«Λερναιότητες»: ο χυμός και το humor

Τον όρο «λερναιότητα» τον δανείστηκα από τον Νίκο Σαραντάκο. Η «λερναιότητα» είναι κάθε «καρακιτσοειδής» άποψη σχετικά με την ανωτερότητα και την πρωτογένεια της Ελληνικής γλώσσας. Οι «λερναιοτήρες» δεν χάνουν ευκαιρία για να εκδηλώσουν «αριζήλως» την άγνοιά τους τόσο για την ελληνική γλώσσα όσο και για την γλωσσολογική επιστήμη εν γένει.

Η λερναιότητα που θα εκθέσω εδώ πέρα έχει γραφτεί από τον Σαράντο Καργάκο ο οποίος ισχυρίστηκε ότι:

 Στα πρώιμα εκείνα χρόνια, μόνο οι Έλληνες είχαν αναπτύξει αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν humeur και το οποίο προέκυψε εκ του ελληνικού “χυμός”, μέσω του λατινικού humor.

… η λατινική λέξη humor δεν είναι παρά η ελληνική λέξη χυμός δανεισμένη στην λατινική. Πριν προχωρήσω την πραγματική ετυμολόγηση της λατινικής λέξης θα ήθελα να δείξω πόσο παιδαριώδης και αφελής είναι αυτή η άποψη.  Τα μέσα που θα χρησιμοποιήσω δεν είναι παρά οι δύο αρχές του Αριστοτέλη εφαρμοσμένες στην γλωσσολογία.

«… ἄνευ μὲν γὰρ τοῦ καθόλου οὐκ ἔστιν ἐπιστήμην λαβεῖν» [Μεταφυσικά 1086.b5]

«…διότι χωρίς την ένταξη του μεμονωμένου σε γενικότερο πλαίσιο δεν υπάρχει επιστήμη [πραγματική γνώση του φαινομένου]»

«Εἰ δὲ μὴ καθόλου [αἱ ἄρχαί] ἀλλ΄ὡς τὰ καθ΄ἕκαστα, οὐκ ἔσονται ἐπιστηταί, καθόλου γὰρ ἡ ἐπιστήμη πάντων» [Μεταφυσικά 1003.a15]

«Διότι εάν οι αρχές που αναζητούμε δεν είναι καθολικές, αλλά μεμονωμένες τότε δεν μπορούν να προσδιοριστούν, γιατί η πραγματική γνώση όλων των φαινομένων προκύπτει από την αναγωγή σε γενικότερο πλαίσιο».

και

«τὸ μὲν γὰρ εἰκός ἐστι τὸ ὡς ἐπί τὸ πολύ γινόμενον» [Ρητορική 1.2.15]

«πιθανό είναι ό,τι συνήθως συμβαίνει»

Η λέξη χυμός ανήκει στην γενικότερη κατηγορία των ελληνικών λέξεων που περιέχουν τον φθόγγους «χ» και «υ». Το πρώτο μας μέλημα είναι να εξετάσουμε πως δανείστηκαν οι λατίνοι τους παραπάνω φθόγγους όταν ενσωμάτωσαν ελληνικές λέξεις στο λεξιλόγιό τους.

Ένα από τα παλαιότερα ελληνικά δάνεια στην λατινική είναι η λέξη μηχανή, η οποία μέσω της μη αττικο-ιωνικής μορφής μᾱχανά που χρησιμοποιούνταν στις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδος πέρασε στα λατινικά όπου και έγινε machina.  Όταν αργότερα,  η αττικο-ιωνική μορφή μηχανικός εισήλθε στην λατινική έγινε mechanicus. Η λέξεις χορός και χορηγός/χορᾱγός έγιναν chorus και choragus αντίστοιχα. Τα τοπωνύμια Χαλκίς, Χαλκιδική, Χαιρώνεια έγιναν Chalkis, Chalcidica, Chaeronea αντίστοιχα. Η Χίος και ο κένταυρος Χείρων στα λατινικά κατέληξαν Chius και Chiro , ενώ το χάρισμα και η Χάρυβδις έγιναν charisma και Charybdis αντίστοιχα. Η λίστα είναι πραγματικά ατέλειωτη και δεν χρειάζετια να συνεχίσω.

Φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι λατίνοι διατήρησαν την αρχαία φωνητική αξιά του φθόγγου «χ» (άηχο δασύ /kh/) η οποία δεν ήταν ίδια με την νεοελληνική εξακολουθητική αξία (/χ/). Δεν υπάρχει ούτε ένα ελληνικό δάνειο στην λατινική γλώσσα όπου ο φθόγγος «χ» αποδίδεται στα λατινικά σαν /h/ !!! Οι λατίνοι χρησιμοποιούν το γράμμα /h/ για να αποδώσουν την ελληνική δασεία /h/ λ.χ. Ἑλλάς – Hellas, Ὅμηρος – Homerus , Ἡρακλῆς – Hercules , αἱμοῤῥαγία – Haemorrhagia κλπ.

Πάμε στόν άλλο φθόγγο υπό εξέταση, το ελληνικό ὕψιλον. Η φωνητική αξιά του γράμματος αυτού ήδη κατά την κλασική περίοδο ήταν «ιου», όπως το αγγλικό «μιούζικ» ~ music. Επειδή οι λατίνοι δεν είχαν αυτόν τον ήχο, χρησιμοποίησαν το γράμμα /y/ το οποίο ονόμασαν “y Graeca” για να αποδίδουν την φωνητική αξιά του ελληνικού ὕψιλον. Έτσι η λέξη ὁμώνυμος στα λατινικά έγινε homonymus και το όνομα Ἱερώνυμος Hieronymus . Ο βότρυς έγινε botrys, η χλαμύς/χλαμύδα έγινε chlamys/chlamyda και, για να μην πολυλογούμε, η λέξη χυμός έγινε στα λατινικά chymus  !!!

Βλέπουμε δηλαδή, ότι η ίδια η λέξη την οποία ο Καργάκος θεώρησε ως πρόγονο του λατινικού humor, στα λατινικά εισήλθε με εντελώς διαφορετική φωνητική αξία !!!

Σε αυτό το σημείο, κάθε λογικός άνθρωπος πιστεύω ότι έχει πειστεί ότι η λέξη «χυμός» δεν είναι δυνατόν να έχει δώσει το λατινικό humor.

Αλλά ας πάμε στο λατινικό humor. H παλαιότερη μορφή της λέξης ήταν umor και το /h/ προστέθηκε αργότερα λόγω της imitatio Graeca (στην αρχαία ελληνική το αρκτικό «υ» πάντα δασύνεται). Η λέξη umor = «υγρό» σχετίζεται με το (h)umidus = «υγρός» το οποίο δεν είναι παρά μια άλλη εκδοχή του uvidus ύστερα από χειλική σύγχυση (v>m λ.χ. Tibiscus/Tibisis> Tim , Voskopolje «βοσκό-καμπος» > Moskopole > Βοσκόπολις/Μοσχόπολις και pastrva ~ pastrmka).

Το θέμα uv– του λατινικού uvidus έχει την ίδια καταγωγή με το θέμα ὑγ– του ελληνικού ὑγρός. Η κοινή ΠΙΕ ρίζα και των δύο είναι *wegw– με μηδενικό βαθμό *ugw-. Στην ελληνική το χειλοϋπερωικό έχασε την χειλική του συνιστώσα επειδή υπάρχει άμεσα γειτνιάζων «υ», ενώ στην λατινική το χειλοϋπερωικό έγινε κανονικά /v/ όπως στο *gwiwos > vivus (ελληνικό βίος, ζωή),στο *sneigwh– > nix/nivem (νιφάς, snow κλπ) και στο *gwerh3- > vorare (ελλην. βιβρώσκω). Ορίστε η ανάλυση των Mallory και Adams από τη σελίδα 256 του “The Oxford Introduction to PIE and the PIE world” (OUP, 2007):

gwerh3

Και η σελίδα 348 για τα *wegw- > ὑγρός και uvidus:

wegw

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Μυθοθρυψία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s