Λίγα λόγια για την εθνολογία και την εθνοτικότητα

“Ethnology is the study of ethnicity είναι μια εισαγωγική φράση που θα συναντήσετε σε πολλά αγγλόγλωσσα βιβλία. Μόλις επιχειρήσουμε να μεταφράσουμε την παραπάνω φράση στα ελληνικά αρχίζουν τα προβλήματα. Πως θα μεταφράσουμε τον όρο “ethnicity”; Δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε σαν «εθνικότητα» γιατί η τριάδα έθνος, εθνικός και εθνικότητα αποδίδει παραδοσιακά στα ελληνικά την τριάδα nation, national και nationality.  Ο όρος ethnicity είναι σχετικά καινούριος στην αγγλική γλώσσα και ακόμα πιο καινούρια είναι η εισαγωγή του όρου στην ελληνική ως εθνοτικότητα. Ο Irad Malkin στο βιβλίο του “The Returns of Odysseus: Colonization and Ethnicity “ (University of California Press, 1998) μελετά την λειτουργία των «νόστων» (μύθοι επιστροφής ηρώων από τον Τρωϊκό πόλεμο) στην δημιουργία εθνοτικών ταυτοτήτων τόσο στους Ἰταλιώτες (Έλληνες άποικοι στην Ιταλία) όσο και στους Ἰταλούς (ιθαγενείς λαοί της Ιταλίας). Στις σελίδες 55-61 κάνει μια απαραίτητη εισαγωγή στην εθνολογία για να ξεδιαλύνει τους όρους που θα χρησιμοποιήσει στο υπόλοιπο βιβλίο. Το κεφάλαιο ξεκινάει με τις παρακάτω δύο παραγράφους:

Ethnicity, a term coined in 1942, has been the focus of discussion by anthropologists, sociologists, historians (and ethnohistorians), and veterans of cultural studies. Whereas nationalism (sometimes ideologically based on ethnicity) is arguably a modern phenomenon, ethnicity and ethnic feelings are not, since we find primordialist group notions of ties of kinship, language, religion, race, shared experience, and territory already in antiquity. Current discussion seems to have gone beyond the essentialist or “natural” ethnicity of the myths of nation building originating in the late nineteenth century.Such myths potray nations as perennial and natural, waiting for the political moment to awaken. Current discussion also seems to have transcended the race-oriented and phenotypical definitions of group identity that were in vogue befορe World War II. These focused on “objective”, natural and inherited (mostly biological) traits. By contrast ethnicity (or ethnic identity) is now debated mainly in conceptual terms. There seems to be a general inclination to examine the ethnicity of “peoples” (to be distinguished from that of immigrants within modern states) while emphasizing its constructedness or “invention”. One definition, comfortable yet limited, considers ethnicity “the CONSCIOUS expression of group identity” or “the way in which social groups CONSCIOUSLY choose to assert their identity and to define and constitute themselves in relation to others in any given set of circumstances“. The comfort consists in the role of CONSCIOUSNESS; the severe limitation is the emphasis on self-definition. More often than not, as Benedict Anderson among others has shown, group definitions are the result of outsiders’ articulatons that become internalized and accepted.

