Ο Σλαβικός εποικισμός της Ελλάδος #3.2: Τα Σλαβικά τοπωνύμια

Μετά την επισκόπηση των φωνολογικών εξελίξεων που συνέβησαν στις σλαβικές γλώσσες κατά την περίοδο 600-900 μ.Χ. μπορούμε πλέον να περάσουμε στην μελέτη των σλαβικών τοπωνυμίων. Σημαντικό βοήθημα είναι το έργο του Max Vasmer: Die Slaven in Griechenland.

1) Πρώιμα πρωτοσλαβικά-τοπωνύμια (Early Proto-Slavic ~ EPS)

Είναι τα τοπωνύμια που διατηρούν ακόμα το κοινό Βαλτο-Σλαβικό /a/. Χρονολογικά αντιστοιχούν στο ίδιο στρώμα με τα πρώτα σλαβικά δάνεια στην Ελληνική, την Αλβανική και την Ρουμανική γλώσσα. Οι παραπάνω γλώσσες δανείστηκαν την EPS μορφή του σλαβικού ενδωνυμίου *Slavěninŭ και όχι την LPS/OCS Slověninŭ. Έτσι στα ελληνικά έχουμε τους όρους Σκλάβος,Σθλάβος και Σκλαβηνός, Σθλαβηνός, στα Ρουμάνικα τον όρο șchiau και στα αλβανικά τον όρο Shqa. Επίσης, στην Ελληνική έχουμε το δάνειο σβάρνα (EPA *barna>LPS borna > OCS brana) και στην αλβανική το δάνειο karrutë (EPS *karūto > LPS koryto = σκαφοειδής ποτίστρα, κοίτη ποταμού). Τέλος όλες οι παραπάνω γλώσσες έχουν δανειστεί την EPS μορφή *magūla = «τύμβος,λόφος,ύψωμα» της μετέπειτα LPS mogyla (μαγούλα, magullë και ρουμ. măgură). Στην ρουμανική εισήλθε τόσο νωρίς ώστε είναι το μόνο σλαβικό δάνειο με μεσοφωνηεντικό /L/ που πρόλαβε να υποστεί ρωτακισμό (λ.χ. λατιν. salem, solem, caelum > Ρουμαν. sare, soare, cer).

Τέτοια τοπωνύμια είναι:

Καρδίτσα, Γάρδιτσα και Γαρδίκι.

Περιέχουν την EPS μορφή *gardŭ και όχι την LPS *gordŭ ή την OCS gradŭ (λ.χ. Βελλέγραδα ~ Μπεράτι). Το Γαρδίκιον ιδιαίτερα περιέχει αυτούσια την EPS μορφή *gardĭkŭ του οποίου οι σημερινοί νοτιο σλαβικοί απόγονοι είναι το βουλγ/σλοβεν. gradec και το σερβ-κροατ gradac «μικρό κάστρο». To Graz της Αυστρίας προέρχεται από το σλοβενικό Gradec.

Αράχωβα:

Το τοπωνύμιο σημαίνει «καρυδότοπος» και περιέχει την EPS μορφή *arěhŭ (LPS orěhŭ). To δεύτερο /a/ είναι προϊόν ελληνικής αφομοίωσης (**Αρήχοβα > Αράχοβα, λ.χ. μοναχός > μαναχός και εργάτης> αργάτης) μιας και το yat αποδίδεται σαν «η» στην Ελληνική (Slavěninŭ > Σκλαβηνός/Σθλαβηνός, Dargaměrŭ > Δαργάμηρος, Βλαδίμηρος, Ακάμηρος, Τιχόμηρος κλπ). Έχει ενδιαφέρον ότι το αρχαίο όνομα της Λακωνικής Αράχωβας ήταν Καρυαί = Καρυδιές απ΄όπου προέρχεται το όνομα των Καρυάτιδων). Συγγενικά σημερινά τοπωνύμια είναι τα: Orehovo, Orehovica, Oryahovo, Orahovo κλπ.

Καρύταινα: Εκ του EPS *karyto (LPS koryto). Σημερινοί συγγενείς τα τοπωνύμια: Koritnik, Koritnica κλπ.

Μαγούλα, Μαγούλιανα, Μαγουλίτσα κλπ. Η ετυμολογία έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Σημερινοί συγγενείς είναι τα τοπωνύμια:

Mogila, Mogilno, Mogilnice κλπ.

Αρδούβιστα Λακωνίας. Aμετάθετη EPS μορφή των μετέπειτα τύπων Radoviš/Radovište, Radovljica, Radolište κλπ. Θυμίζω το όνομα του Σλάβου αρχηγού Αρδάγαστου του οποίου η σημερινή μορφή του ονόματος είναι Radogost = «χαρούμενος φιλοξενούμενος» (λ.χ. Radovan)  . Το τοπωνύμιο Αρδούβιστα περιέχει το θέμα EPS ardŭ «χαρούμενος» (λ.χ. radovat) κολλημένο πάνω στο βαλτο-σλαβικό συλλογικό επίθημα -išta. To τοπωνύμιο δηλώνει κάποιο είδος εορτής/πανηγυριού.

2) Ύστερα πρωτοσλαβικά τοπωνύμια (Late Proto-Slavic ~ LPS)

Είναι όλα αυτά που δείχνουν την αλλαγή EPS *a> LPS o (λ.χ. λατινικό acetum = «ξύδι» > OCS ocĭtŭ).

Να σημειωθεί ότι κάποια προσλαβικά τοπωνύμια υπέστησαν την μεταβολή αυτή στο στόμα των Σλάβων.

Θεσσαλονίκη> Solun

Καστοριά (πρώτη αναφορά στον Προκόπιο) > Kostur

Αῷος ~ Αὖος > σλαβ. Vavusa > Vovusa > ελλην. Βοβούσα, αλβαν. Vojusë/Vjosë κλπ. (περισσότερα για την φωνολογική εξέλιξη εδώ).

Vjosa

Ἄψος~Ἄψαμος~σσαμος > Osum (Αλβανίας)

Osum

σσαμος > Osăm (Βουλγαρίας)

Timacus > Timok

Alutus > Olt

Salonae > Solin

1) Gora = βουνό: Γοριτσά, Αγοριανή, Γοράνοι, Ζαγορά, Ποδογόρα κλπ.

Η μορφή Ποδογόρα/Ποδογορά έχει ενδιαφέρον γιατί διατηρεί το «ασθενές» yer του Pslav podŭ. Podŭgora = «υπόρεια,κάτω από το βουνό»:

Podgora, Podgorica, Gorica, Gorjane κλπ.

2) Βελιγοστή. Θυμίζω το όνομα Αρδάγαστος – Radogost που περιέχει το gostŭ = «φιλοξενούμενος». Αντιπαραθέτω τη Γαστούνη Ηλείας που ανήκει στο EPS διάστρωμα, ενώ η Gostun στη Βουλγαρία δέιχνει την τροπή *a>o. Να συγκριθεί με το Velgošti και το Wolgast.

