Από την ΠΙΕ στην Ελληνική γλώσσα

1) Ορισμένα βασικά για την Ελληνική γλώσσα.

Η ελληνική γλώσσα, όπως και κάθε άλλη θυγατρική ινδοευρωπαϊκή γλώσσα (ΙΕ) προέκυψε από κάποια εκδοχή της μητρικής πρωτο-ινδοευρωπαϊκής (ΠΙΕ) μέσα από την συνεχή διαδικασία της γλωσσικής αλλαγής. Η γλωσσική αλλαγή γίνεται με την εισαγωγή καινοτομιών οι οποίες σιγά σιγά διαχέονται σε όλο το λεξιλόγιο και σε όλα τα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης (φωνολογία, μορφολογία, συντακτικό, σημασιολογία, λεξικό). Δεχόμαστε αξιωματικά ότι υπήρχε μια φάση όπου οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ελλήνων αποτελούσαν μία ομοιογενή γλωσσική κοινότητα και η γλώσσα της κοινότητας αυτής είχε ήδη αναπτύξει τα βασικά χαρακτηριστικά τα οποία ξεχωρίζουν την ελληνική από τις άλλες γλώσσες. Αυτή η «ευριστική» κατάσταση ονομάζεται «πρωτο-ελληνική» (proto-Greek) γλώσσα και θεωρούμε ότι οι ιστορικές αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι προέκυψαν με περαιτέρω κλαδοποίηση και διαφοροποίηση από αυτήν την κατάσταση. Αυτή είναι μια χοντροκομμένη εικόνα η οποία δεν λαμβάνει υπόψη της το φαινόμενο της γλωσσικής σύγκλισης, δηλαδή το πλησίασμα γλωσσικών ποικιλιών λόγω γειτνίασης. Το ότι δεν υπήρχε ποτέ «ομοιογενής» γλώσσα χωρίς επιχωρικές ποικιλίες («διαλέκτους») αυτό είναι ξεκάθαρο σε όλους τους γλωσσολόγους. Απλά, το μοντέλο της διαφοροποίησης μιας ομοιογενούς πρωτο-γλώσσας είναι εύχρηστο, γιατί μας επιτρέπει να αποδώσουμε τις ομοιότητες των ποικιλιών σαν κοινή κληρονομιά από την μητρική πρωτο-γλώσσα.

Έτσι, στα περισσότερα βιβλία γλωσσολογίας σήμερα βρίσκουμε γραμμένο ότι οι φορείς της πρωτο-ελληνικής γλώσσας  εισήλθαν στον ελλαδικό χώρο κάποια στιγμή γύρω στο 2000 (2100 π.Χ. είναι η περισσότερο αποδεκτή ημερομηνία γιατί ο αρχαιολογικός της ορίζοντας εμφανίζει τα περισσότερα στοιχεία εισόδου ενός νέου πληθυσμού) και ότι η πρωτο-ελληνική γλώσσα στα 500 χρόνια από το 2000 π.Χ. μέχρι το 1500 π.Χ. πρόλαβε να εξελιχθεί περαιτέρω από πρωτο-ελληνική σε πρώιμη ελληνική, η οποία στο τέλος πρόλαβε να διασπαστεί σε δύο ποικιλίες: μία «βόρεια» και μία «νότια». Αυτή η ταξινόμηση είναι γνωστή ως ταξινόμηση κατά Porzig-Risch και είναι η περισσότερο αποδεκτή άποψη. Όταν τον 15ο αιώνα π.Χ. έχουμε την πρώτη καταγραφή της Ελληνικής γλώσσας με την «Μυκηναϊκή» Γραμμική Β αυτή η καταγεγραμμένη γλωσσική ποικιλία δείχνει γλωσσικά στοιχεία που μας επιτρέπουν να την ταξινομήσουμε ως «νότια» Ελληνική (πρόγονο της Αττικο-Ιωνικής και της Αρκαδο-Κυπριακής), ενώ οι μετέπειτα ιστορικές διάλεκτοι που κατάγονται από την «βόρεια» ποικιλία (αιολική Λέσβου, Θεσσαλίας και Βοιωτίας, Δωρικές διάλεκτοι Πελοποννήσου και νησιών και βορειοδυτικές διάλεκτοι Ηλείας, Αχαΐας και βορειοδυτικού Ελλαδικού χώρου) ουδέποτε ανέπτυξαν αυτά τα στοιχεία.

O νότιος γλωσσικός πόλος χαρακτηρίζεται από την συριστικοποίηση -ti->-si- (λ.χ. *potis > πότις > πόσις, *(e)wikm.ti> εἴκοσι, *gerh2ontia > γεροντία > γερονσία > γερουσία) και από τη χρήση του αθεματικού απαρεμφάτου  -ναι (λ.χ. εἶναι, τιθέναι). Ο βόρειος γλωσσικός πόλος από την άλλη χαρακτηρίζεται από διατήρηση του *-ti- (πότις, ϝίκατι, γεροντία) και αθεματικό απαρέμφατο σε -μεν (λ.χ. Θεσσαλικό ἔμμεν, δωρικό ἤμεν, δῶμεν κλπ) ή παρεμφερή (λ.χ. -μειν, -μην ή το Λεσβιακό υβριδικό -μέναι που προέκυψε από την προσθήκη του δανεισμένου από τους Ίωνες -ναι πάνω στο κληρονομημένο -μεν που έφεραν οι Αιολείς άποικοι από τη Θεσσαλία). Επειδή οι Δωρικές διάλεκτοι της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου (Κρήτη, Ρόδος κλπ) ανήκουν στον βόρειο γλωσσικό πόλο, φαίνεται λογικό να αποδώσουμε κάποια ιστορική αξία στις παραδόσεις που θέλουν τους Δωριείς να κατοικούν αρχικά στον βόρειο ελλαδικό χώρο και να εγκαθίστανται στην νότια Ελλάδα μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων.

