Οι «Γραικοί» του Πορφυρογέννητου #3: διαβάζοντας το «περὶ θεμάτων»

(συνέχεια από το μέρος #2)

Συνεχίζοντας με το θέμα Αιγαίου, ο Πορφυρογέννητος γράφει ότι:

Ἡ γὰρ τῶν Ἑλλήνων γλῶττα εῖς πέντε διαλέκτους διῂρηται, πρώτην μὲν τὴν τῆς Ἀτθίδος, δευτέραν τῶν Ἰώνων, τρίτην δὲ τὴν Αίολέων, τέταρτην δὲ τὴν Δωριέων, πέμπτην δὲ τὴν κοινήν, ᾖ πάντες χρώμεθα.

Δηλαδή, η γλώσσα των Ελλήνων ήταν χωρισμένη σε πέντε διαλέκτους εκ των οποίων η πέμπτη ήταν η κοινή, την οποία σήμερα πάντες χρησιμοποιούμε.

Παρακάτω κάνουν πάλι την εμφάνισή τους οι «μυστηριώδεις Γραικοί» πάλι στο ίδιο σημείο όπου τους συναντήσαμε στην περιγραφή του Οψικίου: αυτοί οι «Γραικοί» κατοικούν στα παραθαλάσσια μέρη γύρω από την Άβυδο και την Κύζικο μέχρι και τον Γρανικό ποταμό και όλοι τους χρησιμοποιούν την κοινή διάλεκτο.

 καὶ μέχρι Κυζίκου καὶ τοῦ ποταμοῦ τοῦ λεγόμενου Γρανικού, πάντες Γραικοί όνομάζονται καὶ κοινῇ διαλέκτῳ χρῶνται

Τι κάνει τόσο ειδικούς αυτούς τους «Γραικούς» που χρησιμοποιούν την κοινή ελληνική (όπως και όλοι οι άλλοι ελληνόφωνοι);

Ας κάνουμε μια ανακεφαλαίωση αυτών που συναντήσαμε μέχρι τώρα:

1) Οι βασιλείς μετά τον Ηράκλειο εγκατέλειψαν την πάτριο Ρωμαϊκή ως επίσημη γλώσσα  για χάρη της Ελληνικής.

2) Η ελληνική γλώσσα που όλοι οι ελληνόφωνοι μιλάνε είναι η κοινή.

3) Το θέμα των Θρακησίων κατοικείται από Λυδούς, Μαίονες, Κάρες και Ίωνες. Ενώ η Ιωνική αναγνωρίζεται σαν μία διάλεκτος της ελληνικής («δευτέραν τῶν Ἰώνων»), οι Ίωνες αυτοί δεν προσδιορίζονται ούτε σαν «Ἑλληνες» ούτε σαν «Γραικοί» και κατά τον Πορφυρογέννητο ήρθαν από την Θράκη.

4) Οι παραθαλάσσιες πόλεις της Παφλαγονίας είναι «Ἑλληνίδες» και «Ἑλλήνων ἄποικοι», ενώ η Χαλδία και η μητρόπολή της Τραπεζούντα είναι επίσης «Ἑλλήνων ἀποικίαι».

5) Οι Ἑλληνες καλούσαν τους υψηλούς και επηρμένους τόπους «Κολωνούς».

6) Οι Ἐλληνες (αρχαίοι συγγραφείς) μιλάνε για το ξακουστό χρυσόμαλλο δέρας.

7) Οι «παλαιοί Ἕλληνες» (της αρχαϊκής περιόδου) καλούσαν τον υψηλόν τόπο σάμο.