3) Φώσταινα. Hvos(t)no~Fos(t)no = «πυκνό δάσος». (#93 εδώ)

4) Πολοβίτσα. Polovica = «ημίσεια». Γράφει ο Φαίδων Μαλιγκούδης για το Λακωνικό αυτό τοπωνύμιο και την Σεμπροβίτσα Αρκαδίας:

Πολοβίτσα: Κοινότητα του Νομού Λακωνίας, επαρχία Λακεδαίμονος, νότια της Σπάρτης (14). Θα έπρεπε, ως πρώτο δεδομένο, να τονιστεί ότι το σλαβικό αυτό τοπωνύμιο δεν εμφανίζεται μεμονωμένο, αλλά υπάρχει σε μια περιοχή, στη ΝΔ Λακωνία, το μικροτοπωνυμικό της οποίας φέρει εμφανή τα ίχνη σλαβικής εγκατάστασης κατά το Μεσαίωνα (15). Παρόλο που δεν υπάρχουν δυσκολίες να ετυμολογηθεί το τοπωνύμιο, τόσο από πλευράς φωνητικής όσο και μορφολογίας από το σλαβικο polь= «μισό», παραμένει η σημασιολογική πλευρά σκοτεινή(16), αν δε λάβει υπόψη του κανείς τους κανόνες που διέπουν τις γεωργικές σχέσεις κατά τη βυζαντινή περιόδο: Ο γεωργός, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να καλλιεργήσει ο ίδιος ολόκληρη τη γη που του ανήκε, μπορούσε να νοικιάσει ένα μέρος της σε έναν άλλο ακτήμονα. Ο δεύτερος ανελάμβανε την υποχρέωση να αποδίδει, ως ενοίκιο, το μισό της σοδειάς του. Από τη διαδεδομένη αυτή πρακτική στη βυζαντινή επαρχία (που ονομάζεται στις νομικές πηγές ημισεία, ο δε ακτήμων ενοικιαστής ημισειαστής) (17) είναι προφανές ότι προήλθε και το συγκεκριμένο τοπωνύμιο. Χαρακτηριστικό για τη συμβίωση των δύο διαφορετικών γλωσσικών φορέων (ελληνοφώνων και σλαβοφώνων) στη βυζαντινή επαρχία είναι το δεδομένο της μετάφρασης του όρου στα σλαβικά. Σαφής ένδειξη ότι οι Σλάβοι, πριν ακόμα απωλέσουν τη γλωσσική τους ταυτότητα, είχαν ήδη ενταχθεί στο βυζαντινό σύστημα και στη δικαιική πρακτική των ελληνόφωνων γειτόνων τους .

Σεμπροβίτσα: Μικροτοπωνύμιο του χωριού Βυτίνα στην Αρκαδία (18). Όπως είναι προφανές από τα δύο επιθήματα ov-ica, πρόκειται για τοπωνύμιο που σχηματίστηκε, σύμφωνα με τους κανόνες της σλαβικής μορφολογίας, από το ουσιαστικό sebrь, έναν τεχνικό όρο, ο οποίος, από τα σλαβικά, πέρασε στις υπόλοιπες βαλκανικές γλώσσες με τη σημασία: «αγρότης που αποδίδει τη μισή σοδειά στον ιδιοκτήτη της γης» (19). Το σλαβικό δάνειο αυτό (σέμπρος) έχει περάσει σε πολλές νεοελληνικές διαλέκτους, αλλά και στην Κοινή Νεοελληνική (20). Η περίπτωση του τοπωνυμίου αυτού παρουσιάζει μια σημασιολογική αναλογία με προηγούμενο: Sebrovica = «η γη του ημισειαστού» και τεκμηριώνει μια αντικειμενική πραγματικότητα, ότι δηλαδή ο θεσμός του ημισειαστού, που συναντούμε στο κωδικοποιημένο βυζαντινό δίκαιο (Νόμος Γεωργικός) υπήρχε και στο εθιμικό δίκαιο των Σλάβων (21).

5) Ὄραχος. Να αντιπαρατεθεί στα Αράχωβα.

6) Γκολέμι, Πολαίνα, Πολιανή (12,31,32 εδώ) Golem = μεγάλος, polje = κάμπος.

3) Νοτιοσλαβικά τοπωνύμια:

Είναι αυτά που δείχνουν μετάθεση των υγρών τύπου gordŭ >gradŭ, melko>mlěko που απαντά ήδη στην Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (Old Church Slavonic ~ OCS) που κωδικοποίησαν οι Κύριλλος και Μεθόδιος.

Προσλαβικά τοπωνύμια που υπέστησαν αυτήν την αλλαγή είναι η Scardona > Skradin στην Κροατία και ο ποταμός Malva > Mlava στην Σερβία (λ.χ. Dacia Malvensis = Ripensis = Δακία Παραποτάμια)

1) Πρέβεζα, Πρέβεζον κλπ. «πέρασμα» εκ του prě-voziti «περνάω απέναντι». Λ.χ. ESlav Perevoz.

2) ΚράβαριΚράβαρι,  Κράβαρα εκ του *korvarŭ > kravarŭ = «αγελαδάρης, βουκόλος». Λ.χ. Kravari (πληθυντικός του kravar).

3) Μπελιγκράδια (Beligrad)

4) Τοπωνύμια με Βουλγαρικά χαρακτηριστικά (ě>ya = «я», tj>št, dj>žd):

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά απαντόυν ήδη στην OCS λ.χ. πρωτοσλαβικό *no(k)ĭ > noštĭ = «νύχτα»

1) Λιασίνοβα

2) Δριάνοβον, Λιάσκοβον, Λιάσκαβον, Λιάσκα, Λιασκοβέτσι, Δρεάνοβον, Ντριάνεβα, Πριατούκαι κλπ σε Θεσσαλία και Ήπειρο (Lyaskovo, Dryanovo, Pryatoka)

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα του ψαριού μπριάνα είναι βουλγαρικό δάνειο στην ελληνική (PSlav merna> SSlav mrěna >Bulg. mryana)

3) Μεζδάνι Καρδίτσας. Να συγκριθεί με το βουλγ. Meždurečje = «μεσοποταμία» στην Kutmichevitsa.

5) Γενικά

Αφού τελείωσα με την χρονολογική διαστρωμάτωση θα συνεχίσω με μια λίστα γενικών σλαβικών τοπωνυμίων:

1) Κοζάνη. Παλαιότερη μορφή Κοσδάνη εκ του Gvozdane = «κάτοικοι του δάσους» ή μέρος με σίδηροg(v)ozd πρβ. Καβόσδα .

2) Γρεβενά. «βραχοράχη» εκ του greben.

3)Κίσσαβος. «βουνό της βροχής» εκ του kiša (η ανατολική πλαγιά του βουνού εμφανίζει συχνή βροχόπτωση).

4) Μέτσοβο [Mečkovo] «Αρκουδότοπος» εκ του mečka = αρκούδα. Λ.χ. Mečkovac.

5) Ζαβέρδα [Zabrdo] = «μετά το βουνό» λ.χ. Zabrdani, Zbrđe, Zabrdica

6) Ζητούνι (παλιό όνομα Λαμίας) = žitnica = σιτοβολώνας

7) Δoμβραίνα = βελανιδότοπος, άλσος (dǫbŭ) λ.χ. Dubrovnik, Dubrava κλπ.

8) Τρίπολις = Δρομπόγλιτσα < Dǫbrovljica = βελανιδότοπος λ.χ. Dubrovytsia

9) Καμινίτσα = «μικρή πέτρα» λ.χ. Kamenitsa

10) Ζάτουνα = «μέρος που πλημμυρίζει με νερό» εκ του σύνθετου ρήματος za-tonǫti = «καταβυθίζομαι» λ.χ. zaton, Zaton, Zatonje, Zatonie

11) (N)Αβαρίνο = μέρος με σφενδάμια (J)avorina λ.χ .Javorina,  Javornik, Javornice

12) Νεζερός, Νεζεροχώρια, Οζερός = (j)ezero = λίμνη λ.χ. Εζερίται.

13) Βιρός,Βυρός κλπ. = απότομη πτώση ποταμού, ρουφήκτρα, βαθιά νερά λ.χ. vir, Lepenski Vir

14) Βερβίτσα, Βαρβίτσα, Βέρβαινη κλπ «μέρος με ιτιές»: vrba, Vrbice, Varbitsa

15) Μπουκοβίνα = «μέρος με οξυές» buk/bukva λ.χ. Bukovina.

