Οι Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες #2: μερικά αρίγνωτα παραδείγματα κοινών ριζών

(συνέχεια από το μέρος #1)

Χρησιμοποίησα στον τίτλο το ομηρικό επίθετο «ἀρίγνωτος» (= εύκολα αναγνωρίσιμος, ευδιάκριτος) για τα παραδείγματα που θα χρησιμοποιήσω, από τα οποία πιστεύω ότι ακόμα και ο αμύητος στην γλωσσολογία θα καταλάβει την φυλογενετική συγγένεια των ΙΕ γλωσσών μέσα από την κοινή χρήση κοινών ριζών για όμοιες και παρεμφερείς σημασίες.

1) ΙΕ άρνηση και στερητικά σύνθετα

Ως γνωστόν το «όχι» στα Αγγλικά και στα Ιταλικά είναι no, στις διάφορες Σλαβικές γλώσσες ne, στα Γερμανικά nein κοκ. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να συνειδητοποιήσει κάποιος ότι υπάρχει ένα κοινώς κληρονομημένο βασικό ΙΕ αρνητικό μόριο *ne που κρύβεται πίσω από τις παραπάνω λέξεις. Πριν προχωρήσω παρακάτω, πρέπει να πω δυο λόγια για το ΙΕ ablaut. To ablaut είναι η διαδικασία με την οποία η ΙΕ συλλαβή μπορεί να πάρει διάφορες επιτρεπτές μορφές ακριβώς όπως το ηλεκτρονίο ενός ατόμου μπορεί να μεταπέσει από ένα επιτρεπτό τροχιακό σε άλλο. Το βασικό φωνήεν με το οποίο σχηματίζεται η ΙΕ συλλαβή είναι το /e/. Αυτή η μορφή στην γλώσσα του ablaut λέγεται «e βαθμός» (e grade). Οι «επιτρεπτές μεταπτώσεις» του βασικού φωνήεντος είναι οι παρακάτω: Υπάρχει ένας «o βαθμός» (o grade),  όπου το /e/ γίνεται /o/, υπάρχει ένας «μηδενικός βαθμός» (zero grade)  όπου το /e/ εξαφανίζεται και εάν στην άμεση γειτονιά του υπάρχει ένηχο σύμφωνο (m,n,l,r,w,j) αυτό φωνηεντοποιείται σε ένηχο συλλαβικό και, τέλος, υπάρχουν και δύο «μακροί βαθμοί» (long e grade, long o grade) που εμφανίζουν μακρό φωνήεν αντί του βραχέος. Στην γλωσσολογική ορολογία τα μακρά φωνήεντα συμβολίζονται ή με μια παύλα από πάνω ή με άνω κάτω τελεία από δεξιά (λ.χ. /ē/~/e:/).

Στην πραγματικότητα όλοι σας χρησιμοποιείτε το ΙΕ ablaut καθημερινά χωρίς να το συνειδητοποιείτε. Έτσι όταν χρησιμοποιείτε τα ουσιαστικά τροπή, ροπή, αντοχή, ροή, υπομονή, υδροχόος που προκύπτουν από τα ρήματα τρέπω, ρέπω, αντέχω, ρέω, υπομένω, χέω στην πραγματικότητα χρησιμοποιείτε τον ο-βαθμό της ρίζας. Η ρίζα του ρήματος λείπω μεταπίπτει στον ο-βαθμό στο επίθετο υπόλοιπος, αλλά στον μηδενικό βαθμό στο επίθετο εν-λιπής > ελλιπής. Τον μηδενικό βαθμό της ρίζας του ρήματος φεύγω τον χρησιμοποιούμε στον αόριστο έφυγα και στο ουσιαστικό φυγή. Η αθεματική αρχαία ονομαστική πατήρ (/patēr/) έχει την δεύτερη συλλαβή στον μακρό  ē βαθμό, η “θεματική” νεοελληνική ονομαστική πατέρας (στην πραγματικότητα προϊόν της αρχαίας αιτιατικής πατέρα, όπως το ιταλικό notte προέρχεται από την λατινική αιτιατική noctem και όχι απευθείας από την λατινική αθεματική ονομαστική nox) είναι στον e-βαθμό, ενώ η αρχαία γενική τοῦ πατρός είναι στον μηδενικό βαθμό. Η λέξη ἀπάτωρ = «χωρίς πατέρα» έχει τον μακρό ō βαθμό στην ονομαστική, αλλά τον ο-βαθμό στην γενική τοῦ ἀπάτορος και στην αιτιατική τὸν ἀπάτορα.

