Ἁ ϝράτρα τοῖς Ϝᾱλείοις και ο βρήτωρ

Ο Πλάτων στον Πρωταγόρα (337d) ονομάζει την Αθήνα «τῆς τε Ἑλλάδος τὸ πρυτανεῖον τῆς σοφίας». Συχνά αυτός ο Αθηναϊκός σωβινισμός εκδηλωνόταν με εμπαιγμό των άλλων Ελλήνων και των διαλέκτων τους.

Έτσι ο Ησύχιος στο λήμμα «βαρβαρόφωνος» γράφει:

<βάρβαρα>· ἀσύνετα. ἄτακτα

<βαρβαρόφωνοιοἱ Ἠλεῖοι καὶ οἱ Κᾶρες, ὡς τραχύφωνοι καὶ ἀσαφῆ τὴν φωνὴν ἔχοντες (Β 867)

<βαρυόπην>· βαρύφωνον (Pind. Pyth. 6,24)

Ενώ στην Ιλιάδα ο όρος βαρβαρόφωνος χαρακτηρίζει αχλεύαστα την μη ελληνοφωνία των Κάρων, στην περίπτωση των Ηλείων χαρακτηρίζει την «τραχυφωνία» τους, τουλάχιστον στα χλευαστικά Αθηναϊκά αφτιά.

Πάντα στον Πρωταγόρα (341c), ο Πλάτων χαρακτηρίζει τον Πιττακό τον Λέσβιο -έναν εκ των Επτά Σοφών- ως «ἐν φωνῇ βαρβάρῳ τεθραμμένο».

Η αιολική διάλεκτος του Πιττακού, της Σαπφού και του Αλκαίου πολύ πριν η Αθήνα γίνει «τὸ τῆς τε Ἑλλάδος πρυτανεῖον» επί Περικλέους ήταν η διάλεκτος της ποίησης και όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως καταγωγής χρησιμοποιούσαν αιολικά χαρακτηριστικά στα ποιήματά τους. Έτσι ένα ποίημα του Τυρταίου ξεκινάει με τους στίχους:

«Τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐνὶ προμάχοισι πεσόντα

ἄνδρ΄ἀγαθὸν περὶ ἧι πατρίδι μαρνάμενον».

Το να πεθάνει πέφτοντας στην πρώτη γραμμή της μάχης για την πατρίδα είναι καλό για τον αγαθό άνδρα.

Το απαρέμφατο «τεθνάμεναι» είναι αιολικό και το αττικο-ιωνικό του ανάλογο είναι το τεθνᾶναι. Οι Λέσβιοι σχημάτισαν το υβριδικό αθέματο απαρέμφατο -μεναι συνδυάζοντας το -μεν που έφεραν από τη Θεσσαλία με το -ναι των Ιώνων γειτόνων τους. Στην Ιλιάδα λ.χ. βρίσκουμε την φράση:

 [Ιλιάδα 6.208-9]

«αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων,

μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»

Όπου βλέπουμε σε δύο γειτονικούς στίχους μια φορά το «υβριδικό» αιολικό απαρέμφατο ἔμμεναι (εἶναι) και μια φορά το «καθαρό» αιολικό αἰσχυνέμεν (αἰσχῦναι).

Καταλαβαίνετε ότι εάν ο Πλάτων ζούσε τον 6ο αιώνα και τολμούσε να θεωρήσει «βάρβαρους» τους παραπάνω στίχους θα τον περνούσαν για τρελό.

Μέχρι τώρα δεν έχω σχολιάσει καθόλου τον τίτλο του άρθρου. Με τη φράση «ἁ ϝράτρα τοῖρ Ϝᾱλείοις» ξεκινά μια πασίγνωστη ηλιακή επιγραφή των μέσων του 6ου π.Χ. αιώνα. Το αττικό της ανάλογο θα ήταν «ἡ ῥήτρα τοῖς Ἠλείοις». Η χρήση της δοτικής έναντι της γενικής θα έκανε έναν δάσκαλο αρχαίων [αττικών] ελληνικών να τραβάει τα μαλλιά του, αλλά θα ηχούσε απόλυτα φυσιολογικά στα αφτιά ενός Αρκάδα, ενός Κύπριου και ενός Μακεδόνα από τους οποίους έχουμε επιγραφική μαρτυρία ότι χρησιμοποιούσαν δοτική έναντι γενικής για να εκφράσουν την παλαιότερη αφαιρετική πτώση. Έτσι στην Μακεδονία μια επιγραφή ξεκινάει με τη φράση «Ἐπὶ Χύριι» αντί του αττικού «Ἑπὶ Χοίρεως» (λ.χ. ἐπί Περικλέους, πόλις > τῆς πόλεως κλπ), ενώ στην Κύπρο συναντούμε τη φράση «δοϝέναι ἐξ τῷ ϝοίκῳ τῷ βασιλῆϝος» ~ «δοῦναι ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως». «Βρήτωρ» από την άλλη είναι η αιολική μορφή του αττικο-ιωνικού ῥήτωρ σύμφωνα με τους λεξικογράφους και διατηρεί το αρχικό δίγαμμα όπως τα αιολικά βρόδον και βράκος.