Δηλαδή, εν συντομία, η εθνοτικότητα (ethnicity) είναι σχετικά καινούριος όρος που πρωτοεμφανίζεται στα αγγλικά λεξικά το 1942. Ενώ ο εθνικισμός (nationalism) είναι αναμφίβολα ένα σύγχρονο φαινόμενο, η εθνοτικότητα και τα εθνοτικά αισθήματα δεν είναι, μιας και βρίσκουμε αρχεγονικές (primordialist) αντιλήψεις για ομάδες ανθρώπων που βασίζονται σε δεσμούς συγγένειας, γλώσσας, θρησκείας, φυλής, κοινής εμπειρίας και κοινού εδάφους ήδη στην αρχαιότητα. Η τωρινή συζήτηση έχει απομακρυνθεί από την ουσιακή (essentialist) ή «φυσική» εθνοτικότητα των εθνοδομικών (nation building) μύθων του ύστερου 19ου αιώνα. Αυτοί οι μύθοι παρουσιάζουν τα έθνη σαν διηνεκείς (perennial) και «φυσικές» οντότητες που απλά περιμένουν την κατάλληλη πολιτική ευκαιρία για να «αφυπνιστούν». Η τωρινή συζητήση επίσης έχει ξεπεράσει/απορρίψει τους φυλετικούς (racial) και φαινοτυπικούς (αντικειμενικά βιολογικά χαρακτηριστικά που αποτελούν έκφραση γενετικής κληρονομιάς λ.χ. χροιά του δέρματος, χρώμα μαλλιών,ματιών κλπ.) ορισμούς της ταυτότητας των πληθυσμιακών ομάδων. Αντίθετα, η εθνοτικότητα σήμερα συζητάται πάνω σε αντιληπτικούς (conceptual) όρους. Υπάρχει μια γενική τάση να βλέπουμε την εθνοτικότητα με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουμε έμφαση στην «επινοημένη» κατασκευή της. Η εθνοτικότητα είναι η ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ έκφραση συλλογικής ταυτότητας, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ομάδες ανθρώπων αποφασίζουν ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ να εκδηλώσουν την συλλογική τους ταυτότητα σε σχέση με άλλες ομάδες ανθρώπων κατά τις διάφορες ιστορικές συγκυρίες. Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ (consciousness) εμπεριέχει τον βασικό περιορισμό του αυτοπροσδιορισμού. Όπως, μεταξύ άλλων έδειξε ο Benedict Anderson, συχνά ο αυτοπροσδιορισμός («ημική» αντίληψη, emic perception/self perception) προκύπτει από την υιοθέτηση και αποδοχή εξωτερικών ετεροπροσδιορισμώνητική» αντίληψη, etic perception). O Jonathan M. Hall από την άλλη, στο βιβλίο του “Hellenicity: Between Ethnicity and Culture” (University of Chicago Press,2002) αφιερώνει τις σελίδες 9-19 σε ένα κεφάλαιο με τίτλο “Defining Ethnicity” (~ απόπειρα ορισμού της εθνοτικότητας) ενώ στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του “Ethnic Identity in Greek antiquity” (Cambridge University Press, 1997) αφιερώνει μεγαλύτερο μέρος στο φαινόμενο της εθνοτικότητας, την ιστορία της μελέτης του και τους μηχανισμούς σχηματισμού και δυναμικής εξέλιξης των εθνοτικών ομάδων. Από εδώ και πέρα οι αναφορές στα παραπάνω βιβλία θα είναι (HallH,σελίδα) για το “Hellenicity” και (HallE,σελίδα) για το “Ethnic Identity”. Πριν προχωρήσουμε παρακάτω είναι αναγκαίο να πούμε δυο λόγια για τον «ινστρουμενταλισμό» (instrumentalism) του Fredrik Barth. Κατά τον Barth (ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης εθνολογίας), οι εθνοτικές ομάδες είναι πρωτίστως φορείς δράσεις του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι εθνοτικές ομάδες σχηματίζονται επειδή οι συστατικοί τους πληθυσμοί σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχουν συμφέρον να ενωθούν. Δηλαδή η εθνογένεση είναι καιροσκοπική (circumstantial), περιστασιακή (situational) και πολλές φορές εφήμερη (evanescent). Για να εξασφαλιστεί η συνοχή του φορέα δράσης απαιτείται ένα ισχυρό αίσθημα αλληλεγγύης από τα συστατικά του μέλη. Δίνεται έμφαση στις υπαρκτές ομοιότητες των μελών (λ.χ. γλώσσα, θρησκεία, ήθη κλπ) ενώ την ίδια στιγμή γίνεται υποβιβασμός των υπαρκτών διαφορών (πάντα γλώσσα, θρησκεία, ήθη κλπ.). Ταυτόχρονα, νέες ομοιότητες και νεόι δεσμοί επινοούνται και συνήθως παρουσιάζονται εν είδει μακροχρόνιων παραδόσεων. H παραπάνω διαδικασία συνοψίζεται στο ρητό «φαντασιακές κοινότητες με επινοημένες παραδόσεις» (“imagined communities with invented traditions“) το οποίο συνδέει τον τίτλο του βιβλίου του Benedict Anderson Imagined Communities με την αρχή των «επινοημένων παραδόσεων» (invented traditions) του Eric Hobsbawm. Αυτό που τονίζει επίσης ο ινστρουμενταλισμός είναι η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα της εθνοτικότητας. Όταν ο φορέας δράσης που ονομάζουμε εθνοτική ομάδα βρεθεί σε νέες συγκυρίες, τότε μπορεί να αλλάξει την υπάρχουσα παράδοση λ.χ. για να ενσωματώσει καινούριους πληθυσμούς ή για να αποκλείσει παλαιά μέλη ή τέλος, για να κατοχυρώσει δικαιώματα σε μια περιοχή. Συχνά αυτή η διαδικασία περιγράφεται με το ρητό ότι «το παρελθόν ερμηνεύεται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές στιγμές, ώστε να παραμένει συνεχώς νοηματούχο («μεστό με νόημα», επιτρέψτε μου την νεολογιστική αυτή απόδοση του αγγλικού meaningful). Ο Hall (HallE,19) συνοψίζει τα παραπάνω με τα παρακάτω λόγια:

The danger of the emic-etic dichotomy in the study of ethnic identity lies in the possibility of establishing a sterile debate between ethnic truth and ethnic fiction. Such a debate contributes little to the understanding of the phenomenon. On the one hand, there is -as we shall see- no doubt that ethnic identity is a cultural construct, perpetually renewed and renegotiated through discourse and social praxis. […] On the other hand, there is little to be gained, and much to be lost, by denying that the ethnic group does possess its own realm of reality.

Δηλαδή ενώ δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η εθνοτική ομάδα είναι ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα το οποίο αενάως ανανεώνει και επαναδιαπραγματεύει την οντότητά του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παύει να είναι υπαρκτή οντότητα στον χώρο του ιστορικού γίγνεσθαι και η θεώρησή της ως ψευδές σύνολο είναι επιζήμια τουλάχιστον όσον αφορά στην κατανόηση της εθνοτικότητας, γιατί μπορεί μεν να υπάρχουν «επινοημένες παραδόσεις», αλλά η αλληλεγγύη που αυτές σφυρηλατούν στα μέλη της εθνοτικής ομάδας και η ικανότητα δράσης της τελευταίας στο ιστορικό γίγνεσθαι είναι 100% πραγματικές. Ένας από τους κορυφαίους εθνολόγους της εποχής μας, ο Αnthony Smith στην σελίδα 15 του μνημιώδους βιβλίου του “The Ethnic Origins of Nations” (Blackwell,1986):

What I shall be arguing is that the ‘core’ of ethnicity, as it  has been transmitted in the historical record and as it shapes individual experience, resides in this quartet of  ‘myhs,memories,values and symbols’ and in the characteristic forms or styles and genres of certain historical configurations of populations. […] Special emphasis is laid on what is termed the ‘myth-symbol’ complex, and particularly the ‘mythomoteur’ or constitutive myth of the ethnic polity; both indicate the vital role of myths and symbols as embodying the corpus of beliefs and sentiments which the guardians of ethnicity preserve, diffuse and transmit to future generations. In other words, the special qualities and durability of ethnie are to be found, neither in their ecological locations, nor their class configurations, nor yet their military and political relationships, important as all these are for day-to-day experiences and medium-term chances of survival of specific ethnic communities. Rather one has to look at the nature (forms and content) of their myths and symbols, their historical memories and central values, which we can summarize as the ‘myth-symbol’ complex, at the mechanisms of their diffusion (or lack of it) through a given population, and their transmission to future generations, if one wishes to grasp the special character of ethnic identities.