Ο λόγος των παραπάνω μεταπτώσεων είναι απλός. Όταν το επίθημα *ter- τονίζεται παραμένει στον e-βαθμό, ενώ όταν δεν τονίζεται μεταπίπτει στον ο-βαθμό *tor- (λ.χ. ἀμύντωρ αλλά ἀμυντήρ, δώτωρ αλλά δωτήρ). Οι μακροί βαθμοί της ονομαστικής είναι αποτέλεσμα της δράσης του νόμου του Szemerènyi. Η αρχική αθεματική ονομαστική των λέξεων πατήρ και ἀδήν στην μητρική ΠΙΕ γλώσσα ήταν κάποτε *ph2ter-s και *n.gwen-s με κανονικό /s/ όπως στο κόρακς ~ κόραξ, τοῦ κόρακ-ος. Αυτό το τελικό *s μαζί με έναν άλλο τελικό ένηχο δείκτη *h2 (λαρυγγικός φθόγγος) όταν έμπαινε μετά από τα ένηχα *n,r, νωρίς στην μητρική ΠΙΕ γλώσσα χάθηκε προκαλώντας αναπληρωματική έκταση στο προκείμενο φωνήεν. Έτσι οι πρωτο-ονομαστικές *ph2ter-s και *n.gwen-s έγιναν *ph2tēr και *n.gwēn αντίστοιχα. Οι πλάγιες πτώσεις, όπου δεν υπήρχε το τελικό σίγμα της ονομαστικής, διατήρησαν τον παλαιό e-βαθμό και γι΄αυτό έχουμε την γενική «τοῦ ἀδένος» και την αιτιατική «τὸν ἀδένα». Στην περίπτωση του «πατήρ» ο e-βαθμός διατηρήθηκε στην αιτιατική «τὸν πατέρα», αλλά η γενική *«τοῦ πατερός» με τον καιρό μετέπεσε στον μηδενικό βαθμό «τοῦ πατρός», αλλά ο ε-βαθμός φαίνεται στο παράδειγμα ὁ ἀστήρ > τοῦ ἀστέρος, επειδή ο τόνος δεν προχώρησε στην τελική συλλαβή της γενικής.

Αλλά ας επανέλθουμε στο βασικό αρνητικό ΙΕ μόριο *ne-. Ο μηδενικός του βαθμός είναι /*n./ και χρησιμοποιώ την συνοδευτική τελεία για να δηλώσω ότι είναι συλλαβικό ένηχο (syllabic resonant). Στην γλωσσολογική ορολογία ο συμβολισμός για τα συλλαβικά ένηχα είναι μια «μπαλίτσα» κάτω από το ένηχο (λ.χ. n̥ ) αλλά, για λόγους ευχρηστίας, εδώ θα το συμβολίζω με μια συνοδευτική τελεία. Τα συλλαβικά ένηχα δρουν σαν φωνηεντικοί πυρήνες (για να το καταλάβετε ακούστε έναν Σερβο-Κροάτη να προφέρει το όνομα Tvrtko = /tvr.tko/) και στις θυγατρικές γλώσσες συνήθως αναπτύσσουν ένα πρόσθετο φωνήεν, το οποίο είναι χαρακτηριστικό για κάθε γλώσσα. Στην περίπτωση της Ελληνικής, το «αναπτυκτικό» αυτό φωνήεν που συνοδεύει όλα τα συλλαβικά ένηχα (*n. , *m. , *l. , *r. ) είναι συνήθως /a/ και, πιο σπάνια, /ο/ (κυρίως σε χειλικό περιβάλλον). Στην περίπτωση της Λατινικής, το αναπτυκτικό φωνήεν για τα συλλαβικά ένηχα είναι e/i για τα *n. , *m. και o (που αργότερα στη γλώσσα μπορεί να τραπεί σε u) για τα *l. , *r. . Στην περίπτωση της Αγγλικής (και σε όλον τον γερμανικό κλάδο) το αναπτυκτικό φωνήεν είναι πάντα u (που στην Αγγλική μπορεί δευτερογενώς να τραπεί σε /o/).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο μηδενικός βαθμός του αρνητικού ΙΕ *n.- στην Eλληνική αναμένεται να είναι a(n)-, στη Λατινική in-/en- και στην Αγγλική un-. Όπως κάποιοι ήδη καταλάβατε, αυτά δεν είναι παρά τα γνωστά μας στερητικά μόρια των παραπάνω γλωσσών. Στην Ελληνική έχουμε το στερητικό α(ν)- (λ.χ. θραυστος, τακτος, ἄνανδρος, ανορθόδοξος κλπ), στην Λατινική το στερητικό in– (invisibilis = «αόρατος», infertilis = «στείρος, άγονος», ignōtus < in-gnōtus = «άγνωστος», immortalis < in-mortalis = «αθάνατος» κλπ) και, τέλος, στην Αγγλική το στερητικό un– (unhealthy = «ανθυγιεινός», unbreakable = «άθραυστος», unspeakable = «ανείπωτος» κλπ).