2) Φωνολογικές εξελίξεις που αποδίδουμε στην πρωτο-ελληνική φάση

α) Τα ουρανωμένα υπερωϊκά (*k’,*g’,*g’h) έχασαν την ουράνωσή τους και ταυτίστηκαν με τα απλά υπερωϊκά (*k, *g, *gh). Αυτή η διαδικασία έγινε σε όλες τις ΙΕ γλώσσες τύπου centum (λ.χ. *k’m.tom > ἑκατόν). Το αποτέλεσμα είναι οι ΠΙΕ «τετράδες» *[p,t,k,k’], *[b,d,g,g’] και *[bh,dh,gh,g’h] να απλοποιηθούν στις «τριάδες» *[p,t,k], *[b,d,g] και *[bh,dh,gh].

β) Ενώ οι δύο πρώτες από τις παραπάνω τριάδες διατηρήθηκαν, η τρίτη έχασε την ηχηρότητά της και τα ηχηρά δασέα έγιναν άηχα δασέα *[ph, th, kh]. Έτσι *bher- > φέρω, *dheh1- > τίθημι, θετός, *g’hel- > *ghl.h3-ros > χλωρός

γ) Το ηχηρό δασύ χειλοϋπερωικό *gwh έχασε και αυτό την ηχηρότητά του και έγινε άηχο δασύ χειλοϋπερωικό *kwh. Τα άλλα δύο χειλοϋπερωικά δεν άλλαξαν στην πρωτο-ελληνική και πρώιμη ελληνική φάση, με αποτέλεσμα να έχουμε την χειλοϋπερωική τριάδα [kw,gw,kwh]. Δεν βάζω αστερίσκο, διότι η αποκωδικοποίηση της Γραμμικής Β έδειξε ότι η τελευταία διατηρούσε ακόμα τα χειλοϋπερωικά ατόφια ενώ οι ιστορικές διάλεκτοι της πρώτης χιλιετίας τα απώλεσαν. Έτσι *gwous- «βους» και *gwhen- «σφάζω, σκοτώνω» > ΓραμμΒ gwοu-kwhontās > Βουφόντης και βουφόνος.

δ) Τα ΠΙΕ λαρυγγικά *h1,*h2,*h3 φωνηεντοποιήθηκαν σε ε, α, ο αντίστοιχα ,και όταν στην ΙΕ ρίζα βρίσκονται μετά από συλλαβικό ένηχο προέκυψαν τα λεγόμενα «μακρά» συλλαβικά ένηχα (*R.H) που στην Ελληνική εξελίχθηκαν σε ένηχο+μακρό φωνήεν η, ᾱ, ω. Λ.χ.

*h1reudh- > ρυθρός    ,   *h2nēr > νήρ   ,   *h3reuk-> ορύσσω (< ὀρύχ-jω ~ ὀρυχείον)

*g’enh1- > *g’n.h1-tòs > κασίγνητος   ,   *dhwenh2- > *dhwn.h2-tòs > θντός (αττ-ιων. θνητός)   , *g’hl.h3-ròs > χλωρός

Εδώ πρέπει να τονιστεί μια ιδιαιτερότητα. Στις τελευταίες τρεις περιπτώσεις το σύμπλεγμα συλλαβικού ένηχου-λαρυγγικού ΔΕΝ τονίζεται. Όταν το σύμπλεγμα τονίζεται στην ΠΙΕ τότει το αποτέλεσμα είναι η «πλειοφωνία» aRa, eRe, oRo:

*dhwn.h2′-tos > θάνατος   , *kemh2- > *km.h2′-tos > κάματος, αλλά polù-km.h2-tos > πολύκμᾱτος (αττ-ιων πολύκμητος).

ε) Το ΠΙΕ *s σε αρκτική (αρχική) προφωνηεντική και μεσοφωνηεντική θέση τράπηκε σε δασεία /h/. Στην Γραμμική Β η δασεία φαίνεται να διατηρείται σε όλες τις θέσεις (λ.χ. pa-we-a2 = /pharweha/ = φάρεα/φάρη. Αργότερα, χάθηκε σε μεσοφωνηεντική θέση και εν γένει διατηρήθηκε στην αρχή της λέξης.

*septm. > hεπτά ~ ἑπτά   ,  *dhesòs > *θεhός > θεός αλλά θέσ-φατος  ,  *h1su- > *ehu- > εὖ  ,  *sal- > hαλατ- ~ ἅλας

Όπως ανέφερα και λίγο πιο πάνω, οι επιγραφές της Γραμμικής Β μας έδωσαν τον πληθυντικό των ουδέτερων λέξων φᾶρος και σκέλος σαν pa-we-a2 και ke-re-a2 αντίστοιχα. Επειδή το συλλαβόγραμμα a2 σχεδόν σίγουρα έχει την φωνητική αξία του δασέος ἁ (/ha/ λ.χ. a2-te-ro = τερον ~ ἕτερον), οι παραπάνω πληθυντικοί αντιστοιχούν φωνητικά στις μορφές /pharweha/ και /skeleha/. Επειδή το θέμα των σιγμόληκτων ουδετέρων σε -ος είναι -εσ- (λ.χ. ὄρος > ὀρεσ-ί-βιος, ἄλγος > ἀλγεσ-ί-δωρος) φαίνεται ξεκάθαρα ότι το /h/ προήλθε από μεσοφωνηεντικό /s/. Ὀταν αργότερα η μεσοφωνηεντική δασεία εξαφανίστηκε, οι περισσότερες διάλεκτοι διατήρησαν την ασυναίρετη μορφή σκέλεα, ενώ στην αττική διάλεκτο προέκυψε η συναίρεση σκέλεα > σκέλη ~ ἔθνεα > ἔθνη. Αυτός είναι ο λόγος που εμείς μιλάμε για τα Ομηρικά Έπη, αλλά στα Ἐπη βρίσκουμε την φράση «ἔπεα πτερόεντα», το αττικό συνηρημένο ανάλογο του οποίου θα ήταν «ἔπη πτεροῦντα».