Με λίγα λόγια, ο «πυρήνας» της εθνοτικότητας είναι η τετράδα «μύθοι,μνήμες, αξίες και σύμβολα» που συνιστούν το λεγόμενο «μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα» τα οποία σχετίζονται με τον λεγόμενο mythomoteur ή καταστατικό/κεντρικό εθνοσυμβολικό μύθο ο οποίος παρέχει στα άτομα της εθνοτικής ομάδας την αίσθηση μέλους στην συλλογικότητα και την διαφοροποίησή τους από τα «μη μέλη». Η επιβίωση και συνέχεια των εθνοτήτων δεν πρέπει να αναζητηθεί στην γεωγραφική/οικολογική παραμονή ούτε στην διατήρηση κοινωνικών συστημάτων ούτε πάλι στην ικανότητα διατήρησης της πολιτικής αυτονομίας (και εννοείται ούτε σε βλακείες περί βιολογικής συνέχειας). Αντίθετα πρέπει να αναζητηθεί στο μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα και στους μηχανισμούς διάχυσης και διαιώνισής του στις μελλοντικές γενιές. Έτσι μόνο καταφέρνει κάποιος να συλλάβει τον ιδιάζοντα χαρακτήρα των εθνοτικών ταυτοτήτων. Μέχρι στιγμής ορίσαμε την εθνοτικότητα σαν συνειδητή έκφραση συλλογικής ταυτότητας και αναφέραμε το μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα που προσδίδει στα άτομα την αίσθηση τους μέλος και την διαφοροποίησή τους από τα «μη μέλη». Αυτό που δεν έχουμε ακόμα ξεκαθαρίσει είναι τι το ειδικό έχει η εθνοτικότητα που την ξεχωρίζει από τις άλλες μορφές συλλογικής ταυτότητας. Οι μορφές συλλογικής ταυτότητας είναι πολλές και ποικίλες. Έτσι συλλογικές ταυτότητες είναι η γλωσσική ομάδα (λ.χ. το σύνολο των αγγλόφωνων ή ισπανόφωνων πληθυσμών), η θρησκευτική ομάδα (λ.χ. το σύνολο των ορθόδοξων χριστιανών ή των μωαμεθανών) ή τέλος ο σύνδεσμος οπαδών αθλητικού σωματείου (λ.χ. οπαδοί του Ολυμπιακού ή της Manchester United). Τι το ειδικό έχει η εθνοτικότητα ώστε να ξεχωρίζει από τις παραπάνω μορφές συλλογικής ταυτότητας. Οι ειδικοί μελετητές είναι ομόφωνοι σε αυτό:  το καθοριστικό στοιχείο της εθνοτικότητας είναι η απόδοση της αλληλεγγύης και οικειότητας σε φαντασιακή κοινή καταγωγή (fictive/putative common descent) όποια κι αν είναι η πραγματική καταγωγή των μελών.

[HallH,9] Ultimately, the definitional criteria or ‘core elements’ which determine membership in an ethnic group –and distinguish the ethnic group from other social collectivities– are a putative subscription to a myth of common descent and kinship, an assosiation with a specific territory and a sense of shared history. [HallH,10] The centrality of fictive kinship and descent to definitions of ethnicity is hardly a novelty. Already in 1922, Max Weber defined ethnic groups as “those human groups that entertain a subjective belief in their common descent because of similarities of physical type or customs or both, or because of memories of colonization and migration; this belief must be important for the propagation of group formation; conversely, it does not matter whether or not an objective blood relationship exists“. [HallH,15] The important point, however, is that while ethnic identity revolves around notions of kinship, the genetic reality of this kinship is unimportant and not infrequently fictitious. What matters is that ethnic members act as if they are related. [HallH,16] Notions of shared kinship are not, of course, limited to the ethnic group. The paradigmatic expression of kinship is the family -and, by extension, social groupings based on aggregations of families- but it is precisely the fictive nature of the belief in kiship that distinguishes the ethnic group from the family. As Weber noted, “Ethnic membership differs from the kinship group precisely by being a presumed identity, not a group with concrete social action.”The ethnic group is, in other words, an imagined community whose constituents will never know most of their fellow-members, meet them, or even hear of them, yet in the minds of each lives the image of their communion (Benedict Anderson).”