Εδώ δεν πρέπει να μπερδευτούμε από τον λόγιο δανεισμό που συνέβη στην Αγγλική γλώσσα. Το ελληνικό και λατινικό στερητικό έχουν εισέλθει στην Αγγλική σαν δάνεια που χρησιμοποιούνται στην λόγια ορολογία. Έτσι το αγγλικό adimentional = «αδιάστατος» έχει ελληνικό στερητικό «α-» κολλημένο στο λατινικό δάνειο dimentionalis = «διαστατικός», ενώ η αγγλική λέξη invisible = «αόρατος» είναι λατινικό δάνειο στη γλώσσα (λατ. invisibilis του οποίου το πλησιέστερο «γνήσιο» αγγλικό ανάλογο είναι το unseen).

Το λατινικό immortalis που αναφέρθηκε παραπάνω περιέχει την ρίζα *mer- «πεθαίνω» (λ.χ. ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα θεωρείται ὠκύ-μορος = «αυτός που θα πεθάνει γρήγορα/νωρίς»). Η ρίζα αυτή έχει δώσει τα παράγωγα *mr.-tos και *mr.-t-wos με σημασίες που κυμαίνονται από «θνητός» ως «πεθαμένος»: ελληνικό (μ)βροτός, σανσκριτικό mr.tà, λατινικό mortuus, παλαιοσλαβωνικό mrĭtvŭ κλπ.

Το στερητικό παράγωγο *n.-mr.-tos «αθάνατος» εμφανίζεται στο ελληνικό ἄμβροτος, ενώ το παράγωγο *n.-mr.-t-ieh2 > ἀμβροσία = «αθανασία» έχει το ακριβές ανάλογό του στο σανσκριτικό *n.-mr.-teh2 > amr.ta = «αθανασία». Και στις δύο γλωσσικές κοινότητες, η κοινή λέξη για την «αθανασία» (ἀμβροσία ~ amr.ta) είναι η τροφή/ποτό των θεών που τους προσδίδει και συντηρεί την αθανασία τους.

Πολλές φορές, αντί για το μηδενικό βαθμό *n. οι ΙΕ γλώσσες χρησιμοποιούν τον πλήρη e-βαθμό *ne- ή και τον μακρό βαθμό *nē- για την κατασκευή συνθετικών στερητικών και αντιθέτων. Στα Λατινικά η λέξη «ανάγκη» είναι necessitas. H λέξη προέκυψε από την προσθήκη του αρνητικού *ne- στο θέμα του ρήματος cedere = «παραχωρώ, αφήνω, εγκαταλείπω». Με άλλα λόγια, η «ανάγκη» για τους Λατίνους ήταν το “sine qua non“/«οὔκ ἄνευ», δηλαδή «αυτό που δεν μπορείς να παραχωρήσεις/αποχωριστείς». Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι και η ελληνική λέξη ἀνάγκη ίσως έχει την ίδια ετυμολογία αν δεκτούμε ότι περιέχει 2 φορές το στερητικό α(ν): *n.-n.-ka > an-an-ka > ανάγκη, δηλαδή το «οὔκ ἄνευ». Εν πάση περιπτώσει, ας επανέλθουμε στη συζήτηση.