Παράδειγμα διττής εξέλιξης είναι η ρίζα *sem- «ένας». Στα παραδείγματα *sem-s > *hem-s ~ *hen-s > εἷς , *som- > hòmoios ~ ὅμοιος (ένα και το αυτό, πρβ. αγγλικό same και λατινικό similis) και *sm.-plowos > haplo(w)os ~ ἁπλοῦς η αρκτική δασεία διατηρήθηκε. Αντίθετα, στα παραδείγματα: *sm.-gwelbhew-os > ἀδελφεός ~ ἀδελφός («ομομήτριος», δελφύς) και *sm.-loghos > ἄλοχος (σύζυγος, «που μοιράζεται το ίδιο λέχος = κρεβάτι με τον άνδρα») και *sm.-koitis > ἄκοιτις (πάλι σύζυγος, «που κείται στο ίδιο κρεβάτι με τον άνδρα») από την ίδια ρίζα, η δασεία χάθηκε αρκετά νωρίς.

ζ) Τα συλλαβικά ένηχα ανέπτυξαν συνήθως το φωνήεν /a/ και ενίοτε το /o/. Δεν γνωρίζουμε μέχρι πότε διατηρήθηκε η προφορά των ένηχων συλλαβικών και αυτό γιατί, ενώ από τη μια φαίνεται να έχουμε φωνηεντοποιήσεις ήδη στην ΓραμμΒ (λ.χ. pe-mo = *sper-mn. > σπέρμο όπως τα μετέπειτα αρκαδικά *dek’m. > δέκο και *dek’m.tos > δέκοτος αντί για δέκα και δέκατος και a-mo-ta = /harmota/ = «τροχοί» και όχι ακόμα ἅρματα <*-mn.ta), από την άλλη, ένας από τους παλαιότερους στίχους της Ιλιάδας (η οποία γράφτηκε περί το 750 π.Χ. βασισμένη σε μια προφορική παράδοση τα πρωιμότερα στάδια της οποίας ανάγονται στα τέλη της δεύτερης χιλιετίας), σύμφωνα με τον Benjamin Fortson, διατηρεί την μετρική του ποσότητα μόνον εάν η λέξη ἀνδρότης διαβαστεί σαν ἀνρ.της (<*h2nr.-tᾱt-):

Fortson anr-

η) Τα ημιφωνικά *w (δίγαμμα) και *j (η ημιφωνική φωνητική αξία του «ι» στις λέξεις παιδιά και καινούριος ~ αγγλικ. yogurt) ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές. Το δίγαμμα διατηρήθηκε αυτούσιο σε όλη την 2η χιλιετία και μετά άρχισε να χάνεται πρώτα σε μεσοφωνηεντική θέση και εν τέλει και σε αρκτική θέση. Στην Αττικο-Ιωνική είχε ήδη χαθεί όταν αρχίζουν τα πρώτα παραδείγματα αλφαβητικής γραφής λίγο πριν από το 700 π.Χ.. Στις άλλες διαλέκτους το δίγαμμα επιβίωσε περισσότερο και σε ορισμένες έφτασε μέχρι και την ελληνιστική περίοδο όπου  συμβολίζεται με το γράμμα «β» που πλέον έχει την φωνημική αξία του εξακολουθητικού /v/ αντί για την κλασική αττική φωνητική αξία /b/. Έτσι η λέξη ἥλιος προέρχεται από την πρωτοελληνική *hᾱwelios (< PIE *sh2wel-) και στην Κρήτη προφερόταν μέχρι και την ελληνιστική περίοδο σαν αβέλιος.

Το ημιφωνικό *j από την άλλη έχει πιο πολύπλοκη εξέλιξη. Στην ΓραμμΒ ο φθόγγος διατηρείται λ.χ. η ομηρική γενική ἱεροῖο της λέξης ἱερός αποδίδεται σαν i-je-ro-jo (/hijerojo/). Αργότερα, χάθηκε σε μεσοφωνηεντική θέση και μετά από συναίρεση του -οο προέκυψε η γνωστή σε εμάς γενική σε -ου (ἱεροῦ). Στην αρκτική θέση το ημιφωνικό *j γίνεται ή /h/ (λ.χ. PIE *jos> hos ~ ὅς και PIE *jeh1kwr. > hēpar ~ ἧπαρ) ή προστριβόμενο (dz>zd η κλασική προφορά του «ζ» λ.χ. *jugòm > ζυγόν και *jeh3s-na > ζώνη).