Παράλληλα, ο Anthony Smith στις σελίδες 22-31 του “The Ethnic Origins of Nations” παραθέτει και αναλύει τα έξι κριτήριαδιαστάσεις όπως ο ίδιος γράφει) που πιστοποιούν την ύπαρξη εθνοτικής ταυτοτητας. Αυτά είναι:

1) Ένα κοινό συλλογικό όνομα 2) Ένας κοινός μύθος καταγωγής 3) Μια κοινή ιστορία 4) Ένας ιδιάζων κοινός πολιτισμός 5) Η σύνδεση με κάποια γεωγραφική περιοχή που αποκτά την έννοια της «πατρίδας» 6) Αίσθημα αλληλεγγύης των μελών

Σχετικά με το κριτήριο του κοινού μύθου καταγωγής γράφει [σελ. 24-25]:

In many ways the sine qua non of ethnicity […] It goes without saying that I am concerned here, not with actual descent, but with the sense of imputed common ancestry and origins. A myth of descent attempts to provide an answer to questions of similarity and belonging: why are we all alike? Why are we one community? […] The fused and elaborated myths provide an overall framework of meaning for the ethnic community, a mythomoteur, which “makes sense” of its experiences and defines its “essence”. Without a mythomoteur a group cannot define itself to itself or to others, and cannot inspire or guide collective action.

Δηλαδή ο μύθος κοινής καταγωγής είναι το ουκ άνευ (sine qua non) της εθνοτικότητας. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία η πραγματική καταγωγή των μελών, γιατί αυτό που μετράει είναι η κοινή αποδοχή μιας επινοημένης (fictive), υποτιθέμενης (putative) και αξιωματικά δεδομένης (imputed) κοινής καταγωγής. Πολλοί προσπαθούν να μιμηθούν τον Smith και παρουσιάζουν απλά «ξερές» λίστες με «αντικειμενικά» κριτήρια για τον ορισμό της εθνοτικότητας. Με αυτόν το τρόπο ξεχνάνε να αναφέρουν ότι η εθνοτικότητα γίνεται υποκειμενικά αντιληπτή και ενέχει το στοιχείο της συνειδητής επιλογής ταυτότητας. Δηλαδή ένας άνθρωπος ή μια ομάδα ανθρώπων μπορεί να έχει όλα τα αντικειμενικά κριτήρια που σχετίζονται με την εθνοτική ταυτότητα Α, αλλά εάν δεν έχουν επιλέξει συνειδητά οι ίδιοι να είναι Α τότε πολύ απλά δεν είναι Α. Από την άλλη, ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων μπορεί να μην έχει κάποια από τα «αντικειμενικά» κριτήρια που σχετίζονται με την εθνοτική ταυτότητα Α, αλλά να έχει επιλέξει συνειδητά την ταυτότητα Α.  Στην περίπτωση αυτή, το άτομο αυτό ή η ομάδα ατόμων είναι εθνοτικά Α επειδή η εθνοτικότητα είναι εξ ορισμού  συνειδητή επιλογή εθνοτικής ταυτότητας. Ο Peter Heather στη σελίδα 14 του βιβλίου “Empires and Barbarians: Migration, Development and the Birth of Modern Europe” (MacMillan,2009) γράφει στην δική του εισαγωγή εθνολογίας για την μελέτη των μεσαιωνικών «βαρβάρων» πολλοί από τους οποίους χαρακτηρίζονται ως «βάρβαροι» την στιγμή t1 και την στιγμή t2 «Ρωμαίοι» αξιωματικοί (λ.χ. AsparStilicho και Arbogast):