8) Η ιστορία των Ἑλλήνων δεν χρειάζεται να διδαχθεί επειδή είναι «ψεύδους μεμεστωμένην»

Και

9) Στα παραθαλάσσια μέρη γύρω από την Άβυδο και την Κύζικο μέχρι τον Γρανικό ποταμό υπάρχουν αυτοί οι μυστήριοι Γραικοί, που όλοι τους χρησιμοποιούν την κοινή ελληνική, η οποία είναι η διάλεκτος που «πάντες χρώμεθα» και οι οποίοι αντιπαραβάλονται στους «Μη Γραικούς» Δαγοτθήνους, Φρύγες, Βιθυνούς και Μυσούς που κατοικούν στην ενδοχώρα.

Αφού αυτοί οι Γραικοί χρησιμοποιούν την κοινή γλώσσα «που όλοι χρησιμοποιούμε» αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν γλωσσική ιδιαιτερότητα ως προς τους λοιπούς ελληνόφωνους Ρωμαίους. Πού έγκειται λοιπόν η ιδιαίτερότητά τους και αναφέρονται δύο φορές, ενώ δεν γίνεται αναφορά σε «Γραικούς» που κατοικούν στα άλλα θέματα; Είναι αναχρονιστική αναφορά όπως αυτή σε Βιθυνούς, Μαίονες και Λυδούς ή είναι μια υπαρκτή κατηγορία όπως οι Αρμένιοι με την ιδιαίτερή τους γλώσσα και την ιστορική τους παρουσία στην Μικρά Ασία; Αν είναι αναχρονιστική η αναφορά τότε γιατί δεν χαρακτηρίζοντια «Ἑλληνες» όπως στις λοιπές αναφορές σε αρχαίους Ἑλληνες; Αν πάλι είναι σύγχρονο έθνος τότε γιατί υπάρχουν μόνον εκεί και όχι λ.χ. στα θέματα των Θρακησίων και των Κιβυρραιωτών;

Έχοντας αυτά τα 9 σημεία κατά νου πάμε να εξετάσουμε την άλλη περίπτωση όπου πάλι εμφανίζονται «Γραικοί» στα γραπτά του Πορφυρογέννητου. Πρόκειται για το κεφάλαιο 49 του De administrando Imperio.

Administrando491

Administrando492

Administrando50 1

Administrando50 2

Στην πρώτη ιστορία έχουμε την θαυματουργή παρέμβαση του απόστολου Ανδρέα, ο οποίος πολέμησε στο πλευρό των κατοίκων της Πάτρας εναντίον των Σλάβων που εξεγέρθηκαν. Γράφει ο Πορφυρογέννητος ότι:

[Οἱ Σκλάβοι] πρῶτον μὲν τὰς τῶν γειτόνων οἰκείας τῶν Γραικῶν ἐξεπόρθουν καὶ εῖς ἁρπαγή ἐτἰθεντο, ἔπειτα δὲ καὶ κατὰ τῶν οἰκητόρων τῆς τῶν Πατρῶν ὁρμήσαντες πόλεως … μεθ΄ἐαυτῶν ἔχοντες καὶ Ἀφρίκους καὶ Σαρακηνοῦς.

Παρακάτω λέει ότι ο θεματικός στρατηγός ξεκίνησε από την Κόρινθο εναντίον του «ἔθνους τῶν Σκλαβηνῶν», ενώ 3 φορές οι σλάβοι περιγράφονται σαν «βάρβαροι».

