Ψευδοετυμολογίες: «άλλο ναύτης κι άλλο καντηλανάφτης»

Ένα από τα πιο συχνά φαινόμενα που παρατηρώ στις διαδικτυακές συζητήσεις είναι η παρετυμολόγηση λέξεων. Επίδοξοι «γλωσσολόγοι» του διαδικτύου πολλές φορές δείχνουν αφειδώς την παντελή άγνοιά τους έστω και σε θέματα στοιχειώδους γλωσσολογίας. «Πως είσαι τόσο σίγουρος;» είναι η τυπική απάντηση που παίρνω αφού τους διορθώσω και εγώ πρέπει κάθε φορά να εξηγώ την Συγκριτική μέθοδο της γλωσσολογίας. Η μέθοδος αυτή, που στην αγγλόφωνη ορολογία είναι γνωστή σαν Comparative Method, αποτελεί την ραχοκοκαλιά της επιστημονικότητας της γλωσσολογίας. Για να το πω πιο απλά, χωρίς την εφαρμογή της συγκριτικής μεθόδου οι γλωσσολογικές συζητήσεις δεν είναι παρά συζητήσεις καφενείου. Η συγκριτική μέθοδος προέκυψε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με το κίνημα των Νεογραμματικών. Οι τελευταίοι ήταν μια σειρά Γερμανών κυρίως γλωσσολόγων οι οποίοι κατάλαβαν ότι το μόνο πράγμα που μπορούσε να κανει την γλωσσολογία επιστήμη ήταν η υιοθέτηση αυστηρών νόμων οι οποίοι εξηγούν τα γλωσσολογικά φαινόμενα με την ίδια καθολική ισχύ με την οποία οι φυσικομαθηματικοί νόμοι εξηγούν τα φυσικά φαινόμενα. Η «γλωσσολογία» μέχρι τότε ήταν λίγο πολύ ένα χόμπι όπου ό κάθε λόγιος εξέφραζε την γνώμη του χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αυστηρού ελέγχου των απόψεων.  Σήμερα, όλοι γνωρίζουμε ότι σε οποιοδήποτε σημείο της γήινης επιφάνειας αν αφήσουμε μια πέτρα αυτή θα πέσει προς τα κάτω. Η αιτία της πτώσης είναι η γήινη βαρύτητα η οποία ασκεί μια βαρυτική δύναμη σε κάθε σώμα και το έλκει προς το κέντρο της γης. Εάν τύχει να ακούσουμε σε μια συζήτηση καφενείου από κάποιον ότι στο δικό του το χωριό η πέτρα αν αφεθεί ελεύθερη ανεβαίνει προς τα πάνω αμέσως συνειδητοποιούμε ότι έχουμε να κάνουμε ή με παραμυθά ή με ελαφρόμυαλο. Οι Νεογραμματικοί προσπάθησαν θαρραλέα να προσφέρουν στον τομέα της γλωσσολογίας την ίδια ικανότητα διάκρισης του αληθούς και του ψευδούς. Η αρχή τους συνοψίστηκε στο αξίωμα “Ausnahmslosigkeit der Lautgesetze“, δηλαδή «οι νόμοι που διέπουν την φωνολογική αλλαγή είναι απαραβίαστοι».

Με το παραπάνω αξίωμα βαθιά ριζωμένο στο νου τους, οι Νεογραμματικοί σιγά σιγά άρχισαν να θέτουν τις βάσεις της επιστημονικής γλωσσολογίας. Σήμερα, μετά από έναν και αιώνα προόδου, μπορούμε να πούμε ότι το Νεογραμματικό Αξίωμα είναι ελαφρώς υπερβολικό. Οι γλωσσολογικοί νόμοι δεν είναι εντελώς απαραβίαστοι, αλλά ισχύουν, ας πούμε, στις 19 από τις 20 περιπτώσεις. Δηλαδή δεν μας προσφέρουν την αναντίλεκτη βεβαιότητα, αλλά το μακράν πιο πιθανό σενάριο και, κατά τον Αριστοτέλη, «τὸ μὲν γὰρ εἰκός ἐστι τὸ ὡς ἐπί τὸ πολύ γινόμενον» (Ρητορική 1.2.15) δηλαδή «πιθανό είναι αυτό που συνήθως συμβαίνει».  Επομένως, ο γλωσσολογικός νόμος δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που συνήθως συμβαίνει και, κατά συνέπεια, είναι η πιο πιθανή εκδοχή.