16) Ζάλογγο = «μετά το δάσος», «λόγγος» < lǫgŭ ~ Zalug, Zalog

17) Γρανίτσα = «σύνορο» granica

18) Γάβροβο, Γαυρολίμνη κλπ. gabăr=«καρπίνους, γαύρος/γάβρος» λ.χ. Gabrovo.

19) Αμπλάς και ομπλός = πηγή.  Η πρωτοσλαβική λέξη *vǫb(ŭ)lŭ = πηγή επιβιώνει στο βουλγαρικό vъbъl και στο σερβο-κροατικό ubao.  Σε ορισμένες ελληνικές επιχωρικές διαλέκτους απαντά η λέξη αμπλάς = πηγή. Τοπωνυμικά συναντούμε τον Βόμπλο Ιωαννίνων (Vasmer #33), την πηγή Άμπλας κοντά στο Καρπενήσι, την Άμπλιανη Ευρυτανίας (vasmer #1), στην Μονή Ομπλού Αχαΐας (vasmer #67) και τον χείμαρρο Ομπλό του Ενιπέα (Λεστινίτσα = «φουντουκιώτικος» όπως Leština και Lešnica) Ηλείας. Στα βορειοδυτικά της Καστοριάς υπάρχει το τοπωνύμιο Βαμπέλι. Νυν σλαβικοί τοπωνυμικοί συγγενείς είναι το τσεχικό Ublo και το Ubli («Πηγές») του Μαυροβουνίου.

20) Χέλμος, Χέλμη, Χλουμούτσι, Χλωμός κλπ. Εκ του σλαβικού χŭlmŭ = «λόφος, ύψωμα, βουνό», με τη σειρά του γερμανικό δάνειο (*hulmaz) στην πρωτο-σλαβική. Η ΠΙΕ ρίζα *kelh1- «ψηλά» έχει δώσει συν τοις άλλοις το αγγλικό hill = λόφος, το λιθουανικό kalnas = «βουνό», τα λατινικά collis = λόφος,  columen = κορυφή και columna και, φυσικά, τα ελληνικά κολωνός, κολοφών = «ύψωμα, λόφος» και κολώνη.

Στις σημερινές σλαβικές γλώσσες επιβιώνει στο σερβο-κροατικό hum (και τοπωνυμικά εδώ) , στο βουλγαρικό хълм και στο ρωσικό холм.

Χλουμούτσι (κάστρο πάνω σε λόφο) και Χέλμη Ηλείας (Vasmer #33,34)

Χελμός (παραδοσιακό όνομα των Αροανίων ορέων, Vasmer #94)

Χέλμος Λακωνίας (Vasmer #80), Χελμός Αρκαδίας (Vasmer #92),

Χλωμός Φθιώτιδος (Vasmer #54,55)

Χλωμός Φωκίδος (Vasmer #44)

Χλωμός Ιωαννίνων (Vasmer #332)

21) O «Σοποτός» και το «Ποτόκι». Το πρώτο σημαίνει «πηγή» και απαντά σε τοπωνύμια όπως το Σοπωτό Αχαΐας και από αυτά που κατέγραψε ο Vasmer: Σιοποτό Ιωαννίνων, Σιόποτο Άρτας, Σοποτόν Περραιβίας (Ελασσόνα) κλπ. Για τη σημασία και τα σημερινά αδελφάκια των παραπάνω τοπωνυμίων παραθέτω το λήμμα της Βικιπαίδειας Sopot:

Sopot is an old Slavic word which means “spring” (source). It is the name of several other places:

Το δεύτερο σημαίνει «ρυάκι» (potok) και είναι σύνθετο σε po- της ΙΕ ρίζας *tekw- «ρεώ» (λ.χ. σερβο-κροατικό *tekw-ti > tekti > teći). Μια λίστα με το τοπωνύμιο Potok στον τωρινό σλαβικό κόσμο μπορείτε να δείτε εδώ. Σύμφωνα με τον Λιθοξόου 9 «Ποτόκια» υπάρχουν στο μικροτοπωνυμικό υλικό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου:

Αντλώντας παραδείγματα από το τοπωνυμικό υλικό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου [GeorgacasMcDonald 1968, σ. 114, 116, 126, 128, 163, 200, 238], βλέπουμε ότι οι κάτοικοι δέκα χωριών της περιοχής ονομάζουν “Οβορό”, δέκα αντίστοιχες τοποθεσίες, κατανοώντας και την, άγνωστη για τους περισσότερους Έλληνες, σημασία της λέξης, που είναι ο στάβλος, η στάνη, το μαντρί.

Όμως το τοπωνύμιο “Ποτόκι”, που συναντάτε σαν όνομα ρεμάτων, σε εννέα χωριά της ίδιας περιοχής, είναι τόσο για τους ντόπιους, όσο και για όλους τους Έλληνες μια άγνωστη λέξη.

Στη μία περίπτωση, το τοπωνύμιο “Οβορός”, είναι η λέξη “Obor” των νότιων σλαβικών γλωσσών, που σημαίνει το στάβλο, στην άλλη δε, το τοπωνύμιο “Ποτόκι” είναι η λέξη “Potok”, κοινή σε όλες τις σλαβικές γλώσσες, που σημαίνει το ρέμα, το χείμαρρο.

22) Βογατσικό (Bogacko). Το τοπωνύμιο σημαίνει «πλούσιο,αρχοντικό» και παράγεται από τη σλαβική λέξη bogat = «πλούσιος». Στο άρθρο της ελληνικής βικιπαίδειας για το Βογατσικό μπορείτε να δείτε το θέατρο σκιών «Ο Vonko σλαβοφοβικός παρετυμολόγος». Ορίστε η γνώμη του Vasmer και το ακριβώς ομόηχο τοπωνύμιο Bogacko στην Πολωνία.  Ήθελα να ξέρω για το γειτονικό Labanovo (με μετάθεση υγρού από το Albanovo = «Αλβανοχώρι», όπως Αλβανία > Labëria , Albanište >Labunište και dolboka > dlaboka = «βαθιά») τι παρετυμολογίες έχουν σκαρφιστεί.

(συνέχεια στο μέρος #5)

Advertisements

47 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας, Σλαβικές γλώσσες

47 responses to “Ο Σλαβικός εποικισμός της Ελλάδος #3.2: Τα Σλαβικά τοπωνύμια

  1. Πόσο σαρωτική ήταν λοιπόν αυτή η πληθυσμιακή μεταβολή; Ήταν έρημες ανθρώπων οι περιοχές που κατελήφθησαν; Και αν δεν ήταν, μήπως εκσλαβίστηκαν φωνητικά; Όλοι τους;

    Σκεφτόμουν ότι υπάρχει μια καλή αναλογία με πιο πρόσφατους χρόνους: η Δυτ. Μακεδονία. Η περιοχή αυτή ήταν κάποτε πλήρως ή έστω συντριπτικά ελληνόφωνη. Αργότερα εκσλαβίστηκε (και εκτουρκίστηκε). Το σημαντικό είναι ότι μπορούμε να μετρήσουμε *πόσο* εκσλαβίστηκε, ποιο ποσοστό τοπωνυμίων δηλαδή είναι σλαβογενή και ποιο παρέμεινε ελληνόφωνο ή άλλο.

    Αν τώρα μπορούσαμε να συγκρίνουμε το ποσοστό αυτό με το ανάλογο στην Πελοπόννησο π.χ. θα μπορούσαμε ίσως να έχουμε ένα (εν)δείκτη.

  2. Ώπα Θανάση, σόρρυ για την καθυστερημένη δημοσίευση, αλλά είχε περάσει κάποια σχόλια κατευθείαν στο spam.

