Οι 3 αναπληρωματικές εκτάσεις της ελληνικής 2: Η Δεύτερη αναπληρωματική έκταση (ΑΕ2)

Με την ΑΕ1 η ελληνική έχασε όλα τα πρωτογενή συμπλέγματα τύπου *sR/Rs. Όμως μια δευτερογενής σειρά τέτοιων συμπλεγμάτων προέκυψε μετά από την εμφάνιση του δευτερογενούς /s/. Το δευτερογενές ελληνικό /s/ προέκυψε από τα συμπλέγματα *-ti-,*-tj- (η ημιφωνική εκδοχή του «ι» όπως στους όρους παιδιά και ιατρός~γιατρός, δηλαδή ο πρώτος φθόγγος του αγγλικού yogurt) και *-tw-.

Παραδείγματα:

*tjegw- > σέβομαι, *potis > πότις ~ πόσις ,

*tewh2-: *twawos > σάος, σώος (cf. Σωκράτης, Σωκλῆς αλλά Κυπρ. Σαϝοκλεϝῆς).

tj-tw

Όπου αυτά τα δευτερογενή /s/ βρέθηκαν μετά από «ν» δημιουργήθηκε ένα δευτερογενές σύμπλεγμα -νσ- το οποίο απλοποιήθηκε με διαφορετικό τρόπο σε κάθε διάλεκτο. Η διαδικασία απλοποίησης ονομάζεται Δεύτερη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ2) και χρονολογείται γύρω στο ~800 π.Χ.

Το θέμα παντ- έδωσε την αθεματική μορφή του επιθέτου *πάντ-ς > πάνς, το οποίο μαζί με την μορφή Ἀδάμανς (τοῦ Ἀδάμαντος) απώλεσαν το «ν» με ΑΕ, από την οποία προέκυψαν οι ονομαστικές ὁ πς, ὁ Ἀδάμς. Σε ορισμένα μέρη όπως η Αργολίδα και η Κρήτη οι επιγραφές δείχνουν επιβίωση του συμπλέγματος «νς» (λ.χ. Ἀδάμανς, Κῦδανς, Χαλκοδάμανς). Για το σχηματισμό του θηλυκού η ελληνική προσέθεσε το ΙΕ θηλυκό επίθημα *-ih2~ya στο θέμα παντ- με αποτέλεσμα να έχουμε *πάντ-yα το οποίο έγινε πρώτα *pantsa και μετά πάνσα. Η μορφή πάνσα επιβίωσε αυτούσια στην Θεσσαλία, την Κρήτη και στην αρκαοαργολιδική παραμεθόριο, αλλά στις περισσότερες άλλες διαλέκτους απλοποιήθηκε με ΑΕ. Το αποτέλεσμα ήταν το γνωστό σε όλους μας αττικοϊωνικό πᾶσα με μακρό ᾱ. Η διατήρηση του μακρού /ᾱ/ στην αττικοϊωνική δείχνει ότι η ΑΕ2 συνέβη αφού είχε ολοκληρωθεί η τροπή ᾱ>η στην αττικοϊωνική.

Στην Λέσβο και την μακρινή Κυρήνη το προϊόν της ΑΕ ήταν η περίεργη δίφθογγος «αι», δηλαδή παῖσα. Το παράδειγμα δεν είναι μοναδικό. Η λέξη Μοῦσα ανάγεται στην πρωτο-ελληνική μορφή *mont-ya (από την ρίζα *men-σκέψη όπως το μνήμη και το λατινικό mens/mentem). H μορφή *montya έγινε πρώτα πρώτα *montsa και τελικά *Μόνσα απ΄όπου έχουμε το αττικοϊωνικό Μοῦσα, το Δωρικό Μῶσα και το Λεσβικό Μοῖσα. Το ίδιο συνέβη και με την *medòntia > *mèdontya > *Medontsa *Μέδονσα: Μέδουσα, Μέδωσα, Μέδοισα.

Η ίδια διαδικασία επηρέασε την κατάληξη των μετοχών. Οι γνωστές σε όλους αττικοϊωνικές εξελίξεις ήταν:

*bher- «φέρω» με ενεργητική μετοχή ενεστώτα τον αρσενικό τύπο:

*bher-ont-s > *φέρονς > φέρων (τὸν φέροντα)

και με παράγωγο θηλυκό τύπου Devi:

*bher-ont-ih2 > *pherontya > *φέροντσα > *φέρονσα > φέρουσα.