θ) Οι νόμοι των Grassmann, Osthoff και Cowgill. O νόμος του Grassmann λέει ότι στην Ελληνική και Σανσκριτική γλώσσα (κατά πάσα πιθανότητα ανεξάρτητα η μία από την άλλη) όταν έχω δύο γειτονικούς δασείς φθόγγους ο ένας εκ των δύο χάνει την δασύτητά του. Έτσι, η ΙΕ ρίζα της λέξης τρίχα είναι *dhrigh– και έδωσε το πρωτο-ελληνικό θέμα *thrikh– (*θριχ-). Η αθέματη ονομαστική προσθέτει ένα τελικό /s/ μετά το /kh/ και είναι γνωστό ότι το /s/ προκαλεί αποδάσυνση του προκείμενου δασέος συμφώνου. Έτσι έχουμε την ονομαστική *thrikh-s> thrik-s = θρῖξ. Στην γενική όμως το /kh/ δεν είναι σε επαφή με το /s/ και διατηρεί την δασύτητά του. Το αποτέλεσμα είναι η γενική *thrikh-òs = *θριχός. Εδώ δρα ο νόμος του Grassmann και απαιτεί έναν από τους δύο δασείς φθόγγους να αποδασυνθεί. Το αποτέλεσμα είναι η γνωστή μας γενική trikh-òs = τριχός με αρχικό «τ» αντί για «θ». Για τον ίδιο λόγο έχουμε τις παθητικές μετοχές παρακειμένου πεφωτισμένος (< *φε-φωτισμένος), κεχαριτωμένος (<*χε-χαριτωμένος) και τεθλασμένος (< *θεθλασμένος) και ο Θεσσαλός στην Θεσσαλική διάλεκτο ήταν Πετθαλός, ενώ στην Βοιωτική Φετταλός. Η αρχική κοινή λέξη ήταν *kwhethjalos. Οι διάλεκτοι που έτρεψαν το -thj- σε σσ/ττ (Θεσσαλός, Θετταλός) δεν χρειάστηκε να εφαρμόσουν τον νόμο του Grassmann, αλλά οι διάλεκτοι που διπλασίασαν το /th/ πριν από το ημιφωνικό /j/ *-thj->-*thth- εφάρμοσαν μια φορά το νόμο του Grassmann για να αποδασύνουν τον πρώτο εκτων δύο /th/ σε /t/ (*-thth->tth) με αποτέλεσμα να έχουμε την μορφή *Φετθαλός (*Phetthalòs) και, αργότερα, μία δεύτερη φορά για να αποδασύνουν έναν από τους δύο δασείς φθόγγους της λέξης. Οι Θεσσαλοί αποδάσυναν το αρκτικό φ και προέκυψε το Πετθαλός, ενώ οι Βοιωτοί αποδάσυναν το θ και προέκυψε το Φετταλός. Ο νόμος τους Grassmann επηρέασε και την δασεία που προέκυψε από το αρκτικό /s/. Έτσι το ρήμα ἔχω προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *segh- η οποία στην πρωτο-ελληνική φάση έγινε *hekh-. O νόμος του Grassmann προκάλεσε την «ψίλωση» στο ρήμα *hekhō>ekhō = ἔχω, αλλά στο παράγωγο ουσιαστικό *hekh-tōr επειδή το /t/ προλαβε να αποδασύνει το «χ»σε «κ» η αρχική δασεία διατηρήθηκε και έχουμε hektōr = ἕκτωρ («αυτός που αμύνεται, «αντέχει», λ.χ. ὀχυρόν από την ίδια ρίζα). Ανάμεσα στους γλωσσολόγους υπάρχει η άποψη ότι ο νόμος του Grassmann δεν ανήκει στην πρωτο-ελληνική φάση, αλλά εφαρμόστηκε σχετικά αργά στην Ελληνική γλώσσα προς το τέλος της 2ης χιλιετίας, στα πρώιμα μεταμυκηναϊκά χρόνια.

Ο νόμος του Osthoff από την άλλη, είναι γενικός ΙΕ νόμος και λέει ότι όταν ένα μακρό φωνήεν βρίσκεται πριν από σύμπλεγμα συμφώνων εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα είναι ένηχο (n, m, l, r, w, j, s) βραχύνεται. Το κλασσικό παράδειγμα είναι το θεωνύμιο Ζεύς. Η αποκατεστημένη ΠΙΕ μορφή από την οποία κατάγεται είναι *djēw-s με μακρό ē. Επειδή όμως μετά από το μακρό φωνήεν υπάρχει σύμπλεγμα δύο ένηχων συμφώνων (-ws-) το  ē βραχύνθηκε σε e. Αντίστοιχα, η αρχική μορφή της λέξης βασιλεύς ήταν gwasilēw-s (ΓραμμΒ qa-si-re-u/pa-si-re-u). Στην ονομαστική το ē βρίσκεται πάλι πριν από σύμπλεγμα ένηχων συμφώνων οπότε έχουμε βράχυνση. Στην γενική όμως *gwasilēw-os το σύμπλεγμα διαλύεται και, κατά συνέπεια το μακρό σύμφωνο διατηρείται (λ.χ. Ομηρικό βασιλος). Στην αττικο-ιωνική διάλεκτο η ποσοτική μετάθεση έτρεψε την γενική βασιλῆος σε βασιλέως (λ.χ. λᾱwός > λᾱός > *ληός > λεώς ~ λεωφόρος). Ο νόμος του Osthoff απαντά ενίοτε σε διαλεκτικές μορφές της ιστορικής περιόδου. Έτσι στην Κρήτη το υποκοριστικό όνομα Πρωτεσίλαος απαντά και σαν Πορτεσίλας  (Πρωτ- > Πωρτ- > Πορτ-) επιγραφικά, ενώ στην Μακεδονία το όνομα της Εορδαίας (περιοχή γύρω από την λίμνη Βεγορίτιδα που οφείλει το όνομά της στο προ-μακεδονικό φύλο των Εορδών) ίσως να σχετίζεται με το πουλί ἐρωδιός (ἐρωδ->ἐωρδ- > ἐορδ-) μιας και το συγκεκριμένο πουλί αφθονεί στην συγκεκριμένη λίμνη.