Παράδειγμα χρήσης του μακρού βαθμού *nē- βρίσκουμε στο ομηρικό επίθετο νη-κερδής = «ανωφελής, άσκοπος, δίχως κέρδος», όπως και στο ησιοδικό επίθετο νή-κερως = «ακέρατος, δίχως κέρατα».

Περισσότερα για τα ΙΕ στερητικά σύνθετα σε *ne-/*n.- θα βρείτε εδώ.

Έχετε πλέον τις βασικές γνώσεις για να καταλάβετε το κερασάκι της τούρτας στο θέμα των ΙΕ στερητικών. Υπάρχει μια ΙΕ ρηματική ρίζα *h3lem– με τη σημασία «σπάω». Το h3 είναι ένας από τους τρεις λαρυγγικούς φθόγγους (*h1,*h2,*h3) της ΠΙΕ. Στις περισσότερες θυγατρικές γλώσσες, οι φθόγγοι αυτοί χάθηκαν συνήθως χωρίς να αφήσουν ίχνος. Στην ελληνική γλώσσα, αντίθετα, τα λαρυγγικά όχι μόνο διατηρήθηκαν φωνηεντοποιημένα σε αρχική θέση, αλλά το κάθε λαρυγγικό τράπηκε σε ξεχωριστό φωνήεν, μία ιδιότητα που ο ινδοευρωπαϊστής James Clackson ονόμασε “Greek triple reflex” (*h1>e, *h2>a, *h3>o). Από τα παραπάνω καταλαβαίνετε ότι η ρίζα *h3lem- για την πλειοψηφία των ΙΕ γλωσσών ήταν ισοδύναμη με την *lem- αφού το λαρυγγικό χάθηκε. Πράγματι, η εν λόγω ρίζα έχει δώσει στα αγγλικά την λέξη lame = «κουτσός» (αρχικά «με σπασμένο πόδι»), ενώ στις σλαβικές γλώσσες έχει δώσει το βασικό ρήμα για «σπάω» lomiti και το ουσιαστικό lompre-lom για το «σπάσιμο, καταγμα».

Στην Ελληνική, η μόνη λέξη που περιέχει την εν λόγω ρίζα είναι το επίθετο νωλεμής = «συνεχής, αδιάκοπος, ακατάπαυστος» και το ομηρικό επίρρημα νωλεμέως = «αδιάκοπα, ακατάπαυστα». Καταλαβαίνετε αμέσως ότι πρόκειται για στερητικό σύνθετο του τύπου *n.-ολεμ- (λ.χ. νώνυμνος = ανώνυμος), του οποίου το /ο/ δεν είναι παρά το φωνηεντοποιημένο λαρυγγικό *h3 της αποκατεστημένης ΠΙΕ ρίζας *h3lem- την οποία αναλύουν οι Mallory & Adams στη σελίδα 377 του βιβλίου τους “The Oxford Introduction to PIE and the PIE world” (OUP,2008):

h3lem

Ονόμασα το σύνθετο στερητικό της ρίζας *h3lem- «κερασάκι της τούρτας», γιατί ο «άθραυστος»  στα σερβο-κροατικά λέγεται nelomljiv !!! Όταν βάζεις δίπλα δίπλα το ελληνικό νωλεμής = «ακατάπαυστος, αδιάκοπος» και το σρβ-κρ. nelomljiv = «άθραυστος» καταλαβαίνεις τι θα πει γλωσσική φυλογενετική συγγένεια. Και οι δύο γλώσσες χρησιμοποίησαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη τα ίδια δομικά στοιχεία που κληρονόμησαν από τον ΠΙΕ κοινό τους πρόγονο (αρνητικό μόριο *ne-/*n.- και ρίζα *h3lem- «σπάω») για να κατασκευάσουν στερητικές σύνθετες λέξεις με παρεμφερή («χωρίς σπάσιμο/διακοπή» έναντι «αδύνατον να σπάσει»), αλλά όχι εντελώς όμοια σημασία!

2) Σύνθετες λέξεις τύπου Caland

Ο Ολλανδός ινδοευρωπαϊστής Willem Caland παρατήρησε ότι οι ΙΕ γλώσσες έχουν έναν κοινό τρόπο για την παραγωγή πολλών σύνθετων λέξεων. Τα μορφήματα που πρέπει να συζευχθούν συνδέονται μεταξύ τους με ένα *-i-. Αυτό το *-i- πλέον ονομάζεται «Συζευκτικό -i- του Caland».