Αυτή η περιγραφή είναι πάλι μυστήρια. Είναι η πρώτη φορά που βυζαντινός συγγραφέας περιγράφει σύρραξη Σλάβων και Γραικών και η μόνη περίπτωση στα γραπτά του Πορφυρογέννητου που χρησιμοποιεί το ανώμαλο ζεύγος «Γραικοί-βάρβαροι» αντί για το κανονικό «Ρωμαίοι-βάρβαροι». Αυτό είναι περίεργο γιατί ο Πορφυρογέννητος, όπως και κάθε άλλος «Αύσων» = «γνήσιος Ρωμαίος» σίγουρα θεωρεί το πρόσρημα «Γραικός» ως «ὄνειδος δυσγενείας» (έτσι το χαρακτηρίζει αργότερα ο Ζωναράς) και ως «συκοφαντικά παλιοτόμαρα» (homines scelerati criminosi, βλέπε την Relatio του Λιουτπράνδου της Κρεμόνας) όσους δυτικούς αποκαλούν «Γραικούς» τους Ρωμαίους). Ακόμα και ο πατέρας του Πορφυρογέννητου Λέων ο Σοφός γράφει στα τακτικά ότι οι Σλάβοι μόλις αφομοιώθηκαν έπαψαν να παρενοχλούν τους Ρωμαίους. Ο Ιωάννης ο Εφέσιος (τέλος 6ου αιώνα) γράφει ότι «τα καταραμένα έθνη των Σλάβων εγκαταστάθηκαν στην γη των Ρωμαίων σαν να τους ανήκε, έγιναν πλούσιοι από την λεηλασία και με τον καιρό έμαθαν να πολεμούν καλύτερα και από τους Ρωμαίους». Τα «Θαύματα» περιγράφουν την Θεσσαλονίκη του 7ου αιώνα σαν «Ρωμαϊκή νησίδα σε Σλαβική θάλασσα», ενώ ακόμα και ο Ισίδωρος της Σεβίλλης έγραψε ότι στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου “Sclavi Graeciam Romanis tulerunt“.

Καταλαβαίνετε επομένως πόσο ασυνήθιστος είναι ο όρος «Γραικός» για την περίσταση. Μία εξήγηση είναι να υποθέσουμε ότι επειδή και οι Σλάβοι και οι Γραικοί ήταν Ρωμαίοι πολίτες, χρειάστηκαν επιπλέον όροι (γλωσσική ταυτότητα) για να διαχωριστούν οι δύο ομάδες. Αλλά εάν οι Σλάβοι της Πελοποννήσου θεωρούνταν Ρωμαίοι πολίτες τότε γιατί περιγράφονται τρεις φορές σαν «βάρβαροι»; Ποτέ οι αλλόγλωσσοι πληθυσμοί της αυτοκρατορίας δεν περιγράφονται ως «βάρβαροι» μέχρι και τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου. Ο Λέων ο Διάκονος λ.χ. αργότερα χρησιμοποιεί την φράση «Ρωμαίοι, Αρμένιοι και σύγκλυδες» (~ «και άλλες λοιπές εθνότητες») για τους εποίκους που στάλθηκαν αργότερα στην ανακτημένη Κρήτη. Η άλλη εξήγηση είναι πως το ανώμαλο δίπολο «Γραικοί-βάρβαροι/Σλάβοι» χρησιμοποιείται για την εξέγερση του 805, επειδή η περιοχή τότε ήταν ακόμα «πακτιωτική» (μόλις είχε αποκατασταθεί ο ρωμαϊκός έλεγχος στην περιοχή) και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το κανονικό δίπολο «Ρωμαίος-βάρβαρος», μιας και ο Πορφυρογέννητος ποτέ δεν αποκαλεί «Ρωμαίους» τους «πακτιώτες» των Ρωμαίων (οι «πακτιώτες» «Ῥωμᾶνοι» της δαλματικής ακτής είναι «Ῥωμᾶνοι» και όχι «Ῥωμαῖοι»). Η τρίτη εξήγηση είναι αυτή του Romilly Jenkins, σύμφωνα με την οποία, ο ανώμαλος όρος «Γραικοί» χρησιμοποιείται επειδή οι συγκεκριμένοι έποικοι που ο Νικηφόρος Α΄εγκατέστησε στην Αχαΐα ήταν γραικοκαλαβρέζοι (σύμφωνα με το «Χρονικό» της Μονεμβασιάς ήταν «Πατρινοί παλινοστούντες» που είχαν καταφύγει για 2 αιώνες στο Ρήγιον της Καλαβρίας).

patras-jenkins-graikoi

Και αυτή, όμως, η υπόθεση δεν είναι βέβαιη επειδή δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία χρήσης του όρου «Γραικοί» για τους ελληνόφωνους πληθυσμούς της Νότιας Ιταλίας.