  3. arvantioslavoromios που ομιλεί την ελληνική

    το βουνό Ζήρεια (αρχ. Κυλλήνη) της Κορινθίας κατά την Πάπυρος – Λαρ.Μπριτ. είναι σλαβικής ρίζας. =zir =βελανίδι
    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B7_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

  4. Κουκόηλ'ς

    Kάποτε προσπαθούσα να ετυμολογίσω το όνομα ενός ποταμού στο Βόιο με το όνομα Πραμόριτσα. Το συσχέτιζα με το Βουλγάρικο όνομα του Έβρου, “Μάριτσα”. Όμως δεν είμαι γλωσολόγος… Πάντα αναρρωτιώμουν για αυτή τη διαφορά a>o. Νομίζω τώρα κατάλαβα.
    Επίσης για την πληροφορία: “Σιόποτο” υπάρχει πάνω από την πόλη της Κοζάνης, και “Σουποτίστα” είναι μια περιοχή στον Βυθό Βοϊου. Από αυτά που έμαθα διαβάζοντς τα γραφόμενά σου, μάλλον σημαίνει “πηγότοπος”. Σωστά;

  5. Χρήστος

    Καλημέρα Σμερδαλέε,
    προχωράω την καταγραφή των οικισμών της Αιτωλοακαρνανίας όπως ήταν το 1833 πριν την μετονομασία τους και την κατανομή τους σε γλώσσες. Πήρα και τα 98 ονόματα που δίνει ο Vasmer αλλά δυστυχώς σε πολλά δεν φτάνει στο τέλος, Δεν φτάνει δηλαδή σε ετυμολόγηση αλλά κάποιες αρχικές πληροφορίες μόνο.
    Θέλω να δούμε μια τέτοια λέξη για να ελέγξεις την μεθοδολογία μου γιατί θέλω να το εφαρμόσω σε όλες τις αδιευκρίνιστες.

    Είναι το χωριό Γκερτοβός στην Ναύπακτο που συναντιέται επίσης με τις μορφές Γκουρτοβοί ( στην πρώτη καταγραφή του 1835) ή Γκυρτοβός ή Γκίρτοβος.
    Ο Vasmer δίνει μόνο ότι υπάρχει τέτοιο όνομα στα σερ./κρ στην βοσν./ερζ.: Grdovo και επίσης Krtovo επίσης σε σερ./κρ.

    Εγώ βρήκα ρίζα στον Pokorny: *ghrendh=δοκός. Στα βουλγάρικα σήμερα είναι greda και επίσης σημαίνει δοκός και (δοκός για) υπέρθυρο.
    Το πρόβλημα μου είναι ότι η μορφή της ρίζας είναι -re ενώ η τελική μορφή είναι -er. Και δεν υπάρχει τέτοια μετάθεση υγρών. Άρα το παίρνω στην μηδενική βαθμίδα. *ghr.ndh-ovo>gr.nd-ovo , εδώ θέλω να διώξω το n οπότε με τον νόμο των ανοιχτών συλλαβών gr.n-do-vo το n χάνεται. Δεν ξέρω αν μπορεί να εφαρμοσθεί σε συλλαβή με r. . Οπότε >gr.dovo και με τροπή του ένηχου r.>ur έχουμε >gurdovo. Η μορφή αυτή μας εξηγεί τις δύο μορφές Γκουρτοβοί και Γκυρτοβός. Στην συνέχεια το u>ŭ και μετά φωνηεντοποιείται πάλι σε e. Οπότε >gurdovo>gŭrdovo>gerdovo οπότε προκύπτει και το ε στο Γκέρτοβο.
    Πρόβλημα είναι ότι η ρίζα *ghrendh>ΠΣΛ gręda (με έρρινο e δηλαδή). Όμως τότε το grdovo της σερ/κρ πως προκύπτει?
    Επίσης δεν ξέρω πως προκύπτει το t από το d. Ίσως στην ελληνική?

    Άλλη ρίζα που ταιριάζει και έρχεται κουτί είναι *gherto= γάλα, βούτυρο !!!!!
    Πέφτει ακριβώς έτσι. Και ταιριάζει και σημασιολογικά γιατί τα ορεινά χωριά είναι συνήθως κτηνοτροφικά. Εδώ δεν μ’ αρέσει όμως που δεν εξηγούνται οι άλλες μορφές Γκουρτοβοί, Γκυρτοβός.

    • Καλημέρα Χρήστο.

      Το σερβοκροατικό Grdovo ίσως είναι από το grd = «άσχημος» (*gŭrdŭ) από το οποίο μάλλον προκύπτει και το ρήμα grditi = «στριγκλίζω, τσιρίζω άσχημα».

      Υπάρχουν πολλά τέτοια τοπωνύμια από grd-: Grdanica, Grdina, Grdelica κλπ.

      Ο Γκερτοβός προέρχεται σίγουρα από τον Γκιρτοβό με άνοιγμα i>e πριν από ένηχο (λ.χ. δεν γίνεται > γένιτι, *χείριον =/χiryon/ > χέρι, πληρώνω > πλερώνω κλπ).

      Τώρα η εναλλαγή Γκιρτοβός ~ Γκουρτοβός μάλλον προέκυψε από διτυπία στην ανάπτυξη του yer (*r. > ir/ur > ĭr/ŭr), όπως στο *mr.t-wos > OCS mrĭtvŭ = mrŭtvŭ.

      Τώρα το θέμα είναι αν ο Γκιρτοβός ~ Γκουρτοβός προέρχεται από το gĭrd-/gŭrd- «άσχημος» ή από το kĭrt-/kŭrt- που υπάρχει στα τοπωνύμια Krtova, Krtov και Krtovce που μάλλον σχετίζονται με τον «τυφλοπόντικα» krt. Στην Τσεχική krtina είναι ο «μικρός λόφος» που μοιάζει με το λοφάκι που σχηματίζεται δίπλα στην τρύπα του τυφλοπόντικα από το χώμα που βγάζει όταν σκάβει.

      • Συμπλήρωμα για Γκερτοβό.

        Μπορεί να σημαίνει και «Κρυφός» όπως το ρωσικό Kritovo. Η μετάθεση kryt-/krit- > kyrt-/kurt-/kirt- μπορεί να είναι μεταγενέστερη ελληνική (λ.χ. δρεπάνι > διρπάν΄ και δίκροκο αβγό > δίκουρκου αβγό), όπως και η ηχηροποίηση του αρκτικού k>g (λ.χ. από την επίδραση του /ν/ του άρθρου όπως στα «πάω στον Κώστο» > «πάου στου Γκώτσου», «πάω στην Κοζάνη» > «πάου ζ΄Γκοζάν΄» = συν+κοινωνία > συγκοινωνία έτσι και «στον Κιρτοβό» > «στου Γκερτουβό»).

        *kreuH- «κρύβω» > *kruH-tei > *kryti > kriti.

  6. Χρήστος

    Ωραία. Ευχαριστώ. Λοιπόν κατέβασα το λεξικό Etymological dictionary of the slavic inherited lexicon από την σειρά των εκδόσεων του Leiden και βρήκα την ρίζα *gŭrdŭ που σημαίνει ‘περήφανος (proud) και στην OCS σημαίνει proud, haughty, majestic, amazing, terrible. Και στην σερ-κρ. στενεύει η σημασία του και σημαίνει όντως terrible, ugly. Οπότε η αρχική σημασία (proud, haughty, majestic, amazing) ταιριάζει όντως για ένα χωριό σε υψόμετρο πάνω από 1000μ στο Παναιτωλικό κοντά στον Προυσό Ευρυτανίας. Γιατί το άσχημο δεν κολλά σε ένα χωριό σε μαγευτικό τοπίο.