Ο Όμηρος ονομάζει την μάχη κυδιάνειρα = «που δίνει κύδος = κλέος στους άνδρες». Ένα από το επίθετα του Δία είναι το τερπικέραυνος = « που τέρπεται= ευχαριστιέται να ρίχνει κεραυνούς». Το όνομα Κλεισθένης (< *Klew-i-sthenēs) εμφανίζει ένα συζευκτικό -i- ανάμεσα στο «κομμένο» θέμα *klew- της λέξης κλέ(w)ος όπως ακριβώς το κῦδος στο κυδιάνειρα. Άλλες φορές, το -i- προστίθεται στο πλήρες θέμα των ουδετέρων σε -ος. Έτσι ο ἀλγεσ-ί-δωρος είναι αυτός που «δωρίζει»/φέρνει ἄλγος, ο ἐγχεσ-ί-μωρος είναι αυτός που είναι τρανός (ΠΙΕ *moh1ros) με το έγχος = δόρυ, ενώ ο τσαλαπετεινός ονομάζεται μᾱκεσ-ί-κρανος εξαιτίας του μακρού (μᾶκος = μη Αττικο-Ιωνική μορφή που αντιστοιχεί στο αττικο-ιωνικό μῆκος) του τσουλουφιού. Το όνομα Καστ-ι-άνειρα είναι άλλη εκδοχή του ονόματος Κασσάνδρα. Τέλος, όλοι γνωρίζετε τις λέξεις ὀρεσ-ί-βιος και ὀρεσ-ί-τροφος.

Αν περάσουμε στην Λατινική, ο εωσφόρος/φώσφορος που «φέρνει φως» ονομάζεται luc-i-fer, o τίτλος pont-i-fex αρχικά σήμαινε «γεφυροποιός» (pōns, faciō) και με τον καιρό έγινε επίθετο του ιερέα του ποτάμιου θεού Τίβερη και, εν τέλει, του Ρωμαίου αυτοκράτορα, πριν καταλήξει να είναι επίθετο του Πάπα («Ποντίφηκας»), ο «τεχνήτης»  ονομάζεται art-i-fex (κυριολεκτικά «τεχνοποιός»), ενώ o « καρποφόρος» λέγεται fruct-i-fer.

Στην Aρχαία Περσική γλώσσα ενώ dərəzra = «δυνατός», το επίθετο για «δυνατός πάνω στο το άρμα του» είναι dərəz-i-raθa και υπάρχουν πολλά άλλα τέτοια παραδείγματα τόσο στην αρχαία Περσική όσο και στην Σανσκριτική (λ.χ. r.j-iśvan- = αυτός που έχει «αργούς κύνες», *h2r.g’-i-k’won-).

Στις σλαβικές γλώσσες, τα παλαιότερα σλαβικά σύνθετα ονόματα δείχνουν επίσης συζευκτικό -i- του Caland. Λ.χ. Vlad-i-mir, Bož-i-dar, Vlast-i-mir , Čest-i-slav κλπ. Αν και μέχρι σήμερα πολλοί σλάβοι μπερδεύονται και πιστεύουν ότι το δεύτερο συνθετικό -mir σημαίνει ειρήνη (mir) εάν διαβάσατε την ετυμολογία του Vladimir παραπάνω θα είδατε ότι όλο το μεσαίωνα το όνομα γράφεται σταθερά με yat (Ѣ, ě) και, κατα συνέπεια, ανάγεται σε ένα ΠΙΕ μακρό *ē. Αυτό σημαίνει ότι το δεύτερο συνθετικό -mēros < *-meh1ros είναι η ίδια ρίζα με το ελληνικό ἐγχεσί-μωρος (<*-moh1ros), με μόνη διαφορά τον βαθμό του ablaut. Και στις δύο περιπτώσεις το δεύτερο αυτό συνθετικό σημαίνει «τρανός, μεγάλος».

3) Τα επιθήματα *-men- και *-ter- και τα παράγωγά τους.