Η Ηλειακή φράση δείχνει και έναν άλλο «βαρβαρισμό». Τρέπει το πρωτοελληνικό «η» σε «ᾱ». Αυτή η φωνητική διαδικασία δεν πρέπει να συγχυστεί με την διατήρηση του πρωτο-ελληνικού μακρού ᾱ που μόνον οι αττικο-ίωνες έτρεψαν σε η μετά το 900 π.Χ. (λ.χ. μάτηρ > μήτηρ), γιατί οι Ηλίοι δεν έλεγαν απλά μάτηρ σαν τους Δωριείς,τους Αιολείς και τους Αρκαδο-Κύπριους, αλλά έλεγαν μάτρ. Και αυτή η φωνητική διαδικασία βέβαια δεν θα ήχούσε παράξενα στα αφτιά του Ιθακήσιου λ.χ. που γύρω στο 650 π.Χ. έγραψε «Καλικλές ποίσε» ~ «Καλικλς ἐποίησε» μιας και η παλαιότερη μορφή των ονομάτων σε -κλῆς ήταν -κλέϝης < -κλέϝεσ-ς (λ.χ. δείτε στην τελευταία γραμμή εδώ το κυπριακό Σαϝοκλέϝης ~ Σωκλῆς) γι΄αυτό και η γενική τους ήταν *-κλέϝεσ-ος > *κλέϝεhος > -κλέϝεος > -κλέ(ϝ)ους.

Ithaca Kalikleas

Ελπίζω να προσέξατε ότι,όπως και στο νεοελληνικό «ποίησε», λείπει η παρελθοντική αύξηση (ε-), η οποία στον αρχαίο προφορικό λόγο ήταν προαιρετική όπως και στα νεοελληνικά.

Τί κοινό λοιπόν έχει η ηλιακή ϝράτρα και ο αιολικός βρήτωρ; Μας δείχνουν τις παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας, οι οποίες είναι περισσότερο συντηρητικές όσον αφορά στην ΙΕ καταγωγή τους απ΄ότι η Αττική του Πλάτωνα.

Και οι δύο λέξεις περιέχουν τον μηδενικό βαθμό ablaut *wr.h1- της ρίζας *werh1-«μιλάω» (ϝἐρέ-ω, το δεύτερο /ε/ είναι το φωνηεντοποιημένο λαρυγγικό *h1>e λ.χ. *h1rudh-ros > ρυθρός), ο οποίος, όπως έχω εξηγήσει αλλού, στην ελληνική γίνεται *wr.h1->wrē-> ϝρη-. ΙΕ ξαδέλφια των ελληνικών αυτών λέξεων είναι λ.χ. το αγγλικό word και το λατινικό verbum (> αγγλικό verb). Αν και το wiktionary έχει μπερδέψει το λαρυγγικό και έχει *h3 αντί για *h1 (αν ήταν έτσι τα πράγματα θα λέγαμε **ρώτωρ, **ρώτρα και **ρωτός) οστόσο η λίστα των συγγενών είναι σωστή. Κατά συνέπεια, ρήτωρ ή ρητήρ είναι κυριολεκτικά «αυτός που μιλάει» αφού έχω μιλήσει αλλού για το IE επίθημα *-ter- και τη χρήση του  στον σxηματισμό nomina agentis. Ο μηδενικός βαθμός *-tr- του *-ter-  απαντά στην ρήτρα («αυτό που έχει συμφωνηθεί λεκτικά»), όπως συμβαίνει στα ουσιαστικά με οργανική σημασία (λ.χ. χέϝω > χυτήρ, χύτρα).

werh1

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s