Τέλος ο νόμος του Cowgill έδρασε αρκετά νωρίς στην ελληνική χωρίς όμως καθολική δράση. Αυτός ο νόμος λέει ότι ένα /o/ που βρίσκεται μεταξύ ένηχου (n,m,r,l,w,j,s) και χειλικού (b,p,ph,m,w, kw,gw,gwh) συμφώνου τρέπεται σε /u/. Tα κλασσικότερα παραδείγματα είναι η τροπή ὄνομα > ὄνυμα, η λέξη γυνή/γυναίκα (*gwonᾱ > gwunᾱ > γυνή αλλά στην Βοιωτική που το /ο/ έγινε /α/ λόγω αφομοίωσης έχουμε *gwonᾱ > gwanᾱ > βανά, βανῆκες), το φύλλον (*bholjom > phollon > φύλλον) και η λέξη λύκος. Η ΠΙΕ μορφή είναι *wl.kwos η οποία έδωσε την πρωτοελληνική μορφή *(w)lokwos και μετά από την δράση του νόμου του Cowgill έχουμε *lukwos και εν τέλει λύκος εξαιτίας του «νόμου του Βουκόλου» (‘Boukolos rule’). O τελευταίος λέει ότι όταν ένα χειλοϋπερωικό σύμφωνο βρίσκεται σε άμεση επαφή με /u/ χάνει την χειλικότητά του και γίνεται απλό υπερωικό (*kw>k, *gw>g, *kwh>kh) και οφείλει το όνομά του στο ότι η λέξη *gwoukwòlos >βουκόλος εφαρμόζει παραδειγματικά τον νόμο, ενώ τα αἴπολος και ἱπποπόλος έχουν *-kwòlos > -πόλος. Ο νόμος του Cowgill και ο νόμος «του Βουκόλου» συχνά συνεργάζονται στην παραγωγή λέξεων με χειλοϋπερωικά. Ο πρώτος παρέχει το /u/ που χρειάζεται ο δεύτερος και ο δεύτερος με τη σειρά του απλοποιεί το χειλοϋπερωικό σε ὐπερωικό: *gwona > gwuna > γυνή, (w)lokwos > lukwos > λύκος και *h3nogwh- > *onokwh- > *onukwh- > onukh– = ὄνυχ– (ὄνυξ / του ὄνυχος ~ «νύχι»).

3) Παράδειγμα γλωσσικής αλλαγής

Έγραψα πιο πάνω ότι η ομηρική φράση «ἔπεα πτερόεντα» στην κλασική Αθήνα του 400 π.Χ. θα προφερόταν ως «ἔπη πτεροῦντα». Ας δούμε τώρα πως ήταν η φράση αυτή τις διάφορες περιόδους πριν από την εποχή του Ομήρου.

α) Περί το 1000 π.Χ. όπου τα χειλοϋπερωικά και το δίγαμμα υπήρχαν ακόμα η φράση θα ήταν “wèkwea pteròwenta”.

β) Περί το 1400 π.Χ. όταν γράφονται η πινακίδες της ΓραμμΒ και η μεσοφωνηεντική δασεία υφίσταται ακόμα η φράση γίνεται:

“wèkweha pteròwenta”

γ) Περί το 2500 π.Χ. είμαστε στην φάση της ύστερης ΠΙΕ διαλέκτου που ετοιμάζεται να εξελιχθεί σε πρωτο-ελληνική γλώσσα. Το μεσοφωνηεντικό σίγμα υπάρχει ακόμα και δεν έχει τραπεί σε δασεία, ενώ τα λαρυγγικά ίσως δεν έχουν φωνηεντοποιηθεί πλήρως ακόμα. Η ομηρική φράση «ἔπεα πτερόεντα» στο στόμα ενός προ-πρωτο-Έλληνα θα ήταν “wèkwesh2 pteròwenth2“. Σε έναν Έλληνα της κλασικής περιόδου η προγονική αυτή μορφή της γλώσσας του θα φάνταζε οπωσδήποτε «βάρβαρη μη ελληνική και ακατάληπτη γλώσσα». Πόσοι νεοέλληνες άλλωστε εάν άκουγαν κάποιον Έλληνα της κλασικής περιόδου να λέει /tʰügatēr/ θα καταλάβαιναν ότι λέει «θυγάτηρ»;

11 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

11 responses to “Από την ΠΙΕ στην Ελληνική γλώσσα

  1. Λοιπόν Χρήστο, σύνεχίζω την απάντηση εδώ, έτσι για να γίνει η μετατόπιση.

    Λοιπόν, όταν εξετάζουμε τα ελληνικά ουσιαστικά σε -στήρ αμέσως χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

    1) Αυτά στα οποία το «σ» είναι «γνήσιο», δηλαδή ανάγεται σε ένα /s/ IE ρίζας λ.χ. *bheh2es- > φᾶος/φῶς > φαεσ-τήρ > φωστήρ.

    2) Αυτά στα οποία το «σ» προέκυψε από οδοντική ανομοίωση στα συμπλέγματα με δύο οδοντικά πάνω στο μορφηματικό σύνορο (-t-t-, -d-t- κλπ) λ.χ. ὑβρίδ-jω > ὑβρίζω και ὑβριδ-τήρ > ὑβριστήρ

    Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση γνωρίζουμε ότι πριν το «σ» υπήρχε ένας «μεταβατικός» προστριβόμενος φθόγγος (-tt- > -tst- > -st- , -dt- > -dzt- > -zt- > -st-).

    Εδώ εγώ βλέπω την ανάγκη απόκλισης από τον κανονικό τονισμό. Αν συνέχιζε ο κανονικός υστεροκινητικός τονισμός τότε θα προέκυπτε η γενική -tstròs/-dztròs με ένα πολύ δύσκολο στην προφορά υπερσύμπλεγμα.

    Το πρόβλημα λύθηκε με την υιοθέτηση ακροστατικού τονισμού:

    -tstèros/-dztèros που οδήγησε στις γενικές -στῆρος/-στέρος που εν τέλει γενικεύθηκαν αναλογικά σε όλα τα -στηρ ανεξαρτήτως καταγωγής τους.