  7. Mixalis

    Σοβαρή παράληψη είναι ο Βόλος, ο οποίος προέρχεται από την Σλαβική θεότητα Βέλες που μάλιστα προφέρεται Волос (Βόλος) στα Ρώσικα. Αν και δεν θεωρείται επίσημη προέλευση της ονομασίας, νομίζω ότι το τοπωνύμιο κάνει μπαμ. Από το Ιωλκός δεν πας στο Βόλος σε λιγότερο από 4000 χρόνια ακόμα και με σπασμένο τηλέφωνο.

    https://en.wikipedia.org/wiki/Veles_(god)

    • Γεια σου Μιχάλη.

      Ο Βόλος είναι από το θεωνύμιο Veles ή μήπως από το πρωτοσλαβικό *volŭ = «βόδι», όπως τα τοπωνύμια Volovo, Volovnik, Volovartsi («Βουκόλοι, Γελαδάρηδες») κλπ;

      • Mixalis

        Αναφέρεται σαν πιθανή ονομασία στην wiki page του Βόλου.

        Κατά μία τρίτη εκδοχή (βλ. “Η επανάσταση της Θετταλομαγνησίας, του Γ. Κορδάτου), η λέξη Βώλος ή Βόλος προέρχεται από την σλαβική θεότητα “Βόλος” ή “Βέλες” και είναι αντίστοιχη της ελληνικής αρχαίας θεότητας Δήμητρα, όπως και λεγόταν η πόλη παλιότερα – “Δημητριάδα”.

        https://el.wikipedia.org/wiki/Βόλος#.CE.9F.CE.BD.CE.BF.CE.BC.CE.B1.CF.83.CE.AF.CE.B1

  8. Χρήστος

    Εγώ βρήκα ότι υπάρχει και το Волос = μαλλιά (hair) στα ρώσικα.
    ΠΣΛ *volsъ
    https://en.wiktionary.org/wiki/%D0%B2%D0%BE%D0%BB%D0%BE%D1%81

    Τα μαλλιά βέβαια δεν λένε τίποτα για όνομα μιας πόλης. Ωστόσο στην ρώσικη wikipedia αναφέρει την εξής σημασία:
    Сей memorable rite of the so-called veil, or the first cutting of hair in children male sex seems to be the remnant of paganism: marked their coming into being civil

    Μια τελετή ενηλικίωσης δηλαδή.
    https://ru.wiktionary.org/wiki/%D0%B2%D0%BE%D0%BB%D0%BE%D1%81

  9. Κουκόηλς'

    Καλησπέρα! Το ότι ένα παλαιοσλαβικό τοπονύμιο όπως το “Ραντόβιστα” δεν εξελίσεται σε Ροντόβιστα, και το 1900 το παραλαμβάνουμε ως Ραδόβιστα, σημαίνει ότι την περίοδο μετατροπής α>ο η περιοχή δεν κατοικούνταν από σλαβόφωνους;

    • Έλεος πια βρε Κοκόλια!

      Είναι το τέταρτο σχόλιό σου στο οποίο δεν λες να καταλάβεις την νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών.

      Πρώιμο πρωτοσλαβικό: Ardavišta
      Ύστερο πρωτοσαλβικό: Ordovišta (ύστερα από την τροπή *a>o)
      νοτιοσλαβικό: Radovišta (ύστερα από την μετάθεση των υγρών or>rō>ra

      Την επόμενη (πέμπτη) φορά που θα έχεις την ίδια απορία δεν θα σχολιάσω καν. Στο λέω από τώρα.

      Ξεκαθάρισε μια και καλή στο νιονιό σου το γλωσσικό φαινόμενο που ονομάζουμε «μετάθεση των υγρών». (*orbota > rabota, gordŭ > gradŭ).

  10. Δημήτρης

    Καλημέρα και καλή συνέχεια του καλοκαιριού (αν πω καλο χειμώνα θα με βρίσουν ακόμη και εδώ) 😛
    Γράφω αγαπητέ Σμερδαλέε με αφορμή τα εξαιρετικά σου άρθρα για τον σλαβικό εποικισμό της Ελλάδας, ώστα να περιγράψω λιγάκι μια μοναδική (από τα λίγα που ξέρω) περίπτωση ελληνόφωνων πληθυσμών. Ετσι μιλώντας για την περιοχή της Λάκκας Σουλίου στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού Ιωαννίνων, το πρώτο που έχουμε να πούμε ότι όλα τα χωριά της περιοχής έχουν καθαρά σλάβικα ονόματα (πριν την αλλαγή των ονομάτων τους επί το “ελληνικοτερο”). Εξαιρούνται 3-4 με αλβανικής προέλευσης ονόματα.
    Από τα πρώτα, ενδεικτικά αναφέρω τα Γρατσανά, τα Τσερίτσανα, την Ελεζνα, το Λιβιάχοβο, την Πράδαλα, τη Λιβίκιστα, την Αρδοση, το Ντραγοβέτσι (;), τα Δερβίζιανα, το Σενίκο, τη Γράσδανη, τη Μπουκοβίνα κλπ.
    Διατηρώ επιφυλάξεις για ελληνικά ονόματα χωριών όπως Λίππα, Ρωμανό, Μπαουσιοί, Γεωργάνοι, Σειστρούνι (;)
    Εν πάσει περιπτώσει και τα ονόματα των βουνών της περιοχής είναι σλάβικα (Ολύτσικα – το βουνό της Δωδώνης ο αρχαίος Τόμαρος, Γκορίλα ή Γκουρίλα, Αλισσός, Βρυτζάχα), μικροτοπωνύμια: Βορτόπα, Ντούσκα, Οβιρός, Ζελενιές κλπ.
    Το τελευταίο που θέλω όμως να πω είναι πως πέρα από τις λέξεις σλαβικής ετυμολογίας στο καθημερινό λεξιλόγιο (που είναι πάρα πολλες πραγματικά), ενδιαφέρον έχει το πως αποκαλούσαν στα χωριά αυτά την εκάστοτε παντρεμέμη γυναίκα. Ετσι εκεί που συνηθιζόταν το επίθημα -αινα (Γιώργαινα, Μήτραινα, Τάκαινα) σε πάμπολλες των περιπτώσεων χρησιμοποιείται το επίθημα -οβα. Γιώργοβα, ποτέ Γιώργαινα, Νίκοβα του Νίκου, Μπέκοβα του Μπέκα, Γκόγκοβα του Γκόγκου, Βασίλοβα και Βασίλαινα καμια φορά.
    Προσωπικά δεν έχω ακούσει αυτές τις καταλήξεις σε καμία άλλη περιοχή της Ηπείρου, πλήν της Λακκας Σουλίου. Ισως και να κανω λάθος και να του δίνω υπερβολική έκταση. Πάντως ήθελα να εκθέσω τον προβληματισμό μου αυτόν.

    ΥΓ. Μπορείς να υποθέσεις Σμερδαλέε τα τοπωνυμια Ολύτσικα, Βρυτζάχα, Αλισσός, Βορτόπα τι σημαίνουν; Ψαχνω εδώ και καιρό και δεν καταλήγω καπου.

    • ΥΓ. Μπορείς να υποθέσεις Σμερδαλέε τα τοπωνυμια Ολύτσικα, Βρυτζάχα, Αλισσός, Βορτόπα τι σημαίνουν; Ψαχνω εδώ και καιρό και δεν καταλήγω καπου.

      Γεια σου Δημήτρη.

      Είναι δύσκολα τα τοπωνύμια για τα οποία ρωτάς, γιατί δεν έχουν τυπική σλαβική μορφολογία (λ.χ. μόρφημα -οβ-/-εβ-, συλλογικό επίθημα -ιστ- κλπ).

      Επομένως, πρέπει πρώτα να αποκλείσουμε την περίπτωση μη σλαβικής ετυμολογίας, δλδ να ψάξουμε καλά και τις άλλες γλώσσες.