Για να δούμε λοιπόν στην πράξη την Αριστοτέλεια αυτή συμβουλή. Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε σε μια παρέα όπου κάποιος ισχυρίζεται ότι το λατινικό deus = «θεός» είναι ελληνικό δάνειο και προέρχεται από το ελληνικό θεός και κάποιος άλλος τον διορθώνει ισχυριζόμενος ότι δεν είναι ελληνικό δάνειο στα λατινικά, αλλά το deus και το θεός έχουν απλά κοινή ΙΕ καταγωγή μιας και οι δύο γλώσσες ανήκουν στην ΙΕ οικογένεια. Ποια όπλα διαθέτουμε για να δούμε ποιος από τους δύο έχει δίκαιο ή αν και οι δύο σφάλλουν; Τα όπλα μας είναι αυτά που αναφέραμε παραπάνω δηλαδή η ρήση του Αριστοτέλη και η Συγκριτική Μέθοδος. Αλλά ας πάρουμε τις δύο υποθέσεις ξεχωριστά.

Ο πρώτος συνομιλητής μας ισχυρίζεται ότι το λατινικό deus δεν είναι παρά το ελληνικό θεός το οποίο οι λατίνοι δανείστηκαν. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να ακολουθήσουμε την συμβουλή του Αριστοτέλη ότι «πιθανόν είναι ό,τι συνήθως συμβαίνει» και να δούμε τι συμβαίνει όταν οι Λατίνοι δανείζονται ελληνικές λέξεις που ξεκινάνε από «θ».  Το ελληνικό θέατρον κατέληξε στα λατινικά theatrum,  o θάλαμος κατέληξε thalamus, ο Θαλής ο Μιλήσιος στα λατινικά έγινε Thales , η Θήβα (Θήβαι) έγινε Thebae, η Θάσος Thasus, οι θέρμαι thermae και, όλες οι ελληνικές λέξεις που περιέχουν το θέμα θεό- πέρασαν στα λατινικά σαν theo-.

Με άλλα λόγια έχουμε αμέτρητα παραδείγματα δανείων όπου διατηρήθηκε η φωνητική αξία του «θ» (/th/ δασύ άηχο) καθώς αυτά εισήλθαν στην λατινική γλώσσα και κανένα παράδειγμα ελληνικού «θ» που να πέρασε στην λατινική ως /d/. O Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι «πιθανόν είναι ότι συνήθως συμβαίνει» και προέκταση αυτού είναι το «απίθανο είναι αυτό που σπάνια συμβαίνει» και το «αδύνατο είναι αυτό που δεν συμβαίνει ποτέ».

Έτσι λοιπόν, εντάσσοντας την λέξη θεός στην γενικότερη κατηγορία λέξεων που αρχίζουν με «θ» και εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η λατινική δανείστηκε αυτήν την κατηγορία λέξεων, καταλήγουμε έυκολα στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος επίδοξος γλωσσολόγος του καφενείου σφάλλει στην υπόθεσή του.

Πάμε στον δεύτερο επίδοξο γλωσσολόγο. Αυτός είναι σιγουρα πιο διαβασμένος, γιατί γνωρίζει ότι και οι δύο γλώσσες είναι ινδο-ευρωπαϊκές και, κατά συνέπεια,  έχουν κληρονομήσει κοινές ρίζες, αλλά αυτό δεν αρκεί για να αποδείξει ότι οι δύο λέξεις έχουν κοινή ΙΕ ρίζα. Για να είναι δυο λέξεις ΙΕ συγγενείς πρέπει να πληρείται η αρχή της αντιστοιχίας (correspondence principle) και ο μόνος τρόπος για να δούμε εάν αυτή ισχύει στην περίπτωσή μας είναι να εφαρμόσουμε πάλι την Συγκριτική Μέθοδο. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξετάσουμε ποιο λατινικό φώνημα υπάρχει στις λατινικές λέξεις που είναι ΙΕ συγγενείς των ελληνικών λέξεων που αρχίζουν με «θ».

Η ελληνική λέξη θερμός είναι ΙΕ συγγενής των λατινικών formus και furnus. Η κοινή ΙΕ ρίζα είναι το *gwherm-.

H ελληνική λέξη θήρ (θηρίο) είναι ΙΕ συγγενής των λατινικών ferus και ferox. H κοινή τους ΙΕ ρίζα είναι το *ghwer

Οι ελληνικές λέξεις θῶς [ασυναίρετο θά(w)ος] και θαῦνον είναι ΙΕ συγγενείς του λατινικού θεωνυμίου Faunus (θεός που σχετίζεται ετυμολογικά με τον λύκο που αργότερα ταυτίστηκε με τον ελληνικό αιγόμορφο Πάνα και από τον οποίο στα αγγλικά σήμερα η πανίδα λέγεται fauna). Η κοινή τους ΙΕ ρίζα είναι το *dhaw-.