    • Χρήστος

      Καταρχάς χάρηκα που διαβάζοντας το άρθρο σου έλυσα ήδη καναδυό απορίες.. Μια ερώτηση που θα σου έκανα θα ήταν γιατί ο ιππεύς έχει βραχύ /ε/ αντί για μακρό. Νόμος Osthoff λοιπόν. Η άλλη που θα έκανα, γιατί η γενική του βασιλεύς δεν είναι βασιλήος όπως όπως έβγαζα σύμφωνα με το υπόδειγμα του Beekes , αλλά βασιλέως. Ποσοτική μετάθεση.
      Καταρχήν θέλω να πω ότι είμαι μηχανολόγος μηχανικός, που μ’ άρεσε η αυστηρότητα των μαθηματικών και της φυσικής και που στο σχολείο στα αρχαία είχα 9 (στα 20). Πρόσφατα άρχισα να διαβάζω γλωσσολογία γιατί με γοήτευσε η αυστηρότητα της ως επιστήμης, την οποία είχα βρει μόνο στα μαθηματικά στο παρελθόν.
      Εκτός από τα βιβλία, ψάχνοντας στο Internet πέφτει κανείς σ’ έναν τεράστιο εθνικιστικό σκουπιδότοπο. Και βρήκα το site σου που είναι πολύ καλό και ως προς το εθνοϊστορικό υλικό αλλά και για την μεθοδολογία που εκθέτεις ένα θέμα. Το τεκμηριώνεις στο παραμικρό του στοιχείο.
      Στο θέμα τώρα. Ο Beekes αναφέρει 3 τύπους κλίσεων. Την υστεροδυναμική (την ανέφερες και συ) όπου ο τόνος(δύναμις) είναι προς το τέλος, την προτεροδυναμική (προς την αρχή) και την στατική (πάντα στην πλήρη βαθμίδα με τον τόνοστη ρίζα (πχ meh2tr).
      Η υστεροδυναμική είναι της μορφής:
      ονομ. ē/ōR
      αιτ. e/oR-m
      γεν. R-os (όπου R το σύμφωνο του επιθήματος)
      η οποία έχει 4 παραλλαγές. Η περίπτωση των θεμάτων σε r είναι η παραλλαγή 1 που είναι:
      ονομ. ΣΣ-ēR
      αιτ. ΣΣ-eR-m
      γεν. ΣΣ-R-os

      άρα ο ανήρ κλίνεται
      ονομ. h2nēr > ανήρ
      αιτ. h2neR-m> ανέρα
      γεν. h2nR-os > ανρός

      Τα συγκοπτόμενα που λέει η γραμματική. Η κανονική κλίση λοιπόν είναι ανρός (και μετά μπαίνει το δ) και όχι ανερός>ανρός όπως έγραψες στο προηγούμενο. Το ίδιο κλίνεται και το ph2tēr dhugh2tēr.
      Πήγα λοιπόν να το κλίων σύμφωνα με το υπόδειγμα. Και στην γενική μου δίνει αστρός και όχι αστέρος. Θυμήθηκα όμως το Άστρος Κυνουρίας (μήπως είναι παλαιός τύπος γενικής).
      Η εξήγησή σου με το s δεν επαρκεί νομίζω, γιατί δεν είναι μόνο αυτά που τελειώνουν σε -στήρ αλλά και τα αθήρ (αθέρος), αήρ, αιθήρ, κλητήρ, ρήτωρ κλπ. Ενώ από την άλλη η γαστήρ που έχει s κλίνεται κανονικά στην γενική (γαστρός).
      Επίσης δεν είναι μόνο στα θέματα σε r αλλά και στα υπόλοιπα. Πχ σε n
      Ποιμήν -ποιμένος αντί για ποιμνός. Και το σύμπλεγμα μν προφέρεται στην ελληνική. Άλλωστε συναντάται και στην ίδια λέξη – ποίμνιο !!
      Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα λοιπόν. Γιατί στην γενική ενώ πρέπει να είναι στην μηδενική βαθμίδα προστίθεται το φωνήεν.
      Είναι μήπως από αναλογική επίδραση από την αιτιατική? Αποδεικνύεται?

      • Τα συγκοπτόμενα που λέει η γραμματική. Η κανονική κλίση λοιπόν είναι ανρός (και μετά μπαίνει το δ) και όχι ανερός>ανρός όπως έγραψες στο προηγούμενο. Το ίδιο κλίνεται και το ph2tēr dhugh2tēr.

        Ναι βρε εσύ. Έγραψα την τροπή ανερός > ανρός για να δείξω την μετάβαση από τον πλήρη στον μηδενικό βαθμό.


        Πήγα λοιπόν να το κλίων σύμφωνα με το υπόδειγμα. Και στην γενική μου δίνει αστρός και όχι αστέρος. Θυμήθηκα όμως το Άστρος Κυνουρίας (μήπως είναι παλαιός τύπος γενικής).
        Η εξήγησή σου με το s δεν επαρκεί νομίζω, γιατί δεν είναι μόνο αυτά που τελειώνουν σε -στήρ αλλά και τα αθήρ (αθέρος), αήρ, αιθήρ, κλητήρ, ρήτωρ κλπ. Ενώ από την άλλη η γαστήρ που έχει s κλίνεται κανονικά στην γενική (γαστρός).

        Δίκαιο έχεις εδώ, τότε την παίρνω πίσω την πρόταση με το «σ».


        Επίσης δεν είναι μόνο στα θέματα σε r αλλά και στα υπόλοιπα. Πχ σε n
        Ποιμήν -ποιμένος αντί για ποιμνός. Και το σύμπλεγμα μν προφέρεται στην ελληνική. Άλλωστε συναντάται και στην ίδια λέξη – ποίμνιο !!