ἔχω > ἔχ-οντ-: ὁ ἔχονς ~ ἔχων, τοῦ ἔχοντος  ,   ἡ ἔχοντσα (< ekhontya < *segh-o-nt-ih2) ~ ἔχονσα ~ ἔχουσα  ,   τὸ ἔχον, τοῦ ἔχοντος.

Οι Δωρικές διάλεκτοι έχουν ἔχωσα, η λεσβική και η Κυρηναϊκή έχουν ἔχοισα, ενώ η Θεσσαλία και ορισμένες πελοποννησιακές (γειτνιάζουσες Αρκαδο-Αργολικές) έχουν ἔχονσα (λ.χ. αρκαδική θηλυκή μετοχή μίνονσα = μένουσα)

ἄγω > ἀχθ-εντ-: ὁ ἀχθένς ~ ἀχθείς, τοῦ ἀχθέντος  ,  ἡ ἀχθέντ-yα ~ ἀχθένσα ~ ἀχθείσα, τῆς ἀχθείσης  ,  τὸ ἀχθέν, τοῦ ἀχθέντος.

Προϊόν της ΑΕ2 είναι και η λέξη γερουσία. Ξεκινώντας από το θέμα *gerh2-ont- έχουμε γεροντ-ία > γεροντσία > γερονσία > γερουσία.

Οι Λάκωνες διατήρησαν την μορφή γεροντία, ενώ στην αττικοϊωνική βρίσκουμε τη μορφή γερουσία.

Υπάρχουν μερικές αρχαίες διάλεκτοι στις οποίες δεν συνέβη η ΑΕ2. Όπως ήδη ανέφερα αυτές είναι η Θεσσαλική, η Κρητική και οι διάλεκτοι της αρκαδο-αργολιδικής μεθορίου (αλλά όχι όλη η Αρκαδία και όχι όλη η Αργολίδα).

Σε αυτές τις περιοχές, το διαλεκτικό επιγραφικό υλικό δείχνει τυπικά τους τύπους πάνσα και ἅπανσα αντί για πᾶσα και ἅπᾱσα, οι ενεργητικές θηλυκές μετοχές ενεστώτα λήγουν σε -ονσα αντί για -ουσα (λ.χ. Θεσσαλικά ἔχονσα, ἄγονσα αντί για ἔχουσα, ἄγουσα, Αρκαδικό μίνονσα = μένουσα, Κρητικά ἴονσα και τιμίονσα αντί για ἰοῦσα και τιμιοῦσα αντίστοιχα κλπ), οι θηλυκές ενεργητικές μετοχές αορίστου λήγουν σε -ανσα αντί για -ᾱσα (λ.χ. Θεσσαλικό λειτορεύσανσα = λειτορεύσᾱσα), οι αιτιατικές πληθυντικού διατηρούν το πρώιμο ελληνικό /ν/ (λ.χ. Μυκηναϊκό τὸνς ἄλλονς εὐεργέτανς = τοὺς ἄλλους εὐεργέτας, Κρητικό τὰς τιμάνς = τὰς τιμὰς κλπ). Τέλος, σε αρχαϊκές επιγραφές από την Πελοπόννησο βρίσκουμε τα ονόματα Χαλκοδάμανς = Χαλκοδάμᾱς (τὸν Χαλκοδάμαντα) και Δύμανς = Δύμᾱς (τὸν Δύμαντα), τα οποία δείχνουν ότι ο πρόδρομος των όρων όπως ἀδάμᾱς και ἀκάμᾱς (τὸν ἀδάμαντα/ἀκάμαντα) ήταν *ἀδάμανς και *ἀκάμανς αντίστοιχα, όπως τα λατινικά ferēns, Cōnstāns = Κώνστᾱς και Valēns = Οὐάλης/Βάλης. Τα μακρά φωνήεντα πριν από -ns- και -nf- της Λατινικής είναι μια ιδιαιτερότητα της γλώσσας (λ.χ. ferēns, αλλά γενική ferentis, concavus, αλλά cōnstāns.

Κλείνω την ανάρτηση παραθέτοντας ορισμένες διαλεκτικές επιγραφές από τις περιοχές που απέφυγαν την ΑΕ2.

pansa1

Khalkodamans

timans

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s