      Εγώ εδώ θα συνεχίσω θεωρώντας τα τοπωνύμια ως σλαβικά αλλά, όπως είπα, κανονικά πρέπει πρώτα να αποκλείσουμε τις άλλες περιπτώσεις.

      1) Ολύτσικα. Αυτό θυμίζει την λίμνη Oličko στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τα τοπωνύμια Olika (Σλοβενία) και Olyka (Ουκρανία).

      Δυστυχώς, το μόνο σλαβικό ρήμα που ταιριάζει (σερβ-κρ. oličiti = «προσωποποιώ, ενσαρκώνω») δεν βοηθάει ιδιαίτερα στην ετυμολογία.

      2) Βρυτζάχα. Εδώ υπάρχουν πολλά διερευνητικά ερωτήματα.

      α) Το αρχικό «β» αντιστοιχεί σε σλαβικό /b/ ή /v/;
      β) Το «τζ» είναι /ts/ ή /dz/;
      γ) Το «χ» αντιστοιχεί σε σλαβικό «χ» ή αντιστοιχεί σε σλαβικό «κ» που έγινε «χ» δευτερογενώς.

      Αν το «τζ» αντιστοιχεί σε /dz/ τότε πρέπει να συνέβη ηχηροποίηση ts>dz που είναι τυπική μετά από έρρινο /n/ (λ.χ. patientia > pasienza > πασιέντσα > πασιέτζα). Επομένως, αν το τοπωνύμιο είναι σλαβικό τότε πρέπει να μας περάσει από το μυαλό ένα προκείμενο έρρινο φωνήεν ę/ǫ που κρύβεται πίσω από το «υ».

      Αν το «χ» είναι γνήσιο σλαβικό τότε σχηματίστηκε από τον κανόνα RUKI. Αυτό σημαίνει ότι πίσω από το προκείμενο «α» πρέπει να κρύβεται ένα yat που ανάγεται σε ΙΕ *ai/oi, ώστε το /i/ της διφθόγγου να προκαλέσει την τροπή is>iš>iχ (και, κατά συνέπεια, ais > aiš > aiχ > ěχ > «-αχ-» (πρβ. το καρύδι *h2eroisos > orěχ- > Αράχοβα).

      Αν η Βρυτζάχα λ.χ. έχει/είχε πηγή τότε θα μπορούσε να συσχετιστεί με το σερβικό vrutak = «πηγή, πηγάδι» (PSlv. vrǫt- = vront-), το οποίο περιέχει την ρίζα *werh1- «αναβλύζω, κοχλάζω/βράζω» που έχει δώσει τους όρους iz-vor και vrelo, αμφότεροι «πηγή».

      Ένας θεωρητικός σχηματισμός *vrǫt-ěχ-(ή *vręt-), μέσα από την γιακαβική μορφή, ύστερο πρωτοσλαβικό *vrǫtyaχ- > *vrontsaχ- (ή *vrentsaχ-) > *vrondzaχ- (στο στόμα των μη σλαβόφωνων που παρέλεβαν το τοπωνύμιο), με την έρρινη συνιστώσα να προκαλεί ηχηροποίηση ǫts > ǫdz, μπορεί θεωρηρικά να δώσει κάτι που να θυμίζει το Βρυτζάχα.

      Αν πάλι πίσω από «τζ» κρύβεται κανονικό «τσ» ή κάποιο «ζ» που προστριβοποιήθηκε, τότε υπάρχουν ένα σωρό άλλοι υποψήφιοι όροι (vrŭ/ĭčěχ-,brŭ/ĭčěχ-, vrŭ/ĭz-, brŭ/ĭz- κλπ). Λ.χ. ο σλαβικός όρος που κρύβεται πίσω από το σερβοκροατικό brz = «γρήγορος», μπορεί να είναι η βάση ενός υδρωνυμίου bŭrz-ěχ- = «γοργοπόταμος, ωκύρροο ρυάκι».

      3) Αλισσός. Γι΄αυτό προς το παρόν δεν έχω απολύτως τίποτε να προτείνω.

      4) Βορτόπα. Εδώ ίσως να υπάρχει το ίδιο μόρφημα που υπάρχει και στο μακεδονικό τοπωνύμιο Βέρτεκοπ (η σημερινή Σκύδρα). Υπάρχει στο Κοσσυφοπέδιο το ορωνύμιο Vrtop και τα υδρωνύμια Vârtop και Vârtopu στη Ρουμανία, όπου υπάρχει και ένα χωριό Vârtop. Τώρα πίσω από το σερβοκροατικό vrt- μπορεί να κρύβονται ένα σωρό όροι (η προρρηθείσα ρίζα «αναβλύζω/κοχλάζω-βράζω *werh1- > vreti ή ένας όρος για τον «κήπο»).

      Μήπως δεν πρόκειται για σλαβικό αλλά για ΑΒΡ τοπωνύμιο (δεδομένης της απάντησης στη Ρουμανία).

      Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σου προσφέρω κάτι πιο χειροπιαστό για τα τοπωνύμια που ρωτάς.

      • Δημήτρης

        Καταλαβαίνω πολύ καλά τι λες, αλλά με βάση την ιστορία της περιοχής, δεν γνωρίζω άλλον λαό να εποίκισε την περιοχή τόσο έντονα όσο οι σλάβοι. Μόνο Αλβανικά μπορώ να σκεφτώ σαν εναλλακτική για τα τοπωνύμια, μολονότι δεν ήταν αλβανόφωνες οι περιοχές. Πράγματι, τώρα που το σκέφτομαι, το Βρυτζάχα, θυμιζει λιγάκι το Σουλιώτικο (άρα αρβανίτικο λογικά) τοπωνυμιο Ζαβρούχο.
        Το Αλισσός με βαση την κατάληξη θα μπορουσε να ειναι αρχαίο ή προελληνικό; (πολύ δύσκολο μου φαίνεται).
        Βορτόπα, ταιριάζει η ετυμολογία που προτείνεις, νομίζω ότι το τοπωνύμιο βρίσκεται κοντά σε ποτάμι.
        Τέλος, ξεχασα να αναφέρω ότι η γυναίκα του Γιάννη είναι η Γιάννοβα ή η Γιάννεβα. Ειλικρινά απ’ οποιο μέρος της Ελλάδας κι αν ρώτησα, πουθενα δεν συναντώνται τέτοια “παρατσουκλια” για τις παντρεμένες γυναίκες. Μόνο ίσως στις σλαβόφωνες Μακεδονικές περιοχές (;)

      • Ειλικρινά απ’ οποιο μέρος της Ελλάδας κι αν ρώτησα, πουθενα δεν συναντώνται τέτοια “παρατσουκλια” για τις παντρεμένες γυναίκες. Μόνο ίσως στις σλαβόφωνες Μακεδονικές περιοχές (;)

        Καλά στις σλαβόφωνες περιοχές, το συσχετιστικό επίθετο σε -ov-/-ev- είναι απόλυτα φυσιολογικό.

        Krste Petkov Misirkov = Ο Κρστε «Πέτκιος» (ο γιος του Πέτκο) Μίσιρκοφ.

        Grigor Stavrev Parličev = Γρηγόριος «Σταύριος» (ο γιος του Σταύρου) Πάρλιτσεφ.

        Και στην Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβονική να δεις, το συσχετιστικό επίθετο χρησιμοποιείται συχνά στη θέση της γενικής (λ.χ. ο αντίστοιχος ελληνικός τύπος «Αίας ο Τελαμώνιος» στη θέση του τύπου «Θεμιστοκλής Νεοκλέους»).

        Πρόσεξε τα τελευταία παλαιοσλαβονικά παραδείγματα από την ανάρτηση για τα πατρωνυμικά επίθετα που παρέθεσα.

        Πρόκειται πάντως για ενδιαφέρον μορφολογικό δανεισμό (το μόρφημα -ov-/-ev- εισήλθε ως δάνειο μαζί με την συσχετιστική του λειτουργία).