        Καλά, το ποιμήν > ποιμένος είναι κανονικό γι΄αυτήν την κατηγορία (λ.χ. ὁ ἀδήν/τοῦ ἀδένος, ο λιμήν/τοῦ λιμένος κλπ.)


        Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα λοιπόν. Γιατί στην γενική ενώ πρέπει να είναι στην μηδενική βαθμίδα προστίθεται το φωνήεν.
        Είναι μήπως από αναλογική επίδραση από την αιτιατική? Αποδεικνύεται?

        Μπορεί κάλλιστα να είναι αυτό που λες. Επίδραση από την αιτιατική. Δεν βλέπω κάτι κακό σ΄αυτήν την πρόταση.Βέβαια αν το δεκτούμε θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί τα «ομαλά» πατήρ/πατρός/πατέρα αντιστάθηκαν σε αυτή την επίδραση.

      • Λοιπόν Χρήστο, ρίξε αν θέλεις και μια ματιά στην κλίση των λιθουανικών ονομάτων.

        Η πέμπτη κατηγορία (V) των ουσιαστικών σε -uo που αντιστοιχεί στην ελληνική -ων (λ.χ. ηγεμών, -on-s) στις πλάγιες πτώσεις χρησιμοποιεί τον ε-βαθμό -en- και έχει γενική ενικού σε -en-s.

        vanduõ/vandeñs
        akmuõ/akmeñs
        skaitmuõ/skaitmeñs
        sesuõ/seser̃s
        duktė̃/dukter̃s

        Σε αυτήν την κατηγορία όμως ανήκουν και τα αθεματικά ρ-ληκτα σε *-er- (τα δύο τελευταία) που σχηματίζουν γενική σε -er̃s.

        Ένα από αυτά είναι το *dhugh2-ter-> duktė̃ «θυγάτηρ» με γενική dukter̃s που δεν ακολουθεί την αναδομημένη ΠΙΕ γενική *dhugh2très (λ.χ. θυγατρός), αλλά αντιστοιχεί στο «ανώμαλο» ελληνικό «θυγατέρος».

        Δεν μπορώ να καταλάβω στο Perseus αν η γενική «θυγατέρος» που αναφέρει έχει απαντηθεί ή όχι.

    • Χρήστος

      Το δεύτερο ερώτημα είναι για το χιόνι. Ο Beekes το κλίνει στην ΠΙΕ και δίπλα στην αρχ. ελλ.
      ον. ghei-ōm > χιών
      αιτ. ghiem-m > χιόνα
      γεν.ghim-os > χιόνος
      είναι σύμφωνα με την παραλλαγή 2
      ονομ. ΣeΣ-ōR
      αιτ. ΣΣ-eR-m
      γεν. ΣΣ-R-os
      δηλαδή έχει φωνήεν μεταξύ των συμφώνων στην ον. και e αντί για o στην αιτ.
      Τα ερωτήματα είναι:Που πάει το e μεταξύ των συμφώνων στην ον. ?
      Στην αιτ. γιατί το e μας δίνει o?
      Και το ίδιο ερώτημα με πριν. Πάλι εμφανίζεται o ενώ δεν υπάρχει στην ΠΙΕ.

      Και το τρίτο ερώτημα είναι η αυγή.
      ον. h2eus-ōs > ηώς
      αιτ. h2us-os-m > ηόα> ηώ
      γεν.h2us-s-os > ηόος > ηούς σύμφωνα με την παραλλαγή 2 κι αυτό.

      Εδώ μπορώ να δω τον νόμο που λέει ότι το /ā/ τρέπεται σε /ē/=η στην αττικοϊωνική. Το ā όμως πως το παίρνουμε? Ο Beekes λέει ότι h2e>a (όχι μακρό). Μακρό μας δίνει το eh2Σ>āΣ. Εδώ όμως έχουμε h2eΣ. Οπότε τι παίρνουμε? Είναι ίδιο με το eh2Σ? Κι ύστερα δεν καταλαβαίνω τι γίνεται στην γεν. και μας δίνει δύο ο. Αφού τα s δεν είναι μεσοφωνηεντικά, γιατί φεύγουν?

      Τώρα διάβασα στο πρώτο σχόλιο σου ότι μιλάς ότι το ξυστήρ ανήκει στην στατική κλίση. Αυτή η κατηγορία ήταν η επόμενη ερώτηση μου. Πχ κλητήρ, κλητήρος, κλητήρα. Μονόθεμα τα λέει η γραμματική.
      Πως είναι αυτή η κλίση? Ο Beekes έχει πολύ λίγα για την στατική.

      • Και το τρίτο ερώτημα είναι η αυγή.
        ον. h2eus-ōs > ηώς
        αιτ. h2us-os-m > ηόα> ηώ
        γεν.h2us-s-os > ηόος > ηούς σύμφωνα με την παραλλαγή 2 κι αυτό.

        Εδώ μπορώ να δω τον νόμο που λέει ότι το /ā/ τρέπεται σε /ē/=η στην αττικοϊωνική. Το ā όμως πως το παίρνουμε? Ο Beekes λέει ότι h2e>a (όχι μακρό)

        Εδώ είναι εύκολη η απάντηση. Το ΙΕ *h2ewsōs έδωσε το πρωτοελληνικό *awhōs που μετά την πρώτη αναπληρωματική έκταση (ΑΕ1) έγινε awh- > āw-.

        H αιολική διάλεκτος που δεν συμμετείχε στην ΑΕ1 έχει βραχύ «α», γιατί awh-> aww- > αὖως.

        Το ίδιο συνέβη στο *naswos > νᾱός (αττ-ιων. *νηός > νεώς). Η αιολική έχει βραχύ /α/ και /υ/ (ναῦος).