People sharing the same set of measurable cultural traits (including language: the great symbol of group identity in the nationalist era) can think of themselves as belonging to different social groups, and people with different cultures can think of themselves as belonging to the same ones. Fundamentally, therefore, identity is about perception, not a check-list of measurable items: the perception of identity the individual has inside his or her head, and the way that individual is perceived by others. Cultural items may express identity, but they do not define it. A Scotsman may wear a kilt, but he remains a Scotsman even if he doesn’t. […] Up to 1945, identity was viewed as an unchanging given […] But studies inspired by Leach’s work have shown both that an individual’s group identity can and does change, and that a particular individual can have more than one group identity, sometimes even choosing them according to immediate advantage.

Δηλαδή, η εθνοτική ταυτότητα δεν είναι απλά μια λίστα αντικειμενικών κριτηρίων αλλά συνδέεται άμεσα με την υποκειμενική αντίληψη, τόσο αυτήν που το άτομο έχει για τον εαυτό του («ημικός» αυτοπροσδιορισμός) όσο και αυτήν που έχουν οι άλλοι γι΄αυτόν («ετικός» ετεροπροσδιορισμός). Τα αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να εκφράζουν την ταυτότητα, αλλά δεν την ορίζουν.  Ένας Σκωτσέζος μπορεί να φοράει κιλτ, αλλά παραμένει Σκωτσέζος ακόμα και όταν δε το φοράει.

Επίλογος

Η εθνολογία ξεκινά με την πεποίθηση του Johann Gottfried Herder (18ος αιώνας) ότι η γλώσσα είναι το volksgeist (ιδιάζον χαρακτηριστικό του κάθε λαού). Επομένως, από νωρίς η έννοια της εθνοτικής ομάδας ταυτίστηκε με αυτήν της γλωσσικής ομάδας χωρίς να γίνεται πουθενά λόγος για αίμα και καταγωγή. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι Ρομαντικοί εθνικιστές προσπάθησαν να συνδέσουν το volksgeist με τη βιολογία και την γενετική. Το αποτέλεσμα ήταν η άνοδος του φυλετισμού και η περαιτέρω εξίσωση της γλωσσικής ομάδας με το «ομόαιμον». Η ιδέα αυτή της εθνοτικότητας σαν βιολογική ουσία (essence> Essentialism) που υπάρχει στο αίμα όπως το σάκχαρο και η χοληστερίνη και μπορεί σε άλλον να είναι ανεβασμένη («πιο καθαρόαιμος») και σε άλλον πεσμένη («λιγότερο καθαρόαιμος») ήταν η κυριάρχη ιδέα μέχρι και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Από εκεί και μετά, οι «εθνολόγοι» άρχισαν να συνειδητοποιούν την υποκειμενική και δυναμική φύση της εθνοτικότητας κάτι που τους οδήγησε στο να απορρίψουν εντελώς τον εσσενσιαλισμό και τον φυλετισμό. Από εκείνη τη στιγή και μετά, αναγνωρίστηκε καθολικά ότι η εθνοτικότητα είναι ένα επίκτητο κοινωνικό κατασκεύασμα και, κατά συνέπεια, κάθε άνθρωπος γεννιέται ανεθνότιστος και εθνοτίζεται μέσα στην κοινωνία στην οποία μεγαλώνειεθνοτισμός δεν είναι απλά η υιοθέτηση αντικειμενικών κριτηρίων που σχετίζονται με την εθνoτική ταυτότητα αλλά είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση ημικών και ετικών υποκειμενικών αντιλήψεων και προσωπικών επιλογών. Η εθνοτική ομάδα είναι η ιδεατή κοινότητα ανθρώπων που έχουν συνειδητά επιλέξει να εξηγούν την υπαρκτή αλληλεγγύη και την οικειότητά τους με έναν μύθο κοινής καταγωγής.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Εθνολογία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s