Έχουν οι δύο αναφορές σε «Γραικούς» (σε Πελοπόννησο και Οψίκιον) κάποια σχέση μεταξύ τους;

(συνέχεια στο μέρος #4)

Advertisements

5 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

5 responses to “Οι «Γραικοί» του Πορφυρογέννητου #3: διαβάζοντας το «περὶ θεμάτων»

  1. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όλη η σειρά των άρθρων για την εθνική συνείδηση στους βυζαντινούς χρόνους και πολύ χρήσιμο το να υπάρχει εύκολα διαθέσιμη στο διαδίκτυο μια τέτοια συλλογή πρωτογενών και δευτερογενών πηγών επί του θέματος. Ιδιαίτερα οι αναλογίες με την σχέση γλώσσας και εθνικής συνείδησης στην περίπτωση των ΗΠΑ (αγγλική γλώσσα/κουλτούρα, αμερικανική εθνική συνείδηση) και της Βραζιλίας (πορτογαλική γλώσσα, βραζιλιάνικη εθνική συνείδηση) προσφέρουν μια πολύ καλή εισαγωγή στην γενικότερη αντίληψη του ζητήματος. Φυσικά, υπάρχει πάντα και η χρήσιμη έμφαση που δίνει ο ιστορικισμός στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε εποχής (π.χ. στην περίπτωση του βυζαντινού κράτους η γεωγραφική «κοιτίδα» του γλωσσοπολιτισμικού του άξονα περικλειόταν στο κράτος, ενώ π.χ. στην περίπτωση των ΗΠΑ η Αγγλία βρίσκεται εκτός των ορίων του και συνυπάρχει με αυτό συγχρονικά ως ανεξάρτητη κρατική οντότητα).

    Ένα, επίσης, σημείο συζήτησης έχω την αίσθηση ότι αφορά την φύση των πηγών. Η συντριπτική τους πλειονότητα μοιάζει να προέρχεται μέσα από τους κόλπους μια συγκεκριμένης πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής ελίτ, της ελίτ της Κωνσταντινούπολης. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι, όπως ίσως νομίσουν κάποιοι, αν είχαμε ανάλογες πηγές και από τους απλούς πληθυσμούς των διαφόρων περιοχών του κράτους, αυτές θα ενίσχυαν την σύγχρονη, ανιστορική άποψη περί αμιγώς ελληνικής εθνικής συνείδησης στο Βυζάντιο. Ίσως, όμως, έδιναν μια άλλη διάσταση για το ζήτημα του τοπικού έναντι του υπερτοπικού. Για το αν, δηλαδή, η εκάστοτε τοπική ταυτότητα, π.χ. αυτή του κατοίκου της Θεσσαλονίκης, του Μπάρι ή της Νίκαιας, πιθανώς ήταν για τους απλούς αυτούς ανθρώπους πιο «ισχυρή» απ’ ό,τι η οποιαδήποτε υπερτοπική/κρατική ταυτότητα. Ίσως είναι, συνεπώς, ένα ζήτημα το αν, προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε στο βυζαντινό παρελθόν μια μορφή εθνικής συνείδησης που να αντιστοιχεί, τρόπον τινα, στα όρια μιας κρατικής οντότητας, ενδεχομένως προβάλλουμε στο παρελθόν όχι πια την σύγχρονη, ελληνική εθνική συνείδηση, αλλά την σύγχρονη εμπειρία της αντιστοιχίας εθνικής συνείδησης-εθνικού κράτους (όπως αυτή ενισχύεται στις μέρες μας και από άλλους παράγοντες, όπως π.χ. η δική μας αντίληψη της κλίμακας των αποστάσεων, η αποτύπωση της εικόνας των σύγχρονων χαρτών στο μυαλό μας, κλπ.). Θα μπορούσε, άραγε, μια τέτοια, πιο «τοπική» προσέγγιση στο θέμα της εθνικής συνείδησης στους βυζαντινούς χρόνους να προσφέρει στην σχετική συζήτηση;