        Για το «χιών» θα πρέπει να το ψάξω περισσότερο για να σου πω.

      • Μέχρι να βρω κάτι για το «χιών» ρίξε μια ματιά αν θέλεις και στο *k’wōn = «σκύλος» που εμφανίζει ορισμένες ανωμαλίες στην κλίση λίγο πολύ σε όλες τις γλώσσες.

        Λ.χ. υπάρχει μια εναλλαγή μεταξύ των θεμάτων *k’w- και *kun-. H ελληνική ονομαστική θα έπρεπε να ήταν **πών (λ.χ. *h1ek’wos > ἵππος), αλλά το δίγαμμα φωνηεντοποιήθηκε πλήρως σε «υ» και προέκυψε το ὁ κύων/τοῦ κυνός/οἱ κύνες.

        Το «υ» των πλάγιων πτώσεων όμως δεν προέρχεται από το δίγαμμα, αλλά από το αναδομημένο «ο» που υπέστη τον νόμο του Cowgill ευρισκόμενο μεταξύ χειλικού και ένηχου (*k’won- > kwon- > kwun- > kun-).
        To «υ» της ονομαστικής ενικού όμως δεν μπορεί να κατάγεται από κάποιο «ο», άρα η μόνη λύση είναι η ανώμαλη φωνηεντοποίηση του δίγαμμα.

  2. Χρήστος

    Κατ’αρχάς σ’ ευχαριστώ που ασχολείσαι και με βοηθάς. Για το πρώτο ερώτημα τώρα. Αναφέρομαι στην υστεροδυναμική κλίση της ΠΙΕ όπου σύμφωνα με τον Beekes η γενική είναι πάντα στον μηδενικό βαθμό. Με βάση αυτό προσπάθησα να συνάγω όλες της κατηγορίες της ελληνικής. Ο ποιμήν-ποιμένος λοιπόν είναι κανονικό για την κατηγορία της ελληνικής αλλά όχι βάσει της ΠΙΕ. Στα παραδείγματα του Beekes και στις υπόλοιπες γλώσσες εκτός της ελληνικής, όπως και το λιθ. dukters την γενική την γράφει με φωνήεων. Όμως την συνάγει πάντα από μηδενική βαθμίδα της ΠΙΕ. Δηλαδή γράφει πχ το δόντι στην γεν. στην ΠΙΕ h3d-nt-os και στην ελληνική οδόντος. Άρα κάτι έγινε και άλλαξε από την ΠΙΕ στις νέες γλώσσες. Όμως πολλές φορές η μηδενική βαθμίδα έχει παραμείνει. Όπως το γεν. ΠΙΕ nep-t-os αλλά λατ. nepotis (με ο δηλαδή) αλλά στην ελληνική ανεψιός (aneptios μηδενική βαθμίδα δηλ.) Ή το μήλο στα ρωσ. jabloko (ΠΙΕ h2b-l-os) μηδενική. Ή γεν. ΠΙΕ ghi-m-os και αβ. zimo αλλά λατ. hiem-is.
    Τα λιθουανικά που μου έδειξες βρήκα ότι η πρώτη κατηγορία είναι σε o κι όχι συμφωνόληκτα οπότε κλίνονται διαφορετικά από το υπόδειγμα αυτό γιατί δεν έχουν μεταπτώσεις. Και οι κατηγορίες 2,4,5 έχουν προτεροδυναμικό τόνο. Οπότε είναι κάτι άλλο.
    Οπότε έθεσες πολύ ωραία το ερώτημα. Αν οφείλεται η αλλαγή αυτή της γενικής στις περισσότερες λέξεις και γλώσσες τότε γιατί κάποιες αντιστάθηκαν??

    • Οπότε έθεσες πολύ ωραία το ερώτημα. Αν οφείλεται η αλλαγή αυτή της γενικής στις περισσότερες λέξεις και γλώσσες τότε γιατί κάποιες αντιστάθηκαν??

      Προς στιγμήν δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Ελπίζω να μου κατέβει κάτι στο μέλλον.

  3. Χρήστος

    Για το ηώς απόλυτα κατανοητό. Ευχαριστώ. Το ήξερα αλλά δεν είμαι εξοικοιωμένος να το βλέπω εύκολα. Γι’αυτό ρωτάω γιατί έτσι μένουν. Τώρα το χω.
    Για το kwōn είσαι μπροστά!!! Ήταν επόμενη ερώτηση που θα έκανα. Όχι για την γενική όμως. Στα ελληνικά εμφανίζεται σαν ανώμαλο αλλά είναι απολύτως κανονικό σύμφωνα με τον μηδενικό βαθμό της γεν. kw-n-os>κυνός. Οπότε μου έλυσες την απορία με τον νόμο του Cowgill για την αιτιατική γιατί έχει υ αντί για ο.
    Άρα έχουμε
    ον. kwōn > κυων
    αιτ. kw-on-m > κύνα (Cowgill)\
    γεν. kw-n-os > κυνός
    Το ότι δεν είναι πων οφείλεται ασφαλώς σε αναλογική επίδραση. Διότι δεν μπορεί σε μια πτώση το kw να γίνεται π και στην άλλη κ . Φαντάσου πως θα ήταν ο ιππεύς. Θα ήταν ιτ τ εύς !! αφού kw πριν από ε μας δίνει τ.
    Τέλος πάντων μου έλυσες δύο ακόμα απορίες. Εκτός του ότι από την συζήτηση αυτή ωριμάζουν πολλά πράγματα ακόμα. Ευχαριστώ

    • Εγώ σ΄ευχαριστώ. Ξέρεις το ΠΙΕ τονικό σύστημα το είχα περάσει στα γρήγορα. Τώρα μου έδωσες αφορμή να το ξαναδώ καλύτερα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s