Η ελληνική λέξη θείνω είναι ΙΕ συγγενής του λατινικού fendo. Η κοινή τους ΙΕ ρίζα είναι το *gwhen-.

Η ελληνική λέξη θηλή και τα παράγωγά της (θηλυκό κλπ) είναι ΙΕ συγγενής των λατινικών filius , femina και fetus.  Η κοινή τους ρίζα είναι το *dheh1(i)l-.

Η ελληνικές λέξεις θρασύς, θάρρος/θράσος/θέρσος κλπ. είναι ΙΕ συγγενείς της λατινικής firmus.  Η κοινή τους ΙΕ ρίζα είναι το *dhers-.

H ελληνική λέξη θυμός είναι ΙΕ συγγενής της λατινικής fumus. Η κοινή τους ΙΕ ρίζα είναι το *dhūmos.

Από τα παραπάνω φαίνεται ξεκάθαρα ότι «το πιθανό που συνήθως συμβαίνει» είναι ότι το ελληνικό αρκτικό «θ» αντιστοιχεί συστηματικά στο λατινικό αρκτικό /f/ και ουδέποτε στο /d/.

Το επόμενο βήμα μας είναι το εξής: σε ποιο ελληνικό αρκτικό γράμμα κοινής ΙΕ ρίζας αντιστοιχεί το αρκτικό λατινικό /d/;

Το λατινικό decem αντιστοιχεί στο ελληνικό δέκα. Η κοινή τους ρίζα είναι το ΠΙΕ *dek’m.(t).

To λατινικό dextrus αντιστοιχεί στο ελληνικό δεξιός. Η κοινή τους ρίζα είναι το ΠΙΕ *dek’s

Το λατινικό dōnum είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού δῶρον. Η κοινή τους ΙΕ ρίζα είναι το *deh3-.

Το λατινικό dico είναι ΙΕ συγγενής των ελληνικών δείκνυμι και δίκη. Η κοινή τους ΙΕ ρίζα είναι το *deik’

To λατινικό densus αντιστοισεί στο ελληνικό δασύς. Η κοινή τους ρίζα είναι το ΠΙΕ *dn.sus.

Ξανά η συμβουλή του Αριστοτέλη «πιθανόν είναι ό,τι συνήθως συμβαίνει» μας ωθεί στην συστηματική αντιστοιχία: λατ. #d – ελλην. #δ (το σύμβολο # σημαίνει αρκτικό, δηλαδή στην αρχική θέση της λέξης).

Επομένως η Συγκριτική Μέθοδος απέδειξε ότι και ο δέυτερος επίδοξος γλωσσολόγος του καφενείου έσφαλλε. Το λατινικό deus δεν μπορεί να είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού θεός.

Ποιος λοιπόν είναι ο ελληνικός ΙΕ συγγενής του λατινικού deus; Το deus (παλαιότερη μορφή deiuos) προέρχεται από την ΠΙΕ ρίζα *dei «λάμπω» και είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού Ζεύς (<*djēws).

Τέλος, ποιος είναι ο λατινικός ΙΕ συγγενής του ελληνικού θεός; Εδώ πρέπει να ξέρουμε ότι η ρίζα του θεός ήταν *θεσός και το μεσοφωνηεντικό «σ» στην πρωτο-ελληνική τράπηκε σε δασεία η οποία αργότερα εξαφανίστηκε. Σε μη μεσοφωνηεντική θέση όμως, το «σ» της ρίζας διατηρήθηκε και φαίνεται στις λέξεις θέσ-φατος και θεσ-(σ)πέσιος. Η ΠΙΕ ρίζα από την οποία κατάγεται η λέξη θεός είναι η *dhes-os.  Όπως φαίνεται από τον τελευταίο σύνδεσμο, οι λατινικοί ΙΕ συγγενείς της λέξης θεός είναι τα fēstus, fēriae (το μεσοφωνηεντικό s στην λατινική ρωτακίζεται μετά από ηχηροποίηση *s>z>r) και fānum (<*fasnum) κάτι που δεν μας εκπλήσσει σε αυτό το σημείο γιατί έχουμε ήδη δείξει ότι στο αρκτικό ελληνικό «θ» αντιστοιχεί λατινικό /f/.

Ελπίζω να σας έδειξα τον τρόπο να χειρίζεστε επίδοξους «γλωσσολόγους του καφενείου». Αν τους δείξετε όλα αυτά και διαθέτουν στοιχειώδη νοημοσύνη θα καταλάβουν ότι «άλλο ναύτης κι άλλο καντηλανάφτης».

Μέχρι και η Ρίτα Σακελλαρίου το ξέρει αυτό …

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Μυθοθρυψία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s