    • Οι παρατηρήσεις σας είναι εύστοχες κύριε Γιαννόπουλε. Σαφώς και οι πηγές μας είναι ως επί το πλείστον μονόπλευρες εκφράζοντας ως επί το πλείστον υψηλόβαθμους ανθρώπους της διοικήσεως και την εκκλησίας που κατοικούν/μορφώνονται σε μια Κωνσταντινούπολη η οποία είναι έντονα εμποτισμένη με την επίσημη αυτοκρατορική ιδεολογία.

      Θα είχε ενδιαφέρον εάν γνωρίζαμε περισσότερα πέρα από τις τρεις γραμμές του Πορφυρογέννητου για την συμβίωση «Ἑλλήνων» και χριστιανών «Γραικών» στην Πελοπόννησο του 8ου αιώνα και την δική τους εκδοχή της ταυτότητάς τους. Όπως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να γνωρίζαμε τι μορφή είχε πάρει η ειδωλολατρεία τον 8ο αιώνα;

      Η περίπτωση του Μπάρι που αναφέρατε έχει επίσης ενδιαφέρον. Η θέση της Βυζαντινής Ιταλίας είναι επίσης αινιγματική. Από τη μια έδωσε άτομα όπως ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός (που για λίγο διάστημα είχε συγκεντρώσει και την πολιτική εξουσία όσο ήταν ανήλικος ο Πορφυρογέννητος) και από την άλλη, είναι μια περιοχή που τον 10ο αιώνα επαναστάτησε πολλές φορές έναντι της Βυζαντινής εξουσίας και αμφιταλαντευόταν μεταξύ βυζαντινού και τοπικού «Λομβαρδικού» (Landulf του Benevento) ελέγχου, ενώ στις αρχές του 11ου αιώνα όντας ακόμα Βυζαντινή επαρχία απέκτησε το δικό της μη βυζαντινό νόμισμα το οποίο ήταν πιο συμβατό με την οικονομική της εξάρτηση από τη Δύση. Από τον 11ο αιώνα επίσης υπάρχουν περιστάσεις «αποκλεισμού» τους από την πρότυπο βυζαντινή ταυτότητα όπως λ.χ. όταν ο διάδοχος του Ψελλού, Ιωάννης ο Ιταλός χαρακτηρίζεται «βάρβαρος» στην Κωνσταντινούπολη ή όταν ο Σκυλίτσης (γράφοντας στα τέλη του 11ου αιώνα) περιγράφει μια Βυζαντινή εκστρατεία στα χρόνια του Βασιλείου Α΄ εναντίον των Αράβων της Σικελίας και Νότιας Ιταλίας στην οποία αντιπαραθέτει τους «Ρωμαίους» στρατιώτες τόσο στους «Σαρακηνούς» όσο και στους «Ιταλούς». Η «ευκολία» με την οποία η νότια Ιταλία «κατακτήθηκε» από τους Νορμανδούς τυχοδιώκτες (το Μπάρι, η τελευταία Βυζαντινή πόλη έπεσε το 1071) σίγουρα σχετίζεται με τα παραπάνω.

      Ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα, για το οποίο έχω σκοπό να γράψω κάτι, είναι η αστικοποίηση του ελλαδικού χώρου κατά τον 11ο και 12ο αιώνα και η ανάπτυξη τοπικών, «ιδιωτικών», εμπορικών μέσων τάξεων, των οποίων τα οικονομικά συμφέροντα πολλές φορές εναντιώνονται στα μονοπώλια της Κωνσταντινουπόλεως (λ.χ. το εμπόριο μεταξιού ήταν παραδοσιακά μονοπώλιο του κράτους/πρωτεύουσας και κατά τον 12ο αιώνα η Θήβα και η Κόρινθος ανταγωνίζονται την Κωνστατινούπολη σαν κέντρα μεταξουργείας).