Τα επιθήματα *-men- και *-ter- είναι δύο από το τα πιο παραγωγικά ΙΕ επιθήματα για τον σχηματισμό ουσιαστικών. Οι βαθμοί ablaut τους είναι *-men-, *-mon-, *-mēn-, *-mōn-, *-mn.-  και *-ter-, *-tor-, *-tēr-, *-tōr- και *-tr- αντίστοιχα. Όπως έχω ήδη εξηγήσει παραπάνω, οι βαθμοί με τα μακρά φωνήεντα είναι αποτέλεσμα της αναπληρωματικής έκτασης που περιγράφει ο νόμος του Szemerènyi.

Το επίθημα *-mon-/-men- απαντά στην αποκατεστημένη ΙΕ λέξη για «πέτρα» *h2ek’-mon– (το πρωτο μόρφημα *h2ek’- σημαίνει «κοφτερός, μυτερός» και απαντά στις λέξεις ἄκρη και ἀκίδα) από την οποία προέκυψαν τo ελληνικό ἄκμων, το λιθουανικό akmuo (το μακρό *ō διφθογγοποιήθηκε σε uo σε αυτή τη γλώσσα και το τελικό *n χάθηκε στην ονομαστική όπως και στα λατινικά Cicerō, legiō που εισήλθαν στα ελληνικά σαν Κικέρων και λεγεών αντίστοιχα), το Σανσκριτικό aśman (η τροπή του ουρανωμένου *k’>s είναι χαρακτηριστικό των ΙΕ γλωσσών τύπου satem) κλπ.

Στην Ελληνική, βρίσκουμε το ίδιο πάντα επίθημα *-men- ως ο-βαθμο στις λέξεις πλαταμών (πλατύς βράχος), τελαμών και, μεταξύ άλλων, στα πιο γνωστά δαίμωνἡγεμών, εἰδήμων και ἐλεήμων. Στην Λατινική ο μακρός ο-βαθμός επαυξημένος με το επιθετικό επίθημα -ia (θηλυκό) -ius (αρσενικό), -ium (ουδέτερο) απαντά στις μορφές -mōn-ia, -mōn-ius και -mōn-ium λ.χ. caeri-mōn-ia = τελετή (που κατέληξε στα Αγγλικά σαν ceremony), patri-mōn-ium = πατρική κληρονομιά, ενώ το «σκέτο» επίθημα *-mōn απαντά στην λέξη ser-mō = «γλώσσα, συνομιλία». Η ελληνική και λατινική λέξη για τον «πνεύμονα» πνεύμων (παλαιότερη μορφή πλεύμων το «ν» προέκυψε δευτερογενώς ύστερα από ετυμολογική σύγχυση με τις λέξεις πνοή και πνεῦμα) και pulmō , οι οποίες περιέχουν την ΙΕ ρίζα *pleu-«επιπλέω», κυριολεκτικά σημαίνουν «αυτό που επιπλέει», προφανώς επειδή τα πνευμόνια είναι τα μόνα σπλάγχνα που, λόγω του αέρα που περιέχουν, αν ριχτούν στο νερό επιπλέουν. Ανάλογη σκέψη (διαβάστε τελευταία γραμμή εδώ) έκαναν και οι πρόγονοι των Άγγλων, γιατί το αγγλικό lung = πνεύμων είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού ελαφρός, δηλαδή κατάγεται από την ίδια ρίζα *h1lengwh- «ελαφρός», όπως και το αγγλικό επίθετο light = «ελαφρός» (γιαουρτάκι λάιτ που λέμε).

Αν περάσουμε στον ε-βαθμό, στην Ελληνική έχουμε αρσενικά σε -μην όπως ποιμήν (του οποίου το λιθουανικό ξαδελφάκι piemuo έχει αντεστραμμένους τους βαθμούς ablaut ως προς το ποιμήν: *poh2i-men- ~ *peh2i-mon-), πυθμήνλιμήν κλπ, ενώ στην Λατινική λ.χ. βρίσκουμε το επίθημα -mēn-ium να προστίθεται στο ελληνικό δάνειο μοιχεία και να προκύπτει το moech-i-mēn-ium.

