλό υπόλοιπο καλοκαίρι και σ’εσένα!

      Το izvor = «πηγή» είναι σλαβικό.

      To scambu = «άγριος βράχος» που ανέφερες είναι πολύ ενδιαφέρον.

      Εκτός από το όρος Σκόμβρος που αναφέρει ο Θουκυδίδης ως μεθόριον Θρακών και Παιόνων (η ορεινή μάζα γύρω από τα σημερινά όρη Rila και Vitosha), υπάρχουν κα ιτα παιονικά εθνωνύμια Δοληνέσται και Κομβρεάται στην Πελαγονία που, κατά γνώμη μου, σημαίνουν «ορεσίβιοι» ((Σ)Κομβρεάται) και «Καμπήσιοι» (όπως το τα σλαβικά dol/dolina = «κοιλάδα, κάμπος, κάτω μέρος»).

      Επιπρόσθετα, πριν από μερικές ημέρες, ψάχνωντας την ετυμολογία για το θρακικό τοπωνύμιο Ραιδεστός, βρήκα ότι η πόλη ήταν κτισμένη πάνω στο όρος (Σ)Kόμβος.

      location:

      Tekirdağ is situated on the northern coast of the Sea of Marmara, 135 kilometres (84 miles) west of Istanbul. The picturesque bay of Tekirdağ is enclosed by the great promontory of the mountain which gives its name to the city, Tekir Dağı (ancient Combos), a spur about 2000 ft.

      Το όρος (Σ)Κόμβος της Ραιδεστού είναι όπως το είπες, ένας άγριος βράχος που εισέρχεται στη θάλασσα και σχηματίζει τον ένα βραχίωνα του μικρού κόλπου της πόλης.

      Επομένως έχουμε θρακικά όρη Σκόμβρος και (Σ)Κόμβος και το μάλλον παιονικό εθνώνυμο Κομβρεάται που περιέργως εμφανίζεται μαζί με το Δοληνέσται σαν «ορεινοί» και «καμπήσιοι» στην Πελαγονία.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s