  2. Ευχαριστώ πολύ για την απάντηση και τις περαιτέρω πληροφορίες. Η προοπτική πολλών διαφορετικών βυζαντινών ταυτοτήτων (σε τοπικό επίπεδο) και η διαρκής αναδιαπραγμάτευσή τους μέσα στις εκάστοτε συνθήκες είναι ένα άκρως συναρπαστικό θέμα. Ελπίζω και η βυζαντινή αρχαιολογία να γίνει πιο ευαίσθητη στον εντοπισμό στοιχείων που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην σχετική συζήτηση.

    • Το θέμα των προοπτικών της Βυζαντινής αρχαιολογίας εφάπτεται εν μέρει (στα γενικά του πλαίσια) με την δική σας ιδιότητα ως προϊστορικού αρχαιολόγου και μπορείτε να πληροφορηθείτε για το θέμα σαφώς ταχύτερα και καλύτερα από εμένα. Γνωρίζω λ.χ. από τους προλόγους στα βιβλία βυζαντινής ιστορίας τους ότι τόσο ο Mark Whittow (που διηύθυνε πολλές αρχαιολογικές αποστολές στην Μικρά Ασία) όσο και ο Timothy Gregory (διευθυντής των βυζαντινών ανασκαφών στην Κόρινθο) πιστεύουν ότι η Βυζαντινή αρχαιολογία ήταν για πολύ καιρό «παραμελημένη». Ελπίζω τα πράγματα να βρίσκονται ήδη σε τροχιά βελτίωσης.

      Γράφει στη σελίδα 14 ο Whittow (“The Making of Orthodox Byzantium, 600-1025, Palgrave MacMillan,1996):

      “The future however, lies with archaeology. Medieval Byzantine archaeology hardly exists. What is available has largely been obtained as a spin-off from the excavations of classical cities. Much of the basic work has yet to be done, especially in the countryside, where fundamental questions including, ‘How large was the Byzantine population?’, ‘How wealthy?’, ‘Where did they live and how were they employed?”, cannot really be answered. […] But there are hopeful signs. […] all give hope that we are on the edge of a very exciting period in Byzantine studies which will transform out understanding of the Byzantine world”.

  3. Ένας από τους βασικούς λόγους για την παραμέληση των πολύ σημαντικών πτυχών του βυζαντινού πολιτισμού που επισημαίνει ο Whittow είναι ο χαρακτήρας της βυζαντινής αρχαιολογίας ως κατά βάσιν ιστορίας της αρχιτεκτονικής και της τέχνης, κυρίως της εκκλησιαστικής. Ως έναν βαθμό, κάτι ανάλογο ίσχυε κάποτε και για την κλασική αρχαιολογία. Η ενασχόληση με ερωτήματα πληθυσμιακής, οικιστικής και οικονομικής εξέλιξης είναι σίγουρα επιτακτική ανάγκη για την βυζαντινή αρχαιολογία και αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται. Με αυτό τον τρόπο η αρχαιολογία θα μπορούσε να συμβάλλει και στην κριτική των γραπτών πηγών, π.χ. να καταδείξει σε ποια πραγματικότητα αντιστοιχούν οι περιγραφές του Μ. Χωνιάτη για την Αθήνα του 12ου αι. Θα ήταν ευχής έργον, πάντως, να αποκτήσει σύντομα και η βυζαντινή αρχαιολογία ένα πιο ανθρωπολογικό προφίλ, θέτοντας ερωτήματα και παράγοντας θεωρία σχετικά με ζητήματα, όπως π.χ. η ταυτότητα και οι ποικίλες εκφάνσεις της. Έτσι θα μπορούσε να έρθει σε έναν πολύ εποικοδομητικό διάλογο με αντίστοιχες αναζητήσεις της βυζαντινής ιστορίας, σαν αυτές που θίγονται και από τις αναρτήσεις σας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s