Ο μακράν πιο παραγωγικός βαθμός του επιθήματος *-men- όμως είναι αναμφίβολα τα μηδενόβαθμα ουδέτερα σε *-mn.- . Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν τα ελληνικά ουδέτερα σε -μα (ὄνομαῥεῦμα,  αἷμα,  πνεῦμα κλπ) και τα λατινικά ουδέτερα σε -men/-mentum (nomen, flumen, argumentum, tegumen/tegumentum κλπ). Εδώ πρέπει να σημειωθεί μια διαδικασία ανομοίωσης που συμβαίνει στην Λατινική. Όταν ένα n βρίσκεται πριν από το επίθημα -men τρέπεται σε r. Έτσι το cantare = τραγουδώ έδωσε για το τραγούδι τις λέξεις cantio και carmen, ενώ η ρίζα *g’enh1es (ελληνικό γένος, γόνος κλπ) έδωσε στην Λατινική τα ουδέτερα genus και germen.

Εάν περάσουμε τώρα στο άλλο επίθημα *-ter- θα δούμε σημασιολογική εξειδίκευση για τον σχηματισμό “nomina agentis” και “nomina instrumentis”, δηλαδή λέξεων που δηλώνουν ή πρόσωπο που κάνει μια πράξη ή εργαλείο για μια πράξη. Η ίδια η ΠΙΕ λέξη για τον πατέρα *ph2-tēr είναι ένα nomen agentis που σχηματίστηκε πάνω στη ρίζα *peh2– «προστατεύω, ταΐζω». Κατά συνέπεια, ο πατέρας είναι διάφανα ο «ο προστάτης και προμηθευτής τροφής». Όπως ήδη έγραψα πιο πάνω, στην Eλληνική όταν το επίθημα *-ter- τονίζεται παραμένει στον ε-βαθμό, ενώ όταν δεν τονίζεται μεταπίπτει στον ο-βαθμό (λ.χ. ἀμυντήρ / ἀμύντωρ, νικητήρ / νικήτωρ, δωτήρ / δώτωρ κλπ). Έτσι ο Ερμής που διάγει τις ψυχές στον Άδη λέγεται Διάκτωρ ή Διάκτορος και ψυχοπομπός, ενώ στα λατινικά το nomen agentis του ρήματος agire = πράττω είναι actor.

Τα θηλυκά nomina agestis του επιθήματος *-ter- στην ελληνική παράγονται είτε από τον μηδενικό βαθμό *-tr-ih2 (λ.χ. ἡγητήρ > ἡγήτρια, νικητήρ > νικήτρια, βεβαιωτήρ > βεβαιώτρια κλπ.) είτε από τον πλήρη ε-βαθμό *-ter-ih2 > –τειρα μετά από μια διαδικασία που μοιάζει (αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι) μετάθεση erj>ejr (λ.χ. δώτειρα/δότειρα, Καλλιπάτειραπαν-δαμάτωρ > δαμάτειρα , ἀπάτωρ > ἀπάτειρα κλπ). Στην Λατινική χρησιμοποιείται ο μηδενικός βαθμός επαυξημένος με το επίθημα -īk-s ~ -īx και η τελική μορφή είναι –trīx. Το μακρό /ī/ έχει την ίδια καταγωγή με το ελληνικό επίθημα -ια (ο κοινός πρόγονος είναι το ΠΙΕ *-ih2 και αυτή η κατηγορία θηλυκών ονομάζεται «τύπου Devī», από τον σανσκριτικό όρο Devī = «Θεά»). Έτσι το θηλυκό του imperator «αὐτοκράτωρ» είναι imperatrīx «αύτοκράτειρα», ο πλύστης στα λατινικά ήταν lavator και η πλύστρα lavatrīx (σήμερα στα ιταλικά lavatrice = πλυντήριο), ο κατήγορος στα Λατινικά ήταν accusator και η κατήγορος accusatrīx.

Πάμε στα εργαλεία/αντικείμενα για κάποιο σκοπό. Στην Ελληνική χρησιμοποιείται ο μηδενικός βαθμός για τα ουδέτερα σε –τρ-ον (ἀρόω > ἄροτρον) και τα θηλυκά στα –τρ-α [λ.χ. χέ(w)ω > μηδενικός βαθμός χυ– >χύ-τρα], ενώ ο μακρός η-βαθμός χρησιμοποιείται στο επίθημα –τήρ-ιον (δικάζω > δικαστήρ > δικαστήριον). Στα λατινικά βρίσκουμε τα ουδέτερα –trum (arare > aratrum = ἄροτρον) και –tōr-ium (λ.χ. auditοr o ακουστής/ακροατής > auditōrium η αίθουσα για διδασκαλία και lavatōrium το μέρος για πλύσιμο).