  11. Δημήτρης

    Πρόσεξε τα τελευταία παλαιοσλαβονικά παραδείγματα από την ανάρτηση για τα πατρωνυμικά επίθετα που παρέθεσα.

    Τα πρόσεξα και μου έφεραν στο μυαλό άλλο ένα φαινόμενο της περιοχής που ΕΠΙΣΗΣ δεν απαντά σε άλλο μέρος Ηπείρου ή και ευρύτερα στην Ελλάδα. Οι λέξεις για τον προσδιορισμό του προσώπου μέσα στην κοινωνία του χωριού είναι σύνθετες. Ο γιος παίρνει και το όνομα του πατέρα του για να ξεχωρίζει. Ο Δημήτρης του Χρήστου είναι ο Δημοχρήστος. Ο Κώστας του Γιώργου ο Κωτσογιώργος. Κωτσονικόλας, Αντωνηπαύλος, Γιωργοχρήστος… Νομίζω μπήκατε στο νόημα. Το ενδιαφέρον είναι οι γυναικες οι παντρεμένες. Ουσιαστικά παίρνουν ως παρατσούκλι το όνομα συζύγου και πεθερού! Κωτσονίκοβα, Γιωργοκώσταινα, Χρηστογιώργοβα και παει λέγοντας. Πολύ ιδιαίτερη η διάλεκτος των εν λόγω χωριών κατά τη γνώμη μου.

  12. Δεν έχω καμία σχέση με την Ηπειρο, αλλά θυμάμαι με πόση απορία πρόσεξα να γίνεται λόγος στην “Ελένη” του Γκατζογιάννη για κάποια Αντώνοβα — σ’ένα χωριό που σαφώς δεν ήταν σλαβόφωνο. Λύνεται τώρα το μυστήριο!

    • Καλημέρα Άγγελε!

    • Δημήτρης

      Το γνωρίζω τον εν λόγω βιβλίο. Αφορά σε ιστορίες που έλαβαν χώρα στα μέρη της Λάκκας Σουλίου όπου περιγράφω και έλκω την καταγωγή μου, εξ’ ου και όπως λες η “Αντώνοβα” ή σπανιότερα “Αντώνεβα”.

      • Άλλο μόρφημα που έχουν δανειστεί οι μη σλαβικές γλώσσες της Βαλκανικής μαζί με την υποκοριστική του λειτουργία είναι το σλαβικό υποκοριστικό -ica > -ίτσα.

        αρκούδα > αρκουδίτσα … όπως ryba = «ψάρι» > rybica = «ψαράκι».

        Οι Ρουμάνοι έχουν εισάγει το σλαβικό υποκοριστικό -ica στον λατινογενή όρο για το χελιδόνι.

        λατινικά: hirundō/hirundinem (λ.χ. ιταλικό rondine)

        Βλαχικό υποκοριστικό *(h)irund-ula > *rundula > alãndurã

        Ρουμανικό υποκοριστικό #1: *(h)irundin-ella > rândunea

        Ρουμανικό υποκοριστικό #2 σε -ica: rândunică, όπως το σλαβικό lasta > lastavica/lastovica, που εισήλθε, όμως, στη Ρουμανική ως lăstun.

  13. Χρήστος

    Smerdalee καλημέρα.
    Χρειάζομαι τις ιδέες σου. Για το ραφινάρισμα κάποιων ετυμολογιών. Για τις λεπτομέρειες.

    Λοιπόν. Υπάρχει η Πρέβεζα που ετυμολογείται από το prě + το ρήμα voziti = οδηγώ, μεταφέρω – “το πέρασμα”. Το /ε/ εξηγείται με αλβανική διαμεσολάβηση voz>vëz όπως και η κατάληξη -ζα .
    Ωστόσο εκτός από το ρήμα voziti που είναι abstract υπάρχει και η concrete μορφή του ρήματος ως vezti. Δηλαδή θα μπορούσε να είναι απευθείας από την σλαβική χωρίς αλβανική μεσολάβηση. Μικρή σημασία έχει. Αυτό ως πρόλογος για το επόμενο.

    Εκτός από την Πρέβεζα υπάρχει και το χωριό Πρεβέντζα (σημερινό Πραντικό). Εδώ έχουμε να ερμηνεύσουμε λοιπόν το -ντζ. Δηλαδή ένα dž ή ίσως και žd (αν και το θεωρώ δύσκολο). Οπότε έχουμε να κάνουμε με τις τροπές των ουρανικών tj, dj. Στα βουλγάρικα μας δίνει dj>žd και στα σερβ.κρ dj>đ που είναι ο ήχος /d͡ʑ/, ο ήχος που θέλουμε. (Νομίζω και στην αλβανική υπήρξε κάποτε ο ήχος /ʒ/). Άρα χρειαζόμαστε ένα θέμα που να λήγει σε d και όχι σε z όπως το voziti. Αυτό το ρήμα είναι το voditi (βλ Derksen) που έχει και την ίδια σημασία οδηγώ, μεταφέρω. Αυτή είναι η abstract μορφή του, η concrete είναι ved-ti>vesti που είναι και ιδιαίτερα παραγωγική στις σλ. γλώσσες. πχ βουλγ. veda 1o εν. ενεστ., ρωσ. vedu 1o εν. ενεστ κλπ (βλ wiktionary). Επίσης PSL μετοχές vedy κλπ.
    Άρα θέλουμε μια κατάληξη να κολλήσουμε στο θέμα ved που να μας δώσει το dj. Κι εδώ θέλω τις ιδέες σου. Σε ποια γραμματική μορφή θα μπορούσαμε να το φτιάξουμε και με ποιά σημασία. Η σημασία που ψάχνουμε είναι της μορφής το πέρασμα, η περασιά ή η μεταφορά. Σκέφτομαι το -ja, αλλά ως τι? Στα ρωσικα υπάρχει επιρρηματική μετοχή ενεστώτα vedjà.
    Πως να το φιξάρω ακριβώς?

    • Καλημέρα Χρήστο.

      Πρώτα θα έλεγα να σιγουρευτούμε ότι η Πρεβέντζα και η Πρέβεζα συνδέονται ετυμολογικά.

      Γιατί εγώ μόλις βλέπω επίθημα σε -ντζα το μυαλό μου πάει πρωτίστως σε κάποια ρωμανική γλώσσα (λ.χ. λατ. patientia > ιταλ. pazienza = πασιέντζα).

      Επομένως, η «Πρεβέντζα» μπορεί να είναι λ.χ. η λατινική provincia = «επαρχία» σε κάποια ρωμανική γλώσσα (λ.χ. το γαλλικό τοπωνύμιο Provence, η ιβηρική εκδοχή του Provença, η ιταλική εκδοχή του Provenza και το ιταλικό επώνυμο Provenzano = «Επαρχιώτης» ή «Προβεντζιώτης»).

      Το επίθημα -εντζα είναι απίθανο σε σλαβικό τοπωνύμιο, επειδή το «ν» θα είχε απορροφηθεί στο έρρινο φωνήεν -enC- > -ęC- (λ.χ. *penkw-tis > *pękti > pętĭ).

      Φυσικά, υπάρχουν οι λεγόμενες σλαβομακεδονικές νησίδες ερρινότητας (Καστοριά-Κορυτσά και στα ΒΑ της Θεσσαλονίκης), όπου λ.χ. η έρρινη ουρά προφέρεται αρκετά ισχυρά, ώστε να κάνει κάποιον να ακούσει το «ν». Λ.χ. στην Καστοριά η «γλώσσα» (ęzykъ) προφέρεται σαν enzik, στη Βοβοστίτσα το «παιδί» (čędo) ακούγεται σαν čjando.