Βλέπουμε δηλαδή ότι η κοινή κληρονομιά όλων των ΙΕ γλώσσών περιέχει έναν πεπερασμένο αριθμό μεταπτώσεων του κάθε επιθήματος και η κάθε γλώσσα χρησιμοποίησε αυτήν την ποικιλία για να δημιουργήσει τα επιθήματά της.

4) Τα ΙΕ παραθετικά επιθήματα: ΙΕ επιθήματα συγκριτικού και υπερθετικού βαθμού

Τα ελληνικά επιθήματα του συγκριτικού (-τερος, -ιων) και υπερθετικού (-ιστος, -τατος) βαθμού είναι όλα τους ΙΕ καταγωγής. Στο ελληνικό -τερος, αντιστοιχεί το αγγλικό -ther του farther, το -ter- του λατινικού deterior, το ιρλανδικό -tar του ùachtar = «το ψηλότερο σημείο» και το σανσκριτικό συγκριτικό επίθημα -tara (λ.χ. Vrtra vrtratara ~ « το προβληματικότερο Πρόβλημα».

Στο ελληνικό υπερθετικό επίθημα -ιστος (< ΠΙΕ *-is-tos) αντιστοιχεί το αγγλικό υπερθετικό -est (λ.χ. greatest, highest κλπ) και τα Ινδό-Ιρανικά υπερθετικά επιθήματα -istha/-išta. Έτσι στα ελληνικά φέριστος, μέγιστος αντιστοιχούν τα Ιρανικά (Αβεστικά) bairišta, mazišta, ενώ στο ελληνικό υπερθετικό *sweh2dus > ἡδύς > ἥδιστος αντιστοιχεί το σανσκριτικό svadu > svadistha. Στο ελληνικό υπερθετικό επίθημα -τατος (< ΠΙΕ *-tm.tos) αντιστοιχεί το σανσκριτικό ανάλογο -tama (*-tm.mos). Το ελληνικό *-tm.tos προέκυψε από το *-tm.mos μέσα από την αναλογική επίδραση του υπερθετικού *-is-tos. Συγγενές του επιθήματος *-t-m.mos που έδωσε το σανσκριτικό -tama είναι το «κομμένο» *-m.mos που έδωσε τα λατινικά υπερθετικά επιθήματα *-m.mos (minimus) *-is-m.mos (fortissimus, *mog’-is-m.mos > maximus). Τέλος, το συγκριτικό επίθημα -ιων (λ.χ. *meg’-is-on- > *μέγ-jων > μείζων, *h1ln.gwh-is-on- > ἐλάχ-jων > ἐλάσσων) περιέχει τον μηδενικό βαθμό *-is- του συγκριτικού επιθήματος *-yos- (με ε-βαθμό *-yes- και μηδενικό βαθμό *-is- που περιέχεται στο υπερθετικό επίθημα –ιστος) που απαντά στα λατινικά ρωτακισμένα (s>r) maior, senior, iunior και στα μη ρωτακισμένα Citius, Altius, Fortius (σλόγκαν των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων, «Ταχύτερα, Ψηλότερα, Δυνατότερα»).

5) H IE λεξιπλασία: Ο  σχηματισμός των ΙΕ λέξεων.

Σε αυτήν εδώ την σειρά τριών αναρτήσεων μπορείτε να διαβάσετε για το κοινό λεξιπλαστικό σύστημα των θυγατρικών ΙΕ γλωσσών.

Το ΙΕ ρήμα είναι το θέμα μιας άλλης σειράς αναρτήσεων.

6) H IE ποιητική παράδοση.

Από τα πρώτα βήματα του Adalbert Kuhn κατά τον 19ο αιώνα μέχρι το opus magnum του Calvert Watkins “How to kill a Dragon: Aspects of IE poetics” (1995), οι μελετητές ανακάλυψαν ένα ολόκληρο κοινό σύστημα μυθημάτων και ποιητικών φρασημάτων που έχει τις ρίζες του στην μητρική ΠΙΕ γλώσσα. Για αυτό το πολύ ενδιαφέρον θέμα μπορείτε να διαβάσετε αυτήν εδώ την ανάρτηση.

7) Παραθέτω τις σημαντικές γλωσσολογικές αναρτήσεις στην «Σύνοψη Γλωσσικών Αναρτήσεων».

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s