      • Άλλη πιθανότητα για την «Πρεβέντζα» είναι να είναι παράγωγο του λατινικού όρου praebendus που έδωσε το θηλυκό praebenda = «πληρωμή». Θα μπορούσε να υπάρχει ένα τοπωνύμιο *Praebend-ia > *Prebendza > Πρεβέντζα. Ο όρος επιβιώνει στην ιταλική ως μονάδα όγκου (1 provenda = 9 λίτρα, και ως prebenda) και, μεταξύ άλλων, στην ρουμανική ως «μισθός» premândă.

      • Πρεβεντάριος (prebendary) = πρεσβύτερος κληρικός που συντηρείται οικονομικά είτε από την κοινότητα στην οποία ασκεί τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα, είτε από κάποια μορφή κτηματικής «πρόνοιας» (έσοδα από κτήματα που του έχουν δωθεί).

      • Χρήστος

        Και τα λατινικά που παρέθεσες είναι καλοί υποψήφιοι. Ευχαριστώ. Χρειάζονται ιστορικά στοιχεία για να επιλεχθεί η λύση. Πάντως το χωριό είναι στον Αχελώο και ταιριάζει η σημασία διασχίζω το ποτάμι. Όπως ταιριάζει βέβαια και η πληρωμή praebenda που έγραψες. Πληρωμή για το πέρασμα απέναντι.

  14. Χρήστος

    Ήταν 15 Αυγούστου όταν διάβασα το άρθρο σου “Βαλκανικά τοπωνύμια στο «Περί Κτισμάτων» του Προκοπίου” και τρόμαξα γιατί παρατήρησα ακριβώς αυτό. Ότι και στην λατινικά μπορεί να δημιουργηθεί το -ντζα και άρα θα χρειαζόντουσαν επανεξέταση αυτά που είχα κάνει μέχρι τώρα. Το έχω υπόψη μου. Πχ ένα άλλο τοπωνύμιο που έχω, το Πριάντζα, έχω σημειώσει να διερευνήσω από την λατινική.

    Ωστόσο δεν έγραψα για σλ. επίθημα -έντζα <-enC-. Ωστόσο και τα έρρινα στα ελληνικά μεταφέρονταν και με τις δύο γραφές. Και με το έρρινο αφού ακουγόταν ακόμα και χωρίς αφού είχε αρχίσει να χάνεται. Δεν έχω μαζί μου το υλικό για να γράψω παραδείγματα.

    To -ντζα στην σλαβική μπορεί επίσης να παραχθεί από το -ьca όταν προηγείται ένα /n/ πχ το επίθημα -ьn- .-ьnьca. Όταν εξαφανίζεται το jer αφήνει -nca που στα ελληνικά μεταφέρεται και ως -ντζα.

    Εγώ έγραψα για την δυνατότητα να παράγεται από dj.

    • To -ντζα στην σλαβική μπορεί επίσης να παραχθεί από το -ьca όταν προηγείται ένα /n/ πχ το επίθημα -ьn- .-ьnьca. Όταν εξαφανίζεται το jer αφήνει -nca που στα ελληνικά μεταφέρεται και ως -ντζα.

      Εγώ έγραψα για την δυνατότητα να παράγεται από dj.
      —-

      Έχεις δίκαιο με το -ьnьca και το -en-ica. Θεώρητικά ένα τοπωνύμιο σαν το Zelenica μπορεί εξαίτίας του βορειοελλαδίτικου φωνηεντισμού να καταλήξει Ζελέντζα.

      Υπάρχει το σλαβικό τοπωνύμιο Prvenci = «Πρωτ-άδες» στην Σλοβενία (λ.χ. OCS prĭvenĭcĭ > σερβ. prvenac = «πρωτότοκος»).

      Τώρα το *dj των σλαβικών διαλέκτων του νότιου ελλαδικού χώρου, είναι ένα ωραίο ζήτημα. Τράπηκε σε žd όπως εν γένει στη Βουλγαρική, σε đ=dž όπως στη σερβοκροατική ή σε gj όπως στη σλαβομακεδονική (λ.χ. Gyavol = Διάβολος);

      • Λοιπόν, μία άλλη πιθανότητα είναι να έχει συμβεί σύγχυση των τριβομένων δ>β σε ένα τοπωνύμιο όπως τα Predenca και Předenice που έχουν σχηματιστεί από την πρόθεση *perdŭ (OCS prědŭ) = «πριν/μπροστά από».

        *Πρεδέντζα > Πρεβέντζα = «πριν/μπροστά από το ποτάμι»

      • Χρήστος

        Ναι αλλά τέτοια τροπή δ>β δεν παρατηρείται σε κανένα σλαβικό τοπωνύμιο στη Ελλάδα.

      • Έχω βρει αραιά και που στον Βάσμερ παραδείγματα σύγχυσης των τριβομένων και ως φαινόμενο απαντά και στις νεοελληνικές διαλέκτους (λ.χ. βιάζομαι/βιαστικός > αδιάζουμι/αδιαšκός)

        Στην αλβανική λ.χ. έχει συμβεί σύγχυση v>δ στην λέξη για την «αλεπού»: ΙΕ *welp-ena > dhelpër (~ λατ. volpes)

        Και υπάρχουν Βλαχικές διάλεκτοι που αντί για vimtu λένε δimtu τον «άνεμο» (λατ. ventus > *venctus > *vimptus > vimtu).

      • Για τον βλαχικό «άνεμο» vimtu και δimtu:

  15. akis

    Καλησπέρα,
    Μήπως γνωρίζει κανείς αν το Άκοβα είναι σλαβικής ή φραγκικής προελεύσεως ;;

    • Γεια σου Άκη.

      Ο Vasmer δεν έχει την Άκοβα στα σλαβικά τοπωνύμια της Αρκαδίας, αλλά δεν ξέρω αν το ξέχασε ή αν δεν το έβαλε επειδή δεν το θεώρησε σλαβικό.

      Υπάρχει ο όρος okov = «αλυσίδα, δεσμά, πέταλο» (πρώιμο akav-), αλλά δεν βρήκα πουθενά στον σλαβικό κόσμο τοπωνύμιο από αυτόν τον όρο.

      Από την άλλη δεν με πείθει ούτε η άλλη ετυμολογία που υπάρχει στο διαδίκτυο για φραγκικό aqua = «νερό», γιατί στην Παλαιά Γαλλική το λατινικό aqua είχε γίνει *egue/euwe.

      Δυστυχώς δεν μπορώ να σου πω τίποτε το χειροπιαστό ή έστω κάπως πιθανό για την ετυμολογία της Άκοβας.

    • Λοιπόν, ο Vasmer έχει έναν «Άκοβο/Άκωβο» στη Μεσσηνία και το ετυμολογεί από τον σλαβικό όρο oko = «πηγή».

  16. Ρ=Γ=Ε

    Και ακόμη αν γνωρίζεις Σμερδ την ετυμολογία των Ζαράκοβα και Μηνιάκοβα(Καρυούπολη) Μάνης.

    • Λοιπόν, για την Ζαράκοβα υπάρχουν δύο δυνατότητες:

      1) PSlv *zorko = «θέα, φως» > νοτιοσλαβικό zrak.

      2) PSlv *žārk- > žarki = «ζεστός, λαμπερός» (η ποιότητα της φωτιάς/žar). Τουλάχιστον αυτή η λέξη έχει δώσει πολλά τοπωνύμια: Žarkovo, Žarkovina κλπ.

      H Μηνιάκοβα μπορεί να είναι κάτι σαν «αμπελώνας» αν είναι Βινιάκοβα (λ.χ. vino > Vinjani), στο οποίο συνέβη αφομοίωση v..n > m..n, λ.χ. govno/ravno > gomno/ramno. Αλλά είναι απλά υπόθεση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s